ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ που, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, έκανε τον κόσμο - αρχικά τον κόσμο που την περιέβαλε σαν μικρό παιδί και αργότερα τα δύο ημισφαίρια του πλανήτη - να μιλά διαρκώς ερίζοντας γι’ αυτήν, υπεραμυνόμενος ή και θίγοντας τον χαρακτήρα και τα κίνητρά της, να βοηθάει στο έργο της ή να αντιτίθεται σε αυτό με όλη του τη δύναμη, όταν δε πέθανε, να ανταλλάσσει τόσα τηλεγραφήματα ανάμεσα σε δύο ηπείρους σαν να επρόκειτο για αυτοκράτορα, πρέπει σίγουρα να ήταν αξιόλογος άνθρωπος. Τέτοια ήταν η Κυρία Ελένα Πετρόβνα Μπλαβάτσκυ, που γεννήθηκε στην οικογένεια των Χαν, όταν την εξουσία κατείχε ο ευσεβής Τσάρος.
Καταγόταν από τον φημισμένο σταυροφόρο Κόμη Ρότενστερν, που πρόσθεσε στο όνομά του το «Χάν», που σημαίνει πετεινός, γιατί αυτό το πτηνό του έσωσε τη ζωή από κάποιον πανούργο Σαρακηνό που είχε μπει στη σκηνή του για να τον σκοτώσει.
Κανένα σχεδόν γεγονός ή καμιά περίοδος στη διαδρομή της Κυρίας Μπλαβάτσκυ δεν ήταν συνηθισμένο. Διάλεξε να γεννηθεί σε αυτή τη ζωή στο Εκατερίνοσλαβ της Ρωσίας το 1831, όταν φέρετρα και απελπισία βασίλευαν παντού εξαιτίας της επιδημίας της χολέρας. Η υγεία του βρέφους ήταν τόσο εύθραυστη ώστε η οικογένεια αποφάσισε να το βαφτίσει αμέσως κατά το τελετουργικό της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάτι τέτοιο δεν ήταν σύνηθες, όμως η τελετή - συνοδευόμενη από την τύχη που πάντα ήταν στο πλευρό της Έλενας - ήταν ακόμα πιο αξιοσημείωτη και εντυπωσιακή. Κατά τη διάρκεια αυτού του μυστηρίου όλοι οι συγγενείς είναι παρόντες και στέκονται όρθιοι κρατώντας αναμμένα κεριά. Επειδή κάποιος συγγενής απουσίαζε, χρησιμοποίησαν σαν αντιπρόσωπό του ένα μικρό παιδί, θεία του βρέφους Έλενα, και του έδωσαν να κρατά ένα κερί σαν όλους τους άλλους. Κατάκοπο από την προσπάθεια το παιδάκι κάθισε στο πάτωμα χωρίς να γίνει αντιληπτό και, τη στιγμή ακριβώς κατά την οποίαν οι ανάδοχοι αποκήρυσσαν τον σατανά εκ μέρους του βρέφους φτύνοντας τρεις φορές στο έδαφος, το καθισμένο παιδί έβαλε κατά λάθος φωτιά στα άμφια του κληρικού που χοροστατούσε στο μυστήριο και αμέσως ξέσπασε μια μικρή πυρκαγιά και πολλοί από τους παρευρισκόμενους έπαθαν σοβαρά εγκαύματα. Με αυτό τον τρόπο, λοιπόν, μέσα στη μάστιγα του θανάτου που επικρατούσε στη χώρα, εμφανίστηκε στον κόσμο μας η Κυρία Μπλαβάτσκυ και βαφτίστηκε από τους ιερείς μέσα στις φλόγες μιας Εκκλησίας της οποίας τα πλανημένα δόγματα πάσχισε πολύ στη ζωή της να ξεσκεπάσει.
Συνδέθηκε με την άρχουσα τάξη της Ρωσίας. Το 1881, ο θείος της Στρατηγός Φαντέγιεφ, Σύμβουλος του Ρωσικού Κράτους, είπε σε μια συζήτηση ότι, ως κόρη του Συνταγματάρχη Πέτερ Χαν, ήταν εγγονή του Στρατηγού Αλέξις Χαν φον Ρότενστερν Χαν του παλαιού γένους των Μέκλενμπουργκ, που εγκαταστάθηκε στη Ρωσία, ενώ από την πλευρά της μητέρας της ήταν κόρη της Έλενας Φαντέεφ και εγγονή της Πριγκίπισσας Έλενας Ντολγκορούκι. Οι μητρικοί της πρόγονοι ανήκαν στις παλαιότερες οικογένειες της Ρωσίας όντας απευθείας απόγονοι του Πρίγκιπα ή Μεγάλου Δούκα Ρούρικ, του πρώτου ηγέτη της Ρωσίας. Αρκετές κυρίες της οικογένειας ανήκαν στον αυτοκρατορικό οίκο, γενόμενες Τσαρίνες κατόπιν γάμου. Μία από αυτές, μία Ντολγκορούκι, παντρεύτηκε τον παππού του Μεγάλου Πέτρου και μία άλλη μνηστεύθηκε τον Τσάρο Πέτρο τον Β. Μέσα από αυτές τις διασυνδέσεις ήταν φυσικό επακόλουθο για την Κυρία Μπλαβάτσκυ να γνωρίσει προσωπικά πολλούς Ρώσους ευγενείς.
Στο Παρίσι συνάντησα τρεις Ρώσους πρίγκιπες και έναν πασίγνωστο Στρατηγό, που μου μίλησαν για τα νεανικά της χρόνια και για τα θαυμαστά πράγματα που αναφέρονταν σε αυτήν κατά την εποχή εκείνη. Στη Γερμανία, επίσης, συνάντησα τον Πρίγκιπα Αιμίλιο του Βιτγκενστάιν, μιας από τις πολλές Ρωσο-γερμανικές οικογένειες, που ήταν εξάδελφος της Αυτοκράτειρας της Ρωσίας και υπασπιστής του Τσάρου, ο οποίος μου είπε ότι ήταν παλιός οικογενειακός της φίλος που είχε ακούσει πολλά γι’ αυτήν από νωρίς αλλά που, προς λύπη του, δεν είχε ποτέ την τύχη να την ξαναδεί μετά από μια σύντομη επίσκεψη που είχε κάνει στο σπίτι του συνοδευόμενη από τον πατέρα της. Εκείνος, πάντως, έγινε μέλος της περίφημης Θεοσοφικής Εταιρείας της δι’ αλληλογραφίας και έγραψε, μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, ότι σε ένα γράμμα της του είχε πει ότι δεν επρόκειτο να πάθει κανένα κακό κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Πράγματι έτσι κι έγινε.
Υπήρξε το παιδί - θαύμα της περιοχής και ο τρόμος των απλών δουλοπάροικων. Στη Ρωσία πιστεύουν πολύ στις προκαταλήψεις και στα σημεία, καθώς δε η Έλενα γεννήθηκε κατά τον 7ο μήνα μεταξύ της 30ης και 31ης ημέρας, οι τροφοί και οι υπηρέτες της πίστευαν ότι διέθετε δυνάμεις και αρετές που κανείς άλλος δεν είχε. Της επετράπησαν ελευθερίες που δεν δόθηκαν σε άλλους, μόλις δε άρχισε να καταλαβαίνει οι τροφοί της της ανέθεσαν τον κύριο ρόλο σε μια μυστικιστική Ρωσική τελετή που ελάμβανε χώρα στον εξωτερικό περίβολο της κατοικίας της κατά την 30η Ιουλίου αντικείμενο της οποίας ήταν ο εξευμενισμός του εφέστιου δαίμονα.
Έλαβε αποσπασματική παιδεία, τόσο ανεπαρκή ώστε να αποτελεί άλλη μια αιτία ανάμεσα σε πολλές ένεκα των οποίων οι φίλοι της πίστευαν στη μετέπειτα ζωή της, ότι ήταν προικισμένη με αφύσικες ψυχικές δυνάμεις ή, αλλιώς, πράγματι βοηθήθηκε από εκείνα τα αόρατα όντα που ισχυριζόταν ότι ήταν οι βοηθοί της και που ήταν άνθρωποι που ζούσαν στη γη αλλά διέθεταν εξελιγμένες αισθήσεις ανεπηρρέαστες από τον χρόνο και τον χώρο. Σαν παιδί δεν υπάκουε σε συμβατικές δεσμεύσεις, ίππευε οποιοδήποτε Κοζάκικο ίππο με ανδρική σέλα και αργότερα πέρασε πολύ χρόνο με τον πατέρα της και το σύνταγμά του στο στρατόπεδο όπου, με την αδελφή της, έγινε η μασκότ των στρατιωτών. Το 1844, όταν ήταν 14 χρονών, ο πατέρας της την πήγε στο Λονδίνο και το Παρίσι όπου έκανε κάποια πρόοδο στη μουσική και επανήλθε στην πατρίδα της πριν το 1848.
Ο γάμος της το 1848 με τον Στρατηγό Νικηφόρο Μπλαβάτσκυ, Κυβερνήτη του Ερεβάν στον Καύκασο, της έδωσε το όνομα Μπλαβάτσκυ το οποίο διατήρησε μέχρι τον θάνατό της. Αυτός ο γάμος, όπως όλα τα άλλα γεγονότα στη ζωή της, ήταν γεμάτος πυροτεχνήματα. Το απότομο ύφος της είχε κάνει τις φίλες της να ισχυρίζονται ότι δεν μπορούσε να κάνει τον ηλικιωμένο Μπλαβάτσκυ να την παντρευτεί αλλά ότι από καθαρό παλληκαρισμό είχε δηλώσει πως μπορούσε και βεβαίως πράγματι της έκανε πρόταση γάμου την οποίαν και αποδέχτηκε. Τότε ήταν που στον νου της Έλενας γεννήθηκε η φοβερή ιδέα ότι -στη Ρωσία- δεν ήταν δυνατόν ο γάμος να πάψει να ισχύει. Παντρεύτηκαν, η σχέση, όμως, διαλύθηκε όταν η Μπλαβάτσκυ έσπασε ένα κηροπήγιο στο κεφάλι του και βιαστικά εγκατέλειψε την κατοικία τους για να μην τον ξαναδεί ποτέ.
Όταν η απόφασή της έγινε φανερή, ο πατέρας της την βοήθησε να κάνει ταξίδια που άρχισαν έκτοτε και μόλις το 1858 επέστρεψε στη Ρωσία. Στο μεταξύ τα βήματά της την οδήγησαν στην Αμερική το 1851, στον Καναδά, τη Νέα Ορλεάνη, το Μεξικό, κατόπιν μακριά στην Ινδία και πάλι το 1853 πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη συνέχεια, οι συγγενείς της δεν την ξαναείδαν μέχρι το 1858, και όταν επέστρεψε, συνέβησαν και άλλα γεγονότα. Ήταν μια χειμωνιάτικη νύχτα και στο σπίτι της στη Ρωσία γινόταν ένας γάμος. Είχαν έλθει οι προσκεκλημένοι όταν, ξαφνικά, διακόπτοντας το γεύμα, χτύπησε δυνατά το κουδούνι και εμφανίστηκε στην πόρτα η Κυρία Μπλαβάτσκυ χωρίς να την αναγγείλει κανείς. Όπως βεβαιώνει η οικογένεια και πολλοί φίλοι τόσο με επιστολές όσο και με άρθρα στο Ρέμπους, μια πολύ γνωστή εφημερίδα στη Ρωσία καθώς και σε άλλες εφημερίδες, από τότε συνέβαιναν διαρκώς θαύματα που ήταν εντελώς ανεξήγητα με βάση τη θεωρία της ταχυδακτυλουργίας.
Ήταν θαύματα τέτοιου τύπου ώστε εκατοντάδες φίλων ερχόμενοι από πολύ μακριά επισκέπτονταν διαρκώς το σπίτι για να δουν την παράξενη Κυρία Μπλαβάτσκυ. Πολλοί ήταν δύσπιστοι, πολλοί άλλοι πίστευαν ότι επρόκειτο για μαγεία και άλλοι, πάλι, άρχισαν να την κατηγορούν για δόλο. Οι δεισιδαίμονες ευγενείς Γκούριελ και Μινγκρελιάν έρχονταν μαζικά και την κατηγορούσαν αδιάκοπα αποκαλώντας την μάγισσα. Έρχονταν να δουν τα θαύματα που άλλοι περιέγραφαν, να την βλέπουν να κάθεται ήρεμα να διαβάζει ενώ τραπέζια και καρέκλες κινούνταν μόνα τους και υπόκωφα χτυπήματα από κάθε κατεύθυνση έμοιαζαν να απαντούν σε ερωτήσεις. Ανάμεσα σε πολλά που έχουν επιβεβαιωθεί ήταν κι ένα που απευθυνόταν στον αδελφό της, ο οποίος αμφισβητούσε τις δυνάμεις της. Ένα μικρό τραπέζι σκακιού ήταν τοποθετημένο στο πάτωμα. Ήταν πολύ ελαφρύ - ένα παιδί μπορούσε να το σηκώσει και ένας άνδρας να το σπάσει. Κάποιος ρώτησε αν η Κυρία Μπλαβάτσκυ μπορούσε με τη δύναμη της θέλησής της να το κολλήσει στο πάτωμα. Η Κυρία Μπλαβάτσκυ τότε τους ζήτησε να το εξετάσουν και εκείνοι διαπίστωσαν την ελεύθερη κίνησή του. Στη συνέχεια κι ενώ βρισκόταν σε κάποια απόσταση, είπε : «Δοκιμάστε πάλι». Διαπίστωσαν, λοιπόν, ότι με καμία δύναμη δεν μπορούσαν να το μετακινήσουν και ο αδελφός της, υποθέτοντας ότι με τη σωματική του ρώμη θα μπορούσε εύκολα να ξεσκεπάσει το «τέχνασμα», αγκάλιασε το μικρό τραπέζι, το ταρακούνησε και το τράβηξε χωρίς να καταφέρει τίποτα. Το μόνο που κατάφερε ήταν να το κάνει να τρίξει δυνατά. Έτσι με τους τοίχους και τα έπιπλα να χτυπούν, τα αντικείμενα να μετατοπίζονται, με μηνύματα που έρχονταν για γεγονότα που συνέβαιναν μακριά, όλη η οικογένεια αλλά και η περιοχή βρισκόταν σε μια διαρκή κατάσταση αναστάτωσης. Η ίδια η Κυρία Μπλαβάτσκυ έλεγε ότι στη διάρκεια αυτής της περιόδου άφηνε τις ψυχικές της δυνάμεις να παίζουν και μάθαινε πώς να τις κατανοεί απολύτως και να τις ελέγχει.
Και πάλι, όμως, ξεπήδησε ένα πνεύμα ανησυχίας και τότε άρχισε ξανά να ψάχνει για να βρει, καθώς μου έγραψε, «άνδρες και γυναίκες που ήθελε να προετοιμάσει για το έργο ενός μεγάλου φιλοσοφικού και ηθικού κινήματος που προσδοκώ να ιδρύσω αργότερα».
Ενώ ταξίδευε προς τις Σπέτσες με ένα Ελληνικό σκάφος, το πλοίο ανατινάχτηκε από μια έκρηξη πυρίτιδας στο φορτίο του. Ελάχιστοι από όσους επέβαιναν σώθηκαν, ανάμεσά τους και η ίδια. Το 1871 έφτασε στο Κάιρο της Αιγύπτου όπου ίδρυσε μια εταιρεία με αντικείμενο την έρευνα του πνευματισμού για να ξεσκεπάσει τις πλάνες του, εάν υπήρχαν, και, εάν ήταν δυνατόν, να θέσει τα δεδομένα του πάνω σε μια σταθερή, επιστημονική και λογική βάση. Τούτο διήρκεσε, όμως, μόνο για 14 ημέρες και τότε έγραψε σχετικά: «Είναι ένας σωρός ερειπίων - ερείπια μεγαλοπρεπή όσο και οι τάφοι των Φαραώ».
Πάντως, ήταν στις Ηνωμένες Πολιτείες που άρχισε πράγματι το έργο που κατέστησε πασίγνωστο το όνομά της στην Ευρώπη, Ασία και Αμερική, που την έκανε διαβόητη στα μάτια εκείνων που αντιπαθούν όλους τους μεταρρυθμιστές, αλλά σπουδαία και ξακουστή σε όσους ισχυρίζονται ότι το έργο της τους έχει ωφελήσει. Πριν από το 1875 ερευνούσε και πάλι «τα του πνευματισμού» σε αυτή τη χώρα. Εκείνη την εποχή έστειλε επιστολές στην πατρίδα της αναλύοντας τα πνευματιστικά φαινόμενα, και διακήρυσσε ότι ήταν λανθασμένος ο ισχυρισμός ότι οι νεκροί έστελναν μηνύματα. Παράλληλα έδειχνε πως τα φαινόμενα αποκάλυπταν ότι συνέβαινε μια μεγάλη ψυχο-φυσιολογική αλλαγή που, αν αφηνόταν να συνεχιστεί μέσα στον παρόντα καθαρά υλικό πολιτισμό μας, θα έφερνε μεγάλη καταστροφή ηθικά και φυσικά.
Το 1875, λοιπόν, ίδρυσε στη Νέα Υόρκη τη Θεοσοφική Εταιρεία βοηθούμενη από τον Συνταγματάρχη Χ. Σ. Όλκοτ και άλλους δηλώνοντας ότι στόχος της ήταν η δημιουργία ενός πυρήνα για μια παγκόσμια αδελφότητα, η μελέτη των αρχαίων και άλλων θρησκειών και επιστημών καθώς και η έρευνα των ψυχικών και μυστηριωδών νόμων που επιδρούν στον άνθρωπο και τη φύση. Δεν υπήρχε ασφαλώς κανένα ιδιοτελές κίνητρο σε αυτό, ούτε και επιθυμία να κερδίσει χρήματα. Ελάμβανε χρηματικά ποσά από πηγές στη Ρωσία και από αλλού, μέχρις ότου διεκόπησαν επειδή απέκτησε την Αμερικανική υπηκοότητα και, επίσης, επειδή ο χωρίς ανταπόκριση μόχθος της για την εταιρεία την εμπόδιζε να γράφει σε Ρωσικά περιοδικά που με προθυμία δέχονταν τα κείμενά της.
Μόλις ιδρύθηκε η Θεοσοφική Εταιρεία είπε στον γράφοντα ότι έπρεπε να γραφτεί ένα βιβλίο προς χρήση της Εταιρείας. Τότε ξεκίνησε το «Αποκαλυμμένη Ίσις» εργαζόμενη ασταμάτητα γι’ αυτό μέρα και νύχτα μέχρις ότου εξασφαλίστηκε εκδότης.
Εν τω μεταξύ πλήθη επισκεπτών έρχονταν στον χώρο της στο Έρβιν Πλέις, αργότερα στον 34ο δρόμο και τελικά στη συμβολή του 47ου δρόμου με την 8η λεωφόρο. Οι εφημερίδες κατακλύζονταν από σχόλια για τις υποτιθέμενες δυνάμεις της ή χλεύαζαν τις δυνατότητες του ανθρώπου που εκείνη και η εταιρεία της υποστήριζε. Μια σημαντική καθημερινή εφημερίδα της Νέας Υόρκης την σχολίαζε ως εξής :
«Μια γυναίκα με στοιχεία το ίδιο άξια προσοχής όπως του Καλιόστρο, μια γυναίκα που καθημερινά κρίνεται διαφορετικά από διαφορετικούς ανθρώπους όπως συνέβαινε με τον περίφημο Κόμη στην εποχή του. Όσοι την γνωρίζουν ελάχιστα, την αποκαλούν τσαρλατάνο. Μια καλύτερη γνωριμία θα σε έκανε να την θεωρήσεις άνθρωπο των γραμμάτων. Όσο για εκείνους που ανήκουν στο στενό της περιβάλλον είτε συνεπαίρνονται, πιστεύοντας στη δύναμή της ή νιώθουν πλήρη σύγχυση».
Το «Αποκαλυμμένη Ισις» προσείλκυσε ζωηρό ενδιαφέρον και όλες οι εφημερίδες της Νέας Υόρκης έγραφαν κριτικές λέγοντας ότι ήταν φανερό ότι είχε κάνει εκτεταμένη έρευνα. Το παράξενο είναι, όπως εγώ αλλά και άλλοι πολλοί μπορούν να επιβεβαιώσουν ως αυτόπτες μάρτυρες της παραγωγής του βιβλίου, ότι η συγγραφέας δεν διέθετε βιβλιοθήκη για τη διεξαγωγή έρευνας, δεν κρατούσε σημειώσεις ούτε διάβαζε προηγουμένως. Όλα τα έγραφε χωρίς προεργασία. Εντούτοις, το κείμενό της είναι γεμάτο αναφορές σε βιβλία που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο και άλλες μεγάλες βιβλιοθήκες και κάθε αναφορά είναι σωστή. Επομένως, ως προς αυτό το βιβλίο, είτε πρόκειται για μια γυναίκα που είχε την ικανότητα να αποθηκεύει στη μνήμη της έναν όγκο γεγονότων, ημερομηνιών, αριθμών, τίτλων και θεμάτων που κανένα άλλο ανθρώπινο ον δεν μπορούσε να συγκρατήσει ή ο ισχυρισμός της ότι την βοήθησαν αόρατα όντα είναι σωστός.
Το 1878, όταν είχε ήδη εκδοθεί το «Αποκαλυμμένη Ισις», η Κυρία Μπλαβάτσκυ πληροφόρησε τους φίλους της ότι έπρεπε να πάει στην Ινδία για να ιδρύσει και εκεί το κίνημα της Θεοσοφικής Εταιρείας. Έτσι, τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους εκείνη και ο Συνταγματάρχης Όλκοτ, μαζί με άλλους δύο, ξεκίνησαν για την Ινδία, αφού για λίγο παρέμειναν στο Λονδίνο. Φτάνοντας στη Βομβάη τους συνάντησαν τρεις-τέσσερεις Ινδουιστές που είχαν ακούσει γι’ αυτό το θέμα από μακριά. Νοίκιασαν έναν χώρο στην παλαιά πόλη και σύντομα εκείνη και ο Συνταγματάρχης Όλκοτ εξέδωσαν το «ΘΕΟΣΟΦΟΣ», ένα περιοδικό που έγινε αμέσως γνωστό εκεί και κυκλοφόρησε ευρέως στη Δύση.
Στη Βομβάη, λοιπόν, και αργότερα στο Αντυάρ, στο Μαντράς, η Κυρία Μπλαβάτσκυ εργάστηκε αδιάκοπα, εκδίδοντας το περιοδικό της και διεξάγοντας μια ογκώδη αλληλογραφία με ανθρώπους από όλα τα μέρη του κόσμου που ενδιαφέρονταν για τη Θεοσοφία, ενώ καθημερινά συζητούσε άλλοτε διαφωνώντας και άλλοτε συμφωνώντας με μορφωμένους Ινδουιστές που την επισκέπτονταν διαρκώς. Επίσης, πολύ συχνά συνέβαιναν εκεί φαινόμενα, αργότερα δε η κοινωνία μη βρίσκοντας τίποτα σχετικό με τον ψυχικό κόσμο ερεύνησε τα φαινόμενα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή η γυναίκα που δεν είχε την παραμικρή περιουσία, που προηγουμένως ήταν άγνωστη στην Ινδία, είχε καταφέρει, με τρόπο που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν, να οργανώσει μια ευρεία συνωμοσία που εξαπλώθηκε σε όλη την Ινδία συμπεριλαμβάνοντας ανθρώπους όλων των τάξεων μέσω των οποίων μπορούσε να προκαλεί πλασματικά φαινόμενα. Παραθέτω τούτο σαν συμπέρασμα που υιοθέτησαν πολλοί. Για όποιον τη γνώρισε αλλά γνωρίζει και την Ινδία με τις εκατοντάδες διαφορετικές διαλέκτους, καμιά εκ των οποίων δεν μιλούσε η ίδια, ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι αλλόκοτο.
Οι Ινδουιστές την πίστευαν, πάντα έλεγαν ότι μπορούσε να τους εξηγήσει τις γραφές τους και τις φιλοσοφίες τους, ενώ οι Βραχμάνοι είχαν χάσει ή είχαν αποκρύψει το κλειδί και ότι με τις προσπάθειες και το έργο της Εταιρείας που ίδρυσε, οι νέοι της Ινδίας σώζονταν από τον απροκάλυπτο υλισμό, τη μόνη θρησκεία που μπορεί η Δύση ποτέ να προσφέρει σε έναν Ινδουιστή.
Το 1887, η Κυρία Μπλαβάτσκυ επέστρεψε στην Αγγλία και ξεκίνησε ένα ακόμα θεοσοφικό περιοδικό με τίτλο «ΛΟΥΣΙΦΕΡ». Αμέσως ξεσήκωσε το Κίνημα στην Ευρώπη. Κι εκεί, μέρα και νύχτα, όπως είχε κάνει στη Νέα Υόρκη και την Ινδία, έγραφε και μιλούσε αλληλογραφώντας διαρκώς με ανθρώπους από όλα τα μέρη του κόσμου, εκδίδοντας το «Λούσιφερ» και συγγράφοντας και άλλα βιβλία για την αγαπημένη της Εταιρεία, χωρίς ποτέ να διαθέτει τα οικονομικά μέσα, χωρίς ποτέ να δέχεται από τον κόσμο τίποτα άλλο από προσβολές που καθόλου δεν άξιζε.
Το «Κλειδί της Θεοσοφίας» το έγραψε στο Λονδίνο, όπως και το «Η Μυστική Δοξασία», που είναι το σπουδαιότερο Θεοσοφικό βιβλίο.
Εκεί, επίσης, έγραψε και το «Η Φωνή της Σιγής», ένα βιβλίο που απευθύνεται σε αφοσιωμένους Θεόσοφους. Το πεπρωμένο της εδώ ήταν να γράφει, να γράφει, να γράφει από το πρωί μέχρι το βράδυ. Εντούτοις, αν και φορτωμένη με σκάνδαλα και προσβεβλημένη εδώ, όπως και παντού, απέκτησε πολλούς αφοσιωμένους φίλους γιατί ποτέ στην ιστορία της δεν υπήρξε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Όσοι την συναντούσαν ή άκουγαν γι’ αυτήν, γίνονταν πάντα είτε πιστοί φίλοι είτε απηνείς εχθροί.
Η Μυστική Δοξασία έφερε στην εταιρεία την Άνι Μπέσαντ και τότε η Κυρία Μπλαβάτσκυ άρχισε να λέει ότι πλησίαζε το τέλος των κόπων της, αφού είχε εμφανιστεί μια γυναίκα που είχε το θάρρος των αρχαίων μεταρρυθμιστών και που θα βοηθούσε στην απρόσκοπτη συνέχιση του Κινήματος στην Αγγλία.
Η Μυστική Δοξασία απεστάλη στον Κύριο Στεντ της Παλ Μαλ Γκαζέτ αλλά κανείς από τους τακτικούς βιβλιοκριτικούς του δεν αισθάνθηκε επαρκής να την αναλάβει. Έτσι, ο Κύριος Στεντ ζήτησε από την Κα Μπέζαντ, εάν μπορούσε, να την μελετήσει. Εκείνη αποδέχτηκε την ανάθεση, την μελέτησε και στη συνέχεια διατύπωσε την επιθυμία να γνωρίσει τη συγγραφέα. Σε λίγο έγινε μέλος της Εταιρείας αφού πρώτα διερεύνησε πλήρως τον χαρακτήρα της Κυρίας Μπλαβάτσκυ και συμπαρατάχθηκε με όλες τις δυνάμεις της με τους Θεόσοφους. Κατόπιν, εγκαινιάστηκε μια μόνιμη έδρα στο Λονδίνο η οποία υφίσταται ακόμα. Εκεί πέθανε και η Κυρία Μπλαβάτσκυ γνωρίζοντας ότι η Εταιρεία για την οποίαν είχε τόσο μοχθήσει με κάθε θυσία ήταν επιτέλους μια οντότητα ικανή να αγωνίζεται μόνη της.
Κατά τη στιγμή του θανάτου της έδειξε πως η ζωή της είχε αφιερωθεί, με πλήρη συνειδητότητα, σε μια ιδέα που στα μάτια του κόσμου έμοιαζε Ουτοπική, αλλά στα δικά της μάτια απαραίτητη για τη φυλή. Εκλιπαρούσε τους φίλους της να μην επιτρέψουν να αποτύχει η αποστολή της, με τον θάνατό της, αφήνοντας το Κίνημα που ίδρυσε και συνέχισε με τόση ταλαιπωρία, να αποτύχει.
Ποτέ στη ζωή της δεν απέκτησε χρήματα ούτε επεδίωξε να αποκτήσει. Αργυρώνητοι συγγραφείς και κακεντρεχείς άνθρωποι έχουν πει ότι αγωνίστηκε να βρει χρήματα από αποκαλούμενα θύματα, αλλά όλοι οι στενοί φίλοι της γνωρίζουν ότι αρνήθηκε κατ’ εξακολούθηση να δέχεται χρήματα. Γνωρίζουν ότι πάντα είχε φίλους που της έδιναν ό,τι είχαν και δεν είχαν, εάν δεχόταν να τα πάρει, αλλά ποτέ δεν πήρε χρήματα ούτε και τα ζήτησε.
Εξάλλου, η φιλοσοφία και τα υψηλά ιδανικά της ώθησαν άλλους ανθρώπους να προσπαθούν να βοηθούν όσους είχαν ανάγκη. Από ένα τέτοιο κίνητρο ορμώμενος ένας πλούσιος Θεόσοφος της έδωσε 5000 δολάρια για να ιδρύσει μια λέσχη εργαζόμενων κοριτσιών στο Μπάου, στο Λονδίνο, και κάποια μέρα, αφότου η Κα Μπέζαντ είχε διευθετήσει το ζήτημα του οικήματος και τα σχετικά, η Κυρία Μπλαβάτσκυ, αν και άρρωστη και ηλικιωμένη, πήγε αυτοπροσώπως επί τόπου και εγκαινίασε τη λέσχη στο όνομα της Εταιρείας.
Στόχος και σκοπός της ζωής της ήταν να σπάσει τα δεσμά που σφυρηλάτησε το ιερατείο για τον ανθρώπινο νου. Ήθελε να μάθουν όλοι οι άνθρωποι ότι στην πραγματικότητα είναι Θεοί και ότι ως άνθρωποι πρέπει να φέρουν το φορτίο των αμαρτιών τους γιατί κανείς άλλος δεν μπορεί να το κάνει για λογαριασμό τους. Παρουσίασε, λοιπόν, στη Δύση τις αρχαίες Ανατολικές δοξασίες του κάρμα και της μετενσάρκωσης. Σύμφωνα με το πρώτο, το νόμο της δικαιοσύνης, έλεγε ότι καθείς πρέπει να δίνει τη δική του απάντηση και σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο να δίνει τις απαντήσεις στη γη, εκεί όπου όλες οι πράξεις πραγματώνονται.
Ήθελε, επίσης, να επανέλθει η επιστήμη στην αληθινή βάση, όπου η ζωή και η διάνοια ενυπάρχουν και δρουν στο σύμπαν πάνω και μέσα από κάθε άτομο. Στόχος της, λοιπόν, ήταν να κάνει τη θρησκεία επιστημονική και την επιστήμη θρησκευτική για να εξαλειφθεί ο δογματισμός εκατέρωθεν.
Από το 1875 πέρασε τη ζωή της μέσα στην αδιάκοπη προσπάθεια να φέρει στη Θεοσοφική Εταιρεία εκείνους που θα μπορούσαν να εργάζονται ανιδιοτελώς για την προώθηση μιας ηθικής και μιας φιλοσοφίας που θα τείνει να πραγματώνει την αδελφότητα του ανθρώπου αποδεικνύοντας την πραγματική ενότητα και την ουσιαστική μη-χωριστικότητα κάθε όντος. Ακόμα και τα βιβλία της τα έγραψε με τον διακηρυγμένο στόχο να προσφέρουν το υλικό για διανοητική και επιστημονική πρόοδο πάνω σε αυτές τις κατευθύνσεις.
Η θεωρία για την προέλευση του ανθρώπου, των δυνάμεων και του πεπρωμένου που πρότεινε και που αντλούσε από αρχαίες Ινδικές πηγές, μας τοποθετεί σε ένα υψηλότερο βάθρο από αυτό της θρησκείας ή της επιστήμης γιατί δίνει στον καθένα την δυνατότητα να εξελίξει τις θεόμορφες δυνάμεις που έχει εντός του και να γίνει τελικά συνεργάτης της φύσης.
Εφόσον, εν τέλει, καθείς πρέπει να πεθάνει, δεν θα πούμε ότι ο θάνατός της ήταν απώλεια. Εάν, όμως, δεν είχε ζήσει και δεν είχε κάνει όσα έκανε, η ανθρωπότητα δεν θα είχε το ερέθισμα και τις ιδέες που οδηγούν στο καλό που αποστολή της ήταν να δώσει και να διακηρύξει. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν πολλοί ή μάλλον εκατοντάδες ένθερμων, σοβαρών ανθρώπων αποφασισμένων να εξαγνίσουν τη ζωή τους και να απαλύνουν τη ζωή των άλλων, οι οποίοι ανάγουν τις ελπίδες και προσδοκίες τους στη σοφία-θρησκεία που αναβίωσε στη Δύση μέσα από τις δικές της προσπάθειες. Αυτοί με ευγνωμοσύνη ομολογούν πως ό,τι καλύτερο διαθέτουν είναι αποτέλεσμα της επίπονης και γεμάτης αυταπάρνηση ζωής της. Εάν, με τη σειρά τους, ζήσουν και αυτοί σωστά και πράττουν το καλό, δεν θα κάνουν τίποτα άλλο από το να δείχνουν έμπρακτα τη διδασκαλία που εκείνη καθημερινά δίδασκε και εφάρμοζε κάθε λεπτό.