Ήξερετιέκανε.Ποτέ, ούτε για μια στιγμή δεν δίστασε. Οι περισσότεροι θα έλεγαν ότι ενεργούσε ψυχρά αλλά αυτό δεν θα ήταν ένα σωστό συμπέρασμα. Ήταν και φοβισμένος και λυπημένος αλλά δεν δίστασε, απλά ευχόταν όλα να ήταν διαφορετικά. Όμωςδενήταν.
Κάθισε δίπλα από το άψυχο κορμί της και έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του. Την κοίταξε, προσπαθώντας να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που την κοίταξε το ίδιο ήρεμος, όσο ήταν και τώρα αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς. Τα τελευταία δύο τους χρόνια τους ήταν γεμάτα θλίψη, τρόμο και μια επίπονη αβεβαιότητα που έριξαν μια για πάντα βαριά μαύρα σύννεφα στον έως τότε γαλανό ουρανό τους. Ήταν ένα σκοτάδι που είχε απλωθεί, προερχόμενο από σφαίρες εξωανθρώπινες. Ένα σκοτάδι που κουβαλούσε μαζί του ένα κακό αρχαιότερο από την ιστορία και από τον ίδιο το Χρόνο.
Μάταια είχε προσπαθήσει να φωτίσει τα σκοτάδια της και το είχε προσπαθήσει πολύ, επιχειρώντας πολλούς ετερόκλιτους μεταξύ τους τρόπους. Συμβατικούς και παράδοξους θα μπορούσε να τους ονομάσει κανείς και δεν θα είχε εντελώς άδικο. Όμως, κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τη μοίρα και η Μοίρα της Μαριάννας ήταν σκληρή, αδυσώπητη. Μέσα σε ένα χρόνο άλλαξε τη ζωή της, τη μετέτρεψε σε ένα τέρας που μόνο αποστροφή θα μπορούσε να προκαλεί στον κόσμο, εκείνη που όταν την κοιτούσες νόμιζες πως ένας Άγγελος βρισκόταν ανάμεσα στους ανθρώπους.
Ήταν ψηλή για γυναίκα η Μαριάννα, με ξανθό μαλλί και πρόσωπο τόσο γλυκό που δύσκολα μπορούσες να την αντιπαθήσεις. Λυγερόκορμη, με κινήσεις αέρινες σαν ξωτικού, με φωνή χαμηλή και με μια αγάπη μέσα της για ολόκληρο τον κόσμο, που πολλές φορές έμοιαζε τόσο χτυπητά αταίριαστη με τη σκληρή εποχή του ωμού ρεαλισμού, καθώς την έδειχνε να είναι αφελής μέσα στην καλοσύνη της. Τη λάτρευε όλος ο κόσμος, οι συνάδελφοι και οι πελάτες της στο κομμωτήριο μόνο καλά λόγια είχαν να πουν για εκείνη και ας μην γνώριζαν το μεγάλο καημό που έκρυβε μέσα της. Γιατί, από διάφορες ατυχίες της ζωής, η Μαριάννα δεν είχε κατορθώσει να εκπληρώσει το όνειρο της ζωής της, να αποκτήσει δηλαδή μόρφωση και να μάθει να παίζει βιολί. Τα οικονομικά της οικογένειάς της ποτέ δεν ήταν σε καλή κατάσταση και τα μαθήματα μουσικής ήταν μια πολυτέλεια που η Μαριάννα δεν μπορούσε να έχει. Την πλήγωσε τότε η άρνηση του πατέρα της αλλά συμβιβάστηκε με τις ανάγκες της οικογένειας και δεν είπε τίποτα. Μέσα της, όμως, την έτρωγε ο πόθος. Και ήταν από αυτόν τον πόθο που το Σκοτάδι πιάστηκε για να της καλύψει την ψυχή.
Κάθισε δίπλα από το άψυχο κορμί της και έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του. Την κοίταξε, προσπαθώντας να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που την κοίταξε το ίδιο ήρεμος, όσο ήταν και τώρα αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς. Τα τελευταία δύο τους χρόνια τους ήταν γεμάτα θλίψη, τρόμο και μια επίπονη αβεβαιότητα που έριξαν μια για πάντα βαριά μαύρα σύννεφα στον έως τότε γαλανό ουρανό τους. Ήταν ένα σκοτάδι που είχε απλωθεί, προερχόμενο από σφαίρες εξωανθρώπινες. Ένα σκοτάδι που κουβαλούσε μαζί του ένα κακό αρχαιότερο από την ιστορία και από τον ίδιο το Χρόνο.
Μάταια είχε προσπαθήσει να φωτίσει τα σκοτάδια της και το είχε προσπαθήσει πολύ, επιχειρώντας πολλούς ετερόκλιτους μεταξύ τους τρόπους. Συμβατικούς και παράδοξους θα μπορούσε να τους ονομάσει κανείς και δεν θα είχε εντελώς άδικο. Όμως, κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τη μοίρα και η Μοίρα της Μαριάννας ήταν σκληρή, αδυσώπητη. Μέσα σε ένα χρόνο άλλαξε τη ζωή της, τη μετέτρεψε σε ένα τέρας που μόνο αποστροφή θα μπορούσε να προκαλεί στον κόσμο, εκείνη που όταν την κοιτούσες νόμιζες πως ένας Άγγελος βρισκόταν ανάμεσα στους ανθρώπους.
Ήταν ψηλή για γυναίκα η Μαριάννα, με ξανθό μαλλί και πρόσωπο τόσο γλυκό που δύσκολα μπορούσες να την αντιπαθήσεις. Λυγερόκορμη, με κινήσεις αέρινες σαν ξωτικού, με φωνή χαμηλή και με μια αγάπη μέσα της για ολόκληρο τον κόσμο, που πολλές φορές έμοιαζε τόσο χτυπητά αταίριαστη με τη σκληρή εποχή του ωμού ρεαλισμού, καθώς την έδειχνε να είναι αφελής μέσα στην καλοσύνη της. Τη λάτρευε όλος ο κόσμος, οι συνάδελφοι και οι πελάτες της στο κομμωτήριο μόνο καλά λόγια είχαν να πουν για εκείνη και ας μην γνώριζαν το μεγάλο καημό που έκρυβε μέσα της. Γιατί, από διάφορες ατυχίες της ζωής, η Μαριάννα δεν είχε κατορθώσει να εκπληρώσει το όνειρο της ζωής της, να αποκτήσει δηλαδή μόρφωση και να μάθει να παίζει βιολί. Τα οικονομικά της οικογένειάς της ποτέ δεν ήταν σε καλή κατάσταση και τα μαθήματα μουσικής ήταν μια πολυτέλεια που η Μαριάννα δεν μπορούσε να έχει. Την πλήγωσε τότε η άρνηση του πατέρα της αλλά συμβιβάστηκε με τις ανάγκες της οικογένειας και δεν είπε τίποτα. Μέσα της, όμως, την έτρωγε ο πόθος. Και ήταν από αυτόν τον πόθο που το Σκοτάδι πιάστηκε για να της καλύψει την ψυχή.