ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/mystery.gr/Βιβλία
mystery.gr·2016

Το χαρτί υπάρχει για να γράφουμε κι όχι για να σκουπίζουμε τα δάκρυά μας

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ του Ανδρέα Γιαννόπουλου στον Γιάννη Χναράκη ~

Ο Χιλιανός ποιητής Oscar Hahn «γράφει επειδή το φάντασμα, επειδή χτες, επειδή σήμερα, επειδή δεν ξέρει, επειδή ο έρωτας, επειδή η νύχτα». Στο υπό έκδοση βιβλίο του Ανδρέα Γιαννόπουλου με τίτλο «Pulp» (εκδ. Άλλωστε), γράφει σε κάποιο σημείο ο ίδιος: «Αγαπημένο μου μαύρο, είσαι εδώ. Οι άλλοι σε τιμούν στο πένθος. Εγώ στην αλήθεια. Γιατί μόνο στο φόντο σου εμφανίζονται, οι γραμμές του καθενός.» Η νύχτα και το σκοτάδι που συνοδεύει τον ερχομό της, αποτελούν σημείο αναφοράς σε έργα πολλών συγγραφέων. Όχι με την έννοια του φόβου, αλλά με αυτή της ασφάλειας μιας θερμής, παρηγορητικής αγκαλιάς που είναι ανοιχτή να δεχτεί και ν’ ακούσει όλα τα προβλήματα της πολύβουης μέρας. Οι άνθρωποι που γράφουν, αγαπούν πολύ τη νύχτα. Τότε είναι που μαζεύουν τα κομμάτια του εαυτού τους –τα οποία δανείζουν σε διάφορες μεριές κατά τη διάρκεια της μέρας– κι επανενώνονται σε κάτι ακέραιο και πάλι.

ΕΡ.: Ανδρέα, σε κάποιο άλλο σημείο του «Pulp» γράφεις πως «Pulp, είναι όλες εκείνες οι στιγμές που νιώθεις πως τα γεγονότα ήρθαν και σε βρήκαν μόνα, μα η αλήθεια είναι πως εσύ τα προσκάλεσες». Τι σε παρακινεί να γράφεις; Τι είναι αυτό που πυροδοτεί την ανάγκη σου να μην αφήνεσαι σε μια μοιρολατρική στάση, αλλά να προ(σ)καλείς γεγονότα;

ΑΠ.: Γιάννη, όπως το γράψιμο βρήκε εμένα κι όχι εγώ αυτό, με τον ίδιο τρόπο πιστεύω πως ο καθένας μας τρελαίνεται. Το «Pulp» γράφτηκε το 2010 και η εισαγωγή στην οποία αναφέρεσαι με διαχωρίζει από την αμερικάνικη πούλπα, η οποία τις περισσότερες φορές επιβαρύνεται με συντηρητικά κι ενισχυτικά γεύσης. Η ζωή η ίδια είναι ένα κίνητρο, ένας καλός λόγος για να γράψεις. Όσο, λοιπόν, έχω καπνό για τα πνευμόνια και λίγο αλκοόλ για τη γλώσσα, τόσο και τα γεγονότα θα έρχονται. Κι όπως κι αν έρχονται, με βρίσκουν με το χαρτί και το στυλό στο χέρι.

ΕΡ.: Το κρασί, όσο παλιώνει τόσο καλύτερο γίνεται. Και όσο καλύτερο γίνεται, τόσο πιο εύκολα κατακτά τις αισθήσεις μας. Ανδρέα, ως οινοχόος, σίγουρα έχεις καταπληκτική σχέση με το κρασί. Και ως ποιητής και συγγραφέας, σίγουρα χρησιμοποιείς την πένα σου για να δημιουργήσεις τις απαραίτητες ζυμώσεις στο μυαλό των αναγνωστών σου. Πόσο μοιάζει το κρασί με το γράψιμο, και τι είναι τελικά αυτό που κάνει κάποιον που γράφει, να κατακτά τις αισθήσεις όσων τον διαβάζουν;

ΑΠ.: Καλό, θεωρώ αυτόν που παρασύρεται από το πάθος του, που γλεντά την φύση του μεθώντας με τα κατορθώματά του, που κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο, που δεν δίνει δεκάρα στα άσχημα. Το κοινό που έχει το κρασί και το γράψιμο είναι η απόλαυση, η οποία απαιτεί σεβασμό. Αγαπώ το κρασί κι ο σεβασμός είναι να σταματώ την πόση πριν θολώσουν τα μάτια μου. Λατρεύω το γράψιμο κι ο σεβασμός είναι να γράφω όταν το έχω ανάγκη και να χρησιμοποιώ τη δική μου γλώσσα. Το κρασί «φτιάχνεται» στο αμπέλι, και ο οινολόγος το ζυμώνει. Αυτό που γευόμαστε είναι η φύση του. Και η φύση του είναι το τερουάρ,δηλαδή οι κλιματολογικές συνθήκες, η εδαφολογική σύσταση κι ο ανθρώπινος παράγοντας. Το κρασί δεν ψεύδεται ούτε για την ηλικία του ούτε για την καταγωγή του ούτε για την ποιότητά του. Η αλήθεια του είναι αυτή που μοιάζει με το γράψιμο. Το τερουάρ του συγγραφέα αν θες, είναι η εμπειρία του, η εμπειρία του και η εμπειρία του.

ΕΡ.: Ως επί το πλείστον, οι εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες (βλ. αγάπη-μίσος, ευλογία-κατάρα, κ.λπ.) χωρίζονται από μια πολύ λεπτή γραμμή. Παρό

λα αυτά, όσοι γράφουν θεωρούνται κατά κάποιο τρόπο «καταραμένοι», αφού καίγονται στις φλόγες σκέψεων που δεν σταματούν ποτέ. Ο τρόπος τους να πολεμήσουν αυτή την κόλαση που αντιμετωπίζουν είναι να αποτυπώνουν αυτές τις σκέψεις στο χαρτί. Τελικά, όσοι γράφουν είναι ευλογημένοι ή καταραμένοι; Ή μήπως αυτές οι έννοιες τελικά είναι τόσο αλληλένδετες μεταξύ τους που ο διαχωρισμός τους καθίσταται αδύνατος;

ΑΠ.: Ευλογημένοι και μόνο. Όλοι όσοι κάνουν αυτό που αγαπούν, Γιάννη. Στον Τζο («Είναι η Λήθη, Τζο», εκδ. Άλλωστε), είναι γραμμένος ένας στίχος με τον οποίο λέω πως: «…, τους καταραμένους τους αγαπώ, αλλά δεν θα τους έβαζα στο σπίτι μας, μωρό μου». Με αυτή τη διπλή ή τριπλή έννοια, καταλαβαίνω τον καταραμένο κι όσο κι αν εκτιμώ την πράξη του, όσο φορά το μανδύα της λύπησης, αποφεύγω να έχω παραπάνω παρτίδες. Βέβαια, είναι μια αποδοχή όπως ακριβώς είναι και η σκέψη μας. Κι αυτή η γραμμή με τις αντίθετες έννοιες είναι όντως πολύ λεπτή. Δεν αποκλείεται η κατάρα να γίνει ευλογία, αλλά αποκλείεται η ευλογία να γίνει κατάρα. Το χαρτί υπάρχει για να γράφουμε κι όχι για να σκουπίζουμε τα δάκρυά μας. Δεν πιστεύω λοιπόν πως, σαν καθίσεις στο γραφείο σου και πιάσεις το στυλό θα βασανιστείς στην κόλαση για να γράψεις. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να βασανιζόμαστε μόνοι. Αυτό τον ρόλο ούτως ή άλλως τον έχουν άλλοι για μας.

ΕΡ.: «Μεθύστε», «Satan is a Loser», «Είναι η Λήθη, Τζο», και σε λίγο καιρό έρχεται το «Pulp» να προστεθεί στην «οικογένειά σου». Ποια γεγονότα είναι αυτά που πυροδοτούν το χέρι σου να γράψει; Τι σε εμπνέει, τι σε τσαντίζει, τι είναι αυτό που σε ιντριγκάρει;

ΑΠ.: Γράφω, ότι δεν θέλω να ξεχάσω και με τα χρόνια ανακάλυψα πως αυτού του είδους η καταγραφή με βοηθά να καταλαβαίνω ακόμα καλύτερα τον εαυτό μου. Εκτός από τη θύμηση που μου μένει ακόμα και μετά από χρόνια, γεννιέται κι ένας άχρονος διάλογος, κατά τη διάρκεια του οποίου προβάλλονται στο μυαλό μου εικόνες από συναισθήματα που ναι μεν είχα βιώσει, αλλά δεν είχα αφομοιώσει. Κι έτσι ξεκίνησα να γράφω κι έτσι συνεχίζω. Γράφω μόνο την αλήθεια μου. Επίσης, γράφω γιατί μου αρέσω κι όχι για να μου αρέσω. Κι εδώ, και σ’ αυτή την ερώτηση θα σου απαντήσω «η ζωή». Όλα τα γεγονότα που με κρατούν ζωντανό είναι άξια γραφής. Η έμπνευση δεν έχει καθόλου χώρο όταν ζούμε, γιατί την παίρνουμε και την σηκώνουμε. Θα ’χεις δει πως το πρωί που ξυπνάς, που δεν έχουν αρχίσει τα γεγονότα να έρχονται και που το μυαλό δεν τρέχει ή δεν είναι φορτωμένο με όση πληροφορία θα γεμίσει αργότερα, πως μπορείς να κατευθύνεις την σκέψη σου, να ονειρευτείς πως δε θα πας στη δουλειά, και πίνοντας την πρώτη γουλιά του καφέ νιώθεις βασιλιάς. Γι’ αυτού του είδους την «έμπνευση» έχω ειδικό σημειωματάριο που ανοίγω σαν καπνίσω και το πρώτο μου τσιγάρο, για να βρω την άκρη σε ό,τι έχει μείνει άλυτο… Με τσαντίζουν πολλά πράγματα, πες και καθημερινά, αλλά μέχρι σήμερα αποφεύγω να γράψω γι’ αυτά. Προτιμώ το μίσος να μένει μακριά από τα χαρτιά μου. Κι από την ζωή μου… Και με ιντριγκάρουν οι φίλοι μου. Ακόμα κι αυτοί που δεν είναι «επίσημα» φίλοι μου, που δεν έχουμε γνωριστεί ακόμα. Αυτόν που θα δω στην άλλη άκρη του μπαρ και θα συζητήσουμε γι’ αυτά που μας απασχολούν ή για ό,τι μας κρατά μακριά από την ολοκληρωτική τρέλα. Και για όλους αυτούς γράφω και θα συνεχίσω να γράφω. Μπορώ να τους αναγνωρίσω από μακριά κι ο χρόνος μαζί τους είναι πολύτιμος.

ΕΡ.: Ο λόγος σου είναι άμεσος, καθημερινός, αυθόρμητος και σε μερικά σημεία, θα έλεγε κάποιος, προκλητικός. Είναι όμως η αλήθεια σου, είναι ο κόσμος σου. Ποιοι τύποι ανθρώπων δεν είναι δεκτοί σ” αυτόν τον κόσμο;

ΑΠ.: Επιδιώκω στη ζωή μου να συναναστρέφομαι με ηθικούς ανθρώπους, ακόμα κι όταν οι αντίθετοι διαφωνούν για το ποιόν τους. Μπορώ να σου πω, πως δέχομαι όλους τους ανθρώπους και μπορώ να μοιραστώ την μπουκιά μου με τον οποιονδήποτε. Στο «Παλπ», υπήρξε χώρος και για το αφεντικό και για τον εργάτη. Και για τον γιατρό αλλά και για τον ασθενή. Υπήρξε χώρος ακόμα και για τις πόρνες και για τους αστυνομικούς. Και για να συγκεκριμενοποιήσω την απάντησή μου, αν κάτι δεν είναι δεκτό στη ζωή μου, αυτό είναι σίγουρα οι ιδεολογίες, οι ομάδες κι ο φανατισμός. Βέβαια, να ’σαι σίγουρος πως, με πολλούς αποκλεισμένους, με τόσους που δεν ταιριάζουν τα χνώτα μας, πρώτα καθίσαμε και παραγγείλαμε τα ποτά μας, πρώτα συζητήσαμε γι’ αυτά που υψώνουν σύνορα ανάμεσα μας, και στο τέλος δώσαμε τα χέρια και συμφωνήσαμε πως θα κρατήσουμε την εκτίμηση και την απόσταση, αφού δεν μπορέσαμε να στάξουμε ούτε μια σταγόνα στο ποτό μας.

Το νέο βιβλίο του Ανδρέα Γιαννόπουλου με τίτλο «Pulp», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Άλλωστε», γράφτηκε –όπως μου είπε ο ίδιος ο Ανδρέας– το 2010, την περίοδο που εργαζόταν στη Μύκονο ως προϊστάμενος σε ξενοδοχεία, και τελείωσε όταν επέστρεψε στην Αθήνα. Στο «Pulp» είναι αποτυπωμένες οι στιγμές μοναξιάς που ένιωθε εκείνο το διάστημα σπαταλώντας τα χρήματά του σε ατέλειωτες ώρες πόκερ. Ο έρωτας απουσίαζε από τη ζωή του εκείνο το διάστημα, και κάποιες από τις ιστορίες του βιβλίου έχουν γραφτεί ακόμα και για εξιλέωση.

Αν κάτι απουσιάζει από την προσωπικότητα του Ανδρέα Γιαννόπουλου, αυτό είναι η επιτήδευση. Ο λόγος του είναι άμεσος, καθημερινός, αληθινός. Γράφει και απευθύνεται με την ίδια άνεση που έχουμε όλοι στους πολύ κοντινούς μας ανθρώπους, χωρίς να μετράμε λέξεις ή να ζυγίζουμε λόγια. Τον ευχαριστώ πολύ για την κουβέντα που είχαμε.

Γιάννης Χναράκης

mystery.gr