ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/mystery.gr/Βιβλία
mystery.gr·2016

Η μυσταγωγία: Κάθοδος στο σπήλαιο της Πεντέλης

Η συγκίνηση που πρόσφερε η άνοδος στο Πεντελικό βουνό δεν θα ήταν ποτέ η ίδια, αν στη βάση του κεντρικού λατομείου δεν ανοιγόταν ο ευρύχωρος υπόγειος θάλαμος της Σπηλιάς. Ήταν η καταλληλότερη κλιμάκωση για τα ερεθίσματα του εκδρομέα και μάλιστα σε ένα ιδανικό σημείο, δηλαδή στην απόληξη της αναρρίχησής του. Το ημίφως που περνούσε από τον κρεμάμενο κισσό και το περίγραμμα των ναϋδρίων, οι πολύμορφοι σταλαγμιτικοί σχηματισμοί, και οι σκοτεινές στοές στο βάθος της μεγάλης αίθουσας, δημιουργούσαν ένα σπάνιο ατμοσφαιρικό σκηνικό, που μερικές φορές οδηγούσε σε υπερβολές. Όπως το σχόλιο του Γάλλου αββά Massoni που παρομοιάζει τους σταλακτίτες της σπηλιάς με «τα σκαλίσματα των θόλων των γοτθικών καθεδρικών ναών μας». Αλλά και οι υπόλοιποι επισκέπτες, όπως ο Άγγλος Richard Chandler, έμεναν πάντα γοητευμένοι: «Το κάτω μέρος του (λατομείου) είναι αξιοσημείωτο για τα απέραντα υγρά σπήλαια. Σε αυτά η πλατιά οροφή εκτείνεται φοβερά πάνω από τα κεφάλια μας, και είναι διακοσμημένη με κούφιους κρεμαστούς σωλήνες, σαν παγοκρυστάλλους, που καθένας τους έχει στην άκρη του μια τρεμάμενη σταγόνα καθαρού νερού, που με την πτώση της θα προσθέσει λίγο στις κολώνες του σχιστόλιθου που αναπτύσσονται από κάτω.»

Εξ ίσου εντυπωσιασμένος αισθάνεται και ο Edward Dodwell, παρ’ όλο που είχε προηγούμενη εμπειρία από τις επισκέψεις του σε άλλα σπήλαια της Ελλάδας: «Στο κάτω μέρος του γκρεμού συναντούμε μερικές φυσικές σπηλιές, που έχουν βελτιωθεί με τεχνητά μέσα. Μια από τις σπηλιές περιέχει τα χαλάσματα μιας εκκλησίας, μέσα στην οποία ένα ασυνήθιστο μείγμα σπασμένων αψίδων και υπόγειων περασμάτων, που τέμνουν το μαρμάρινο βράχο, λαμβάνουν από έξω ένα αμυδρό και μυστηριώδη φωτισμό, o οποίος έχει ένα παράξενα εντυπωσιακό και γραφικό αποτέλεσμα. Εισχωρήσαμε σε αυτά τα υπόγεια κοιλώματα όσο περισσότερο επέτρεπε το εξωτερικό φως. Το μάρμαρο, σε μερικά σημεία, είναι καλυμμένο με λεπτές σταλαγμιτικές αποθέσεις, οι οποίες με την ποικιλία των αποχρώσεων σε μεταλλικά χρώματα, μοιάζει με ανατολίτικο αλάβαστρο, και είναι σκληρότερος και πιο συμπαγής από τους σταλακτίτες της Αντίπαρου ή της Βάρης.»

Αυτό που διαφαίνεται από τις παραπάνω περιγραφές είναι ότι οι ασβεστολιθικές αποθέσεις της Σπηλιάς πρέπει να σχημάτιζαν πλουσιότερο σταλαγμιτικό διάκοσμο, μέχρι τουλάχιστον την σχεδόν ολοσχερή καταστροφή τους κατά τη διάρκεια των τεχνικών έργων στους νεότερους χρόνους. Ο αρχαιολόγος και τοπογράφος William Gell που περιόδευσε την Ελλάδα στις αρχές του 19ου αιώνα με σκοπό να συντάξει ένα λεπτομερή ταξιδιωτικό οδηγό, περιγράφει την Σπηλιά γράφοντας: «Εδώ στους λευκούς μαρμάρινους βράχους υπάρχει μια σπηλιά, κοντά στα 250 πόδια μήκος, την οποία αξίζει τον κόπο να επισκεφτεί κανείς. Οι σταλακτίτες είναι παράξενοι.»

Προλαμβάνοντας τυχόν ευφάνταστους συνειρμούς, ας αναφερθεί ότι στην πλειονότητά τους οι σταλαγμιτικές αποθέσεις φαίνονται «παράξενες» ακόμα και σε έμπειρους σπηλαιολόγους, αφού κάθε σχηματισμός είναι ιδιόμορφος και ξεχωριστός. Εξάλλου τον ίδιο χαρακτηρισμό θα διαλέξει και ο Aldenhoven στο οδοιπορικό του για την Αττική και την Πελοπόννησο: «Κοντά στο βράχο του μεγάλου λατομείου υπάρχει μια σπηλιά με βάθος περίπου 250 ποδιών, με περίεργους σταλακτίτες».  Ανατρέχοντας σε όσα καταμαρτυρούνται στα γραπτά κείμενα, σίγουρα το μεγαλύτερο μέρος της Σπηλιάς ήταν επισκέψιμο δίχως τη χρήση βοηθητικών φωτιστικών πηγών, όπως άλλωστε συμβαίνει και σήμερα. Σε αυτό το τμήμα περιόριζαν την εξερεύνηση τους οι περισσότεροι περιηγητές, χωρίς να επιχειρούν να διαπιστώσουν το πέρας της. Αρκούνταν στην απλή επισήμανση σκοτεινών τούνελ που ανοίγονταν στα βάθη: «Από ότι φαινόταν (η σπηλιά) ήταν περίπου 200 με 300 πόδια σε βάθος, ωστόσο περάσματα διακλαδώνονταν από το τέλος της και πιθανώς διέτρεχαν μακριά μέσα στο εσωτερικό του βουνού».

Κάποιοι πιο περιπετειώδεις εισχωρούσαν ακόμη πιο πολύ στα ενδότερα του σπηλαίου, απ’ όσο τους επέτρεπε ο εξωτερικός φυσικός φωτισμός. Πριν όμως επιχειρήσουν να κατέλθουν στα βάθη της, φρόντιζαν να εφοδιαστούν με αναμμένα κεριά ή δαυλούς. Όπως δηλαδή έκανε ο Hobhouse, που επισκέφτηκε δύο φορές τη Σπηλιά: «Πριν εισέλθουμε στις σπηλιές, ο καλόγερος που μας συνόδευε από το μοναστήρι, άναψε φωτιά σε αρκετά μικρά κεριά και κλαδιά πεύκου, για δαυλούς. Τα οποία βέβαια δεν ήταν απαραίτητα, μέχρι να φτάσουμε στο κατώτερο τμήμα της εσοχής.»

Σε όσους αποφάσιζαν να προχωρήσουν πέρα από τον εξωτερικά φωτιζόμενο προθάλαμο του σπηλαίου, υποδεικνυόταν από τους Έλληνες συνοδούς τους ένα στενό τούνελ που ύστερα από πορεία περίπου 50 μέτρων κατέληγε σε μια πηγή κρύου και πόσιμου νερού. Η πρόσβαση σε αυτή την στενωπή διαδρομή, που ήταν γνωστή από την αρχαιότητα, θα μας απασχολήσει αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, όπου θα διερευνηθούν οι φήμες για την υπόγεια επικοινωνία της Σπηλιάς με άλλα απομακρυσμένα γεωγραφικά σημεία. Εκτός από αυτό το τούνελ, η ανθρώπινη περιέργεια ωθούσε στην εξερεύνηση και άλλων σκοτεινών οπών που ανοίγονταν στο έδαφος του σπηλαίου, όπως λέει και ο Άγγλος George Cochrane: «Έχοντας αφήσει τα άλογά μας υπό την επιτήρηση των υπηρετών μας, ανάψαμε μερικά κεριά και εισήλθαμε στη σπηλιά, η οποία είναι πολύ μεγάλη, (περίπου 60 τετραγωνικά πόδια, και περίπου 30 πόδια σε ύψος). Το νερό έσταζε μέσα από το βράχο και είχε, μετά από το πέρασμα των αιώνων, σχηματίσει κρυστάλλινους στύλους. Ήμασταν υποχρεωμένοι να είμαστε προσεχτικοί στο πώς θα προχωράμε, γιατί στο ενδότερο μέρος υπήρχαν μεγάλες τρύπες βάθους περίπου δέκα ποδιών. Κατεβήκαμε σε μερικές από αυτές, αλλά δεν παρατηρήσαμε μέσα κάτι που να ανταμείβει την περιέργειά μας.»

Κάποιες φορές η ικανοποίηση αυτής της περιέργειας ενείχε θανάσιμους κινδύνους. Ένας από τους συντρόφους του συγγραφέα και περιηγητή Thomas Jolliffe, στην προσπάθεια να εξερευνήσει τις εσοχές του σπηλαίου εξαφανίστηκε ξαφνικά μέσα σε μια σχισμή, αφήνοντας ένα επιφώνημα έκπληξης. Προς καλή του τύχη, η υπόλοιπη παρέα προσέτρεξε και τελικά κατάφερε να τον διασώσει από την επικίνδυνη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει.

Βαγγέλης Ζήσης – Πεντέλη, Εκδόσεις Άλλωστε

mystery.gr