Η Βαγγελίτσα χρόνια δούλευε στη δημοτική βιβλιοθήκη. Ήταν μια κοπέλα τριανταπέντε Μαϊων και εκατόν τριάντα πέντε κιλών, έμενε στην οδό Αμώμων 35 και πλήρωνε μόλις 35 ευρώ το μήνα κοινόχρηστα. Ο αριθμός 35 φαίνεται πως την ακολουθούσε παντού αλλά δεν είχε κάτσει να το σκεφτεί και πολύ.
Από μία λίστα 35 παθών που κυβερνούσαν τη ζωή της, δύο ήταν τα σημαντικότερα. Το φαγητό και τα βιβλία, για αυτό έτρωγε πολύ και διάβαζε πολύ και είχε αποφασίσει στα νιάτα της να σπουδάσει Βιβλιοθηκονομία και τα κατάφερε... Μόνη της οργάνωσε τη βιβλιοθήκη της μικρής πόλης που ζούσε και με τα χρόνια την εμπλούτισε τόσο πολύ που ήδη είχε κερδίσει περίπου 35 βραβεία και διακρίσεις. Η ενασχόλησή της αυτή την απασχολούσε τόσο πολύ, όμως, που παραμέλησε την προσωπική της ζωή και έφτασε σε κάποιο σημείο που άλλο δεν άντεχε.
Ένα ωραίο πρωί, σαν να την παρακινούσε κάτι, ανέβηκε στη ζυγαριά και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, καθώς παρά το ότι είχε περιορίσει τα γεύματά της από 15 σε 14 την ημέρα, ο δείκτης αντί να κατέβει είχε ανέβει αρκετά. Εκνευρισμένη που είχε στερηθεί χωρίς αποτέλεσμα, βάλθηκε να τακτοποιήσει κάποια παμπάλαια βιβλία που ένας συμπολίτης είχε δωρίσει στη βιβλιοθήκη. Ανέβηκε στη σκάλα, τεντώθηκε για να βάλει ένα βαρύ τόμο στη θέση του, ένα "κρακ" ακούστηκε και το πάτωμα δονήθηκε από την πτώση της πάνω του, ενώ ένα παλιό, δερματόδετο βιβλίο έπεσε ανηλεώς πάνω στο κεφάλι της και την έκανε να λιποθυμίσει μερικά λεπτά.
Μόλις ξύπνησε, έτριψε το κεφάλι της που πονούσε και τα μάτια της έπεσαν σε εκείνο το βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της με έκπληξη, γιατί δεν το είχε ξαναδεί. "Χοντρονομικόν" έγραφε με δυσανάλογα για τον όγκο του μικρά γράμματα, λες και ο εκδότης δεν ήθελε να φαίνεται ο τίτλος του ακατανόμαστου έργου. Η Βαγγελίτσα το κοίταξε μερικές στιγμές και το άνοιξε, κάνοντας το μεγαλύτερο λάθος στη ζωή της. Γιατί μέσα στο Χοντρονομικόν περιγραφόταν η πραγματική ιστορία του κόσμου, εκείνη που αγνοούν οι πολλοί. Με τρόμο και έξαψη διάβασε το ανίερο ποιηματάκι της πρώτης σελίδας...
" Δεν είναι χοντρό εκείνο που αιώνια μπορεί να τρώει
και μέσα σε αναρίθμητους αιώνες, ο Χοντροθωθ
με τίποτα δεν μπορεί να χωνέψει"
Και η ιστορία των Μεγάλων Χοντρών αποκαλύφθηκε στα μάτια της...
" Πριν από τη δημιουργία, οι Μεγάλοι Χοντροί κυβερνούσαν στο χάος, ο Χοντροθώθ ο αχόρταγος, στο κέντρο μιας κοσμικής σούπας που κοχλάζει, τριγυρισμένος από μια ορδή αιώνια πεινασμένων παχύσαρκων θεών που σαν κι εκείνον μισούν την εξέλιξη. Ο δεύτερος μεγαλύτερος Θεός, ο Γιογκ Χοντρόθ, που τα δώδεκα προγούλια του αγκαλιάζουν τις δώδεκα σφαίρες, η Σουμπ Αχορτάθ με τα χίλια νεογνά που αιώνια πεινούν και ο αγγελιοφόρος των Θεών, ο Θερμιδοθετέπ, η αρχέγονη πείνα...
Οι ανεξέλικτοι θεοί για χιλιάδες αιώνες παρατηρούσαν τη στασιμότητα που επικρατούσε γύρω τους και χαρούμενοι τη γιόρταζαν με τρομερά συμπόσια, όπου καταβρόχθιζαν ολόκληρους κόσμους. Αλλά κάποτε, έγινε κάτι που δεν το είχαν προβλέψει. Νέοι Θεοί γεννήθηκαν, πανέμορφοι, λεπτοί, με ωραία σώματα, που αγαπούσαν την εξέλιξη και άρχισαν να κινούν τα πάντα γύρω τους, οπότε νέοι κόσμοι δημιουργήθηκαν. Και Ο Χοντροθώθ έριξε το βλέμα του κάτω και πανικοβλήθηκε. "Οι νέοι θεοί δημιουργούν!" είπε με αποστροφή καταβροχθίζοντας ένα σύμπαν. " Και είναι τόσο λεπτοί" είπε με έκπληξη ενώ οι ακόλουθοί του πήραν μια έκφραση αηδίας ακούγοντας το απαγορευμένο ρήμα. "Γιατί τους αρέσει η δημιουργία, δεν το καταλαβαίνω". "Που να το καταλάβεις, τέτοιο βουβάλι που είσαι" είπε ο Παχύς, γιός του Γιογκ Χοντρόθ, γνωστός για την αγένειά του. Όμως αυτή του η προσβολή στον πατέρα των Θεών ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο.
" Μπα που να αδυνατίσεις, που χειρότερη κατάρα δεν έχω!" βροντοφώναξε ο Χοντροθώθ και σιωπή απλώθηκε γύρω του. "Ξέρω καλά τις προφητείες που λένε ότι κάποιος κάποτε θα με εκθρονίσει και πιστεύω ότι μέσα σου νομίζεις πως εσύ θα είσαι αυτός" συνέχισε, "αλλά δεν πρόκειται να σε αφήσω". Εκείνη την ώρα ένας Θεός έσκασε από το πολύ φαγητό και οι ακόλουθοι τον απομάκρυναν, φαινόμενο συνηθισμένο σε εκείνα τα συμπόσια. "Εσυ λοιπόν θα είσαι εκείνος που θα καταρρίψεις τους νέους θεούς αλλιώς ξέχνα τη θέση σου εδώ μέσα" είπε και αμέσως ο Παχύς μεταμορφώθηκε σε ένα λεπτό, πανέμορφο νεαρό που δάκρυσε με τη νέα αποκρουστική του εμφάνιση και διωγμένος από το σπίτι του, έπεσε στη Γη...
Από μία λίστα 35 παθών που κυβερνούσαν τη ζωή της, δύο ήταν τα σημαντικότερα. Το φαγητό και τα βιβλία, για αυτό έτρωγε πολύ και διάβαζε πολύ και είχε αποφασίσει στα νιάτα της να σπουδάσει Βιβλιοθηκονομία και τα κατάφερε... Μόνη της οργάνωσε τη βιβλιοθήκη της μικρής πόλης που ζούσε και με τα χρόνια την εμπλούτισε τόσο πολύ που ήδη είχε κερδίσει περίπου 35 βραβεία και διακρίσεις. Η ενασχόλησή της αυτή την απασχολούσε τόσο πολύ, όμως, που παραμέλησε την προσωπική της ζωή και έφτασε σε κάποιο σημείο που άλλο δεν άντεχε.
Ένα ωραίο πρωί, σαν να την παρακινούσε κάτι, ανέβηκε στη ζυγαριά και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, καθώς παρά το ότι είχε περιορίσει τα γεύματά της από 15 σε 14 την ημέρα, ο δείκτης αντί να κατέβει είχε ανέβει αρκετά. Εκνευρισμένη που είχε στερηθεί χωρίς αποτέλεσμα, βάλθηκε να τακτοποιήσει κάποια παμπάλαια βιβλία που ένας συμπολίτης είχε δωρίσει στη βιβλιοθήκη. Ανέβηκε στη σκάλα, τεντώθηκε για να βάλει ένα βαρύ τόμο στη θέση του, ένα "κρακ" ακούστηκε και το πάτωμα δονήθηκε από την πτώση της πάνω του, ενώ ένα παλιό, δερματόδετο βιβλίο έπεσε ανηλεώς πάνω στο κεφάλι της και την έκανε να λιποθυμίσει μερικά λεπτά.
Μόλις ξύπνησε, έτριψε το κεφάλι της που πονούσε και τα μάτια της έπεσαν σε εκείνο το βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της με έκπληξη, γιατί δεν το είχε ξαναδεί. "Χοντρονομικόν" έγραφε με δυσανάλογα για τον όγκο του μικρά γράμματα, λες και ο εκδότης δεν ήθελε να φαίνεται ο τίτλος του ακατανόμαστου έργου. Η Βαγγελίτσα το κοίταξε μερικές στιγμές και το άνοιξε, κάνοντας το μεγαλύτερο λάθος στη ζωή της. Γιατί μέσα στο Χοντρονομικόν περιγραφόταν η πραγματική ιστορία του κόσμου, εκείνη που αγνοούν οι πολλοί. Με τρόμο και έξαψη διάβασε το ανίερο ποιηματάκι της πρώτης σελίδας...
" Δεν είναι χοντρό εκείνο που αιώνια μπορεί να τρώει
και μέσα σε αναρίθμητους αιώνες, ο Χοντροθωθ
με τίποτα δεν μπορεί να χωνέψει"
Και η ιστορία των Μεγάλων Χοντρών αποκαλύφθηκε στα μάτια της...
" Πριν από τη δημιουργία, οι Μεγάλοι Χοντροί κυβερνούσαν στο χάος, ο Χοντροθώθ ο αχόρταγος, στο κέντρο μιας κοσμικής σούπας που κοχλάζει, τριγυρισμένος από μια ορδή αιώνια πεινασμένων παχύσαρκων θεών που σαν κι εκείνον μισούν την εξέλιξη. Ο δεύτερος μεγαλύτερος Θεός, ο Γιογκ Χοντρόθ, που τα δώδεκα προγούλια του αγκαλιάζουν τις δώδεκα σφαίρες, η Σουμπ Αχορτάθ με τα χίλια νεογνά που αιώνια πεινούν και ο αγγελιοφόρος των Θεών, ο Θερμιδοθετέπ, η αρχέγονη πείνα...
Οι ανεξέλικτοι θεοί για χιλιάδες αιώνες παρατηρούσαν τη στασιμότητα που επικρατούσε γύρω τους και χαρούμενοι τη γιόρταζαν με τρομερά συμπόσια, όπου καταβρόχθιζαν ολόκληρους κόσμους. Αλλά κάποτε, έγινε κάτι που δεν το είχαν προβλέψει. Νέοι Θεοί γεννήθηκαν, πανέμορφοι, λεπτοί, με ωραία σώματα, που αγαπούσαν την εξέλιξη και άρχισαν να κινούν τα πάντα γύρω τους, οπότε νέοι κόσμοι δημιουργήθηκαν. Και Ο Χοντροθώθ έριξε το βλέμα του κάτω και πανικοβλήθηκε. "Οι νέοι θεοί δημιουργούν!" είπε με αποστροφή καταβροχθίζοντας ένα σύμπαν. " Και είναι τόσο λεπτοί" είπε με έκπληξη ενώ οι ακόλουθοί του πήραν μια έκφραση αηδίας ακούγοντας το απαγορευμένο ρήμα. "Γιατί τους αρέσει η δημιουργία, δεν το καταλαβαίνω". "Που να το καταλάβεις, τέτοιο βουβάλι που είσαι" είπε ο Παχύς, γιός του Γιογκ Χοντρόθ, γνωστός για την αγένειά του. Όμως αυτή του η προσβολή στον πατέρα των Θεών ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο.
" Μπα που να αδυνατίσεις, που χειρότερη κατάρα δεν έχω!" βροντοφώναξε ο Χοντροθώθ και σιωπή απλώθηκε γύρω του. "Ξέρω καλά τις προφητείες που λένε ότι κάποιος κάποτε θα με εκθρονίσει και πιστεύω ότι μέσα σου νομίζεις πως εσύ θα είσαι αυτός" συνέχισε, "αλλά δεν πρόκειται να σε αφήσω". Εκείνη την ώρα ένας Θεός έσκασε από το πολύ φαγητό και οι ακόλουθοι τον απομάκρυναν, φαινόμενο συνηθισμένο σε εκείνα τα συμπόσια. "Εσυ λοιπόν θα είσαι εκείνος που θα καταρρίψεις τους νέους θεούς αλλιώς ξέχνα τη θέση σου εδώ μέσα" είπε και αμέσως ο Παχύς μεταμορφώθηκε σε ένα λεπτό, πανέμορφο νεαρό που δάκρυσε με τη νέα αποκρουστική του εμφάνιση και διωγμένος από το σπίτι του, έπεσε στη Γη...