Γράφει ο Έρικ Σμυρναίος
Το πέρασμα στο βασίλειο της Σκιάς σηματοδοτείται από ένα περίπτερο. Ένα κιόσκι που μοιάζει με κάθε άλλο περίπτερο της πόλης, από όπου μπορεί να αγοράσει κανείς τσιγάρα, εφημερίδες, τηλεκάρτες κι ένα σωρό άλλα μικροπράγματα. Το εξασκημένο μάτι ενός ενημερωμένου παρατηρητή θα καταγράψει αμέσως κάποια προδοτικά σημάδια, θα εντοπίσει ορισμένα χαρακτηριστικά που φανερώνουν ότι συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο εδώ πέρα, ότι το περίπτερο δεν στήθηκε τυχαία εκεί και δεν λειτουργεί απλά και μόνο ως μικροσκοπικό μαγαζάκι. Ένας αμέριμνος περαστικός θα προσέξει τα ίδια ακριβώς πράγματα, αλλά δεν θα συνειδητοποιήσει πραγματικά τι είναι αυτό που βλέπει, όχι συνειδητά τουλάχιστον.
Εντούτοις, το ασυνείδητο κι ενστικτώδες κομμάτι της ψυχής του θα ανταποκριθεί στα προειδοποιητικά εκείνα σήματα και ίσως αυτό τον κάνει να νιώσει μια ακαθόριστη ανησυχία, μια απροθυμία να πλησιάσει το συγκεκριμένο κατασκεύασμα ή να ψωνίσει από αυτό. Το περίπτερο εξακολουθεί να υπάρχει ωστόσο, στημένο σε ένα πολύ στενό πεζοδρόμιο, μπροστά σε έναν τοίχο που στηρίζει ως ανάχωμα τα θεμέλια μιας συνοικιακής εκκλησίας, η οποία περιβάλλεται από ένα αλσύλλιο που φωτίζεται από αδικαιολόγητα πολλές στρογγυλές λάμπες, η κάθε μια τους στημένη πέντε μέτρα το πολύ από την άλλη. Το ίδιο το περίπτερο είναι μικρό και σκοτεινό, καλυμμένο από μια γκριζαρισμένη, λευκή κάποτε, τέντα που είναι μακρόστενη και ασύμμετρη και θυμίζει το ξασπρισμένο καύκαλο κάποιου τεράστιου απολιθώματος από την εποχή των δεινοσαύρων. Μέσα από την τέντα ξεφυτρώνουν οι κορμοί σκοτεινών δέντρων που μάλλον δεν τα φύτεψε ανθρώπινο χέρι. Είναι ψηλά, με πυκνό φύλλωμα και μεγάλα κλαδιά που απλώνονται στο κιτρινωπό ημίφως της συγκεκριμένης συνοικίας σαν λεπτεπίλεπτες αρτηρίες.
Πέρα από το περίπτερο-ορόσημο ξεκινάει η σκοτεινιά. Κρύβεται σε αλλόκοτα περάσματα που ξετυλίγονται σαν στενά φαράγγια ανάμεσα από πολυώροφες πολυκατοικίες. Μοιάζουν με τις κοίτες αρχαίων ποταμών που τις χάραξαν τα νερά των βροχών, που πριν από πολλά-πολλά χρόνια κατέβαιναν ορμητικά από τα βουνά. Κάποτε τα πλαισίωναν μικρά σπιτάκια που έχτισαν ξεριζωμένοι πρόσφυγες και λειτουργούσαν ως παράπλευρα δρομάκια που χώριζαν το ένα οίκημα από το άλλο. Ύστερα τα φτωχικά σπιτάκια γκρεμίστηκαν, το ένα μετά το άλλο, κατέρρευσαν μπροστά στην παλίρροια της εποχής της ξέφρενης οικοδομικής ανάπτυξης και πάνω στα πέτρινα θεμέλιά τους υψώθηκαν οι τσιμεντένιες κυψέλες της σημερινής πόλης. Αλλά τα αρχέγονα ίχνη δεν έσβησαν. Το πρωταρχικό σχέδιο της πόλης που πλάστηκε σύμφωνα με ισχυρές επιρροές, οι οποίες δεν ήταν πάντα ορατές από τους δημιουργούς του, διατηρήθηκε και τα αρχαία μονοπάτια των πρωταρχικών εκείνων δυνάμεων διαγράφονται ακόμα αναλλοίωτα.
Τα περάσματα αυτά είναι πολύ στενά και σκοτεινά. Μέσα τους, η πραγματικότητα αλλάζει. Ο ουρανός μεταμορφώνεται σε μια λεπτή ταινία από κιτρινωπό ημίφως που ακολουθεί υπάκουα τις στροφές τους και τα γεμίζει με μια αδιόρατη φωταύγεια που έχει το νεκρό χρώμα της σταχτιάς ώχρας. Οι τυφλοί όγκοι των πολυκατοικιών μοιάζουν να ενώνονται εκεί ψηλά και να σκύβουν απειλητικά πάνω από το μικροσκοπικό διαβάτη. Ο ήχος διαχέεται παράξενα εκεί πέρα, αναπηδά από τοίχο σε τοίχο, συγκρούεται πάνω σε σφαλιστά παράθυρα από αλουμίνιο και μικρές πόρτες από σκουριασμένο μέταλλο που κάποτε έβγαζαν σε πέτρινες αυλές, μεταμορφωμένες πλέον σε γυμνά γκαράζ και άσχημες πυλωτές. Σε κάποια σημεία, κάποια κοινόχρηστα φωτιστικά σώματα που έχουν πέσει σε αχρηστία φανερώνουν τις μάταιες απόπειρες των δημοτικών αρχών να πολεμήσουν το σκοτάδι. Παράξενοι σωλήνες ύδρευσης και αποχέτευσης σέρνονται στους τοίχους σαν πρησμένες φλέβες, ενώ εδώ κι εκεί βλέπει κανείς κλιματιστικά μηχανήματα σε σημεία όπου δεν θα έπρεπε να υπάρχουν, στους τοίχους παλιών σπιτιών με παράξενες γωνιές που μοιάζουν ερειπωμένα και τυλιγμένα με την αχλή της εγκατάλειψης. Εδώ κι εκεί γωνιώδη γκραφίτι απλώνονται σαν μυκητώδεις μολύνσεις πάνω σε υγρούς σοβάδες, ανάμεσα στα ασημένια ίχνη αθέατων σαλιγκαριών, και σχηματίζουν σύμβολα που μοιάζουν με τα παραμορφωμένα ιερογλυφικά κάποιας ξεχασμένης γλώσσας.
Αυτά είναι τα σημάδια του σκοταδιού, της Σκιάς, που κρύβεται ανάμεσα στα φωταγωγημένα κτίρια της πόλης και παραμονεύει υπομονετικά για να απλωθεί και πάλι μόλις η λευκή μαγεία του ηλεκτρισμού καταρρεύσει εξαιτίας κάποιας τυχαίας βλάβης ή μιας σκόπιμης δολιοφθοράς. Εδώ κρύβεται κάτι αρχαίο και παράξενο, κάτι ξένο που εισέβαλε στον κόσμο μας πριν από πολύ-πολύ καιρό, και χαϊδεύει με αόρατα πλοκάμια τα μυαλά των ανθρώπων που κατοικούν στην επικράτειά του. Ψηλαφεί την συνείδησή τους αδιόρατα και απαλά, και βρίσκει ρωγμές, περιοχές όπου η προσωπικότητά τους δεν είναι απόλυτα συγκροτημένη, κρυφά κομμάτια όπου οι τεκτονικές πλάκες του συναισθήματος και της λογικής βρίσκονται σε σύγκρουση, σημεία όπου απωθημένες αναμνήσεις περιβάλλονται από μια προστατευτική κρούστα λησμονιάς. Και από εκεί εισβάλλει μέσα τους αργά και διαβρωτικά, σαν το νερό της βροχής που βρίσκει το δρόμο του μέσα από τη λιθοδομή ενός παλιού τοίχου και ανάμεσα από τα κεραμίδια μιας παλιάς στέγης που δεν εφάπτονται απόλυτα μεταξύ τους. Διευρύνει τις ανεπαίσθητες εκείνες ρωγμές με σκοτεινά ριζίδια, απλώνεται σιγά-σιγά προς τα μέσα και ψαχουλεύει μέσα στο τυφλό σκοτάδι του υποσυνείδητου. Απλώνεται ασταμάτητα, όλο και περισσότερο, έως ότου η λεπτή μεμβράνη της συνείδησης, ο εύθραυστος φλοιός του εαυτού, καταρρεύσει κάτω από την εσωτερική εκείνη πίεση, παραμορφωθεί και μετατραπεί σε κάτι άλλο. Τότε εμφανίζονται κάποια σημάδια στον έξω κόσμο, ασυνήθιστα λόγια που κάποιος έχει γράψει σ’ έναν τοίχο χωρίς καμία λογική αιτία, σπίτια με παράξενες εισόδους και αναλογίες που χτίστηκαν σύμφωνα με ανεξήγητες παρορμήσεις, καθρέφτες τοποθετημένοι σε τυφλά σημεία και καγκελωτές αυλόπορτες με σπειροειδή σχέδια που κάποιες ώρες της νύχτας, με τον κατάλληλο φωτισμό, αποκτούν περίεργη εμφάνιση.
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα που προδίδει αυτή την ανωμαλία, την ξένη επιρροή που έχει φωλιάσει στις σκοτεινές εκείνες διόδους. Είναι η αντίδραση της ίδιας της ζωής απέναντι στην αρχαία εισβολή, τα αντισώματα που γεννήθηκαν προκειμένου να ανακοπεί η καταστροφική της εξάπλωση. Είναι η περίεργη εμφάνιση κάποιων δέντρων, η αδικαιολόγητα εχθρική κάποιες φορές συμπεριφορά των αδέσποτων ζώων που συχνάζουν με ασυνήθιστη συχνότητα σε αυτή την περιοχή, είναι τα ποσοστά κατάθλιψης, αλκοολισμού και αυτοκτονιών που αποκλίνουν από το μέσον όρο στα συγκεκριμένα οικοδομικά τετράγωνα. Είναι η ενστικτώδης δυσπιστία των ντόπιων κατοίκων που βγαίνουν από τα σπίτια τους ή σταματάνε τα αυτοκίνητά τους κοντά στον ακίνδυνο διαβάτη λες και είναι συνεννοημένοι μεταξύ τους, λες και ανταποκρίνονται ασυνείδητα σε κάποιο τηλεπαθητικό σύστημα συναγερμού που τους κάνει, άθελά τους, να βρίσκονται στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή για να δουν ποιος είναι αυτός που εξερευνά τα ανήλιαγα εκείνα άδυτα, αλλά κυρίως, για να τους δει ο επίδοξος εκείνος εισβολέας και να καταλάβει ότι δεν περνάει απαρατήρητος.
Καθώς η νύχτα προχωράει και ο κόσμος ησυχάζει, καθώς οι θόρυβοι της πόλης πνίγονται ολοένα και περισσότερο μέσα στην παλίρροια ενός αρχαίου ύπνου, η μυστική επιρροή αυξάνεται, ανεμπόδιστη πλέον από τους αντιπερισπασμούς της συμβατικής πραγματικότητας. Τα όνειρα των ανθρώπων αποκτούν ασυνήθιστες αποχρώσεις, παράξενες πληροφορίες διαποτίζουν τα ετοιμόρροπα φράγματα της λογικής τους κι εμφυτεύουν μέσα τους ανεπαίσθητες αλλαγές, μικρές πληροφορίες που αλλάζουν σαν ιοί τον τρόπο που λειτουργούν τα μυαλά τους – ίσα-ίσα για να κάνουν κάτι που δεν θα έκαναν κανονικά ή, αντίθετα, να μείνουν άπρακτοι μπροστά σε μια αλλαγή που άλλοτε θα τους προκαλούσε θυμό.
Ο νυχτερινός διαβάτης, όμως, αυτός που ξέρει τι ψάχνει και πώς να προσεγγίσει την αρχαία σκοτεινιά, θα αντιδράσει διαφορετικά. Θα προσεγγίσει την επικράτειά της με τρόπο σπειροειδή, σαν ένα διαστημόπλοιο που πλησιάζει το βαρυτικό στρόβιλο μιας μαύρης τρύπας με μια συγκεκριμένη γωνία και με μια τροχιά προσέγγισης που θα του επιτρέψουν να χρησιμοποιήσει τις γραμμές της δύναμής της ως αγωγούς και δρόμους και να μην τις βιώσει ως καταστροφικές αναταράξεις. Αν το κάνει αυτό, αν εξερευνήσει τα σκοτεινά περάσματα ακολουθώντας μια συγκεκριμένη διαδρομή, μια κυκλική προσέγγιση με διάταξη παρόμοια με αυτή των προϊστορικών βραχογραφιών που γέμιζαν τα σπήλαια της παλαιολιθικής εποχής, όταν ο κόσμος ήταν νέος και πιο κοντά στις δυνάμεις που τον έπλασαν, τότε η επιρροή της Σκιάς θα αγγίξει την συνείδησή του άμεσα, κι εκείνος θα αντιληφθεί την παρουσία της σαν ένα στάσιμο μίασμα που γεμίζει τον αέρα. Ίσως μάλιστα αρχίσει να σφυρίζει άθελά του το καθησυχαστικό κομμάτι κάποιας γνώριμης μελωδίας που σαν ξόρκι θα κρατήσει την διαλυτική μαγεία μακριά. Μπορεί να νιώσει έναν ανεξήγητο πονοκέφαλο, μια αίσθηση ανησυχίας και δυσφορίας, ίσως και έναν αδικαιολόγητο θυμό προς τους συντρόφους του. Κάποιες από τις συμπεριφορές τους, η ομιλία τους που αντηχεί ξαφνικά πιο δυνατά από όσο θα έπρεπε, η επιθυμία τους να ανάβουν συνέχεια τον φακό τους –μια αδιαμφισβήτητη ένδειξη ότι η Σκιά έχει αρχίσει να αγγίζει το μυαλό τους και να τους γεμίζει με την υπαρξιακή της φρίκη– θα τον γεμίσουν με οργή.
Μπορεί να νιώσει μια ανεξήγητη αποστροφή που θ’ αγγίξει και τα όρια του μίσους. Αν γνωρίζει τι συμβαίνει πραγματικά, θα καταλάβει ότι οι σκοτεινές εκείνες παρορμήσεις είναι οι αλλεργικές αντιδράσεις της ψυχής του απέναντι στο ξένο σκοτάδι, όπως και η αλλόκοτη αίσθηση ότι κάποιος τον παρακολουθεί, ή η εντύπωση ότι και ο παραμικρός ήχος, το θρόισμα μιας μισοσκισμένης αφίσας που ανεμίζει σε κάποια κολόνα της ΔΕΗ, το μακρινό μαρσάρισμα μιας αθέατης μηχανής, ο βόμβος ενός ηλεκτρικού λαμπτήρα που αργοπεθαίνει ψηλά πάνω από το κεφάλι του, έχουν αποκτήσει ξαφνικά μια κακόβουλη ποιότητα. Ίσως ακόμα, καθώς εκτίθεται όλο και περισσότερο στο διαβρωτικό μίασμα της Σκιάς, να αρχίσει να βλέπει παράξενα πράγματα, καθώς η πραγματικότητα αποσυντίθεται γύρω του εξαιτίας της αλλοίωσης των αντιληπτικών του μηχανισμών. Έτσι, λοιπόν, ενδέχεται να δει ανεξήγητα φώτα να βγαίνουν μέσα από παλιά σπίτια, ένα απόκοσμο μπλε ή κόκκινο φως να κατακλύζει, για παράδειγμα, τα παράθυρο μιας έρημης μονοκατοικίας. Ίσως ακούσει ανεξήγητους θορύβους να πηγάζουν μέσα από τους κατεστραμμένους σοβάδες τούβλινων τοίχων, ή ακόμα ίσως δει περίεργους ανθρώπους να κάνουν αλλόκοτα πράγματα σε σκοτεινές αυλές κι ετοιμόρροπες εξώθυρες σφραγισμένων μονοκατοικιών. Όταν βγει τελικά –αν βγει, ουσιαστικά– από τον κλειστοφοβικό λαβύρινθο των ενδιάμεσων εκείνων περασμάτων, ίσως αντιληφθεί ότι ο χρόνος έχει επίσης συμπεριφερθεί κατά πολύ παράξενο τρόπο και ότι έχει κυλήσει πιο γρήγορα ή πιο αργά από όσο θα έπρεπε…
Και τότε, όταν επιστρέψει στη γνώριμη αγκαλιά του συμβατικού αστικού τοπίου όπου έχει μάθει να επιβιώνει, εκεί όπου λάμπουν τα πολύχρωμα φώτα του βιομηχανικού πολιτισμού και ο αέρας αντηχεί από τις ανθρώπινες φωνές και τη θορυβώδη λαλιά των αναρίθμητων μηχανημάτων, ίσως ξεχάσει εκείνες τις παράξενες αισθήσεις. Ίσως παραμείνουν στη μνήμη του σαν αχνά και συγκεχυμένα, φαντάσματα, ξεθωριασμένα αντίγραφα των πραγματικών τους εαυτών, τα οποία, ακίνδυνα πλέον και αδύναμα, θα ενταχθούν αβίαστα σε κάποιο εκλογικευμένο αντιληπτικό σύστημα. Θα μεταμορφωθούν στα άψυχα αποτελέσματα του “υποβλητικού χώρου”, σε υποκειμενικές –και επομένως αναξιόπιστες– αντιδράσεις που του προκάλεσε η “αίσθηση της ανασφάλειας”, “το σκοτάδι” και “όλα αυτά τα παράξενα που ίσως έχει διαβάσει για το συγκεκριμένο εκείνο μέρος”. Όμως, αυτό θα είναι κάτι καλό. Θα είναι η άμυνα του μυαλού του ενάντια στην αρχαία επιρροή. Όπως οι μέλισσες χτίζουν έναν θύλακα από αεροστεγές κερί γύρω από ένα ξένο και μολυσματικό σώμα που έχει εισβάλλει στην κυψέλη τους, έτσι κι εκείνος θα απομονώσει τα άβολα εκείνα ερεθίσματα, θα πνίξει τις ακατανόητες πληροφορίες που παραβίασαν τις αντιληπτικές του άμυνες κάτω από μια κρούστα εκλογίκευσης και παγιωμένων αντιλήψεων. Και θα νιώσει ασφαλής. Αρκετά ήρεμος για να ξαναρχίσει να κοιμάται αμέριμνος τα βράδια, αλλά όχι τόσο ώστε να θελήσει να επισκεφτεί και πάλι τα λαβυρινθώδη και σκοτεινά εκείνα στενά.
Όμως, κάθε βράδυ, όταν το σκοτάδι απλώνεται για μια ακόμα φορά πάνω από την πόλη, η Σκιά θα παραμονεύει ακούραστα, θα αιωρείται μέσα στα τεχνητά φαράγγια των παλιών εκείνων περασμάτων και θα κυματίζει σαν μαύρο βόρειο σέλας μέσα στα δωμάτια των πολυκατοικιών που κάποιοι άφρονες έχτισαν στα μέρη που οι άνθρωποι πρέπει να αποφεύγουν. Θα γεμίζει τα μυαλά των θυμάτων της με τα ψυχικά της απόβλητα και με εξώκοσμους νοητικούς ιούς και θα τους αλλάζει αργά και αδυσώπητα έως ότου συγχωνευτούν απόλυτα μ’ εκείνη. Θα μεγαλώνει εκεί πέρα σαν κακοήθης όγκος, θα κρύβεται ανάμεσα στους γκρίζους όγκους των άχαρων κτιρίων που χρησιμοποιεί ως πανοπλία, θα μεταμορφώνει τους φορείς της σε άμυαλα υποχείρια και…
…και θα τον περιμένει. Έρικ Σμυρναίος 06 Απριλίου 2014