Μια πολύ ευχάριστη είδηση διάβασα σήμερα στο φύλλο της Ελευθεροτυπίας (28-06-05). Την παραθέτω ως έχει:
Παράθεση:
|
Τότε που τα πλοία ταξίδευαν χωρίς κυβερνήτες και πηδάλιο... Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ Σε εποχές που δεν υπήρχαν νηογνώμονες, υπουργεία Ναυτιλίας και Μεταφορών, ούτε σύγχρονα συστήματα δορυφορικής και αυτόματοι πιλότοι, οι άνθρωποι έκαναν ένα σωρό δρομολόγια μεταφέροντας τόνους φορτίων. http://www.enet.gr/online/dspphoto?id=118119 Αυτοκατευθυνόμενα αιγυπτιακά πλοία (Σχέδιο: Δ. Καλλιγερόπουλος) Ενας στόλος αυτόματων πλοίων, που ταξίδευαν μόνα τους, προσανατολίζονταν και κατευθύνονταν στον προορισμό τους χωρίς κυβερνήτες και πηδάλιο, έκανε αυτή τη δουλειά. Τα πλοία αυτά ακολουθούσαν τη σωστή κατεύθυνση ακόμη και με συννεφιά ή τη νύχτα. Ταχύτατα και ασφαλή με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παθαίνουν βλάβη και να μη βουλιάζουν. Καλοζυγιασμένα, φτιαγμένα στα καρνάγια της Σχερίας. Ετσι τα περιγράφει στην ομηρική Ιλιάδα, σαν «πλοία με κατασκευασμένη σκέψη», ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος, όταν ζητεί από τον Οδυσσέα να του πει τη χώρα του και τον προορισμό του. Φυσικά, από την περιγραφή του ποιητή, αναδύονται η άριστη γνώση της γεωγραφίας, η λεπτομερής χαρτογράφηση, η γνώση των δρόμων της θάλασσας, η πρόθεση ή και το όραμα για την κατασκευή αυτόματων οργάνων θαλασσοπορίας κ.ά. Το παράδειγμα αυτό είναι ένας μικρός σταθμός στο μακρύ ταξίδι της «Ιστορίας της Τεχνολογίας και των Αυτομάτων», ενός διδακτικού, ευχάριστου και αισθητικά όμορφου επιστημονικού έργου από την Προϊστορική έως τη Βιομηχανική εποχή, που συνέγραψαν ο Δημήτρης Καλλιγερόπουλος, μηχανολόγος ηλεκτρολόγος ΕΜΠ, δρ Τεχνικών Επιστημών και καθηγητής στο Τμήμα Αυτοματισμού του ΤΕΙ Πειραιά, και η δρ Σουλτάνα Βασιλειάδου, τεχνολόγος μηχανικός αυτοματισμού, και το οποίο θα κυκλοφορήσει σύντομα από τη «Σύγχρονη Εκδοτική». «Στην ιστορία της Τεχνολογίας», σημειώνουν στο βιβλίο τους οι συγγραφείς, «τα αυτόματα, οι αυτοκίνητες μηχανές που προσπαθούν να μοιάσουν στον άνθρωπο και οι οποίες κινούνται με εσωτερική ενέργεια και αυτοελέγχονται, εμφανίζονται ως όραμα στον αρχαίο ελληνικό μύθο και υλοποιούνται ιδιαίτερα σε περιόδους σταθμούς της τεχνολογίας, περιόδους εφαρμογής των θεωρητικών επινοήσεων, όπως η Ελληνιστική περίοδος, η Αναγέννηση και η ευρωπαϊκή Βιομηχανική Επανάσταση, αλλά ιδιαίτερα όπως η σύγχρονη περίοδος του αυτοματισμού και της ψηφιακής τεχνολογίας. Οταν μιλάμε για αυτόματα, αναφερόμαστε σε ομοιώματα με κινητά μέλη, όπως τα νευρόσπαστα, σε αυτοκίνητες μηχανές, όπως το αυτόματο περιστέρι του μηχανικού Αρχύτα, στον έλεγχο της στάθμης του νερού κατά τον Αλεξανδρινό μηχανικό Κτησίβιο, στις αυτόματες πύλες ναού, που άνοιγαν με το άναμμα φωτιάς και στα αυτόματα θέατρα του Ηρωνος, καθώς και σε τόσες άλλες επινοήσεις του ανθρώπου στην προσπάθειά του να μιμηθεί το φυσικό κόσμο». Αλλο ένα παράδειγμα από το ίδιο βιβλίο αποτελούν τα πλοία μιας χρήσης που περιγράφει ο Ηρόδοτος. http://www.enet.gr/online/dspphoto?id=118118 Τα στρογγυλά πλοία των Αρμενίων (Σχέδιο: Δ. Καλλιγερόπουλος) Μπορεί η ναυπηγική των Φαιάκων να ήταν μεγαλοπρεπής, η αντίστοιχη των Αρμενίων όμως, παρ' ότι φτωχή και απλή, ήταν εξίσου εντυπωσιακή. Τα «στρογγυλά» δερμάτινα πλοία τους, φτιαγμένα στην Αρμενία, κατέβαιναν το ρεύμα του ποταμού Ευφράτη προς τη Βαβυλώνα μεταφέροντας φορτίο βάρους μέχρι και 130 τόνων. Ηταν φτιαγμένα από κλαδιά ιτιάς και καλάμια και ήταν καλυμμένα εσωτερικά με δέρμα. Εμοιαζαν σαν ασπίδα, χωρίς πρύμνη και πλώρη. Μαζί με το φορτίο μετέφεραν και γαϊδούρια Το πλοίο το έπαιρνε το ποτάμι, ενώ το έλεγχαν δύο κωπηλάτες. Οταν έφταναν στον προορισμό τους, πουλούσαν τα κλαδιά ιτιάς και τις καλαμιές και με τα γαϊδούρια μετέφεραν τα δέρματα και επέστρεφαν στην Αρμενία, όπου ξανάφτιαχναν νέα πλοία. Οι Αιγύπτιοι, από την άλλη, για την πλεύση του Νείλου κατασκεύαζαν από ξύλα ακακίας πλεούμενα «καρφωμένα περιμετρικά με γόμφους, δεμένα από πάνω με ζύγια, βουλωμένα στους αρμούς με πάπυρο. Κατασκεύαζαν ακόμη ένα πηδάλιο που διαπερνούσε όλη την καρίνα, έστηναν κατάρτι από ξύλο και σήκωναν πανιά φτιαγμένα από πάπυρο» (Ηρόδοτος ΙΙ, 96). Το ενδιαφέρον σε αυτά τα πλοία, αναφέρουν οι συγγραφείς του βιβλίου, είναι ότι «ήταν εφοδιασμένα με έναν πρωτότυπο μηχανισμό σταθεροποίησης της κατεύθυνσης του πλοίου μέσα στα ορμητικά νερά του ποταμού, είχαν δηλαδή αυτόματη πλοήγηση, μέσω ενός συστήματος ελέγχου της πορείας και εξουδετέρωσης των ροπών. Το μυστικό στο μηχανισμό αυτό, που αποτελεί ένα από τα πρώτα γνωστά ιστορικά κλειστά συστήματα αυτόματου ελέγχου, ήταν η βαρίδα, ένα τρύπιο λιθάρι που σερνόταν στο βυθό, και μία σχεδία, που έλεγχαν την πορεία του πλοίου, το οποίο μπορούσε να μεταφέρει μέχρι και 26 τόνους». Στο βιβλίο του Δημήτρη Καλλιγερόπουλου και της Σουλτάνας Βασιλειάδου, που υλοποιήθηκε με την υποστήριξη των Τάσου Οικονομίδη, Αρη Χατζόπουλου και Νάσιας Πυθαροπούλου, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει απνευστί, όχι μόνο ιστορίες με πλοία, αλλά και για αυτορρυθμιζόμενα φυσερά, για την ερμηνεία της ομηρικής ασπίδας, για τα κλασικά και τα ελληνιστικά αυτόματα, όπως το νυχτερινό ωρολόγιο του Πλάτωνος και το αυτορρυθμιζόμενο λυχνάρι, κι ακόμα για τη φιλοσοφική προϊστορία του αυτόματου ελέγχου, την εξέλιξη της ελληνικής αντίληψης για τη μέτρηση του χρόνου, τις μελέτες του Αρχιμήδη για τη δυναμική ισορροπία και την ευστάθεια των πλοίων, τα βυζαντινά και τα αραβικά αυτόματα, τις ελληνικές επιδράσεις στην αραβική τεχνολογία, μέχρι τις επινοήσεις του Leonardo da Vinci και τις πρώτες ατμομηχανές. Ολα αυτά παρουσιάζονται μέσα σε 300 σελίδες, με έγχρωμα χειρόγραφα σχέδια και πλούσια βιβλιογραφία. Στον πρόλογο του βιβλίου τους οι συγγραφείς ορθά σημειώνουν τα εξής: «Η συγγραφή ενός έργου για την Ιστορία της Τεχνολογίας και των Αυτομάτων, έργου διδακτικού αλλά ευχάριστου, επιστημονικού και ταυτόχρονα με ευρύτητα, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. http://www.enet.gr/online/dspphoto?id=118117 Ο κύριος αντίπαλος στην προσπάθεια αυτή είναι η αμφισβήτηση της σημασίας της, μια αμφισβήτηση δυστυχώς αρκετά διαδεδομένη. Γιατί πατάει πάνω σε έναν αδυσώπητο διχασμό: το διχασμό της τεχνολογίας με τον πολιτισμό, το διχασμό της Ιστορίας με τη σύγχρονη ωμή πραγματικότητα, το διχασμό της ωφελιμιστικής εκπαίδευσης με την παιδεία, το διχασμό, τέλος, που επικρατεί και στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας και θεωρεί υποβαθμισμένη την τεχνολογική εκπαίδευση ακόμα και στο τριτοβάθμιο επίπεδό της. Ενα δειλό αεράκι Αναγέννησης, αντίθετα στο ρεύμα, θα μπορούσε να φυσήξει, αναζητώντας τις ρίζες της σύγχρονης τεχνολογίας μας, μελετώντας την εξέλιξη των εννοιών, των μεθόδων και των επινοήσεων που την καθόρισαν, συνδέοντας την αρχαία ελληνική τεχνική σκέψη με τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής Αναγέννησης και της μετέπειτα Βιομηχανικής Επανάστασης, μέχρι τις μέρες μας». ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 27/06/2005 |