Η λέξη «επιστήμη» προέρχεται από το ρήμα «επίσταμαι» που σημαίνει «γνωρίζω καλά». Τελευταία χρησιμοποιείται για να δηλώσει ένα συγκεκριμένο είδος «γνώσης», έναν ορισμένο κλάδο ή έναν τρόπο γνώσης αλλά ουσιαστικά είναι ακαθόριστος. Η Θεοσοφία έχει χαρακτηρισθεί ως Επιστήμη των Επιστημών. Περιλαμβάνει όλη τη γνώση με την «πραγματική» έννοια του όρου. Ένας από τους Διδασκάλους της Σοφίας είπε ότι « η σύγχρονη επιστήμη είναι ο καλύτερος σύμμαχός μας…..» (M.L.11, χρον.65). Το είπε στο τέλος του 19ου αι. όταν η επιστήμη καθιερωνόταν ως ο ατρόμητος ερευνητής όλων των φυσικών φαινομένων. Έκανε ταχεία πρόοδο στην εξερεύνηση του διαστήματος, στην ανακάλυψη της φύσης της ύλης, της σύνθεσης και της λειτουργίας των ζώντων κυττάρων και στο ρόλο που παίζουν στους ζώντες οργανισμούς κ.ο.κ. Ο Δαρβίνος μόλις είχε εισηγηθεί την «Προέλευση των Ειδών» και τη θεωρία του για την επιβίωση του ικανοτέρου. Αυτή η προϊούσα αντίληψη του φυσικού κόσμου προκαλούσε τις θέσεις της θρησκείας σχετικά με τη Θεία Δημιουργία. Η επιστήμη ενθάρρυνε τη διατύπωση ερωτημάτων σχετικά με τις δογματικές βεβαιότητες που προηγουμένως εθεωρούντο αδιαμφισβήτητες. Οι Διδάσκαλοι ενθάρρυναν αυτή τη φιλελευθεροποίηση της σκέψης και την απτόητη έρευνα της πραγματικότητας της ύπαρξης, χωρίς να λογαριάζουν τις πολλές και από μακρού χρόνου παραδεδεγμένες απόψεις.
Η επιστήμη, ίσως, σήμερα αισθάνεται ανασφαλέστερη από όσο ήταν περί το τέλος του 19ου αι. Οι απόψεις της έχουν λιγότερη βεβαιότητα, οι βάσεις της δεν είναι τόσο ασφαλείς όσο πριν από μερικά χρόνια. Ανακαλύψεις και θεωρίες αλλάζουν διαρκώς και με μεγάλη ταχύτητα. Συνεπώς η επιστήμη έχει γίνει πιο ευέλικτη και πρόθυμη να ερευνά περιοχές που ήταν πριν απαγορευμένες, κυρίως περιοχές υποκειμενικότητας έναντι της συνήθους καθαρής αντικειμενικότητας. Η κβαντική φυσική με τις θεωρίες της περί απεντοπισμού έχει διανοίξει νέα πεδία. Μερικοί επιστήμονες αρχίζουν να θέτουν ερωτήματα που υπαινίσσονται την πιθανότητα μη-φυσικών περιοχών ύπαρξης. Εμπειρίες π.χ. παραθανάτιες έχουν τραβήξει την προσοχή σε περιοχές πέραν του αυστηρά υλικού. Τώρα υπάρχει, επίσης, μια άποψη που συνεχώς κερδίζει έδαφος ότι παρά φύση φαινόμενα σαν την ανάγνωση της σκέψης ή τη μεταβίβαση, την ψυχοκινητική, την υλοποίηση σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις, την από αποστάσεως θεραπεία κ.ο.κ. θα έπρεπε να αναγνωρισθούν και να ερμηνευθούν. Τα σύγχρονα πρότυπα επιστημονικής σκέψης δεν μπορούν να υιοθετήσουν τέτοιες καταστάσεις.
Η Θεοσοφία παρέχει έτοιμα πρότυπα για ερμηνεία τέτοιων φαινομένων αλλά μέχρι τώρα έχουν αγνοηθεί. Αυτές οι απαντήσεις περιλαμβάνουν επεξηγηματικό υλικό για τη φύση του χώρου και του χρόνου, για την ύπαρξη και τα χαρακτηριστικά ποικίλων μη φυσικών επιπέδων ύπαρξης. Για παράδειγμα, το επίπεδο εκείνο που είναι κοντά στο φυσικό, το σχηματικό (το Αστρικό )έχει αρκετές λειτουργίες. Για έναν θεόσοφο αυτές αντιστοιχούν στα διάφορα υποπεδία αυτού του επιπέδου. Εκεί κατοικεί η μνήμη, εκεί αποθηκεύεται η ζωτικότητα, η παγκόσμια δύναμη ζωής, για να διαχυθεί στο φυσικό. Από αυτό το επίπεδο «υποκειμενικές» μορφές προβάλλονται στη φυσική, αντικειμενική ύπαρξη.
Η Ε.Π.Μ. κάνει μια σημαντική διαπίστωση στη «Μυστική Διδασκαλία»: «Τώρα οι Αποκρυφιστές που βρίσκουν κάθε άτομο στο μικρό σύμπαν είτε ως σύνολο είτε μεμονωμένο, σε Μία Ενότητα ή Παγκόσμια Ζωή, που δεν αναγνωρίζουν πως οτιδήποτε στη Φύση μπορεί να είναι ανόργανο, αυτοί που δεν ξέρουν τι θα πει νεκρή ύλη-οι Αποκρυφιστές είναι συνεπείς με τη διδασκαλία τους περί Πνεύματος και Ψυχής όταν μιλάνε για μνήμη σε κάθε άτομο, για θέληση και αίσθηση.» (Ν.Δ. ΙΙ, σ.72)
Η σχετικά πρόσφατη ιδέα στον επιστημονικό κόσμο ότι ο παρατηρητής επηρεάζει τα αποτελέσματα των πειραμάτων στο υπο-ατομικό επίπεδο αρχίζει να υποδηλώνει ότι ο παρατηρητής συμμετέχει στην πειραματική διαδικασία. Σύμφωνα με τη Θεοσοφία, αυτό οφείλεται στη φύση των εσώτερων υποκειμενικών πεδίων, ιδιαίτερα του νοητικού επιπέδου όπου παρεμπιπτόντως λέγεται ότι ο χώρος δεν έχει διάσταση (υπό την έννοια της φυσικής επιστήμης) και ο χρόνος δεν ισχύει έτσι όπως κανονικά γίνεται αντιληπτός. Έτσι λοιπόν στον υποκειμενικό χώρο ο νόμος του τετραγώνου ο σχετικός με τα αποτελέσματα και την απόσταση δεν ισχύει.
Υπάρχει και μια άλλη τρέχουσα επιστημονική θεωρία για τον απεντοπισμό. Υπο-ατομικά σωματίδια μπορούν να αλληλοεπηρεαστούν σε τέτοιες αποστάσεις ώστε αλλαγές σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη θέση επηρεάζουν αμέσως το άλλο που βρίσκεται σε άλλη θέση. Μέχρι τώρα δεν υπάρχει επιστημονική εξήγηση γι’ αυτό αλλά όσον αφορά στον απεντοπισμό υπενθυμίζεται στους μελετητές ότι «το Σημείο είναι παντού ενώ η περιφέρεια πουθενά» συμπληρωμένο από τη ρήση στο Ερμητικό Αξίωμα ότι «τίποτα δεν είναι μεγάλο, τίποτα δεν είναι μικρό». Παρομοίως ο Αποκρυφιστής θα μπορούσε να ρωτήσει: «Πού βρίσκεται μια σκέψη;» Ο επιστήμονας μπορεί να απαντούσε «στον εγκέφαλο», όμως η σκέψη είναι άυλη και ο εγκέφαλος είναι κάτι το υλικό. Πώς γίνεται η ύλη να παράγει κάτι το άυλο; Ξανά η απάντηση σε αυτό μπορεί να δοθεί μέσω της εσώτερης φύσης της ύλης, που έχει τις υποκειμενικές αρχές και υπο-αρχές της. Ο θεόσοφος βλέπει, επίσης, πως εφόσον οποιοδήποτε υλικό σωματίδιο έχει ζωντανή υπόσταση, η έμφυτη ενέργειά του είναι ζωή, η Μοναδική Παγκόσμια Ζωή.
Μια πλήρης μεταφυσική θεώρηση του απεντοπισμού καθίσταται πολύ περίπλοκη. Η ανάμειξη αιτίων και αποτελεσμάτων σε αυτούς τους μη-φυσικούς τομείς γίνεται εξαιρετικά πολύπλοκη, ιδιαίτερα επειδή ό,τι συμβαίνει σε αυτούς μπορεί να αντικατοπτριστεί στο φυσικό πεδίο και συνεπώς να το επηρεάσει. Στον Αποκρυφισμό η ύπαρξη των Στοιχειακών όντων έχει συνάφεια με αυτό. Συνιστούν έναν τρόπο ενέργειας για τα περισσότερα φαινόμενα. Τα Στοιχειακά θεωρούνται μη-νοήμονες οντότητες και δρουν ως δυνάμεις της Φύσης.
Η σύγχρονη επιστήμη ακόμα στερείται ενός προτύπου του δομημένου κόσμου σαν αυτό που παρέχεται από τη Θεοσοφία με τα επτά επίπεδα της ύπαρξης, όπου το καθένα έχει τα δικά του κύρια χαρακτηριστικά. Επίσης στερείται της ιδέας και όσων απορρέουν από αυτήν ότι δεν υπάρχει «νεκρή» ύλη. Τα δύο συνεπακόλουθα της συνειδητότητας και της μνήμης καθώς και της ύλης ως ζώσας, αντανακλώνται στην αντίληψη της μεγάλης διαδικασίας της εξέλιξης. Το καθετί κτίζει πάνω σε αυτό που προηγήθηκε. Αυτή είναι η βάση για το σημαντικό έργο του Ρούπερτ Σέλντρεϊκ «η Παρουσία του Παρελθόντος».
Η Επιστήμη έχει υπο-κλάδους. Ένας απ’ αυτούς είναι η βιολογία, η επιστήμη των έμβιων όντων. Η Θεοσοφία τη διευρύνει με την ιδέα της ότι δεν υπάρχει νεκρή ύλη, ότι τίποτα δεν είναι ανόργανο, και υποστηρίζοντας ότι όλα εκδηλώνουν μια όψη της Μίας Ζωής. Αυτή η Μοναδική Ζωή παρουσιάζει δύο αδιάσπαστες όψεις: τη μορφή (ύλη) αφενός και την ενέργεια ως δυναμισμό (ζωή ή πνεύμα) αφετέρου. Η συνειδητότητα, η μνήμη και η θέληση είναι έμφυτες σε αυτό τον συνδυασμό. Η «Βούληση», επομένως, είναι γνώρισμα όλων των πραγμάτων. Αυτά είναι στοιχεία βασικών δεδομένων που δεν έχουν ακόμα εκτιμηθεί από την επιστήμη αλλά που σαφώς έχουν διακηρυχθεί από τη Θεοσοφία.
Εφόσον η Θεοσοφία και οι αρχές της καταστούν γνωστές, θα καταδειχθεί ότι η φιλοσοφία μας δεν είναι μόνο «μια στενή συγγενής της σύγχρονης επιστήμης» αλλά και ο πρόγονός της αν και την υπερβαίνει κατά πολύ στη λογική. Θα καταδειχθεί επίσης ότι και η «μεταφυσική» της είναι ευρύτερη, ωραιότερη και ισχυρότερη από οποιαδήποτε μεταφυσική που πηγάζει από μια δογματική λατρεία. Πρόκειται για τη μεταφυσική της Φύσης στην ενάρετη γυμνότητά της από φυσικής, ηθικής και πνευματικής άποψης, ενώ μόνη αυτή μπορεί να εξηγεί το φαινομενικό θαύμα με φυσικούς και ψυχικούς νόμους, να συμπληρώνει τις απλές φυσικές και παθολογικές αντιλήψεις της Επιστήμης και να καταργεί για πάντα τους ανθρωπόμορφους Θεούς και Δαίμονες των δυαδικών θρησκειών. Κανείς δεν πιστεύει πιο σταθερά στην Ενότητα των αιώνιων νόμων από τους Θεόσοφους. (C.W. VIII, 76).
Δωδέκατη Δυνατότητα: Τέχνη, Υγεία, Ψυχολογία και Παραψυχολογία
Με την εμφάνιση της Θεοσοφίας ολόκληρο σύνολο νέων ιδεών γεννιέται στον τομέα της τέχνης, κυρίως από την απόκρυφη άποψη της φύσης του καλλιτέχνη. Η Θεοσοφία διδάσκει ότι κάθε άνθρωπος είναι μια μικροσκοπική μα μοναδική αντανάκλαση του μακρόκοσμου, του συμπαντικού συνόλου. Καθεμιά από τις ικανότητές του προέρχεται τελικά από μεγάλα Όντα που προόδευσαν κατά τη διάρκεια των αιώνων του εξελικτικού χρόνου πολύ υπεράνω αυτού στην κλίμακα της ύπαρξης. Είναι συλλογικές οντότητες, αθροίσματα πολλών κατώτερων ζώντων όντων, η καθεμιά με την ευφυΐα της και τις μνήμες της. Όλες μαζί αποτελούν μια ευρεία συσσωρευμένη εμπειρία που έχει αποκτηθεί από πλήθη «Ζωών» κατά την άνοδό τους στην εξελικτική κλίμακα. Η Ζωή, σε αυτό το πλαίσιο, γνωστή ως Μονάδα, έχει διέλθει όλα τα βασίλεια της Φύσης και από εκεί έχει εισέλθει στο ανθρώπινο βασίλειο όπου εξατομικεύεται και προχωρεί μέσω των υπο-Φυλών και Φυλών στις οποίες, κατά σειρά, αναπτύσσει ανθρώπινες ικανότητες. Τελικά τα οχήματά της προσαρμόζονται να προχωρούν ως οντότητες μέσα στα υπερανθρώπινα βασίλεια.
Η Φύση παρέχει όλα όσα συνιστούν όχι μόνο τη φυσική ύπαρξη του ανθρώπου αλλά και τις μη-φυσικές αρχές του. Κάθε κύτταρο, ακόμα και του σώματός του, έχει τις δικές του εσώτερες αρχές, μέσω των οποίων αυτό το κύτταρο βρίσκεται σε επαφή με το αντίστοιχο συμπαντικό επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο αντανακλά κάπως τα χαρακτηριστικά αυτού του επιπέδου. Συνεχώς ο άνθρωπος γίνεται δέκτης του απόηχου όσων συμβαίνουν στο σύμπαν στο βαθμό που οι διάφορες πτυχές της ύπαρξής του έχουν αναπτυχθεί και εναρμονισθεί. Ο καλλιτέχνης απαντά στην αρμονία της Φύσης με ήχο, χρώμα, μορφή ή συναίσθημα. Βλέπει κάτι από το μεγαλοπρεπές συμπαντικό σχέδιο στις συμμετρικές παραστάσεις, στις εκφράσεις του προσώπου, στην κίνηση, στο ρυθμό και στη μελωδία της γλώσσας και του ήχου. Οι μουσικοί ακούνε με τα εσώτερα αυτιά τους την ουράνια μουσική. Μπορούν και να την καταγράψουν και με τα μουσικά όργανα και τις τεχνικές που διαθέτουν, μπορούν να εκφράζουν ό,τι ακούνε από τη μελωδία και την αρμονία. Ο χορευτής και ο τραγουδιστής, επίσης, με το δικό τους τρόπο ερμηνεύουν και δείχνουν κάτι από αυτούς τους ρυθμούς και τις αρμονίες που δεν έχουν ακουστεί. Οι ευαίσθητες ψυχές τους μπορούν να μας μιλούν αλλά και εμείς πρέπει να είμαστε ικανοί να ανταποκρινόμαστε. Χρειαζόμαστε μάτια για να βλέπουμε και αυτιά για να ακούμε. Χωρίς αυτά δεν μπορούμε να ανταποκρινόμαστε και χωρίς την ανταπόκρισή μας οποιαδήποτε μορφή τέχνης είναι απλώς μια σκιά, μια παρουσίαση χωρίς νόημα. Ανταπόκριση σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης μέσα από το όραμα ή την όραση προϋποθέτει την ψυχή μας, επιπλέον, όμως, στο βαθμό που ανταποκρίνεται, αναζωογονείται και η ίδια. Υπάρχει μια ιερότητα και αγιότητα σε αυτή την εκτίμηση που μας οδηγεί στα πνευματικά βασίλεια. Οι χαρακτήρες μας μεταβάλλονται. Ξυπνούν μέσα μας τα ύψιστα συναισθήματα της αφοσίωσης, του θάρρους, της καρτερικότητας, της σύμπνοιας, της αγάπης και της ευσπλαχνίας. Η πραγματική τέχνη θα το πετύχει αυτό για μας, αν της δίνουμε την προσοχή μας και αν μπορούμε αληθινά να βλέπουμε και να ακούμε. Όλοι διαθέτουμε το αναγκαίο εσωτερικό όργανο αλλά, ίσως, χρειάζεται κούρδισμα.
Ο Διδάσκαλος Kουτχούμι έλεγε ότι «ο θιασώτης της μελωδίας δεν γνωρίζει υψηλότερη κατάσταση ευδαιμονίας και ευτυχίας από τη μουσική- την πιο θεϊκή και πνευματική από τις τέχνες. Ενώ αυτό αφορά ειδικά μια μορφή τέχνης έχουμε τη ρήση κατά την οποία η Θεότητα εκφράζεται με «καλοσύνη, αλήθεια κι ομορφιά». Υπάρχει, ακόμα, και η έκφραση ότι «η ομορφιά βρίσκεται στα μάτια αυτού που βλέπει». Χωρίς μάτια δεν υπάρχει ομορφιά. Θα μπορούσε, επίσης, να λεχθεί ότι η Θεοσοφία βρίσκεται στο βλέμμα- ή στην ψυχική ανταπόκριση- του μαθητή. Αλλιώς δεν υφίστανται γι’ αυτόν.
Ασχοληθήκαμε με μερικές πτυχές των πνευματιστικών φαινομένων και του ψυχισμού στην Έβδομη Δυνατότητα. Το βασικό κριτήριο κατά τη θεοσοφική ερμηνεία τους είναι τα πεδία της Φύσης και η απόκρυφη σύσταση του ανθρώπου από αρχές (βλέπε Παράρτημα ). Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση υπάρχει σε αυτές μια σημαντική διαίρεση – στο μέσο του Πέμπτου πεδίου ή στην Πέμπτη αρχή του Μάνας, δηλαδή του νου. Η διαχωριστική γραμμή αναφέρεται ως εμπόδιο ή γέφυρα, το Ανταχκαράνα. Η Φύση πάνω απ’ αυτή τη γραμμή θεωρείται «ά-μορφη» και υποκειμενική και κάτω από τη γραμμή, αντικειμενική. Ως προς τα πεδία, ως προς τις αρχές είναι πνευματική (Εγωϊκή ) σε ανώτερα επίπεδα ή καταφανώς υλική, προσωπική, σε κατώτερα επίπεδα. (όμως η ύλη μπορεί να είναι μη-φυσική ).
Αυτή η πληροφορία είναι βασική για την κατανόηση της ψυχολογίας και της παραψυχολογίας. Μερικοί ψυχολόγοι έχουν αναγνωρίσει μια διάκριση ανάμεσα στο προσωπικό εγώ (αυτό) και στο υπερ-εγώ. Το εγώ στο οποίο αναφέρονται έχει μελετηθεί σχετικά επαρκώς και πολλή θεραπευτική πρακτική έχει αναπτυχθεί από την κλινική εμπειρία. Το υπερ-εγώ, όμως, το θεοσοφικό πνευματικό Εγώ ή η Ατομικότητα- τόσο σπάνια εκδηλώνεται που πολύ λίγα είναι γνωστά για την πραγματική του φύση, για τις πραγματικές του δυνατότητες.
Ακόμα θεωρείται ευρέως ως αξίωμα, αλλά υπάρχει μαρτυρία της ύπαρξής του λόγω της αντανάκλασής του στις ανώτερες τρεις υπο-αρχές της καμικής ή συγκινησιακής κύριας (τέταρτης) αρχής. Ακόμα και αυτές οι αντανακλάσεις, αν και χρωματίζονται από φιλαυτία, καταδεικνύουν μερικές από τις ανώτερες πνευματικές πτυχές της προσωπικότητας.
Για την παραψυχολογία είπαμε μερικά λόγια στην Έβδομη Δυνατότητα. Η Θεοσοφία έρχεται πάλι να εμπλουτίσει αυτό το πεδίο δραστηριότητας με τα χαρακτηριστικά και τις ποιότητες των επιπέδων και των αρχών. Το νοητικό επίπεδο και ο νους παίζουν μεγάλο ρόλο στα «πνευματικά» μηνύματα, στην «αυτόματη» γραφή και προφανώς στη μεταβίβαση της σκέψης. Σε άλλα φαινόμενα το αστρικό (τρίτο) επίπεδο και το Αστρικό Σώμα ανακατεύονται, μερικές φορές με τη βοήθεια των Στοιχειακών π.χ. υλοποιήσεις, προσκομίσεις, κατακρήμνιση εικόνων και γραμμάτων.
Τα ψυχολογικά φαινόμενα περιλαμβάνουν τη διχασμένη προσωπικότητα, τις έμμονες ιδέες και τη δαιμονοληψία. Και πάλι η γνώση των μεταθανάτιων διαδικασιών βοηθά στην κατανόηση του τί συμβαίνει. Ο άνθρωπος είναι το πνευματικό του Εγώ ή η Ατομικότητά του, αλλά συνδέεται με μια προσωπικότητα κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής. Σε περιπτώσεις έμμονων ιδεών η προσωπικότητα μπορεί να καθορισθεί από ένα ή και πιο πολλά ισχυρά Στοιχειακά, συχνά αλλά όχι πάντα δικής της δημιουργίας, από παρατεταμένες συνήθειες π.χ. Αυτή καθεαυτή η δαιμονοληψία συμβαίνει όταν οι προσωπικές αρχές καθορίζονται απολύτως ή εν μέρει και προσωρινά από ένα «Στοιχειό» δηλαδή ένα επίμονο ψυχικό κατάλοιπο ενός πεθαμένου ανθρώπου από το οποίο το πνευματικό Εγώ έχει αποχωρισθεί κατά τη φυσιολογική διαδικασία του θανάτου. Το «Στοιχειό» μπορεί να παραμείνει ισχυρό για όσο χρόνο επιμένει. Μπορεί να ψάξει να βρει «ζωή» για να πραγματοποιήσει τις παρορμήσεις του στο φυσικό σώμα ενός ζώντος ανθρώπου. Ωθείται από έντονη επιθυμία για σαρκική ικανοποίηση όπως για σεξουαλικές διαστροφές, μέθη, συχνά σατανική σκληρότητα κ.λ.π. Στερείται παντελώς συνείδησης ή αξιοπρεπούς συγκράτησης εξαιτίας του χωρισμού του από την πνευματική του ψυχή. ( Ως προς παραδείγματα και θεραπείες σχετικές με τις έμμονες ιδέες κ.λ.π., βλέπε C. W. Πίνακα Περιεχομένων και Τόμο ΙΙ, 399)
Η Θεοσοφία έχει κάτι σημαντικό να πει για την υγεία. Το ακόλουθο απόσπασμα μπορεί να φανεί ρηχό αλλά έχει ευρεία απήχηση: «Κάθε άνθρωπος παράγει Κάρμα είτε καλό είτε κακό σε κάθε πράξη και σκέψη της καθημερινής του διαδρομής και συγχρόνως σε αυτή τη ζωή επεξεργάζεται το Κάρμα που παρήγαγαν με τις πράξεις και τις επιθυμίες τους οι προηγούμενες προσωπικότητες. Όταν βλέπουμε ανθρώπους προσβεβλημένους από συγγενείς παθήσεις μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι αυτές οι παθήσεις είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα αιτιών που οι ίδιοι δημιούργησαν σε προηγούμενη γέννηση. Μπορεί να αντιταχθεί ως επιχείρημα το ότι, αφού αυτές οι ασθένειες είναι κληρονομικές, είναι δυνατόν να μην έχουν καμία σχέση με μια προηγούμενη ενσάρκωση. Όμως, πρέπει να θυμόμαστε ότι το Εγώ, ο πραγματικός άνθρωπος, η ατομικότητα δεν έχει πνευματική αφετηρία στο γένος στο οποίο ενσωματώνεται πάλι, αλλά έλκεται από τη συνάφεια που ο προηγούμενος τρόπος ζωής του πρόσδεσε μέσα στο ρεύμα που τον μεταφέρει, όταν έρχεται η ώρα της επαναγέννησης, στο σπίτι το πιο κατάλληλο για την ανάπτυξη αυτών των τάσεων.» (Το Κλειδί της Θεοσοφίας, σ.229, Θεοσοφικές Εκδόσεις ).
Συμπέρασμα
Οι δυνατότητες της Θεοσοφίας μπορούν να γίνουν πραγματικότητα και η ευεργετικότητά τους προς την ανθρωπότητα μπορεί να γίνει αισθητή μόνο εφόσον διαδοθούν. Έχουν περάσει περισσότερα από εκατό χρόνια από τότε που βρίσκονται στη διάθεσή μας με τα γραπτά της Ε.Π.Μ. και των Μυστών Δασκάλων της. Όμως, για διάφορους λόγους, προφανώς από αντίδραση ιδιοτελών παραγόντων, έχουν αποσιωπηθεί ή αγνοηθεί. Το όραμα ήταν, ευθύς εξαρχής, να καταστεί η Θεοσοφική Εταιρεία, το μέσο δια του οποίου θα γινόταν γνωστό πως όλες αυτές οι δυνατότητες ήσαν στη διάθεση ολόκληρου του κόσμου. Είναι καθήκον μας, ως μελών της Εταιρείας, να εξοικειωθούμε με όλες τις πτυχές της Θεοσοφικής διδασκαλίας, ιδιαίτερα με αυτές τις δυνατότητες, έτσι ώστε να μπορέσουμε να τις διαδόσουμε κάνοντάς τες ευρέως διαθέσιμες, όπως ήταν η αρχική πρόθεση.
Η εμφάνιση της Θεοσοφίας ήταν ένα μοναδικό παγκόσμιο γεγονός πιο σημαντικό ακόμα και από τον Χριστιανισμό. Οι ιδρυτές των μεγάλων θρησκειών της ιστορίας υπήρξαν Μύστες υψηλού βαθμού στην Απόκρυφη Ιεραρχία ( με τα διάφορα παρακλάδια της ). Οι Διδάσκαλοι της Σοφίας που ενέπνευσαν την ίδρυση της Θεοσοφικής Εταιρείας ήσαν μέλη αυτής της Αδελφότητας. Όχι μόνο διέθεσαν στον κόσμο γενικά τη διεξοδική και πολύ βαθιά φιλοσοφική διδασκαλία αλλά και την παρέδωσαν μέσω της Ε Π.Μ. και σε κάποιο βαθμό κατευθείαν οι ίδιοι, γραπτώς. Κανένας άλλος Διδάσκαλος δεν το είχε κάνει αυτό προηγουμένως. Αν και δεν έχουμε τους Διδασκάλους τώρα μαζί μας, έχουμε αυτή την ασύγκριτα πολύτιμη φιλολογία για πάντα ή για όσο καιρό διαφυλαχτεί.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε τη μεγάλη αυταπαρνητική συμβολή της Ε.Π.Μ. στο έργο αυτό και να την εκτιμήσουμε ειλικρινά. Της οφείλουμε μεγάλη ευγνωμοσύνη όχι μόνο για τη γραπτή αυτή πραγμάτωση της δυνατότητας της Θεοσοφίας αλλά και για την άμεση σχέση της με μερικούς από τους Διδασκάλους και τη μαρτυρία της ύπαρξής τους που αυτή η σχέση προσέφερε. Έγιναν «πραγματικότητα» και κατ’ αυτόν τον τρόπο έμπνευση σε πολλούς. Ως μαρτυρία έχουμε ό,τι είπε γι’ αυτούς στη διήγησή της για τη συγγραφή του «Αποκαλυμμένη Ίσις» καθώς και όσα οι ίδιοι είπαν για τη συμμετοχή τους στη συγγραφή της «Μυστικής Διδασκαλίας».
Η ΕΣΧΑΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ. «Η πρακτική Θεοσοφία δεν είναι μια Επιστήμη αλλά αγκαλιάζει κάθε επιστήμη στη ζωή, ηθική και φυσική. Εν ολίγοις μπορεί δικαίως να θεωρηθεί ως ο παγκόσμιος προγυμναστής, ένας δάσκαλος παγκόσμιας γνώσης και εμπειρίας και μιας ευρυμάθειας που όχι μόνο βοηθάει και οδηγεί τους μαθητές του σε επιτυχείς εξετάσεις κάθε επιστημονικής ή ηθικής υφής στην επίγεια ζωή αλλά τους προετοιμάζει για τις ζωές που θα έρθουν, εάν και εφόσον αυτοί οι μαθητές μελετήσουν το σύμπαν και τα μυστήριά του και τα αφομοιώσουν….»(C. W. X, 165)
Βιογραφικά Στοιχεία
Ο Τζέφρεϋ Φάρδινγκ γεννήθηκε στην Αγγλία στις 10 Δεκεμβρίου 1909. Φοίτησε σε δύο οικοτροφεία όπως συνηθιζόταν. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου αλλά εργάσθηκε ως μαθητευόμενος μηχανικός, ενώ παρακολούθησε νυχτερινά τμήματα στο Κολέγιο Τεχνολογίας του Μάντσεστερ του οποίου έγινε Συνεργάτης. Υπηρέτησε επί έξι χρόνια στο Στρατό, στο Σώμα των Βασιλικών Διαβιβάσεων και αποστρατεύθηκε ως Ταγματάρχης. Ο Τζέφρεϋ έγινε μέλος της Στοάς Leeds της Θεοσοφικής Εταιρείας της Αγγλίας (Αντυάρ) το 1945.
Έχοντας ικανό υπόβαθρο, λόγω των μελετών που είχε κάνει, σύντομα διαπιστώθηκε ότι ήταν επαρκής γνώστης της Θεοσοφίας ικανός να δίνει διαλέξεις κι αυτό έγινε λίγο μετά τον ερχομό του στην Εταιρεία. Έκτοτε έχει δώσει διαλέξεις σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο και κατέλαβε διάφορες θέσεις στην Θεοσοφική Εταιρεία της Αγγλίας περιλαμβανομένης και της θητείας του ως Γενικού Γραμματέα (1969-72). Μια περίοδο υπηρέτησε ως μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Εταιρείας στο Αντυάρ της Ινδίας και υπήρξε μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας επί σειρά ετών.
Κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990, ο Τζέφρεϋ ήταν τακτικός συντονιστής σειράς μαθημάτων σε ετήσιες τοπικές συναθροίσεις που λάβαιναν χώρα το Σαββατοκύριακο και κατά τις οποίες διερευνούσε τη «Μυστική Διδασκαλία». Αυτές οι συναθροίσεις γίνονταν στο Τέκελς Παρκ, στο Κάμπερλυ του Σάρεϋ. Έχει λάβει ενεργό μέρος σε ανάλογες συναντήσεις για την Θεοσοφία /Επιστήμη που διοργανώνονταν στο Αγγλικό Τμήμα κάθε χρόνο και εξακολουθεί να είναι δάσκαλος στην Ευρωπαϊκή Σχολή της Θεοσοφίας της οποίας είναι ιδρυτικό μέλος. Στη δεκαετία του 1970 ίδρυσε μια θυγατρική οργάνωση – την ένωση Μπλαβάτσκυ (Blavatsky Trust) – σκοπός της οποίας είναι η διάδοση της γνώσης των γραπτών της Ε.Π.Μ.
Ο κ. Φάρδινγκ έχει γράψει αρκετά θεοσοφικά βιβλία : «Μεταθανάτιες Καταστάσεις και Συνειδητοποίηση», «Θεότητα, Σύμπαν και άνθρωπος», «Θεοσοφία- Περί τίνος πρόκειται;», «Όταν Πεθάνουμε», «Ανακαλύπτοντας το Μέγα Υπερπέραν» και την «Τριλογία». Το 1974 έδωσε την περίφημη Διάλεξη Μπλαβάτσκυ στην Ετήσια Σύνοδο της Αγγλικής Θεοσοφικής Εταιρείας με θέμα τη Ζωή, το Θάνατο και τα Όνειρα και το 1996 βραβεύθηκε με το Μετάλλιο της Τάξης του Σούμπα για τη σημαντική του συνεισφορά στη Θεοσοφική λογοτεχνία.
Η παρούσα εργασία είναι μια διάλεξη που έγινε από τον κ.Τζ.Φάρδινγκ στη Θερινή Σχολή της Θεοσοφικής Εταιρείας στο Γουιντσέστερ της Αγγλίας, στο Κολέγιο Κινγκ Άλφρεντ, την Κυριακή 29 Ιουλίου 2001.