Κανείς δεν πίστευε ότι ο Χαράλαμπος, εκείνος ο μικροκαμωμένος, δειλός υπάλληλος στην καθαριότητα του Δήμου, θα ήταν ικανός για όλα όσα η αστυνομία τον κατηγορούσε. Και πράγματι, θα χρειαζόταν να επιστρατεύσει κανείς όλη του τη φαντασία και μάλιστα τις πιο νοσηρές της απόψεις, για να δεχτεί αυτά που από την εποχή του Διαφωτισμού ακόμα καταρρίφτηκαν από τους φιλοσόφους και τους επιστήμονες. Όχι, η επιστήμη ποτέ δεν θα δεχτεί τους ισχυρισμούς μου και η φήμη μου ως άνθρωπος της επιστήμης θα δεχτεί ανεπανόρθωτο ίσως πλήγμα αλλά, αν η άποψή μου έχει κάποια βαρύτητα ακόμη, τότε θα διαβεβαιώσω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες είναι πέρα για πέρα αληθινά. Και, παρά τις εύλογες αντιρρήσεις των συναδέλφων μου, εξακολουθώ να πιστεύω ότι άνθρωπος δεν είναι το ον που επιπόλαια και χωρίς ουσιαστικές αποδείξεις διακηρύσσουν οι θιασώτες της θεωρίας της Εξέλιξης. Στην πραγματικότητα φέρει μέσα του πολλές σκοτεινές καταβολές, από μια εποχή που το δέρμα του δεν ήταν όπως το ξέρουμε, ούτε και η εσωτερική του δομή. Σκοτάδι υπάρχει στα βαθύτερα μέρη της ψυχής μας αλλά η διαφορά είναι ότι σε κάποιους από εμάς εκδηλώνεται με περισσότερο προφανείς τρόπους και ο Χαράλαμπος είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα.
Πόση σημασία μπορεί κανείς να δώσει σε έναν οδοκαθαριστή, άσχημο και κοντό, που η φύση δεν τον προίκισε και με τον λειτουργικότερο εγκέφαλο; Όλοι τον προσπερνούν και κανείς δεν ενδιαφέρεται για εκείνον. Τόσο άσχημος που δεν μπορεί να ελπίζει σε ένα φλερτ με μια κοπέλα, τόσο χαμηλής νοημοσύνης που δεν μπορεί να τελειώσει ούτε ένα σχολείο για άτομα με ειδικές ανάγκες, τόσο σωματικά δυσαρμονικό που ακόμα και οι κοπέλες στους οίκους ανοχής αδιαφορούν για το μεροκάματο που θα τους προσέφερε. Ένας άνθρωπος μόνος, χωρίς ελπίδα, χωρίς χρήματα, χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται για εκείνον, ξεχασμένος από θεούς και ανθρώπους, περνάει χρόνια μέσα στη θλίψη και στην απόγνωση. Αλλά έρχεται μια στιγμή κάποτε που η μεμψιμοιρία δίνει τη θέση της σε μια απέραντη οργή και μίσος για όλα εκείνα που απλόχερα χαρίστηκαν σε όλους τους άλλους ανθρώπους και τόσο άδικα στερήθηκαν από εκείνον. Ο Χαράλαμπος άρχισε από μέσα του να μισεί και να ζηλεύει όλους εκείνους που έβλεπε να γεμίζουν τους κάδους με τα απορρίμματά τους και ήθελε με όλη του την παγωμένη καρδιά να πάθουν κακό. Θα τους το προξενούσε εκείνος αλλά ήταν πολύ δειλός για αυτό άρχισε να προσεύχεται σε θεούς που δεν ήξερε και σαν το ναυαγό που απελπισμένος πετάει σημειώματα σε μπουκάλια, ελπίζοντας πως η θάλασσα θα τα κατευθύνει σωστά προς τη σωτηρία του. Ποιους ευαίσθητους δέκτες ερέθισαν οι προσευχές του, ποιες κοιμισμένες δυνάμεις ξύπνησαν, κανείς δεν μπορεί να το πει με σιγουριά, όμως ο Χαράλαμπος άρχισε να αλλάζει. Ξέρω πως οι ψυχίατροι θα πουν ότι αυτό είναι μια λογική συνέπεια βάση των βιωμάτων του αλλά κανείς γιατρός στον κόσμο δεν μπορεί να ισχυριστεί πως εκείνο το σημάδι στο μέσα μέρος του πήχυ του ήταν αποτέλεσμα ψυχοσωματικό. Ένα κόκκινο σημάδι, σαν νόμισμα των 2 ευρώ, που κάθε μέρα άλλαζε θέση και κινούνταν σαν να είχε τη δική του βούληση, απέχει πολύ από οποιαδήποτε ψυχοσωματική αιτιολογία γνωρίζω στα παγκόσμια χρονικά. Στην αρχή ο Χαράλαμπος τρόμαξε νομίζοντας πως είχε μολυνθεί από τα σκουπίδια, οι γιατροί τον διαβεβαίωσαν όμως ότι ήταν μια απλή δερματική αντίδραση, για αυτό του έδωσαν αλοιφές που δεν έκαναν τίποτα. Ο ύπνος του έγινε ταραχώδης, γεμάτος εφιάλτες και ολόκληρη τη μέρα υπέφερε από ακουστικές παραισθήσεις. Ένιωθε σαν να έβγαινε φωνή από εκείνη την κόκκινη κηλίδα, την τόσο αυτόνομη, που τα βράδια γινόταν ψίθυρος σε μια άγνωστη γλώσσα που όσο κι αν νόμιζε πως δεν την αντιλαμβανόταν, τα μηνύματά της του ήταν κατά κάποιον τρόπο ξεκάθαρα.
Όταν πέρασε ο πρώτος φόβος, ένιωσε καλύτερα. Πιο δυνατός, πιο υγιής, ακόμα και πιο όμορφος. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και για πρώτη φορά το είδωλό του δεν του φάνηκε τόσο αποκρουστικό. Ήταν λες και οι δυσμορφίες του είχαν κάπως «εξομαλυνθεί», σαν να μην ήταν τόσο έντονες, ακόμα και τα δόντια του που προεξείχαν είχαν αρχίσει να καλύπτονται από τα χείλη του που μεγάλωναν συμμετρικά Χαμογέλασε, γιατί τώρα ήταν απλώς ένας άσχημος άντρας και όχι τέρας και αυτό οπωσδήποτε ήταν μια βελτίωση. Το χρώμα του δέρματός του από κίτρινο είχε αρχίσει να ροδίζει, εκτός από την κηλίδα που γινόταν όλο και πιο κόκκινη και τώρα είχε διπλασιάσει τη διάμετρό της. Αλλά δεν τον πείραζε. Τη θεωρούσε υπεύθυνη για αυτές τις αλλαγές που συνέπεσαν με την εμφάνισή της και έτσι σταμάτησε να της βάζει αλοιφές και πολλές φορές τη χάιδευε με αγάπη. Και κρυφά τα βράδια της μιλούσε σαν να ήταν ζωντανή, της μίλαγε για τη ζωή του και πόσο ήθελε να εκδικηθεί όλους τους ανθρώπους που τον είχαν απομονώσει. Θα έπαιρνε όρκο πως όταν της έλεγε τα σχέδια του το σχήμα της άλλαζε και ήταν σαν να του χαμογελούσε επικροτώντας τον…
Σίγουρα θα σκέφτεστε όλοι ότι ο τύπος είναι κλασική περίπτωση σχιζοφρένειας και από όσα σας έχω ως τώρα διηγηθεί θα συμφωνούσα κι εγώ μαζί σας, όμως τα όσα ακολούθησαν κλόνισαν την πίστη μου στην επιστήμη μου και σε πολλά άλλα, τόσο που αναρωτιέμαι αν είμαι κι εγώ ψυχικά ισορροπημένος ή μήπως βαδίζω κι εγώ αργά αργά στη σχιζοφρένεια, επηρεασμένος από τα όσα μου διηγήθηκε ο Χαράλαμπος και όλοι όσοι μου έστειλε ο Εισαγγελέας για ψυχιατρική εκτίμηση. Θα πάρω μια βαθιά ανάσα και με πολύ ψυχικό κόπο θα σας συνεχίσω την ιστορία, γνωρίζοντας πως στο τέλος της είτε θα έχετε αποδεχτεί τα όσα λέω είτε θα κουνήσετε περιφρονητικά το κεφάλι
Πόση σημασία μπορεί κανείς να δώσει σε έναν οδοκαθαριστή, άσχημο και κοντό, που η φύση δεν τον προίκισε και με τον λειτουργικότερο εγκέφαλο; Όλοι τον προσπερνούν και κανείς δεν ενδιαφέρεται για εκείνον. Τόσο άσχημος που δεν μπορεί να ελπίζει σε ένα φλερτ με μια κοπέλα, τόσο χαμηλής νοημοσύνης που δεν μπορεί να τελειώσει ούτε ένα σχολείο για άτομα με ειδικές ανάγκες, τόσο σωματικά δυσαρμονικό που ακόμα και οι κοπέλες στους οίκους ανοχής αδιαφορούν για το μεροκάματο που θα τους προσέφερε. Ένας άνθρωπος μόνος, χωρίς ελπίδα, χωρίς χρήματα, χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται για εκείνον, ξεχασμένος από θεούς και ανθρώπους, περνάει χρόνια μέσα στη θλίψη και στην απόγνωση. Αλλά έρχεται μια στιγμή κάποτε που η μεμψιμοιρία δίνει τη θέση της σε μια απέραντη οργή και μίσος για όλα εκείνα που απλόχερα χαρίστηκαν σε όλους τους άλλους ανθρώπους και τόσο άδικα στερήθηκαν από εκείνον. Ο Χαράλαμπος άρχισε από μέσα του να μισεί και να ζηλεύει όλους εκείνους που έβλεπε να γεμίζουν τους κάδους με τα απορρίμματά τους και ήθελε με όλη του την παγωμένη καρδιά να πάθουν κακό. Θα τους το προξενούσε εκείνος αλλά ήταν πολύ δειλός για αυτό άρχισε να προσεύχεται σε θεούς που δεν ήξερε και σαν το ναυαγό που απελπισμένος πετάει σημειώματα σε μπουκάλια, ελπίζοντας πως η θάλασσα θα τα κατευθύνει σωστά προς τη σωτηρία του. Ποιους ευαίσθητους δέκτες ερέθισαν οι προσευχές του, ποιες κοιμισμένες δυνάμεις ξύπνησαν, κανείς δεν μπορεί να το πει με σιγουριά, όμως ο Χαράλαμπος άρχισε να αλλάζει. Ξέρω πως οι ψυχίατροι θα πουν ότι αυτό είναι μια λογική συνέπεια βάση των βιωμάτων του αλλά κανείς γιατρός στον κόσμο δεν μπορεί να ισχυριστεί πως εκείνο το σημάδι στο μέσα μέρος του πήχυ του ήταν αποτέλεσμα ψυχοσωματικό. Ένα κόκκινο σημάδι, σαν νόμισμα των 2 ευρώ, που κάθε μέρα άλλαζε θέση και κινούνταν σαν να είχε τη δική του βούληση, απέχει πολύ από οποιαδήποτε ψυχοσωματική αιτιολογία γνωρίζω στα παγκόσμια χρονικά. Στην αρχή ο Χαράλαμπος τρόμαξε νομίζοντας πως είχε μολυνθεί από τα σκουπίδια, οι γιατροί τον διαβεβαίωσαν όμως ότι ήταν μια απλή δερματική αντίδραση, για αυτό του έδωσαν αλοιφές που δεν έκαναν τίποτα. Ο ύπνος του έγινε ταραχώδης, γεμάτος εφιάλτες και ολόκληρη τη μέρα υπέφερε από ακουστικές παραισθήσεις. Ένιωθε σαν να έβγαινε φωνή από εκείνη την κόκκινη κηλίδα, την τόσο αυτόνομη, που τα βράδια γινόταν ψίθυρος σε μια άγνωστη γλώσσα που όσο κι αν νόμιζε πως δεν την αντιλαμβανόταν, τα μηνύματά της του ήταν κατά κάποιον τρόπο ξεκάθαρα.
Όταν πέρασε ο πρώτος φόβος, ένιωσε καλύτερα. Πιο δυνατός, πιο υγιής, ακόμα και πιο όμορφος. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και για πρώτη φορά το είδωλό του δεν του φάνηκε τόσο αποκρουστικό. Ήταν λες και οι δυσμορφίες του είχαν κάπως «εξομαλυνθεί», σαν να μην ήταν τόσο έντονες, ακόμα και τα δόντια του που προεξείχαν είχαν αρχίσει να καλύπτονται από τα χείλη του που μεγάλωναν συμμετρικά Χαμογέλασε, γιατί τώρα ήταν απλώς ένας άσχημος άντρας και όχι τέρας και αυτό οπωσδήποτε ήταν μια βελτίωση. Το χρώμα του δέρματός του από κίτρινο είχε αρχίσει να ροδίζει, εκτός από την κηλίδα που γινόταν όλο και πιο κόκκινη και τώρα είχε διπλασιάσει τη διάμετρό της. Αλλά δεν τον πείραζε. Τη θεωρούσε υπεύθυνη για αυτές τις αλλαγές που συνέπεσαν με την εμφάνισή της και έτσι σταμάτησε να της βάζει αλοιφές και πολλές φορές τη χάιδευε με αγάπη. Και κρυφά τα βράδια της μιλούσε σαν να ήταν ζωντανή, της μίλαγε για τη ζωή του και πόσο ήθελε να εκδικηθεί όλους τους ανθρώπους που τον είχαν απομονώσει. Θα έπαιρνε όρκο πως όταν της έλεγε τα σχέδια του το σχήμα της άλλαζε και ήταν σαν να του χαμογελούσε επικροτώντας τον…
Σίγουρα θα σκέφτεστε όλοι ότι ο τύπος είναι κλασική περίπτωση σχιζοφρένειας και από όσα σας έχω ως τώρα διηγηθεί θα συμφωνούσα κι εγώ μαζί σας, όμως τα όσα ακολούθησαν κλόνισαν την πίστη μου στην επιστήμη μου και σε πολλά άλλα, τόσο που αναρωτιέμαι αν είμαι κι εγώ ψυχικά ισορροπημένος ή μήπως βαδίζω κι εγώ αργά αργά στη σχιζοφρένεια, επηρεασμένος από τα όσα μου διηγήθηκε ο Χαράλαμπος και όλοι όσοι μου έστειλε ο Εισαγγελέας για ψυχιατρική εκτίμηση. Θα πάρω μια βαθιά ανάσα και με πολύ ψυχικό κόπο θα σας συνεχίσω την ιστορία, γνωρίζοντας πως στο τέλος της είτε θα έχετε αποδεχτεί τα όσα λέω είτε θα κουνήσετε περιφρονητικά το κεφάλι