Του Χρήστου Αραμπατζή~
Ο ήλιος ξεχύθηκε μέσα από τα παράθυρα του ξύλινου σπιτιού του Πίτερ. Ήταν μία υπέροχη ηλιόλουστη μέρα, όμως ο ίδιος δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι.Καθόταν και την παρατηρούσε να κοιμάται.
Η αγαπημένη του Δανάη, ήταν τόσο πολύ όμορφη! Λευκή σαν το πρώτο χιόνι του χειμώνα και όμορφη σαν ανοιξιάτικο ρόδο. Θα μπορούσε να την κοιτάζει για ώρες. Ήταν τόσο ερωτευμένος μαζί της. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε τα μεταξένια μελαχρινά μαλλιά της. Έπειτα χτύπησε σιγά τα τρία δάχτυλα του δεξιού του χεριού και τα ακούμπησε στο μέτωπο της γυναίκας. Αυτή χαμογέλασε. Μάλλον είχε κάνει αρκετό θόρυβο.
-Σταμάτα να μαγεύεις τα όνειρά μου, αγάπη μου, του είπε χωρίς να έχει ανοίξει ακόμη τα μάτια της.
-Ήθελα απλώς να σου προσφέρω τα ομορφότερα όνειρα, αποκρίθηκε ο Πίτερ. Η Δανάη άνοιξε τα καταγάλανα μάτια της και τον κοίταξε.
-Αφού επέλεξα να ζω με τον μεγαλύτερο μάγο του κόσμου καλά να πάθω!, είπε η νεαρή γυναίκα, φιλώντας τον στα χείλη.
-Δεύτερος μεγαλύτερος. Μην ξεχνάς πώς δεν μπορώ να φτάσω το δάσκαλό μου, ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι, πόσο μάλλον να αγγίξω τις ανυπέρβλητες δυνάμεις του!
– Ναι! είναι αλήθεια πως ο Νέρσιους και πολύ ισχυρός είναι και πολύ καλός, αλλά ο μαθητής του θα τον περάσει. Είμαι σίγουρη για αυτό!, απάντησε η Δανάη με παιχνιδιάρικη φωνή, χαρίζοντάς, του ένα από τα πιο φωτεινά της χαμόγελα. Ο Πίτερ προσπάθησε να της δώσει ακόμη ένα φιλί, όταν μία φωνή ακούστηκε έξω από το σπίτι του.
-Πίτερ! Έλα έχουμε αργήσει! Πίτερ ακούς;
Ο μάγος άφησε να του ξεφύγει ένας βραχύς αναστεναγμός. Αυτός ο Μπράινιτς είναι ανυπόφορος, σκέφτηκε, αφού τους περιμένουμε το βράδυ, έχουμε τόσες ώρες μπροστά μας ως τότε! Γιατί έρχεται να με σηκώσει από τώρα;
Σηκώθηκε, φόρεσε τον πλεχτό μανδύα του, τη ζώνη με το σπαθί του και έκρυψε το ραβδί του στο φαρδύ του μανίκι.
-Θα τα πούμε το βράδυ στην τελετή, είπε φιλώντας την Δανάη, με πάθος, στο στόμα.
Έπειτα πιάστηκε από την ξύλινη κουπαστή της σκάλας και με δυο δρασκελιές έφθασε στο τελευταίο σκαλί, καθώς ο άρχοντας Μπράινιτς, ο Κύριος του Τέρεμηθ, φώναζε για ακόμη μία φορά το όνομα του μάγου. Πέρασε γρήγορα από τον διάδρομο που χώριζε την είσοδο από τη σάλα και ανοίγοντας την πόρτα, αντίκρισε έναν ηλικιωμένο, κοντό και φουριόζο, γέρο άνδρα να ξεφυσάει ανυπόμονα.
-Τι έκανες τόση ώρα, αγαπητέ μου; Νομίζω πως αυτό δεν είναι απαραίτητο, του είπε δείχνοντας τη θήκη του σπαθιού.
-Είσαι σίγουρος; Θυμάσαι, πριν μια βδομάδα, εκείνη την επίθεση των πέντε Γκρίπερζ στο χωριό;
-Εννοείς αυτά τα τερατώδη, χωρίς νοημοσύνη, πλάσματα; Πώς να το πω; Άρχοντα μου, δεν θέλω να σε προσβάλλω, αλλά αυτά είναι σαν ζώα ή μάλλον χειρότερα από ζώα. Δεν είναι μόνο κακάσχημα αλλά μπορούν και να σε βλάψουν, όπως θα έκανε ένα οποιοδήποτε άγριο θηρίο. Όμως, δεν έχουν καμία επαφή με τον πραγματικό κόσμο. Δεν είναι ικανά ακόμα και να βγάλουν κάποιον ήχο!
-Ο κόσμος προχωρά όμως… αναπτύσσεται. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα βρεθεί ένα από αυτά τα πλάσματα που θα σου μιλήσει, πριν σου πάρει το κεφάλι. Τέλος πάντων, άλλο είναι το θέμα μας τώρα. Ήθελα να σου πω για την τελετή. Είναι επείγον. Η βασίλισσα των ξωτικών θα είναι εδώ σε λίγο! Η τελετή δεν θα γίνει το βράδυ, αλλά τώρα, το πρωί!
Ο μάγος συνοφρυώθηκε αλλά όταν μίλησε η φωνή του ήταν ήρεμη και σταθερή, γεμάτη αποφασιστικότητα.
-Μην ανησυχείς, άρχοντα μου, είναι όλα υπό έλεγχο. Η Ανζελί θα μείνει πλήρως ικανοποιημένη από την επίσκεψή της. Πόσο στρατό θα φέρει μαζί της;
– Χα! Τώρα έρχεσαι στο θέμα της ανησυχίας μου, θα φέρει μόλις δέκα άτομα. Βλέπεις, τα ξωτικά έχουν ιδιαίτερα μεγάλη εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο είδος, εγώ όμως όχι. Βέβαια, ξέρει ότι θα έρθει στο Τέρεμηθ, το χωριό όπου κατοικείς εσύ. Και αυτό της είναι αρκετό για νιώθει προστασία.
Ο Πίτερ χαμογέλασε. Έπειτα κατευθύνθηκε προς το κέντρο του χωριού. Εκεί, όπου είχε στηθεί μία εξέδρα με κάποιες θέσεις για τους προύχοντες και τους συμβούλους τους και είχε οριοθετηθεί ένας χώρος για το υπόλοιπο κοινό.
-Όπως βλέπεις, κραταιέ μου άρχοντα, είπε ο γητευτής δείχνοντας προς την υπερυψωμένη εξέδρα και κάνοντας μια προσποιητή βαθιά υπόκλιση, τα πάντα είναι έτοιμα και δεν υπάρχει κανένα λόγος πανικού.
– Χμμ, σωστά, αναφώνησε σκεπτικά ο ηλικιωμένος άντρας τρίβοντας τα κουρασμένα του μάτια. Έπειτα, χαρίζοντας στον Πίτερ ένα από τα σπάνια χαμόγελά του που τον έκαναν να μοιάζει νεότερος από τον συνήθως σκυθρωπό διοικητή του χωριού, συμπλήρωσε…
-Γενικά, με ξέρεις χρόνια Πίτερ. Από παιδί δεν διαχειρίζομαι τόσο καλά το άγχος μου και αυτή στιγμή νιώθω εντελώς ανήμπορος απέναντι στην οποιαδήποτε απειλή μπορεί να προκύψει.
-Βλέποντας την ηλικία σου και λέγοντας δυνατά ότι σε γνωρίζω από παιδί, φανερώνεις και τη δική μου ηλικία! Εμείς οι μάγοι ζούμε περίπου τριακόσια χρόνια, όμως δεν χρειάζεται να το μάθουν όλοι, έτσι δεν είναι;
-Άρχοντά μου! Άρχοντά μου! Ακούστηκε από το βάθος μια φωνή που έκανε τον ηλικιωμένο άντρα να αναπηδήσει και να κοιτάξει απότομα πίσω. -Ήρθαν. Είναι ήδη εδώ!
-Πώς; Κιόλας; Δεν το πιστεύω, γρήγορα, γρήγορα, Πίτερ πάμε στην μπροστινή πύλη, πρέπει να υποδεχτούμε τη βασίλισσα όπως αρμόζει, φώναξε ο άρχοντας Μπράινιτς και το μέτωπό του άρχισε να ιδρώνει και πάλι.
Πρώτη φορά ο μάγος έβλεπε το γερο-άρχοντα του Τέρεμηθ να τρέχει τόσο γρήγορα. Ο Πίτερ έστειλε με το ραβδί του μία λάμψη που κατευθύνθηκε ταχύτατα προς το σπίτι του. Ήθελε, με αυτόν τον τρόπο, να προειδοποιήσει τη Δανάη να κατέβει αμέσως κάτω για να τον συνοδεύσει στην πύλη. Όμως όταν έφτασε εκεί ο μάγος δεν την βρήκε να τον περιμένει. Ίσως να μην είχε προλάβει να ετοιμαστεί. Εξάλλου, η ώρα της άφιξης αυτών των ιδιαίτερων επισκεπτών μετατέθηκε πολύ πιο νωρίς από τη συμφωνημένη, κάτι που έβγαλε έξω από το πρόγραμμα τις ετοιμασίες υποδοχής.
Οι καμωμένες από δρύινο ξύλο βαριές πύλες του χωριού άνοιξαν με θόρυβο, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε η Δανάη και στάθηκε, καμαρωτά, αρπάζοντας το αριστερό μπράτσο του Πίτερ. Δεξιά βρισκόταν ο άρχοντας Μπράινιτς, ενώ πίσω τους τρεις από τους λιγοστούς πια φρουρούς του Τέρεμηθ.
Η ανυπομονησία όσων στέκονταν στις πύλες μεγάλωνε, κάτι που τους έκανε να ανταλλάσουν γρήγορες, ψιθυριστές κουβέντες μεταξύ τους, ώσπου τα μουρμουρητά τους διέκοψαν κοντινοί ήχοι από χλιμιντρίσματα και πέταλα αλόγων. Λίγες στιγμές αργότερα, ο Πίτερ είδε τη βασίλισσα των ξωτικών, την Ανζελί να περνάει τις πύλες του Τέρεμηθ καθισμένη πάνω σε ένα πανώριο και λαμπερό λευκό άλογο. Τα μαλλιά της είχαν ένα περίεργο, βαθύ, κόκκινο χρώμα. Τα ξωτικά δεν διέφεραν καθόλου από τους ανθρώπους, πέρα από τα μυτερά αυτιά τους, και την αθανασία που τους προσέφερε η ράβδος. Η Ράβδος ειχε κατασκευαστεί από την ίδια την Ανζελί, σε συνεργασία με έναν πανίσχυρο μάγο, ώστε να απολαύσει η φυλή της το πολυπόθητο δώρο της αιώνιας ζωής. Η βασίλισσα των ξωτικών κοίταξε διαπεραστικά, μέσα από τα καταγάλανα μάτια της, τον Πίτερ και εκείνος υποκλίθηκε. Το ίδιο έκανε και ο Μπράινιτς, καθώς και η Δανάη. Όμως ο μάγος δεν μπορούσε να σταθεί για πολύ ώρα κοιτώντας το έδαφος. Τον είχε συνεπάρει η λάμψη του αντικειμένου που κρατούσε η Ανζελί.
-Αυτή είναι η Ράβδος για την οποία όλοι μιλάνε; ρώτησε τον ηλικιωμένο διοικητή γεμάτος ενθουσιασμό συνεχίζοντας να την κοιτάει με βλέμμα θαμπωμένο. Η Χρυσή Ράβδος ήταν μισό μέτρο σε ύψος, με σκαλιστά χρυσά σύμβολα, και πανέμορφα μωβ πετράδια στολισμένα στην επιφάνειά του, μαγνητίζοντας το βλέμμα όποιου θνητού τολμούσε να το κοιτάξει. Στην κορυφή του υπήρχε ένα μεγάλο πετράδι στο σχήμα και το χρώμα του αμέθυστου που ακτινοβολούσε γεμίζοντας δέος όποιον το αντίκριζε. Ήταν φανερά μαγικό και ιδιαίτερα θελκτικό, όπως άλλωστε όλα τα αντικείμενα δύναμης.
-Αυτή ακριβώς, απάντησε, σχεδόν ψυθυριστά, ο άρχων Μπράινιτς και σηκώνοντας το κεφάλι του συμπλήρωσε.
-Το αντικείμενο που δίνει την αιώνια νεότητα στα ξωτικά. Ακούγεται ότι η δύναμη του είναι πελώρια και μα τους θεούς, είναι τόσο σαγηνευτικό, τόσο όμορφο, τόσο… δυνατό!
Ο Πίτερ δεν χρειαζόταν τον γέρο αρχηγό των φαμιλιών του χωριού για να καταλάβει το μέγεθος της δύναμης αυτού του αντικειμένου. Ήταν, έτσι κι αλλιώς, ένα μαγικό αντικείμενο και μόνον αυτός ήξερε την εξουσία που μπορούσε να ασκήσει με αυτό το θαυμαστό τεχνούργημα. Τα άλογα σταμάτησαν ακριβώς μπροστά στους δύο άντρες και η πύλη έκλεισε με θόρυβο πίσω τους. Η Ανζελί, μαζί με τους δέκα τοξότες-φρουρούς της, κατέβηκε. Ο άρχοντας Μπράινιτς πλησίασε πρώτος την πανέμορφη βασίλισσα των ξωτικών και φίλησε, απαλά, το χέρι της κάνοντας μία βαθειά υπόκλιση αγγίζοντας σχεδόν το έδαφος.
-Βασίλισσά μου, καλωσορίσατε στο ταπεινό χωριό μας. Παρακαλώ, δεχτείτε τη φιλοξενία μας. Ελπίζω η παραμονή σας στο Τέρεμηθ να είναι όσο πιο ευχάριστη γίνεται.
Η Ανζελί κούνησε, αμίλητη, το κεφάλι της. Ο Μπράινιτς υποχώρησε, αφήνοντας στον Πίτερ χώρο για να κάνει το ίδιο.
-Τράβα μπροστά! του ψιθύρισε ο γέρος, σκουντώντας τον, καθώς ο μάγος δεν κουνιόταν από τη θέση του. Είχε κολλήσει το βλέμμα του στο λαμπερό αντικείμενο. Δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήθελε να αποκτήσει την ράβδο και την ήθελε τώρα!
-Βασίλισσά μου, είπε τελικά ο εξίσου πανέμορφος μάγος πλησιάζοντας την, είμαι σίγουρος πως η παραμονή σας στο ταπεινό χωριό μας, θα είναι… ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από κάθε άποψη.
Της χαμογέλασε και το χαμόγελό του ανησύχησε στιγμιαία την Ανζελί. Τότε ο Πίτερ, με μία αστραπιαία κίνηση με το δεξί του χέρι, έβγαλε το μαγικό ραβδί του, άρπαξε την χρυσή ράβδο από το χέρι της, ενώ ταυτόχρονα το αριστερό του χέρι άρπαξε τον λαιμό της. Εξαπέλυσε έναν πορτοκαλί πίδακα, αφήνοντας αναίσθητο, στο έδαφος, τον πρώτο τοξότη που τόλμησε να του ρίξει βέλος. Δεν ήξερε γιατί το έκανε. Ήθελε τόσο πολύ την ράβδο. Ήθελε τόσο πολύ την αθανασία, την αιώνια νεότητα! Τώρα, οι υπόλοιποι εννιά τοξότες τον σημάδευαν, ενώ οι φρουροί του χωριού συγχυσμένοι δεν ήξεραν προς τα πού να στρέψουν τα σπαθιά και τα τόξα τους.
-Κατεβάστε τα τόξα, αλλιώς η βασίλισσα σας είναι νεκρή!, φώναξε στα ξωτικά, σημαδεύοντας την Ανζελί στο λαιμό με το ραβδί του. Ο Πίτερ γνώριζε πως η ράβδος παρείχε αθανασία στα ξωτικά από φυσικά αίτια, όχι όμως από θανάσιμες πληγές ή κάποιο βαρύ τραύμα.
-Κάντε το τώρα αλλιώς πεθαίνει, διέταξε. Τα ξωτικά υπάκουσαν απρόθυμα και με αργές κινήσεις, κατέβασαν τα τόξα τους και τα ακούμπησαν στον χωματόδρομο του χωριού.
-Πίτερ! Τι στο καλό κάνεις; Έχεις χάσει τα λογικά σου παιδί μου; του φώναζε ο άρχων Μπράινιτς. Η Δανάη είχε τα χέρια της στο πρόσωπο, μην πιστεύοντας τη συμπεριφορά του άντρα της άρχισε να κλαίει.
Ο Πίτερ κοίταξε την γυναίκα του, με ένα βλέμμα που φανέρωνε τύψεις. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στην δύναμη του αντικειμένου. Ήταν ο πρώτος μάγος που έβλεπε την ράβδο, και ο πρώτος που καταλάβαινε την πραγματική της ενέργεια. Δεν ήξερε που θα οδηγούσε όλο αυτό. Δεν ήξερε τι θα γινόταν με την όμορφη γυναίκα του, ούτε πια θα ήταν η δική της τύχη.
-Συγγνώμη, της είπε κοιτώντας τα γαλάζια μάτια της. Την αμέσως επόμενη στιγμή ο Πίτερ ακούμπησε με το ραβδί το μέτωπο του, και εξαφανίστηκε από το χωριό, παίρνοντας μαζί του και την χρυσή ράβδο.
Η Ανζελί γονάτισε στο χώμα, μην πιστεύοντας στα όσα μόλις είχαν συμβεί. Ένας από τους τοξότες την πλησίασε.
-Βασίλισσά μου είστε καλά; Θέλετε να τον κυνηγήσουμε; Πείτε μου που μπορεί να έχει πάει, και θα τον βρούμε. Η Ανζελί κοίταξε, για μία στιγμή, δύσπιστα τον στρατιώτη.
-Δεν υπάρχει περίπτωση να τον βρούμε. Είναι μάγος. Μπορεί να είναι οπουδήποτε. Είναι πανίσχυρος και ακόμη και αν τον κυνηγούσατε δεν θα είχατε καμία ελπίδα.
Έπειτα σηκώθηκε και κοίταξε την βουρκωμένη Δανάη. Ο άντρας της είχε χαθεί. Ίσως για πάντα. Κάτω από την δελεαστική, ακαταμάχητη, επιρροή της χρυσής ράβδου. Οι επιπτώσεις, για την φυλή της, θα ήταν πολλές. Θα έχαναν την αθανασία τους. Όμως η μεγαλύτερη ανησυχία της, αυτή τη στιγμή, ήταν η δύναμη αυτού του αντικειμένου, και η εξουσία που θα έδινε στα λάθος χέρια.
-Νομίζω πως μόλις δημιουργήσαμε έναν πανίσχυρο εχθρό, είπε στην απαρηγόρητη και ντροπιασμένη γυναίκα του Πίτερ, αφήνοντας την να κλάψει στον ώμο της.
Βαριά σύννεφα είχαν αρχίσει να μαζεύονται πάνω από το χωριό. Πυκνά σύννεφα κάλυψαν τον λαμπερό ήλιο. Το ευχάριστο, ηλιόλουστο πρωινό δεν υπήρχε πλέον. Μόνο σύννεφα που ίσως κάλυπταν και τον υπόλοιπο κόσμο βυθίζοντας τον σε ένα θολό και αβάσταχτο σκοτάδι.
_____ (Το διήγημα αποτελεί μέρος της μυθολογίας ενός, υπό έκδοση, μεσαιωνικού έπους)