ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/metafysiko.gr/Αρχαία Μυστήρια
metafysiko.gr·2010·Otanis

Η φωτογραφία

Δες αυτή τη συζήτηση στα Forums →
Το ρολόι που σήμανε μεσάνυχτα τον έβγαλε απ' τις σκέψεις του. Τον τελευταίο καιρό περνούσε όλη του τη μέρα πάνω στην πολυθρόνα με μια φωτογραφία στο χέρι. Ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που απεικόνιζε έναν όμορφο, νεαρό άντρα με ναυτικό καπέλο. Το χαμόγελό του τού ήταν πολύ οικείο, αλλά όσο κι αν προσπαθούσε δε μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί ποιος θα μπορούσε να είναι.
Κοίταξε τη φωτογραφία απελπισμένος.

-Ποιος είσαι; Γιατί μπήκες στη ζωή μου;

αναφώνησε χωρίς φυσικά να περιμένει απάντηση.

Όλα ξεκίνησαν πριν δυο μήνες. Στον ύπνο του. Ήταν λέει σε κάποιο λιμάνι. Γύρω του ακούγονταν φωνές σε όλες τις γλώσσες και πηγαινοέρχονταν άνθρωποι κάθε εθνικότητας. Σταμάτησε μπροστά σε ένα πλοίο. Το όνομά του Marseille. Έξω απ' το πλοίο στεκόταν ένας νεαρός ναύτης. Φαινόταν χαρούμενος, ίσως αυτό να ήταν το πρώτο του ταξίδι και ήταν ενθουσιασμένος για τους μακρινούς τόπους που θα γνώριζε και τις συναρπαστικές περιπέτειες που θα συναντούσε. Φορούσε ένα μπλε, χοντρό ζιβάγκο και ναυτικό καπέλο. Χαμογελούσε παρατηρώντας το πολύβουο πλήθος.

Το πρωΐ σηκώθηκε με μια αίσθηση γλυκιάς μελαγχολίας και νοσταλγίας. Ίσως αυτός ο χαρούμενος, νεαρός ναύτης τού θύμιζε τα δικά του χαμένα νεανικά όνειρα. Από μικρός ήθελε να γίνει ναυτικός. Τρύπωνε στα καφενεία του λιμανιού και άκουγε συνεπαρμένος τους ναυτικούς να διηγούνται ιστορίες για μακρινά λιμάνια, εξωτικούς τόπους και παράξενους ανθρώπους. Το βράδυ διάβαζε βιβλία που αφηγούνταν ναυτικές περιπέτειες και ένιωθε ότι έμπαινε κι αυτός μέσα στην ιστορία. Περίμενε ανυπόμονα να μεγαλώσει για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα.

Μια μάνα όμως που έχει χάσει άντρα και αδελφό σε ναυάγιο δε θα άφηνε ποτέ το μονάκριβο γιο της να γίνει ναυτικός. Στην αρχή με το καλό, μετά με το άγριο, στο τέλος εκβιαστικά τού το ξεκαθάρισε. "Ή η θάλασσα ή εγώ". Την αγαπούσε τη μάνα του, έτσι αναγκάστηκε να απαρνηθεί τη θάλασσα. Σπούδασε οικονομικά, βρήκε δουλειά σαν λογιστής και σιγά - σιγά συμβιβάστηκε με την ιδέα ότι θα παρέμενε για όλη του τη ζωή στεριανός. Τώρα, τριάντα χρόνια κοντά από τότε που εγκατέλειψε το όνειρό του, το πιο μακρινό ταξίδι που έκανε ήταν μέχρι το εξοχικό του κάθε καλοκαίρι.

Πήρε το λεύκωμα με τα ιστιοφόρα απ' τη βιβλιοθήκη, κάθισε στην πολυθρόνα και άρχισε να το ξεφυλλίζει. Το χτεσινό όνειρο είχε ανασύρει απ' τη μνήμη του τα χαμένα όνειρα της νιότης του. Ποιος θα τού το 'λεγε τότε ότι θα κατέληγε σε μια πολυθρόνα να ξεφυλλίζει βιβλία σαν παιδί, γιατί δεν τόλμησε να ζήσει τη ζωή του όπως ήθελε; Λίγο η νοσταλγία, λίγο οι φωτογραφίες του βιβλίου που τον γέμιζαν πίκρα, λίγο το προχωρημένο της ώρας, τον πήρε ο ύπνος στην πολυθρόνα.

Βρέθηκε πάλι στο ίδιο λιμάνι, μπροστά στο ίδιο πλοίο. Ο νεαρός ναύτης ήταν πάλι εκεί. Χαμογελούσε και πάλι, αλλά αυτή τη φορά τον κοιτούσε επίμονα σαν να ήθελε κάτι να τού πει. Τον ρώτησε ποιος είναι και τι θέλει, αλλά πριν πάρει απάντηση ξύπνησε.
Ήξερε ότι στην οικογένειά του, πέρα απ' τον πατέρα του και το θείο του που πλήρωσαν με τη ζωή τους την αγάπη τους για τη θάλασσα, δεν υπήρχαν άλλοι ναυτικοί. Επομένως ήταν σχεδόν απίθανο ο ναύτης του ονείρου του να ήταν κάποιος μακρινός, έστω, πρόγονός του. Από μικρός κοίταζε με τις ώρες φωτογραφίες της οικογένειάς του και ρωτούσε συνεχώς τη μάνα του και τους άλλους συγγενείς για τα άγνωστα πρόσωπα που έβλεπε. Επομένως δεν υπήρχε περίπτωση να είχε δει το ναύτη σε κάποια φωτογραφία και να μην το θυμόταν. Ίσως όμως το πρόσωπο να μην είχε ιδιαίτερη σημασία και το μήνυμα του ονείρου να βρισκόταν στο όνομα του πλοίου. Marseille. Πήρε στα χέρια του τα ναυτικά φυλλάδια του πατέρα του και του θείου απ' το ντουλάπι που τα είχε κρύψει. Τα διάβασε προσεκτικά. Κανένας απ' τους δυο τους δεν είχε μπαρκάρει ποτέ με πλοίο μ' αυτό το όνομα.

Το όνειρο συνεχίστηκε για πολύ καιρό ακόμα. Ίδιο κι απαράλλαχτο. Το ίδιο λιμάνι, το ίδιο πλοίο, ο ίδιος ναύτης. Κάθε φορά τον κοιτούσε επίμονα με το διαπεραστικό του βλέμμα σαν να ήθελε κάτι να του πει, κάθε φορά τον ρωτούσε ποιος είναι και τι θέλει και πριν πάρει απάντηση πεταγόταν ιδρωμένος απ' το κρεβάτι. Ένα απόγευμα θέλοντας να ξεχάσει το όνειρο που τον βασάνιζε χάζευε παλιές καρτ - ποστάλ σε μια αντικερί. Όταν βρέθηκε μπροστά σε μια φωτογραφία πάγωσε. Ήταν ο ναύτης που ερχόταν τα βράδυα στον ύπνο του. Η φωτογραφία δεν έγραφε όνομα παρά μόνο μια ημερομηνία. 28 - 3 -1920. Πλήρωσε βιαστικά, έβαλε τη φωτογραφία στο χαρτοφύλακα και έφυγε.

Απ' την αγωνία του δε μπόρε να κλείσει μάτι. Δε μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο πέρα απ' τη φωτογραφία και το μυστηριώδη νεαρό που απεικόνιζε. Με το πρώτο φως της ημέρας ξεκίνησε έναν άκαρπο κύκλο συναντήσεων με συγγενείς και οικογενειακούς φίλους. Κανένας δεν ήξερε το χαμογελαστό ναύτη της φωτογραφίας. Αργά το βράδυ έφτασε στο σπίτι εξαντλημένος και έπεσε αμέσως για ύπνο. Βρέθηκε πάλι στο ίδιο λιμάνι, μπροστά στο ίδιο πλοίο. Ο ναύτης έξω απ' το πλοίο με το ίδιο χαμόγελο να προσπαθεί χωρίς αποτέλεσμα να επικοινωνήσει μαζί του. Αυτό το σκηνικό επαναλήφθηκε για πολλά βράδυα. Ένα βράδυ πριν πέσει για ύπνο είχε ένα προαίσθημα πως απόψε κάτι σημαντικό θα συμβεί. Πως το μαρτύριό του έφτανε στο τέλος του. Αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένος. Το όνειρο δε θα τέλειωνε αν δεν έπαιρνε τις απαντήσεις που ζητούσε. Όταν αποκοιμήθηκε και βρέθηκε στον κόσμο των ονείρων στάθηκε αποφασιστικά απέναντι στο ναύτη.

-Ποιος είσαι; Τι θέλεις;

τον ρώτησε σχεδόν με απόγνωση. Εκείνος ατάραχος έβγαλε απ' την τσέπη του παλτού του ένα άδειο πακέτο από τσιγάρα, έσκισε ένα κομμάτι απ' το ασημόχαρτο και έγραψε πάνω μια διεύθυνση. Πριν προλάβει να τη διαβάσει ξύπνησε. Ήταν τόσο κοντά στο να λύσει το μυστήριο που τού 'χε στοιχειώσει τη ζωή και την τελευταία στιγμή έχασε την απάντηση μέσα απ' τα χέρια του. Όταν συνειδητοποίησε τη θέση στην οποία βρισκόταν ξέσπασε σε λυγμούς. Γιατί να βασανίζεται με τέτοιο τρόπο; Όταν ηρέμησε και σηκώθηκε απ' το κρεβάτι διαπίστωσε έκπληκτος ότι το χαρτάκι με τη διεύθυνση ήταν πάνω στο κομοδίνο του.
Rue de Napoleon, Marseille.

Χωρίς να χάσει καιρό έκλεισε τηλεφωνικά ένα αεροπορικό εισητήριο για τη Μασσαλία και το απόγευμα ήταν εκεί. Όταν έφτασε στη διεύθυνση που έγραφε το σημείωμα βρέθηκε απογοητευμένος μπροστά σε μια πολυκατοικία που δεν πρέπει να ήταν πάνω από δέκα ετών. Σκέφτηκε ότι δε θα ξεμπέρδευε εύκολα μ' αυτή την ιστορία. Απ' τις σκέψεις του τον έβγαλε ένας ηλικιωμένος κάτοικος που έβγαινε εκείνη την ώρα απ' την πολυκατοικία. Δυστυχώς όμως δε μπορούσε να τον βοηθήσει. Είχε μετακομίσει μόλις πριν δυο χρόνια και δεν ήξερε τίποτα για το κτίριο που βρισκόταν πριν εκεί. Τον συμβούλευσε να ρωτήσει τον ιδιοκτήτη του διπλανού bistro. Το συγκεκριμένο bistro βρισκόταν εκεί πάνω από τριάντα χρόνια και ο ιδιοκτήτης του σίγουρα θα ήξερε καλά τη γειτονιά. Μπήκε μέσα, κάθισε σ' ένα τραπέζι, άναψε τσιγάρο και περίμενε με αγωνία να έρθει ο μεσόκοπος ιδιοκτήτης να πάρει παραγγελία.
metafysiko.gr