Η ώρα ήταν περίπου 22:30, στο σαλόνι του σπιτιού του Θύμιου, ο Ανέστης καθόταν στον καναπέ και κοιτούσε υπομονετικά τον Θύμιο...
Τα φώτα όλα ήταν αναμένα,μια επιθυμία του Θύμιου αντίθετα με τις άλλες φορές που προτιμούσαν οι δυο τους να κουβεντιάζουν υπό το φως των κεριών ή με φωτισμό που να δημιουργεί κάποια τυπική ατμόσφαιρα.
Ο Θύμιος ήταν σκημένος μπροστά με τα χέρια του μπροστά στο στόμα του, μία ασυνείδητη προσπάθεια να κρατήσει για τον εαυτό του τα όσα συνέβησαν τρεις μέρες πριν. Ήξερε πως παρόλο ο Ανέστης δεχόταν το παράλογο δύσκολα θα πίστευε αυτό που του συνέβει... ή μάλων δύσκολα θα καταλάβαινε κάτι που καλά καλά ο ίδιος δεν καταλάβαινε...
Πείρε μια βαθειά αποφασιστική ανάσα και ακούμπησε πίσω στην πολυθρόνα κοιτώντας τον με ένα ελαφρός ειρωνικό ύφος.
<θυμάσαι που λέγαμε για το που είναι πιθανότερο να συναντήσεις στοιχειακά...?>
<...εννοείς για τα δάση με πηγές και τα σχετικά?> ρώτησε ο Ανέστης
<Όχι. εννοώ για τα μεταβατικά περιβάλλοντα...στις παρυφές κάποιου δάσους, στους πρόποδες κάποιου βουνού στα όρια μεταξύ ποταμού ή λίμνης ή και θάλασσας με την ξηρά, κάπου δηλαδή που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο...>
<Ναι, δηλαδή τι...>
<λοιπόν με βάση όσα στοιχεία και εμπειρίες έχουμε συγκεντρώσει, προσπάθησα να κάνω μια πρακτική έρευνα όσο αφορά τις άλλες διαστάσεις...>
Ο Ανέστης τον κοιτούσε επιφυλακτικά <Ωραία, και τι έκανες λοιπόν?> τον παρότρυνε.
<...Ήρθα σε επαφή με κάποια άλλη διάσταση, αν θα μπορούσαν να το περιγράψω έτσι...>
Οι Ανέστης έσμιξε τα φρύδια τους και τον κοίταξε ερωτηματικά...
<Έκανα κάτι σαν τελετουργικό, όχι κάτι ιδιαίτερο ... κάτι που είναι συνδυασμός μεταξύ τελετουργικών και επικλήσεων και...παγανιστικών τελετών...>
Ο Ανέστης σφίχτηκε και ένιωσε ελαφρώς να ανατριχιάζει
<τι μαλακίες κάνεις...?> πετάχτηκε…
Ο Θύμιος άρχισε να κουνάει νετρικά τα πόδια του
<...βρήκα μια περιοχή που λίγο έξω από την Δράμα, σε ένα ποταμάκι, …και…έχεις ακουστά το Didgeridoo…?>
< …Ναι αν εννοείς το μουσικό όργανο που έχουν κάποιοι ιθαγενείς…>
Ο Θύμιος ξεφύσησε υπεροπτικά
<…χμμ…όχι φίλε μου! Δεν πρόκειται ακριβώς για όργανο…>
Τα φώτα όλα ήταν αναμένα,μια επιθυμία του Θύμιου αντίθετα με τις άλλες φορές που προτιμούσαν οι δυο τους να κουβεντιάζουν υπό το φως των κεριών ή με φωτισμό που να δημιουργεί κάποια τυπική ατμόσφαιρα.
Ο Θύμιος ήταν σκημένος μπροστά με τα χέρια του μπροστά στο στόμα του, μία ασυνείδητη προσπάθεια να κρατήσει για τον εαυτό του τα όσα συνέβησαν τρεις μέρες πριν. Ήξερε πως παρόλο ο Ανέστης δεχόταν το παράλογο δύσκολα θα πίστευε αυτό που του συνέβει... ή μάλων δύσκολα θα καταλάβαινε κάτι που καλά καλά ο ίδιος δεν καταλάβαινε...
Πείρε μια βαθειά αποφασιστική ανάσα και ακούμπησε πίσω στην πολυθρόνα κοιτώντας τον με ένα ελαφρός ειρωνικό ύφος.
<θυμάσαι που λέγαμε για το που είναι πιθανότερο να συναντήσεις στοιχειακά...?>
<...εννοείς για τα δάση με πηγές και τα σχετικά?> ρώτησε ο Ανέστης
<Όχι. εννοώ για τα μεταβατικά περιβάλλοντα...στις παρυφές κάποιου δάσους, στους πρόποδες κάποιου βουνού στα όρια μεταξύ ποταμού ή λίμνης ή και θάλασσας με την ξηρά, κάπου δηλαδή που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο...>
<Ναι, δηλαδή τι...>
<λοιπόν με βάση όσα στοιχεία και εμπειρίες έχουμε συγκεντρώσει, προσπάθησα να κάνω μια πρακτική έρευνα όσο αφορά τις άλλες διαστάσεις...>
Ο Ανέστης τον κοιτούσε επιφυλακτικά <Ωραία, και τι έκανες λοιπόν?> τον παρότρυνε.
<...Ήρθα σε επαφή με κάποια άλλη διάσταση, αν θα μπορούσαν να το περιγράψω έτσι...>
Οι Ανέστης έσμιξε τα φρύδια τους και τον κοίταξε ερωτηματικά...
<Έκανα κάτι σαν τελετουργικό, όχι κάτι ιδιαίτερο ... κάτι που είναι συνδυασμός μεταξύ τελετουργικών και επικλήσεων και...παγανιστικών τελετών...>
Ο Ανέστης σφίχτηκε και ένιωσε ελαφρώς να ανατριχιάζει
<τι μαλακίες κάνεις...?> πετάχτηκε…
Ο Θύμιος άρχισε να κουνάει νετρικά τα πόδια του
<...βρήκα μια περιοχή που λίγο έξω από την Δράμα, σε ένα ποταμάκι, …και…έχεις ακουστά το Didgeridoo…?>
< …Ναι αν εννοείς το μουσικό όργανο που έχουν κάποιοι ιθαγενείς…>
Ο Θύμιος ξεφύσησε υπεροπτικά
<…χμμ…όχι φίλε μου! Δεν πρόκειται ακριβώς για όργανο…>