Η παλιά πολυκατοικία έστεκε μπροστά τους επιβλητική. Η μεγάλη πόρτα της εισόδου έχασκε ορθάνοιχτη και σκοτεινή, σαν ένα στόμα που οδηγούσε στο απόλυτο χάος. Τα δύο παιδιά, οπλισμένα μόνο με δυο μικρά μεταλλικά τρίγωνα στα χέρια, πήραν μια βαθιά ανάσα και μπήκαν μέσα. Άρχισαν να ανεβαίνουν τις σκάλες κάνοντας όση περισσότερη ησυχία μπορούσαν. Η αλήθεια είναι πως έτρεμαν από το φόβο, αλλά το στοίχημα με τα υπόλοιπα παιδιά ήταν σαφές: Όποιος μπει και πει τα κάλαντα στη «στοιχειωμένη» πολυκατοικία, θα έπαιρνε τα μισά χρήματα από όλα τα παιδιά. Και μόνο δυο το τόλμησαν. Δεν ήξεραν αν ήταν πραγματικά στοιχειωμένη, αν και αραιοκατοικούνταν, όμως οι θρύλοι έδιναν κι έπαιρναν στη μικρή τους γειτονιά. Ήταν παραμονή Φώτων και με τα σχολεία ακόμα κλειστά δεν είχαν και τίποτα καλύτερο να κάνουν, και ξεχύθηκαν να λένε τα κάλαντα. Κι έτσι βρισκόταν εκεί, ν” ανεβαίνουν με κομμένη την ανάσα τα πολυκαιρισμένα μαρμάρινα σκαλιά.
Φτάνοντας στον πρώτο όροφο πάτησαν το διακόπτη για το κοινόχρηστο φως και στάθηκαν για μια στιγμή ν” αφουγκραστούν το χώρο. Υπήρχε ένας έντονος μοβ φωτισμός, ο οποίος δεν προερχόταν από τους ασθενικούς γλόμπους του διαδρόμου. Μια απαρχαιωμένη σωλήνα καλοριφέρ έσταζε βρόμικο νερό και είχε δημιουργήσει μια μικρή λασπερή λίμνη ακριβώς μπροστά τους. Έκαναν ένα βήμα μπρος και πάτησαν τα νερά. Ξαφνικά μια πόρτα άνοιξε και ακούστηκε μια υπόκωφη φωνή:
«Ποιοι είστε; Τι ζητάτε;» «Ήρθαμε να πούμε τα κάλαντα, κύριε» απάντησαν τα φοβισμένα παιδιά.
Και τότε από τη μισάνοιχτη πόρτα βγήκε ένας πολύ ψηλός και αδύνατος άνδρας. Ήταν πολύ χλωμός, φορούσε ένα μαύρο παλτό κι ένα περίεργο, ψηλό καπέλο. Ένα σαρδόνιο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. «Και τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θέλω να τα ακούσω;»
«Ξέρουμε ότι δεν λένε συχνά τα κάλαντα των Θεοφανείων, αλλά να… είπαμε να το κάνουμε αυτή τη χρονιά».
Ο άνδρας άρχισε να γελάει δυνατά και τα παιδιά έκαναν να φύγουν, όμως, καθώς στράφηκαν προς τα πίσω είδαν ότι τα σκαλιά δεν υπήρχαν πια. Ένας τοίχος είχε εμφανιστεί στη θέση τους αποκλείοντας οποιοδήποτε τρόπο διαφυγής. Ο όλος χώρος γύρω τους άρχισε να αλλάζει. Καθώς στράφηκαν πάλι προς το σημείο που στεκόταν ο άνδρας, είδαν περίεργες γωνίες να έχουν εμφανιστεί εκεί που πριν δεν υπήρχαν. Ο διάδρομος φαινόταν ατελείωτος αλλά και πολύ μικρός συγχρόνως, τα ντουβάρια άρχισαν να μαυρίζουν και ο μοβ φωτισμός γινόταν ακόμα πιο έντονος. Τα νερά στο πάτωμα ανέδιδαν τώρα έναν πρασινωπό αχνό φωτισμό που άρχισε να τους καλύπτει από κάτω προς τα πάνω. Ο καπελοφόρος άνδρας γελούσε ακόμα πιο δυνατά τώρα. Ένα γέλιο διεστραμμένο, χαιρέκακο, τρομακτικό κι απόκοσμο. Λες και προερχόταν από παντού στο χώρο και όχι μόνο από το στόμα του.
Πανικοβλημένα τα παιδιά άρχισαν να ουρλιάζουν για βοήθεια και να χτυπούν τα τρίγωνά τους όσο πιο δυνατά μπορούσαν, μήπως και τους ακούσει κάποιος. Και τότε παρατήρησαν πως η μοβ φωταγωγία του χώρου άρχισε να υποχωρεί, το γέλιο άρχισε να εξασθενεί, και ότι ο τοίχος που τους έφραζε την έξοδο άρχισε να γίνεται διάφανος. Παίρνοντας θάρρος, έκλεισαν τα μάτια σφιχτά και άρχισαν να λένε τα κάλαντα δυνατά, χτυπώντας παράλληλα ακόμα πιο δυνατά τα τρίγωνα. Ασυναίσθητα παραπάτησαν και πια δεν πατούσαν μέσα στα νερά.
Όταν ξανάνοιξαν τα μάτια τους, όλα είχαν επανέλθει στα φυσιολογικά πάλι. Ο άνδρας είχε εξαφανιστεί, η μικρή λίμνη δεν είχε πια αυτούς του αχνοπράσινους φωτισμούς, οι τοίχοι γύρω τους ήταν και πάλι όπως πρώτα, και οι σκάλες ήταν και πάλι στη θέση τους. Μόνο ένα μικρό αντικείμενο φώτιζε μπροστά τους στο πάτωμα μέσα στα νερά. Ένα νόμισμα που όμοιο του δεν είχαν ξαναδεί. Ήταν μαύρο, και δεν ήταν. Πολύ λαμπερό, με πράσινα ιριδίζοντα νερά . Πάνω του το μόνο ανάγλυφο που υπήρχε ήταν ένα πλοκάμι χταποδιού που τυλιγόταν σε σπείρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη το άρπαξαν και το έβαλαν στα πόδια. Χρειαζόταν, εξάλλου, κάποιο αποδεικτικό για τα όσα έζησαν και για το ότι όντως είπαν τα κάλαντα.
Καθώς έβγαιναν με ορμή από τη πολυκατοικία άκουσαν το ειρωνικό γέλιο του καπελά να τραντάζει όλο το κτίριο. Ήταν λες και τους προμήνυε ότι θα ξανανταμώσουν. Κοίταξαν τον ουρανό και συνειδητοποίησαν πως ήταν νύχτα. Μπροστά τους μια μικρή ομάδα ανθρώπων τους κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό. Άρχισαν να τους βομβαρδίζουν με ερωτήσεις:
«Μα πού πήγατε; Μεσημέρι φύγατε και είναι βράδυ. Πού ήσασταν τόσες ώρες; Μπήκαμε στο κτίριο και σας ψάχναμε. Δεν σας είχε δει κανένας!»
Τα δύο παιδιά κοιτάχτηκαν με απορία: « Μα εμείς λείψαμε μόλις δέκα λεπτά…» απάντησαν.
Το πλοκάμι πάνω στο νόμισμα κινήθηκε σπειροειδώς λες και απαντούσε στις απορίες τους, αλλά κανένας δεν το είδε αφού ήταν βαθιά χωμένο σε μια τσέπη παιδικού παντελονιού… Μαρί-Σοφί Σγούρου, Ιανουάριος 2015