Μία
Περίληψη του Μαγικού Αυλού
Ανάλυση
του έργου
Αλχημική
ανάλυση
Πρόλογος
- Σχόλιο
"Η μοχθηρή Βασίλισσα
της Νύχτας, η οποία κατατρέχει το νεαρό ήρωα και την ηρωίδα, είναι η Μαρία
Θηρεσία. Τα πνεύματα του κακού, τα οποία την παρακινούν να το πράττει,
είναι η Καθολική Εκκλησία. Ο πάνσοφος, δίκαιος και αγαθοποιός άρχοντας
Σαράστρο, τιμωρός των κακόβουλων και προστάτης των καλών, είναι ο Ιωσήφ
Β', ή οποιοσδήποτε άλλος σημαντικός απόλυτος μονάρχης, ο οποίος προστάτευε
τους Ελευθεροτέκτονες."
Οι Ελευθεροτέκτονες (The Freemasons), Jasper Ridley. London : Robinson,
1999. ISBN: 1-84119-238-4. σελ. 121.
Επιμέλεια
και μετάφραση:
Zadok the priestess
Ελαιογραφία
του Mozart από την Barbara Krafft, Salzburg, 1819. Παρ' ότι φιλοτεχνήθηκε
μετά το θάνατό του και ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια της αδελφής του Nannerl
και με βάση τον πίνακα του della Croce με την οικογένεια Mozart, αυτό
το έργο είναι εύλογα το πιο δημοφιλές ως προς την ομοιότητα με το συνθέτη.
Ο
Μαγικός Αυλός του Mozart
Αγάπη,
Συγχώρεση, Ανοχή και η Αδελφότητα του Ανθρώπου
ΚΑΘΩΣ ΘΑ ΜΕΛΕΤΟΥΜΕ
μία από τις πιο διάσημες όπερες στην ιστορία του μουσικού αυτού είδους,
είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι πολλές από τις σχετικές και διαθέσιμες
πηγές, οι οποίες την αφορούν, μπορούν μόνον να αγγίξουν ψήγματα των
πολύπλοκων συσχετισμών, τους οποίους συνδέει. Αυτή η πολυπλοκότητα είναι
συχνά η αιτία, η οποία καθιστά ένα έργο σαν κι αυτό τόσο μαγευτικό μέσα
στους αιώνες και σηματοδοτεί το γεγονός ότι συνήθως, κάθε ορθή ερμηνεία
του φυλάσσεται από εκείνους οι οποίοι δημιούργησαν το θέαμα αρχικά.
Στην περίπτωση της
όπερας του Μότσαρτ, Ο Μαγικός Αυλός, οι Τεκτονικές παραδόσεις οι οποίες
"μνημονεύθηκαν" από τον συνθέτη και τον λιμπρετίστα (στιχουργό) της (Emanuel
Schickaneder - Εμμάνουελ Σικανέντερ) ήταν αφορμή για κάποιες από τις πιο
φιλοσοφημένες συζητήσεις στα χρονικά της όπερας. Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε,
ένας αδελφός ελευθεροτέκτων, μιλά σε ανθρώπους εκτός του κύκλου των ελευθεροτεκτόνων
σχετικά με Το Μαγικό Αυλό και λέει: "Αρκεί το γεγονός ότι ο κόσμος θα
απολαύσει το θέαμα παρακολουθώντας αυτό το έργο, ενώ ταυτόχρονα, η υψίστη
σημασία του δε θα διαφύγει της αντιλήψεως των μυημένων."
Johann
Emanuel Schikaneder
Η δήλωση του Γκαίτε
είναι αποκαλυπτική, καθώς εστιάζει σε έναν εσώτερο κύκλο πεποιθήσεων και
φιλοσοφιών, οι οποίες πιθανά είναι ο κύριος πυρήνας του λιμπρέτου και
της μουσικής του Μαγικού Αυλού. Πίσω από τη δήλωση του Γκαίτε κρύβεται
ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα να αναλογιστούμε: Ποίοι είναι οι "μυημένοι"
και ποίο είναι το ύψιστο νόημα του Μαγικού Αυλού υπό το μανδύα του Ελευθεροτεκτονισμού;
Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα ανωτέρω ερωτήματα με σοβαρότητα,
θα πρέπει να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με εκείνους τους οποίους άμεσα μπορούμε
να προσδιορίσουμε ως "μυημένους". Η αναζήτηση απαντήσεων στα ανωτέρω ερωτήματα
δείχνει να μας οδηγεί στον Emanuel Schickaneder, του οποίου το λιμπρέτο
για Το Μαγικό Αυλό έχει τόσο πληθώρα υπαινιγμών όσο και αναφορές σε πλέον
γνωστές αρχές του ελευθεροτεκτονισμού.
Ο Schikaneder πρότεινε
Το Μαγικό Αυλό στον Mozart σε μία περίοδο κατά την οποία ήταν αρκετά δημιουργικός
σε διαφορετικά μουσικά είδη: μουσική για χορό, το Κοντσέρτο για πιάνο
(K.595, το τελευταίο του), κουαρτέτο εγχόρδων, κουιντέτο, έργα για μηχανικό
όργανο, καθώς και διάφορα τραγούδια για να αναφέρουμε μερικά. Η σχέση
του Mozart με τον Schikaneder χρονολογείται από το 1780 (περίπου μία δεκαετία
δηλαδή) και η πρόταση να γράψει μία όπερα για το θεατρικό του Schikaneder
ήταν για το Mozart πολύ ενδιαφέρουσα από μουσική αλλά και κάθε άλλη άποψη.
Προέλευση
του Έργου
Το λιμπρέτο του
Schikaneder έχει μία ποικιλία σημείων αναφοράς, τα οποία τον ενέπνευσαν
και η παραποίηση αυτών των σημείων θα μπορούσε αναμφίβολα να συντελέσει
στην αρχική έλλειψη πρόσβασης της πλοκής. Οι περισσότερες μελέτες πάνω
στην αρχική πλοκή του Μαγικού Αυλού οδηγούν στην εξιστόρηση του Jakob
August Liebeskind "Lulu oder Die Zauberflote", η οποία είχε εκδοθεί
στη συλλογή νεραϊδο-διηγήσεων (παραμυθιών) του Christoph Martin Wieland
"Dschinnistan" (1786-1789). Σε ελεύθερη μετάφραση, η συλλογή του Wieland
περιλαμβάνει "επιλεγμένους μύθους νεράιδων και πνευμάτων, εν μέρει πρόσφατα
επινοημένους, εν μέρει πρόσφατα μεταφρασμένους και αναθεωρημένους".
Το "Dschinnistan" ενέπνευσε και άλλα έργα ακόμη, συμπεριλαμβανομένου
του "Kaspar der Fagottist" του Muller και του "Der Stein der Weisen"
του Benedict Schack. Επίσης, ο Schikaneder γνώριζε το θεατρικό έργο
του Phillip Hafner "Megara" από το 1763. Στο θεατρικό "Magara" χρωστάμε
κάποια από τα μαγικά παραμυθένια στοιχεία, τα οποία συναντάμε τόσο στενά
συνυφασμένα με τη σοβαρότητα του Μαγικού Αυλού. Τελετουργικά στοιχεία,
συμπεριλαμβανομένου του σκηνικού και της περιόδου κατά την οποία ξεδιπλώνεται
η πλοκή (αρχαία Αίγυπτος), θα πρέπει να αποδοθούν στο μυθιστόρημα του
1731 Sethos (Σέθος) του Jean Terrasson.
Ο Διαφωτισμός
και ο Ελευθεροτεκτονισμός του Schikaneder
Μία Τεκτονική όπερα
δεν ήταν πρωτότυπη ιδέα για την πόλη της Βιέννης την εποχή του διαφωτισμού
και του Mozart. Αρκετά χρόνια πριν την εμφάνιση του Μαγικού Αυλού, ο
Lorenzo DaPonte είχε βοηθήσει τον λιμπρετίστα Mazzola στη δημιουργία
της Τεκτονικής όπερας "Όσιρις", την οποία συνέθεσε ο Johann Gottlieb
Naumann. Η όπερα του Naumann έχει κάποιες ανιχνεύσιμες ομοιότητες με
τον Αυλό, εάν όχι μουσικά, σίγουρα Τεκτονικά. Οι σκηνές του "Όσιρη"
διαδραματίζονταν στην Αίγυπτο (με το ανάλογο σκηνικό) και η πάλη μεταξύ
καλού και κακού έπαιζε "πρωταγωνιστικό ρόλο" στο ίδιο το λιμπρέτο.
Lorenzo
DaPonte
Μολονότι είναι κοινώς
αποδεκτό ότι ο Schikaneder έγραψε το λιμπρέτο για την όπερα του Mozart,
έχουν υπάρξει κάποιες αμφισβητήσεις περί της πατρότητος Του Μαγικού Αυλού.
Η αλλοπρόσαλλη σταδιοδρομία του Schikaneder και η έλλειψη οποιασδήποτε
επί μακρόν συμμετοχής σε οποιαδήποτε Τεκτονική στοά συνέβαλλαν στο να
διαρρεύσει ως φήμη η υποψία της πλαστής πατρότητος. Το 1849, οι διαδόσεις
κορυφώθηκαν και πολλοί πίστευαν ότι ο Johann Georg Metzler (γνωστός ως
Giesecke) ίσως να ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία του λιμπρέτο. Ο Julius
Cornet, τενόρος (καλλιτέχνης λυρικού θεάτρου) και διευθυντής όπερας, δημοσίευσε
το "Die Oper in Deutschland und das Theater der Neuzeit" (Η όπερα στη
Γερμανία και το σύγχρονο Θέατρο, 1849), στο οποίο δήλωνε ότι ο Giesecke
είχε γράψει το λιμπρέτο. Όμως, η πληροφόρηση του Cornet προερχόταν από
τον ίδιο το Giesecke. Ως εκ τούτου, είναι κυρίως ενδεικτική και δε δείχνει
να δικαιολογεί περαιτέρω υποστήριξή της.
Το λιγότερο το οποίο
μπορούμε να πούμε για το ρόλο του Schikaneder στον Ελευθεροτεκτονισμό
είναι ότι ήταν τελείως ευκαιριακός. Ο αδ. Dr. Bernhard Beuer από το Bayreuth
(Μπάυροϋτ) ερεύνησε και ανακάλυψε τα ίχνη της ζωής του Schikaneder ως
Τέκτονα. Από το πόνημα του Beuer προκύπτει ότι ο Schikaneder έγινε μέλος
της "Συντεχνίας" για καθαρά πρακτικούς λόγους και μετά βεβαιότητας αναφέρεται
ότι δεν ήταν υπεράνω σκανδαλωδών ή ανήθικων ενασχολήσεων εφόσον του ήταν
προσοδοφόρες. Οι επιστολές του Schikaneder δια των οποίων είχε υποβάλλει
αίτηση για την εισδοχή του στους Τέκτονες, δείχνουν την ανάγκη του να
συμμετάσχει ως μέλος με κάπως παράξενο τρόπο (σχεδόν εκλιπαρώντας ως επαίτης):
"Αξιοσέβαστοι
Κύριοι, Ούτε η περιέργεια, μήτε ο εγωισμός, αλλά η πιο αληθής εκτίμηση
για την υψηλή σας συνάθροιση παρακινεί στην ταπεινότερη όλων των παρακλήσεων
για εισδοχή στο άδυτό σας, από το οποίο, παρά την άκρατη μυστικότητα,
εκπέμπεται αχτίδα αρχοντιάς, ανθρωπιάς και σοφίας. Διαφωτίστε με δια των
σοφών διδασκαλιών σας, δημιουργείστε με κατ' εικόνα σας και θα νοιώθω
βαθύτατη ευγνωμοσύνη,
Ο
πιο ταπεινός σας υπηρέτης, σας τιμώ, Johann Emanuel Schikaneder"
Το γράμμα του Schikaneder
είναι αποκαλυπτικό και δείχνει την ανάγκη του για αποδοχή σε μία επίσημη
οργάνωση. Η σύντομη επιστολή επίσης αναδεικνύει την ικανότητά του να υπογραμμίζει
το δραματικό στοιχείο (ή τουλάχιστον να ανταποκρίνεται σε αυτό) και την
αυτοπροβολή, δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία εμφανώς προκύπτουν
στον Papageno του (χαρακτήρας του Μαγικού Αυλού).
Τα μουσικά
είδη του Singspiel, της Opera Comique και της Opera Buffa
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα
στοιχεία του Μαγικού Αυλού είναι οι ρίζες του στην παράδοση του Singspiel
από τη μία πλευρά και η ικανότητα της ίδιας της όπερας να κινείται έξω
από τα όρια αυτής της παράδοσης από την άλλη. Αντιθέτως, η όπερα αυτή
δεν εγκατέλειψε ποτέ το εκάστοτε σύγχρονο δραματολόγιο και μάλλον ο
κατάλληλος συνδυασμός των θεμάτων, τα οποία την αποτελούν, τα σχηματικά
και μουσικά στοιχεία της θα ήταν χρήσιμοι μάρτυρες της μακρόχρονης επιτυχίας
της.
Το "Singspiel" σαν
φόρμα του λυρικού θεάτρου έχει συνδεθεί εξ αρχής με τη Γερμανική γλώσσα.
Ενώ το "Singspiel" είναι λέξη με δεδομένη σημασία και όχι όνομα, εντούτοις
σπανίως με