24 Ιανουαρίου 1889
STANZA I.(συνεχίζεται).
Sloka (5). ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΜΟΝΟ ΓΕΜΙΖΕ ΤΟ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ ΟΛΟ, ΓΙΑΤΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, ΜΗΤΕΡΑ, ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΗΤΑΝ ΠΑΛΙ ΕΝΑ, ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΞΥΠΝΗΣΕΙ ΑΚΟΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΤΡΟΧΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΕ ΑΥΤΟΝ».
Ερ.: Είναι το «Σκοτάδι» το ίδιο με τον «Αιώνιο Γονέα Χώρο» που αναφέρθηκε στην Sloka (1);
Απ.: Όχι, καθόλου. Εδώ το «απεριόριστο όλο» είναι ο «Γονέας Χώρος», ενώ ο Κοσμικός Χώρος είναι ήδη κάτι που έχει χαρακτηριστικά, τουλάχιστον εν δυνάμει. «Σκοτάδι» από την άλλη πλευρά, και σε αυτό το παράδειγμα, είναι αυτό του οποίου κανένα χαρακτηριστικό δεν μπορεί να του αποδοθεί., αυτό είναι η Άγνωστη Αρχή που γεμίζει τον Κοσμικό Χώρο.
Ερ.: Χρησιμοποιείται το Σκοτάδι τότε ως μια έννοια του αντίθετου πόλου του Φωτός;
Απ.: Ναι, με την έννοια του Ανεκδήλωτου και του Αγνώστου ως αντίθετος πόλος στην εκδήλωση, και ως αυτό που δεν έχουμε την δυνατότητα να συλλογιστούμε.
Ερ.: Το Σκοτάδι δεν είναι, τότε, το αντίθετο του Φωτός, αλλά της διαφοροποίησης, ή μάλλον, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σύμβολο της Αρνητικότητας;
Απ.: Το «Σκοτάδι» όπως εννοείται εδώ δεν μπορεί να είναι αντίθετο ούτε με το Φως ούτε με την Διαφοροποίηση, καθώς και τα δύο είναι τα αποτελέσματα του νόμου της Μανβανταρικής εξέλιξης - ο κύκλος της Δράσης. Αυτό είναι το «Σκοτάδι πάνω στην επιφάνεια της Αβύσσου», στην Γένεση: Η Άβυσσος εδώ είναι «ο λαμπρός γιος του Σκοτεινού Πατέρα» ο Χώρος.
Ερ.: Είναι ότι δεν υπάρχει Φως ή απλά ότι δεν υπάρχει τίποτε να εκδηλωθεί, και κανείς να το αντιληφθεί;
Απ.: Και τα δύο. Στην έννοια της αντικειμενικότητας, και το φως και το σκοτάδι είναι πλάνες - Μαγιά. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν είναι Σκοτάδι ως απουσία φωτός, αλλά ως μία ακατανόητη Αρχή, η οποία, όντας Απολυτότητα η ίδια, δεν έχει για τις νοητικές μας αντιλήψεις ούτε μορφή, χρώμα, ουσιαστικότητα, ούτε οτιδήποτε που θα μπορούσε να εκφραστεί με λέξεις.
Ερ.: Πότε το Φως απορρέει από αυτό το Σκοτάδι;
Απ.: Επακόλουθα, όταν σημάνει η πρώτη ώρα της εκδήλωσης.
Ερ.: Το Φως, τότε είναι η πρώτη εκδήλωση;
Απ.: Αυτό συμβαίνει, αφού η διαφοροποίηση έχει αρχίσει, και στο τρίτο στάδιο τη εξέλιξης μόνο. Βάλτε στο μυαλό σας ότι στην φιλοσοφία χρησιμοποιούμε την λέξη «φως» με μια διπλή έννοια: μία έννοια για να δηλώσει το αιώνιο, απόλυτο φως, εν δυνάμει, πάντα παρόν στο στήθος του αγνώστου Σκοταδιού, συνυπάρχον, ίδιας αρχαιότητας με το Σκοτάδι στην Αιωνιότητα, ή με άλλα λόγια, ταυτόσημο με αυτό, και με μια άλλη έννοια ως μία Εκδήλωση της ετερογένειας και ως αντίθετο του πρώτου. Για αυτόν ο οποίος διαβάζει με κατανόηση, για παράδειγμα, τις Βίσνου Πουρανά, θα βρει την διαφορά μεταξύ των δύο όρων να αντιπροσωπεύονται, καλά, στον Βίσνου, ο οποίος είναι ένα με τον Μπράχμα, αλλά και ξεχωριστός με αυτόν. Εκεί, ο Βίσνου είναι το αιώνιο Χ, και ταυτόχρονα κάθε όρος της εξίσωσης. Αυτός είναι το Μπραχμά (το ουδέτερο) ως ουσία ύλη και Πνεύμα μαζί, τα οποία αποτελούν τις δύο αρχέτυπες όψεις του Μπράχμα - το Πνεύμα όντας το αφηρημένο φως*. Στις Βέντα, όμως, βρίσκουμε τον Βίσνου να έχει ασήμαντη θέση, και καμία αναφορά δεν γίνεται για το τι είναι ο Μπράχμα (το αρσενικό).
[ * Στο δεύτερο κεφάλαιο των Βίσνου Πουρανά (σε μετάφραση του Wilson) διαβάζουμε: « Ο Παρασαρά είπε: Δόξα στον αμετάβλητο, άγιο, αιώνιο, υπέρτατο Βίσνου, της μίας παγκόσμιας φύσης, τον ισχυρότερο από όλους: σε αυτόν που είναι Χιρανγκιαγκάρμπχα, Χάρι, και Σανκαρά, τον δημιουργό, τον συντηρητή, και καταστροφέα του κόσμου: στον Βασουντέβα, τον ελευθερωτή όσων τον λατρεύουν: σε αυτόν που η ουσία του είναι μαζί απλή και πολλαπλή, ο οποίος είναι μαζί άπιαστος και σωματικός, μη διακριτός και διακριτός: στον Βίσνου, την αιτία της τελικής απελευθέρωσης. Δόξα στον υπέρτατο Βίσνου, την αιτία της δημιουργίας, ύπαρξης, και του τέλους αυτού του κόσμου, ο οποίος είναι η αρχή αυτού του κόσμου, και ο οποίος υπάρχει για τον κόσμο.»
Και ξανά: « Ποιος μπορεί να περιγράψει αυτόν ο οποίος δεν προσεγγίζεται με τις αισθήσεις: ο οποίος είναι ο καλύτερος από όλα, η υπέρτατη ψυχή, αυθύπαρξη: ο οποίος είναι χωρίς όλα τα διακριτά χαρακτηριστικά της συνθετότητας, της κάστας, ή των ομοίων τους, και είναι απαλλαγμένος από την γέννηση, την μεταλλαγή, τον θάνατο, ή την φθορά: ο οποίος υπάρχει πάντα, και μόνος: ο οποίος υπάρχει παντού, και μέσω του οποίου υπάρχουν εδώ όλα τα πράγματα, και ο οποίος είναι, εκείθεν, με όνομα Βασουντέβα; Αυτός είναι το Μπραχμά, υπέρτατος, αγέννητος, άφθαρτος, που αποκαλύπτει την πλάνη, από μία ουσία, πάντα αγνή, ως ελεύθερη από ατέλειες. Αυτός ο Μπράχμα ήταν (είναι) όλα τα πράγματα, συμπεριλαμβάνοντας στην φύση του το διακριτό και το μη-διακριτό».
Ερ.: Ποιο είναι το νόημα της φράσης, «Πατέρας, Μητέρα και Γιος ήταν ακόμα μία φορά ένα»;
Απ.: Αυτό σημαίνει ότι οι τρεις λόγοι - ο ανεκδήλωτος «Πατέρας», η ημί-εκδηλωμένη «Μητέρα» και το Σύμπαν, το οποίο είναι ο τρίτος Λόγος της φιλοσοφίας μας ή Μπράχμα, ήταν κατά την διάρκεια της περιοδικής Πραλάγια ακόμα μία φορά ένα. Η διαφοροποιημένη ουσία είχε ξαναγίνει αδιαφοροποίητη. Η πρόταση «Πατέρας, Μητέρα και Γιος» είναι το αντίτυπο του Χριστιανικού τύπου - Πατέρας, Γιος, και Άγιο Πνεύμα - το τελευταίο από τα οποία ήταν, στον πρώιμο Χριστιανισμό και Γνωστικισμό, η θηλυκή «Σοφία». Αυτό σημαίνει ότι όλες οι δημιουργικές και ευαίσθητες δυνάμεις και τα αποτελέσματα από αυτές τις δυνάμεις οι οποίες σχηματίζουν το σύμπαν είχαν επιστρέψει στην δική τους αρχέτυπη κατάσταση: όλες ήταν συγχωνευμένες στο ένα. Κατά την διάρκεια των Μαχαπραλάγια ήταν μηδέν αλλά υπάρχουν στο Απόλυτο.
Ερ.: Ποιες είναι οι διαφορετικές σημασίες του Πατέρα, της Μητέρας και του Γιου; Στα ερμηνευτικά σχόλια, αυτά επεξηγούνται ως (α) Πνεύμα, Υπόσταση και Σύμπαν, (β) Πνεύμα, Ψυχή και Σώμα, (γ) Σύμπαν, Πλανητική αλυσίδα και Άνθρωπος.
Απ.: Έχω μόλις συμπληρώσει αυτά με επιπρόσθετη σαφήνεια, η οποία είναι ξεκάθαρη, νομίζω. Δεν υπάρχει τίποτε για να προστεθεί σε αυτήν την επεξήγηση, εκτός αν αρχίζουμε να ανθρωπομορφοποιούμε αφηρημένες αρχές.
Ερ.: Παίρνοντας τους τελευταίους όρους των τριών σειρών, αντιστοιχούν οι ιδέες Γιος, Σύμπαν, Άνθρωπος με κάποια άλλη;
Απ.: Φυσικά και αντιστοιχούν.
Ερ.: Και έχουν παραχθεί αυτοί οι όροι από τους απομένοντες συνδυασμούς των όρων από κάθε τριάδα, για παράδειγμα, Γιος από τον Πατέρα και Μητέρα, οι άνθρωποι από την Αλυσίδα και το Σύμπαν κ.ο.κ. και τελικά στην Πραλάγια είναι ο Γιος συγχωνευμένος ξανά πίσω στους γονείς του;
Απ.: Πριν απαντήσω στην ερώτηση, πρέπει να θυμηθείτε ότι η προηγούμενη περίοδος που αποκαλείται Δημιουργία δεν αναφέρεται σχετικά, αλλά μόνο αυτή όπου η ύλη είχε αρχίσει να διαφοροποιείται αλλά δεν είχε ακόμη προσλάβει μορφή. Ο Πατέρας-Μητέρα είναι ένας σύνθετος όρος ο οποίος σημαίνει την αρχετυπική Υπόσταση ή Πνεύμα-Ύλη. Όταν από την Ομοιογένεια, η Υπόσταση αυτή, ξεκινάει μέσω της διαφοροποίησης να πέφτει στην Ετερογένεια, γίνεται θετική κι αρνητική. Έτσι από την «Μηδενική κατάσταση» (ή λάγιαμ) αυτή γίνεται ενεργητική και παθητική, αντί να είναι μόνο παθητική. Και, ως συνέπεια αυτής της διαφοροποίησης (το αποτέλεσμα της οποίας είναι εξέλιξη και επακόλουθα το Σύμπαν) - παράγεται ο «Γιος», ο Γιος όντας αυτό το ίδιο το Σύμπαν, ή ο εκδηλωμένος Κόσμος, μέχρι μια νέα Μαχαπραλάγια.
Ερ.: Ή - η υπέρτατη κατάσταση στη λάγιαμ, ή στο μηδενικό σημείο, όπως στην αρχή πριν το στάδιο του Πατέρα, της Μητέρας και του Γιου;
Απ.: Υπάρχει μόλις ελάχιστη αναφορά σε αυτό το οποίο ήταν πριν την περίοδο του Πατέρα-Μητέρα στην Μυστική Δοξασία. Αν υπάρχει Πατέρας-Μητέρα, εκεί δεν μπορεί, φυσικά, να υπάρχει τέτοια κατάσταση όπως η Λάγια.
Ερ.: Ο Πατέρας-Μητέρα είναι συνεπώς μεταγενέστεροι από την κατάσταση Λάγια;
Απ.: Έτσι είναι. Ξεχωριστά αντικείμενα μπορεί να είναι στην Λάγια, αλλά το Σύμπαν δεν μπορεί να υπάρχει επομένως όταν ο Πατέρας-Μητέρα εμφανίζονται.
Ερ.: Είναι ο Φοχάτ ένας από τους τρεις, Πατέρας, Μητέρα και Γιος;
Απ.: Φοχάτ είναι ένας γενικός όρος και χρησιμοποιείται με πολλές έννοιες. Αυτός είναι το φως (Νταϊβιπρακρίτι) από όλους τους τρεις Λόγους - τα προσωποποιημένα σύμβολα από τα τρία πνευματικά στάδια της εξέλιξης. Ο Φοχάτ είναι το ολικό άθροισμα όλων των πνευματικών δημιουργικών ιδεοπλασιών άνωθεν, και όλων των ηλεκτροδυναμικών και δημιουργικών δυνάμεων κάτωθεν, στον Ουρανό και στην Γη. Φαίνεται να υπάρχει μεγάλη σύγχυση και παρεξήγηση όσον αφορά τον Πρώτο και το Δεύτερο Λόγο. Ο Πρώτος είναι το ήδη παρόν ακόμη εν τούτοις ανεκδήλωτο δυναμικό στο στήθος του Πατέρα-Μητέρας. Ο Δεύτερος είναι η αφηρημένη συλλογικότητα των δημιουργών που καλούνται «Δημιουργοί» από τους Έλληνες ή οι Κτίστες του Σύμπαντος. Ο τρίτος Λόγος είναι η υπέρτατη διαφοροποίηση του Δεύτερου και της εξατομίκευσης των Κοσμικών Δυνάμεων, από τις οποίες ο Φοχάτ είναι ο Αρχηγός, γιατί ο Φοχάτ είναι η σύνθεση των Επτά Δημιουργικών Ακτινών ή Ντχιάνι-Τσόχαν οι οποίοι απορρέουν από τον Τρίτο Λόγο.
Ερ.: Κατά την διάρκεια της Μανβαντάρα όταν ο Γιος είναι σε ύπαρξη ή αφυπνισμένος, υπάρχει ο Πατέρας-Μητέρα ανεξάρτητα ή μόνο ως εκδηλωμένοι στον Γιο;
Απ.: Χρησιμοποιώντας τους όρους Πατέρας, Μητέρα και Γιος, θα έπρεπε να προφυλαχτούμε από το να ανθρωπομορφοποιήσουμε τις αρχές. Οι δύο πρώτες αρχές είναι απλά φυγόκεντρες και κεντρομόλες δυνάμεις και το παράγωγό τους είναι ο «Γιος», επί πλέον, είναι αδύνατο να απαγορεύσεις και τον έναν και τον άλλον όρο από το σύστημα αρχών στην Εσωτερική Φιλοσοφία.
Ερ.: Αν είναι έτσι τότε ερχόμαστε σε άλλο σημείο: είναι δυνατό να φανταστούμε τις φυγόκεντρες και κεντρομόλες δυνάμεις να υπάρχουν ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα τα οποία παράγουν. Τα αποτελέσματα αναγνωρίζονται πάντα ως δευτερεύοντα σε σχέση με την αιτία ή τις αιτίες.
Απ.: Αλλά είναι πολύ αμφίβολο κατά πόσο μια τέτοια αρχή μπορεί να υποστηριχτεί, και να εφαρμοστεί στην Συμβολολογία μας, αν αυτές οι δυνάμεις υπάρχουν πρέπει να παράγουν αποτελέσματα, και αν τα αποτελέσματα παύουν, οι δυνάμεις παύουν μαζί με αυτά, γιατί ποιος μπορεί να έχει γνώση αυτών;
Ερ.: Μα αυτά υπάρχουν ως χωριστές οντότητες για μαθηματικούς σκοπούς, έτσι δεν είναι;
Απ.: Αυτό είναι διαφορετικό πράγμα. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην φύση και στην επιστήμη, στην πραγματικότητα και στο φιλοσοφικό συμβολισμό. Για τον ίδιο λόγο χωρίζουμε τον άνθρωπο σε επτά αρχές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός έχει επτά δέρματα, ή οντότητες, ή ψυχές. Αυτές οι αρχές είναι όλες όψεις από μία αρχή, κι ακόμη αυτή η αρχή είναι εξ άλλου μια προσωρινή και περιοδική ακτίνα της Μίας αιώνιας και άπειρης Φλόγας ή Φωτιάς.
Sloka (6) ΟΙ ΕΠΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΤΑ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΕΙΧΑΝ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ, Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑΣ, ΗΤΑΝ ΒΥΘΙΣΜΕΝΟΣ ΣΕ ΠΑΡΑΝΙΣΠΑΝΝΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΖΩΟΓΟΝΗΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΕΚΕΙΝΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ. ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ
Sloka (7) ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΕΙΧΑΝ ΕΞΑΛΕΙΦΘΕΙ. ΤΟ ΟΡΑΤΟ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΙ ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΠΑΥΟΤΑΝ ΣΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΜΗ ΟΝ, ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΟΝ.
Ερ.: Αν οι «αιτίες της ύπαρξης» είχαν εξαλειφθεί πώς ξαναήρθαν σε ύπαρξη; Δηλώθηκε στα Σχόλια ότι η αρχική αιτία της ύπαρξης είναι η «επιθυμία για ύπαρξη» αλά στην sloka, το σύμπαν αποκαλείται ο «γιος της ανάγκης».
Απ.: «Οι αιτίες της ύπαρξης είχαν εξαλειφθεί» αναφέρεται στην τελευταία Μανβαντάρα, ή εποχή του Μπράχμα, αλλά η αιτία η όποια κάνει τον Τροχό του Χρόνου και του Χώρου να ανέρχεται στην Αιωνιότητα, η οποία είναι έξω από τον Χώρο και τον Χρόνο, δεν έχει τίποτε να κάνει με τις πεπερασμένες αιτίες ή ότι αποκαλούμε Νιντάνα. Δεν μου φαίνεται να υπάρχει αντίφαση στις δηλώσεις.
Ερ.: Υπάρχει, βέβαια, μια αντίφαση. Αν οι αιτίες της ύπαρξης είχαν εξαλειφθεί, πως ξαναήρθαν σε ύπαρξη; Αλλά η απάντηση μεταθέτει την δυσκολία, γιατί δηλώθηκε ότι μία Μανβαντάρα είχε εξαφανιστεί σε μια Πραλάγια, και ότι η αιτία η οποία οδήγησε την προηγούμενη Μανβαντάρα σε ύπαρξη είναι τώρα πίσω από τα όρια του Χώρου και του Χρόνου, και συνεπώς προκαλεί μια άλλη Μανβαντάρα να έρθει σε ύπαρξη.
Απ.: Κάπως έτσι είναι. Αυτή η μία αιώνια αιτία και συνεπώς «αιτία χωρίς αιτία» είναι αμετάβλητη και δεν έχει τίποτε να κάνει με τις αιτίες σε οποιοδήποτε από τα επίπεδα τα οποία αφορούν πεπερασμένα και σχετικά όντα. Η αιτία μπορεί συνεπώς να είναι μια πεπερασμένη συνείδηση ή μια επιθυμία. Είναι ανοησία να υποθέτουμε ότι υπάρχει επιθυμία ή αναγκαιότητα στο Απόλυτο. Το χτύπημα του ρολογιού δεν υποδηλώνει την επιθυμία του ρολογιού να χτυπήσει.
Ερ.: Αλλά το ρολόι είναι κουρδισμένο και χρειάζεται ένα Κλειδί κουρδίσματος;
Απ.: Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για το σύμπαν και αυτήν την αιτία, το Απόλυτο περιέχοντας μαζί το ρολόι και το Κλειδί κουρδίσματος, πάντα είναι το Απόλυτο, η μόνη διαφορά είναι ότι το πρώτο [το Σύμπαν] είναι κουρδισμένο μέσα στον Χώρο και στον Χρόνο και η δεύτερη [η αιτία] έξω από τον Χώρο και τον Χρόνο με άλλα λόγια στην Αιωνιότητα.
Ερ.: Το ερώτημα πράγματι απαιτεί μια εξήγηση για την αιτία της διαφοροποίησης, μέσα στο Απόλυτο;
Απ.: Αυτό είναι έξω από την σφαίρα επιρροής των συλλογισμών. Το Παραμπράχμα δεν είναι μια αιτία, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αιτία που να το αναγκάσει να απορρεύσει ή να δημιουργήσει. Μιλώντας ακριβέστερα, το Παραμπράχμα δεν είναι ακόμα το Απόλυτο αλλά η Απολυτότητα. Το Παραμπράχμα δεν είναι η αιτία, αλλά η αιτιότητα, ή η προωθητική αλλά όχι η βουλητική δύναμη, σε κάθε εκδηλωμένη Αιτία. Εμείς ίσως έχουμε κάποια συγκεχυμένη ιδέα ότι υπάρχει κάποιο τέτοιο πράγμα όπως αυτή η Αιτία χωρίς Αιτία ή η Αιτιότητα. Αλλά είναι αδύνατο να το προσδιορίσεις. Στις «Διαλέξεις πάνω στην Μπχάγκαβαντ Γκιτά» από τον κύριο Subba Row, δηλώθηκε ότι λογικά ακόμη και ο Πρώτος Λόγος δεν μπορεί να γνωρίζει το Παραμπράχμα, αλλά μόνο την Μουλαπρακρίτι, το πέπλο του. Όταν, συνεπώς, δεν έχουμε ακόμη ξεκάθαρη ιδέα της Μουλαπρακρίτι, την πρώτη βασική όψη του Παραμπράχμα, τι μπορούμε να γνωρίζουμε για αυτήν την Υπέρτατη Πληρότητα η οποία είναι καλυμμένη από την Μουλαπρακρίτι ( την ρίζα της φύσης ή Πρακρίτι) ακόμη και για τον Λόγο;
Ερ.: Ποιο είναι το νόημα της έκφρασης σε αυτήν την Sloka, «το ορατό που υπήρχε και το αόρατο που υπάρχει»;
Απ.: «Το ορατό που υπήρχε» σημαίνει το σύμπαν της προηγούμενης Μανβαντάρα η οποία πέρασε στην Αιωνιότητα και δεν υπήρχε πλέον. «Το αόρατο που υπάρχει» δηλώνει την αιώνια, πάντοτε παρούσα και πάντοτε αόρατη θεότητα, την οποία αποκαλούμε με πολλά ονόματα, όπως αφηρημένο Χώρο, Απόλυτο Sat κ.α. και δεν γνωρίζουμε, στην πραγματικότητα τίποτε γι’ αυτήν.
Sloka (8) ΜΟΝΟ Η ΜΙΑ ΜΟΡΦΗ ΥΠΑΡΞΗΣ ΑΠΛΩΝΟΤΑΝ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ, ΑΠΕΙΡΗ ΧΩΡΙΣ ΑΙΤΙΑ, ΜΕΣΑ ΣΕ ΥΠΝΟ ΔΙΧΩΣ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΠΑΛΛΟΤΑΝ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ, ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΠΑΝΤΑΧΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΤΙΛΗΠΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΟΙΧΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΝΤΑΝΓΚΜΑ.
Ερ.: Βλέπει το «Μάτι» επάνω στο Απόλυτο ή είναι «η μία μορφή της ύπαρξης» και «η Πανταχού Παρουσία» τίποτε άλλο παρά το Απόλυτο, ή διάφορα ονόματα για την ίδια Αρχή;
Απ.: Αυτά είναι όλα ένα, φυσικά, είναι απλά μεταφορικές εκφράσεις. Παρακαλώ να προσέξετε ότι το «Μάτι» δεν λέγεται ότι «βλέπει», αυτό μόνο «αντιλαμβάνεται» την «Πανταχού Παρουσία».
Ερ.: Είναι τότε διαμέσου αυτού του «Ματιού» που δεχόμαστε τέτοια αντίληψη ή συναίσθημα ή συνείδηση;
Απ.: Διαμέσου αυτού του «Ματιού», σίγουρα, αλλά τότε κάποιος πρέπει να έχει τέτοιο «Μάτι» πριν να μπορέσει να δει, ή να γίνει ένας Ντάνγκμα, ή ένας ενορατικός.
Ερ.: Η υψηλότερη πνευματική ικανότητα, πιθανώς;
Απ.: Πολύ σωστά. Αλλά πού, σε αυτό το στάδιο, ήταν ο ευτυχισμένος κάτοχος του; Δεν υπήρχε Ντάνγκμα να αντιληφθεί την «Ολική Παρουσία», διότι δεν υπήρχαν ακόμη άνθρωποι.
Ερ.: Με αναφορά στην sloka (6), δηλώθηκε ότι η αιτία του Φωτός ήταν το Σκοτάδι;
Απ.: Το Σκοτάδι, εδώ πρέπει ξανά να αναγνωστεί με μια μεταφορική έννοια. Αυτό είναι Σκοτάδι περισσότερο αναντίρρητα για τις διάνοιες μας, καθόσον δεν γνωρίζουμε τίποτε γι’ αυτό. Σας είπα ήδη ότι ούτε το Σκοτάδι ούτε το Φως είναι για να χρησιμοποιούνται με την έννοια των αντιθέτων, όπως γίνεται στον διαφοροποιημένο κόσμο. Το Σκοτάδι είναι ο όρος τον οποίο δίνουμε για να δώσουμε την πιο ελάχιστη αφορμή για παρανοήσεις.. Για παράδειγμα, αν χρησιμοποιούνταν ο όρος «Χάος», θα ήταν πιθανό να τον συγχέουν με την χαοτική ύλη.
Ερ.: Ο όρος φως, βεβαίως, δεν χρησιμοποιήθηκε για το φυσικό φως;
Απ.: Φυσικά όχι. Εδώ το φως είναι η πρώτη δυνατότητα (εν δυνάμει) αφυπνισμένο από την κατάστασή του λάγια για να γίνει δύναμη (εν δράσει). Αυτό είναι το πρώτο σκίρτημα στην αδιαφοροποίητη ύλη το οποίο την ρίχνει στην αντικειμενικότητα και στο επίπεδο από το οποίο θα ξεκινήσει η εκδήλωση.
Ερ.: Αργότερα στην Μυστική Δοξασία, δηλώνεται ότι το φως γίνεται ορατό από το σκοτάδι, ή μάλλον ότι το σκοτάδι υπάρχει αρχικά, και ότι το φως είναι το αποτέλεσμα της παρουσίας των όντων που το αντανακλούν, αυτό είναι για το αντικειμενικό σύμπαν. Τώρα αν πάρουμε μια σφαίρα νερού και περάσουμε μια ηλεκτρική δέσμη από μέσα της, θα βρούμε ότι αυτή δέσμη είναι αόρατη, εκτός αν υπάρχουν αδιαφανή σώματα μέσα στο νερό, όπου σε αυτήν περίπτωση, θα φανούν μέρη φωτός. Είναι αυτή μια καλή αναλογία;
Απ.: Πιστεύω ότι είναι μια αρκετά σωστή επεξήγηση.
Ερ.: Δεν είναι το Φως μια διαφοροποίηση της δόνησης;
Απ.: Έτσι είπαμε στην Επιστήμη, όπως και ο Ήχος επίσης. Και έτσι βλέπουμε ότι οι έννοιες είναι σε ένα αδιαφιλονίκητο βαθμό ανταλλάξιμες. Πώς θα εξηγήσετε, για παράδειγμα, το γεγονός ότι σε έκσταση ένας διορατικός μπορεί να διαβάσει ένα γράμμα, μερικές φορές τοποθετημένο στο μέτωπο, στο πέλμα των ποδιών, ή σε σημάδια του στομαχιού;
Ερ.: Αυτή είναι μια υπεραίσθηση.
Απ.: Όχι, καθόλου. Αυτό είναι απλά ότι η έννοια του βλέμματος μπορεί να ανταλλαχτεί με την έννοια του αγγίγματος.
Ερ.: Αλλά δεν είναι η αίσθηση της διαίσθησης η αρχή της έκτης αίσθησης;
Απ.: Αυτό είναι πέρα από την παρούσα περίπτωση, η οποία είναι απλά η ανταλλαγή των αισθήσεων της αφής και της όρασης. Αυτοί οι μάντεις, όμως, δεν είναι ικανοί να πούνε για το περιεχόμενο ενός γράμματος το οποίο δεν το έχουν δει ή έχουν έρθει σε επαφή με αυτό. Αυτό απαιτεί την άσκηση της έκτης αίσθησης, το προηγούμενο είναι αποτέλεσμα άσκησης των αισθήσεων του φυσικού πεδίου, το δεύτερο είναι αποτέλεσμα μιας αίσθησης ανωτέρου επιπέδου.
Ερ.: Αυτό είναι πολύ πιθανό από την Φυσιολογία όπου κάθε αίσθηση μπορεί να αναλυθεί στην αίσθηση της αφής, η οποία μπορεί να αποκληθεί η συνιστώσα αίσθηση. Αυτό το πόρισμα έχει βγει από την εμβρυολογική μελέτη , η οποία δείχνει ότι η αίσθηση της αφής είναι η πρώτη και κύρια αίσθηση και ότι όλες οι υπόλοιπες εξελίσσονται από αυτήν. Όλες οι αισθήσεις, συνεπώς, είναι περισσότερο εξειδικευμένες ή διαφοροποιημένες μορφές της αφής.
Απ.: Αυτήν δεν είναι η άποψη της Ανατολικής φιλοσοφίας. Στην Ανουγκίτα, διαβάζουμε για μια συζήτηση, μεταξύ του «Μπραχμάν» και της συζύγου του, που αφορά τις αισθήσεις, που δηλώνονται ως επτά, «τον νου και την αντίληψη», όντας οι άλλοι δύο, σύμφωνα με την μετάφραση του Mr. Trimbak και του Καθηγητή Max Muller. Αυτοί οι όροι, όμως, δεν αποδίδουν το σωστό νόημα των Σανσκριτικών όρων. Τώρα, η πρώτη αίσθηση, σύμφωνα με τους Ινδούς, συνδέεται με τον ήχο. Αυτή δύσκολα μπορεί να είναι η αίσθηση της αφής.
Ερ.: Με την αφή πιο πιθανά εννοείται η ευαισθησία, ή κάποια αίσθηση που έχει ένα μέντιουμ;
Απ.: Στην Ανατολική φιλοσοφία, εν τούτοις, η έννοια του ήχου είναι εκδηλωμένη πρώτη, και η επόμενη είναι η αίσθηση της όρασης, οι ήχοι που περνάνε στα χρώματα. Οι διορατικοί μπορούν να δουν ήχους και να ανιχνεύουν κάθε πληροφορία και μορφή με πολύ μεγαλύτερη ευκρίνεια από ότι θα μπορούσαν με τις συνήθεις αισθήσεις της ακοής - δόνησης, ή ακοής.
Ερ.: Ισχύει τότε, ότι ο ήχος γίνεται αντιληπτός ως ένα είδος ρυθμικής κίνησης;
Απ.: Ναι, και τέτοιες δονήσεις μπορούν να ειδωθούν σε μια μεγαλύτερη απόσταση από ότι να γίνουν ακουστές.
Ερ.: Αλλά, υποθέτοντας ότι η φυσική ακοή είχε σταματήσει, και ένα άτομο αντιλαμβανόταν τους ήχους διορατικά, δεν θα μπορούσε αυτή η αίσθηση να μεταφραστεί σε διορατική ακοή το ίδιο καλά;
Απ.: Μία αίσθηση πρέπει φυσικά να ενωθεί σε κάποιο βαθμό μέσα στην άλλη. Έτσι επίσης ο ήχος μπορεί να μεταφραστεί στην γεύση. Υπάρχουν ήχοι οι οποίοι έχουν γεύση υπερβολικά οξεία στα στόματα κάποιων ευαίσθητων, ενώ άλλες δημιουργούν την γεύση του γλυκού, στην πραγματικότητα, η όλη κλίμακα των αισθήσεων είναι επιδεκτική συσχετίσεων.
Ερ.: Τότε πρέπει να προεκτείνεται και στην αίσθηση της όσφρησης;
Απ.: Πολύ φυσικά, όπως έχουμε δείξει, ήδη, πιο πριν. Οι αισθήσεις είναι ανταλλάξιμες πάντα όταν αποδεχόμαστε τις συσχετίσεις. Επιπλέον μπορούν να ενταθούν ή να μετριαστούν αξιοσημείωτα. Τώρα θα καταλάβετε την αναφορά στις Βέντα και Ουπανισάντ, όπου λέγεται ότι οι ήχοι παρατηρούνται.
Ερ.: Υπήρχε μια περίεργη ιστορία στο τελευταίο τεύχος του Harper’s Magazine για μία φυλή σε ένα νησί στις Νότιες Θάλασσες η οποία έχει ουσιαστικά χάσει την τέχνη και την συνήθεια της ομιλίας και της συνομιλίας. Ακόμη, αυτοί εμφανίστηκαν να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον και να καταλαβαίνουν καθαρά ποια είναι η σκέψη του άλλου.
Απ.: Τέτοιο «Παλάτι της Αλήθειας» θα μπορούσε δύσκολα να ταιριάζει στην σύγχρονη κοινωνία. Ωστόσο, ήταν ακριβώς με τέτοια μέσα που στις πρώτες φυλές, λέγεται ότι επικοινωνούσαν οι άνθρωποι μεταξύ τους, παίρνοντας η σκέψη μια αντικειμενική μορφή, πριν η ομιλία αναπτυχθεί σε μια ξεχωριστή γλώσσα. Αν είναι έτσι, τότε θα έπρεπε να υπάρχει μια περίοδος στην εξέλιξη των ανθρωπίνων φυλών όταν ολόκληρη η Ανθρωπότητα ήταν συγκροτημένη από ευαίσθητους και μάντεις.