ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/metafysiko.gr/Forum Συζητήσεις
metafysiko.gr·2012·fantasy

Το σπίτι του τρόμου

Δες αυτή τη συζήτηση στα Forums →
Η Χριστίνα και ο Προκόπης ήταν ένα νιόπαντρο ζευγάρι, μόλις σήμερα επέστρεψαν στην Ελλάδα, απο την Βενετία, που είχαν πάει γαμήλιο ταξίδι, και η χαρά ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους.
Σήμερα για πρώτη φορά θα έμεναν σ' ένα υπέροχο σπίτι. Το είδαν σαν ευκαιρίά, διότι ενώ έπρεπε να πληρώσουν 1000 ευρώ ενοίκιο, το ενοικίασαν μισοτιμής. Αφού συνέχεια γελούσαν κι έλεγαν ότι ήταν ανόητος αυτός ο ιδιοκτήτης, μόνο 500 ευρώ το δίνει; Ήταν ένας παράδεισος γι' αυτούς. Είχε πισίνα, λαχανόκηπο και διάφορα λουλούδια και από πίσω είχε αγρόκτημα με ζώα και ξεχωριστά στη μέση του κήπου υπήρχε ένα μικρό δωματιάκι φτιαγμένο γύρω γύρω από τζαμαρία, που είχε μέσα διάφορους ζωγραφικούς πίνακες, αριστουργήματα που ποτέ δεν πουλήθηκαν και ένα διπλό κρεβάτι. Στη μέση του δωματίου υπήρχε στολισμένο στον τοίχο ένα πορτρέτο ενός παλικαριού. Το ζωγράφισε κάποια επαγγελματίας ζωγράφος, διότι ήταν αριστούργημα. Αυτό πρόσεξε η Χριστίνα και το είπε στον Προκόπη, ο Προκόπης συμφωνησε μαζί της ότι αυτός ο πίνακας ήταν καλύτερος από τους άλλους. Θα πρέπει η ζωγράφος να αγαπούσε αυτό το παλικάρι κι έδωσε όλη της την αγάπη για να το ζωγραφίσει
Δεν έπεσε έξω, αυτή ήταν η αλήθεια.
Από την μπροστινή πλευρά υπήρχαν χωράφια και στο βάθος φαινόταν η θάλασσα. Θα ήταν η φωλίτσα τους λοιπόν.
Δεν γνώριζαν όμως την ιστορία του σπιτιού. Για να καταλάβετε τι συμβαίνει θα σας πω τα πάντα γι' αυτό το σπίτι.
Πριν από χρόνια σ' αυτό το σπίτι ζούσε ο Ιάκωβος Αυτός έχασε τη γυναίκα του και ξαναπαντρεύτηκε μια ζωγράφο την Μένη. Αυτή η ζωγράφος ήταν σχεδόν συνομήλικη με το γιο του, Στέφανο, που έλειπε στη Γερμανία . Στην αρχή η ζωγράφος ήταν ερωτευμένη με το άνδρα της και περνούσαν καλά. Εκείνη καθόταν τις νύχτες όταν κοιμόταν ο άνδρας της και ζωγράφιζε. Όταν επέστρεψε ο γιός του στην Ελλάδα, την ύπαρξη του οποίου γνώριζε αλλά δεν τον είχε δει ποτέ της, ένιωσαν μια κεραυνοβόλα έλξη να τους ενώνει και δεν ήθελαν και οι δύο να το παραδεχτούν. Η Μένη από τη στιγμή που αντίκρυσε τον Στέφανό έπαψε να θέλει τον άνδρα της και ζήτησε να της φτιάξει ένα δωματιάκι ξεχωριστό από το υπόλοιπο σπίτι καμωμένο από τζαμαρία στη μέση του κήπου γα να μην τον ενοχλεί ταχα, για να δημιουργεί εκεί πολλές ώρες. Εκείνος δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι και έτσι είχε τη δική της γωνιά για να δημιουργεί. Κάποια στιγμή ζήτησε διπλό κρεβάτι για να σκέφτεται ότι ζει έναν εικονικό έρωτα στο πλάι του άνδρα που πραγματικά ήθελε,και να παίρνει δύναμη. Ο Στέφανος βλέποντας αυτή την κίνηση κάτι ψυλλιάστηκε, αλλά δεν ήταν σίγουρος. Ήθελε να βεβαιωθεί.
Άρχισε να δείχνει ο ένας για τον άλλο αντιπάθεια, αλλά αυτό ήταν εικονικό, για να ρίξουν στάκτη στα μάτια του Ιάκωβου, που φυσικά το μυαλό του ήταν αδύνατον να φτάσει τόσο μακρια. Πολλές φορές τους μάλωνε που συμπεριφέρονταν έται. Πάντα όμως η σκεψη του ενός ήταν στραμμένη στον άλλο. Ο άνδρας της ήταν πια ενοχλητικός γι' αυτήν και ευχόταν να μην υπήρχε.
Μια νύχτα ο Στέφανος, μια συγκεκριμένη ώρα (λίγο μετά τα μεσάνυχτα), επέστρεψε από ένα γλέντι που είχε πάει με τους φίλους του, μεθυσμένος. Μόνο έτσι θα μπορούσε να της πει αυτά που κρύβει τόσο καιρό στην καρδιά του γι' αυτήν. Εκείνος βλέποντας φώτα στο ατελιέ σκέφτηκε να κάνει μια ξαφνική επίσκεψη στην μανούλα, όπως την αποκαλούσε ειρωνικά, γιατί στην πραγματικότητα ήταν 5 χρόνια μικρότερη απ' αυτόν.
Εκείνη του μίλησε σκληρά.
- Τι χάλια είναι αυτά; Που μπεκρόπινες; Θα φωνάζει ο πατέρας σου.
- Θα με κάνει ντα ε;
- Όχι, αλλά το σωστό και το κόσμιο είναι να είσαι νηφάλιος. Πώς θα δουλέψεις αύριο; Το σκέφτηκες;
- Αν ήξερες το σωστό και το κόσμιο δεν θα παντρευόσουν το γέρο. Ηλίθια. Βιάστηκες; Χάθηκαν οι άνδρες και θάφτηκες μαζί του ή σε θάμπωσαν τα πλούτη του; Εκείνη τον χαστούκισε, αλλά το μετάνιωσε.
- Χτύπα με αν αυτό σε ευχαριστεί. Αλλά την αλήθεια οφείλεις να την ακούσεις.
- Δεν φέρεσαι σωστά. Ό,τι και να είναι, είναι πατέρας σου. Δεν έχεις το δικαίωμα να μιλάς έτσι γι' αυτόν που στο κάτω- κάτω είναι άνδρας μου.
- Πες μου ειλικρινά τον αγαπάς;
- Έτσι νόμιζα αλλά...
- Δεν σκέφτηκες ποτέ ότι μια καρδιά πονάει και χτυπάει για σένα και δεν μπορεί να σε έχει ποτέ .... Γιατί Μένη; Γιατί; Είπε κι έκλαιγε.
- Τι είναι αυτά που μου λες βραδιάτικα, Είναι δυνατόν εμείς οι δύο να έχουμε μέλλον μαζί. Όχι!!!! είναι μαρτύριο!
- Πες μου ειλικρινά. Ποιο είναι περισσότερο μαρτύριο να αγαπάς τη μητριά σου ή εκείνη να αγαπά τον γιο του άνδρα της; Παραδέξου το πως κι εσύ μ' αγαπάς και καίγεσαι για μένα, όπως κι εγώ για σένα. Το βλέπω στα μάτια σου, το έχω καταλάβει!
- Πάψε! Δεν ξέρεις τι λες. Είσαι μεθυσμένος. Ρίξε νερό στο πρόσωπό σου να συνέρθεις!
- Γιατί λοιπόν στο ατελιέ σου ζήτησες διπλό κρεβάτι; Έχεις σκοπό να βάλεις κάποιον στο πλάι σου;
- Αυτό δεν σε αφορά. Πάντως, όχι εσένα, για τ' όνομα του Θεού είσαι παιδί μου!
- Χα χα χα! Ξαναπές το άκόμη μια φορά αυτό για να το εμπεδώσεις.
- Γιατί με βασανίζεις;
- Διότι βλέπω στα μάτια σου την ίδια επιθυμία. Δεν μπορεί να κάνω λάθος. Τα μάτια σου λάμπουν όταν με βλέπουν. Δεν μπορεί να γελάστηκα έτσι. Εκτός αν μέσα στο μεθύσι μου βλέπω αυτά που θέλω.
- Όχι, δηλαδή ναι, δηλαδή όχι.
- Δηλαδή ναι, ή δηλαδή όχι;
Εκείνη δεν του απάντησε, τι να του απαντούσε άλλωστε, δεν άντεξε άλλο και έπεσε στην αγκαλιά του. Πραγματικά αυτή την νύχτα έγιναν για πρώτη φορά ένα. Το πάθος είχε φτάσει στο αποκορύφωμα γιατί ήταν παράνομο και το απολάμβαναν. Το παράνομο πάντα γοητεύει. Φιλιόντουσαν και ολοκλήρωσαν γεμάτοι πάθος και λατρεία ο ένας για τον άλλο τον έρωτά τους. Ενώ ο γέρος κοιμόταν και δεν πήρε χαμπάρι τι γινόταν στον κήπο του. Όταν ο Στέφανος κοιμόταν η Μένη τον ζωγράφιζε. Αυτό γινόταν κάθε νύχτα. Είχαν γίνει πια κανονικοί εραστές. Μπροστά στο γέρο ήταν υποδειγμάτική μάνα, αλλά πίσω του ήταν εραστές.
Μια νύχτα ο Ιάκωβος σκέφτηκε να βρει τη γυναίκα του και να τη δει την ώρα που ζωγραφίζει. Ήξερε ότι όταν κοιμόταν εκείνος, εκείνη δημιουργούσε. Δεν ήξερε όμως ούτε κατά διάνοια φαντάστηκε, ότι έβγαζε τα μάτια της με το ίδιο του το σπλάχνο. Βγήκε στον κήπο και τους είδε από τη κλειστή τζαμαρία, να έχουν τρελό πάθος. Νόμιζε ότι τον γελούν τα μάτια του και ήθελε να βεβαιωθεί. Άνοιξε την πόρτα σιγανά, για να το διαπιστώσει. Εκείνοι δεν τον αντιλήφθηκαν γιατί ήταν παραδομένοι στο τρελό πάθος τους. Ετσι αθόρυβα όμως όπως άνοιξε την πόρτα, έτσι αθόρυβα την έκλεισε.΄Δεν είπε ούτε λέξη, δεν ήθελε ούτε να τους φτύσει. Αηδίασε! Ήξερε ότι ήταν αδύνατον στα χάλια που έχει να τον αγαπήσει ένα κοριτσάκι. Είχαν 35 έτη διαφορά, δεν ήταν λίγα. Τι αξιώσεις είχε; Κράτησε το στόμα του κλειστό και μονάχος έπνιγε τον πόνο του στο ποτό. Ήθελε να πεθάνει. Δεν άντεχε αυτό που είδε και έπεσε ψυχολογικά.
Δεν μπορούσαν πια να παίξουν τους εχθρους και άλλαξαν μοτίβο. Προσποιούνταν την μαμά και το παιδί κι εκείνος έμενε βουβός, γιατί γνώριζε το θέατρο του παραλόγου που παιζόταν κάθε φορά που ήταν παρόν ή πίσω από την πλάτη του.
Το παράνομο ζευγάρι σκέφτηκαν από κοινού να βγάλουν από τη μέση το γέρο, γιατί τον έβλεπαν εμπόδιο στον έρωτά τους, αλλά δεν έβρισκαν τον τρόπο και την ευκαιρία να το κάνουν και όλο το ανέβαλλαν. Μάλιστα εκείνη περίμενε το παιδί του Στέφανου και ήθελαν να γεννηθεί πρώτα το παιδί και μετά να γίνει αυτό. Πέρασαν 9 μήνες από τότε. Η Μένη γέννησε ένα χαριτωμένο αγοράκι. Την ύπαρξη του μωρού την γνώριζε ο γέρος, γιατί έβλεπε ότι ήταν έγκυος και είχε καταλάβει ότι το παιδί δεν ήταν δικό του. Δεν ήθελε λοιπόν ούτε να το δει ούτε να ξέρει τίποτα γι' αυτό.
Η ευκαιρία να τον ξεκάνουν ήρθε ένα αυγουστιάτικο πρωινό.
Αφού πήραν το πρωινό και οι τρεις στη βεράντα, η Μένη σε ανύποπτη στιγμή του έριξε δηλητήριο μέσα στον καφέ, με την βοήθεια του Στέφανου. Εκείνος πρόσεξε ότι άλλες φορές του έδινε το δίσκο και διάλεγε μόνος του τον καφέ. Αυτή τη φορά του έδωσε ένα συγκεκριμένο φλιντζάνι στο χέρι και ο νους του πήγε στο κακό. Ήξερε τα τεκτενόμενα και τους είχε ικανούς για όλα.
Με ταχυδακτυλουργικό τρόπο πήρε το άλλο φλιντζάνι χωρίς να τον πάρουν είδηση, με αποτέλεσμα να πιει η ζωγράφος τον δηλητηριασμένο καφέ.
Ο θάνατός της ήταν ακαριαίος. Ευτυχώς ο Ιάκωβος τα ήξερε όλα, απλά έκανε το κορόιδο για να δει που θα καταλήξουν. Στο τέλος, αντί να πέσει νεκρός ο Ιάκωβος, όπως προσδοκούααν, έπεσε η Μένη. Ο Στέφανος έκλαψε τη χαμένη του αγάπη και κάθε νύχτα ακούγεται κάτι σαν θρήνος στον αέρα. Ο πατέρας έφυγε στο εξωτερικό, ενώ ο γιος έμεινε σ' αυτό το σπίτι μέχρι το θάνατό του. Και λέω το θάνατό του, γιατί μετά από μερικές μέρες ήπιε από το ίδιο δηλητήριο και πέθανε. Οι κάτοικοι του χωριού τους έθαψαν στον κήπο τον ένα δίπλα στον άλλο και μεγάλωσαν το μωράκι, το οποίο όταν έγινε 18 ετών κέρδισε αυτό το σπίτι που ήταν στο όνομα του πατέρα του. Αυτό το παιδάκι ήταν ο ιδιοκτήτης αυτού του σπιτιού. Από τότε πέρασαν πενήντα έτη.
Φυσικά την ιστορία αυτή την αγνοούσε το νιόπαντρο ζευγάρι μας που ήρθε να κατοικήσει α' αυτό το σπίτι. Το σπίτι αυτό το λέγανε σπίτι του τρόμου γιατί κάθε φορά που το ενοικίαζε κάποιος την νύχτα ακουγόταν ο θρήνος του παλικαριού για την χαμένη του αγάπη και άκουγαν διάφορες φωνές και ομιλίες να διαδραματίζονται μπροστά τους. Η όλη ατμόσφαιρα του σπιτιού μοιάζει με ταινία θρίλερ. Αυτό ανάγκασε τον ιδιοκτήτη να το ενοικιάσει πολλάκις, αλλά πάντα οι ενοικιαστές έφευγαν αυθημερόν δυσαρεστημένοι. Μετά απόφάσισε να το νοικιάσει ξανά. Ήλπιζε να το πάρουν κουφοί και να βγάλει χρήματα, αλλά μη μπορώντας να βρει κουφούς ενοικιαστές, αναγκάστηκε να το δώσει μισοτιμής σε όποιον λάχει και έτυχε να το ενοικιάσει αυτό το ζευγάρι, που οι καημένοι το θεώρησαν μεγάλη ευκαιρία εν αγνοία τους και ακόμη γελούν με τον ανόητο ιδιοκτήτη. Αλίμονο! Πόσο βαθιά νυχτωμένοι είναι! ΄Έτσι συμπεριφέρονται όσοι αγνοούν την αλήθεια!

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
metafysiko.gr