Ξανακοίταξα το δρόμο, και πρόσεξα ότι στο απέναντι πεζοδρόμιο στεκόταν ένας μικρόσωμος άνθρωπος που είχε στυλώσει το βλέμμα του στο παράθυρό μου. Ένιωσα σίγουρος γι’ αυτό, ότι κοιτούσε το δικό μου παράθυρο, δηλαδή, αν και δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπό του γιατί φορούσε ένα μακρύ παλτό με κουκούλα που το έκρυβε εντελώς. Έμοιαζε με άστεγο, μ’ αυτούς τους απόκληρους της κοινωνίας που δεν έχουν πού να μείνουν και που τώρα τελευταία έχουν γεμίσει τους δρόμους της Αθήνας. Τα χέρια του κρέμονταν άτονα στα πλευρά του κι έμοιαζε να αδιαφορεί εντελώς για τις στάλες της βροχής που έπεφταν πάνω του.
Ένιωσα παράξενα, κάπως φοβισμένος. Θυμήθηκα ότι είχα ξαναδεί αυτόν τον άνθρωπο πριν από μια βδομάδα, καθώς ανέβαινα τις κυλιόμενες σκάλες του μετρό: Στεκόταν πίσω από έναν πράσινο σκουπιδοτενεκέ του δήμου και με κοίταζε και τότε μέσα από τη βρόμικη κουκούλα του. Και προχθές τον είχα αντιληφθεί ν’ αγκαλιάζει με τα χέρια του ένα φανάρι κυκλοφορίας και να με παρακολουθεί ακίνητος σαν άγαλμα. Και τις δύο φορές, είχε κάνει την εμφάνισή του μετά τον ερχομό της νύχτας.
Ένιωσα ξαφνικά ότι ο μικροκαμωμένος και βρομερός αυτός ανθρωπάκος με το μακρύ παλτό και την κουκούλα που έκρυβε το πρόσωπό του, με είχε βάλει στο μάτι, πως οι συναντήσεις μας δεν ήταν τυχαίες.
Αποφάσισα να κατέβω στο δρόμο και να του μιλήσω. Στο κάτω-κάτω σε κανέναν δεν αρέσει να τον παρακολουθούν. Επιπλέον, σκέφτηκα, είχα πολύ χρόνο μπροστά μου. Μέχρι το ξημέρωμα μεσολαβούσαν ακόμα αρκετές ώρες.
Στάθηκα ακίνητος, κοιτάζοντας την απέναντι πλευρά του δρόμου:
Εκεί κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται η γυάλινη πόρτα ενός φαρμακείου –ήμουν σίγουρος γι’ αυτό, διότι χιλιάδες φορές είχα αντικρίσει τη μικρή του βιτρίνα με τα πολύχρωμα μπουκαλάκια και τα ορθοπεδικά παπούτσια καθώς και τη φωτεινή πινακίδα με τον πράσινο σταυρό που αναβόσβηνε από πάνω της. Όμως τώρα από αυτό το σημείο ξεκινούσε ένα δρομάκι. Ένα δρομάκι που είχε ξεφυτρώσει από το πουθενά, στο σύντομο χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει από τη στιγμή που είχα σηκωθεί από το γραφείο μου μέχρι τη στιγμή που είχα βγει έξω από το κτίριο για να μιλήσω με τον άστεγο.
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Έμεινα να το κοιτάζω ακίνητος, με το στόμα μου να χάσκει και τα χέρια μου να πασπατεύουν νευρικά τα πέτα του αδιάβροχου που είχα προνοήσει να φορέσω προτού βγω από το γραφείο. Σφύριξα μακρόσυρτα, πιο πολύ από αμηχανία παρά από θαυμασμό. Ο ζεστός αέρας που ξέφυγε ανάμεσα από τα χείλη μου σχημάτισε λευκές τουλίπες που αιωρήθηκαν στον αέρα σαν συμπαγή συννεφάκια από λευκό μπαμπάκι.
Αφώτιστο, στενό και μυστηριώδες, στρωμένο μ’ ένα ταλαιπωρημένο λιθόστρωτο, το δρομάκι έχασκε σαν στόμα, σαν την είσοδο μιας παράξενης σπηλιάς. Ξετυλιγόταν μπροστά μου ευθύγραμμο σαν χάρακας και τυλιγμένο μ’ ένα πυκνό σκοτάδι, τόσο βαθύ που θα ΄λεγε κανείς πως οι τοίχοι των κτιρίων που το πλαισίωναν είχαν καλυφθεί από ένα στρώμα μαύρης μπογιάς.
Έκανα μια νοερή προσπάθεια να εκλογικεύσω την όλη κατάσταση:
Ίσως να είχα πέσει θύμα κάποιας παράξενης παραίσθησης, ίσως το μυαλό μου να μου έπαιζε παιχνίδια. Μπορεί το δρομάκι να υπήρχε ανέκαθεν σ’ εκείνο το σημείο, αλλά απόψε, ζαλισμένος από τη δουλειά το ξενύχτι και το στρες που μου είχε προκαλέσει το επεισοδιακό διαζύγιο με τη Ρωξάνη να νόμιζα ότι δεν το είχα ξαναδεί, να υπέφερα δηλαδή από κάποιο παράξενο μνημονικό βραχυκύκλωμα.
Στο κάτω-κάτω, τα δρομάκια δεν ξεφυτρώνουν στο άψε-σβήσε, είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν!
Αποφάσισα τελικά να διασχίσω το δρόμο και να το κοιτάξω από πιο κοντά. Εγκατέλειψα την προστασία του τσιμεντένιου υπερθύρου που σκίαζε την είσοδο του κτιρίου όπου βρισκόταν το γραφείο μου, κούμπωσα το αδιάβροχο, κάλυψα το κεφάλι μου με την πλαστική κουκούλα του και στάθηκα ακριβώς μπροστά από το σημείο όπου το καινοφανές στενό και το πεζοδρόμιο τέμνονταν σ’ ορθή γωνία.
Ανακάλυψα ότι κατηφόριζε απαλά, ενώ στα βάθη του λαμπύριζε ένας μακρινός γαλαξίας από κιτρινωπά φώτα που έμοιαζαν με αστέρια. Ένα ψυχρό αεράκι, κάτι σαν απαλή εκπνοή που έβγαινε από μέσα του, άγγιξε το μέτωπό μου σαν άσαρκο φιλί.
Πρόσεξα και κάτι άλλο:
Στο πλάι της πολυκατοικίας που υψωνόταν δίπλα στο δρομάκι, στο ύψος του τρίτου ορόφου, υπήρχε ένα γκραφίτι από μαύρη μπογιά που έγραφε με κεφαλαία γράμματα τη λέξη «ΦΥΓΕ».
Για μια στιγμή ένιωσα ένα σκοτεινό ρίγος ανησυχίας, μια αίσθηση που πλησίαζε πολύ αυτό που λέμε κακό προαίσθημα. Το γκραφίτι έμοιαζε με αποτρεπτικό σημάδι, μ’ ένα σήμα κινδύνου που λες και προσπαθούσε να με προειδοποιήσει για κάποιον παράξενο όλεθρο που καραδοκούσε στο σκοτάδι. Έπαιξα με την ιδέα να κάνω πίσω, να γυρίσω την πλάτη μου στο παράξενο στενό, να επιστρέψω στο γραφείο μου και να συνεχίσω τη δουλειά μου μέχρι το πρωί σαν ένας εργατικός κι ευσυνείδητος επαγγελματίας, αλλά η προοπτική του να ξανακαθίσω μπροστά στον υπολογιστή και να καταπιαστώ με βαρετά δικόγραφα και άνοστες νομολογίες, χωρίς να έχω λύσει πρώτα το μικρό εκείνο μυστήριο, μ’ έκανε να θυμώσω.
Πείσμωσα. Στο κάτω-κάτω, ποτέ δεν είχα φοβηθεί κάτι στη ζωή μου. Ποτέ δεν είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να ελέγχεται από παράλογα προαισθήματα και ανησυχίες. Επιπλέον, σκέφτηκα, είχα και εγώ το δικαίωμα να ζήσω μια μικρή περιπέτεια, και τι στο καλό θα μπορούσα να πάθω αν έκανα μερικά βήματα μέσα σ’ ένα μικρό δρομάκι που βρισκόταν ανέκαθεν απέναντι από το γραφείο μου, αλλά που για κάποιο άγνωστο λόγο πίστευα ότι το έβλεπα για πρώτη φορά;
Πήρα, λοιπόν, μια βαθιά αναπνοή, έχωσα τα χέρια μου στις τσέπες του αδιάβροχου και δρασκέλισα το σημείο όπου το φως από τους κίτρινους λαμπτήρες της ΔΕΗ που αντίκριζα κάθε βράδυ χρωμάτιζε το ξεκίνημα του καινούργιου αυτού στενού.
Και μετά με κατάπιε το σκοτάδι.
Aπόσπασμα από το ομότιτλο διήγημα της συλλογής διηγημάτων σαγήνης και τρόμου «Η Κυρά της Πόλης» του Έρικ Σμρυναίου