Γράφει ο Γιάννης Χναράκης
«Κρίμα στο παλληκάρι», μπορούσες να διακρίνεις ανάμεσα στις σπαρακτικές κραυγές που ακούγονταν στο μοιρολόι.
«Κρίμα τέτοια νιάτα… τέτοιο μυαλό. Πώς του “ρθε κι έκανε τέτοια τρέλα…»
Το φέρετρο κρατούσαν στους ώμους τους τέσσερις άντρες με κοστούμια ατσαλάκωτα, όπως αρμόζει σ” αυτούς που πρέπει να στέκονται στο ύψος κάθε περίστασης, μακρυά από τον πόνο φίλων και συγγενών.
Κι αυτό ήταν βαρύ, γιατί μέσα δεν υπήρχε νεκρός. Μόνο αναμνήσεις. Αναμνήσεις που στοίχειωναν τις ζωές συγγενών, φίλων και γνωστών και που συγκεντρώθηκαν σήμερα να τις θάψουν. «Πώς άφησε τέτοιο βόλεμα, μια ζωή στρωμένη μπροστά του;»
Μια ζωή που περνούσε από γενιά σε γενιά δίχως ν” αλλάζει τίποτα στην πορεία. Δανεική, παρακαταθήκη απ” τους γονείς, που και σ” αυτούς άλλοι είχαν αφήσει. Έκλαιγαν, μα κανείς δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο λόγος που πονούσαν περισσότερο. Το ότι δεν είχαν πτώμα να θάψουν, να ξέρουν πού βρίσκεται ώστε να έχουν μέρος να έρχονται να το κλαίνε, ή ότι δεν ήξεραν που βρίσκεται, ότι παράτησε τα πάντα πίσω του και ίσως δεν τον ξανάβλεπαν ποτέ…
«Απόπειρα ζωής έκανε», ψιθύριζαν οι φαρμακόγλωσσες που δεν θα έχαναν με τίποτα τέτοια περίσταση. «Τ” άφησε όλα πίσω του, και χάθηκε. Απ” όλους κι απ” όλα».
Όταν τέλειωσε η τελετή, πέρασαν στο καφενείο. Εκεί τους κέρασαν όλους παξιμάδια και Λήθη, για να ξεχάσουν το τόλμημα αυτού που αποφάσισε να παρατήσει πίσω του τα πάντα, και να φύγει για να ζήσει…