ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ/BOARD/ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ

4 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Παρ 29/02/2008 20:37
Ο Γέροντας Παϊσιος είναι μία από τις μεγάλες "μορφές" της Ελληνορθοδοξίας, όπου ζούσε σαν ερημίτης στο όρος Σινά όπου ζούσε πολύ ταπεινά με τρόφιμα που του "έδινε" η γη και συγκεκριμένα λίτρα νερό, την μέρα που έδινε μια πηγή το οποίο το μοιραζόταν με τους Βεδουϊνους της περιοχής.

Παιδική ηλικία

Ο Γέρων Πασιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου το 1924. Ο πατέρας του ονομάζονταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του ονομάζονταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς το μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν « βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε ».

Εφηβικά χρόνια και ο στρατός

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελνόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμεί στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του, το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Το 1949 απολύθηκε από το στρατό.

Μοναστικός Βίος

Τα πρώτα χρόνια

Ο πατέρας Πασιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του απο το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ενα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του. Ετσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.

Λίγο αργότερα αποχώρησε απο τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.

Το 1954 έφυγε απο τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά απο δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν που τελικά που ονομάστηκε και «Πασιος» χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Πασιο τον β΄, που ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Πασιο.

Το 1958 ύστερα απο «εσωτερική πληροφόρηση» πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε τους ετερόδοξους αλλά και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορόντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του ευαγγελίου. 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, οπου αγαπήθηκε πολύ απο τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.

Απο εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και οτι κέρδιζε τα έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθει στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά απο το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν μαθαίνοντας για ένα χαρισματικό μοναχό που ονομάζεται Πασιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρονακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Συχνά μάλιστα βοηθάει ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου το Γέροντα Τύχωνα. Οι δύο γέροντες ανέπτυξαν δυνατή φιλία η οποία τερματίσθηκε με την κοίμηση του Γέρωντα Τύχωνα το 1968. Ο Πασιος έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία του φίλου του λίγο πριν πεθάνει.

Στην Παναγούδα

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν μια σκήτη εγκαταλελειμμένη και ο Πασιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί απο τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμα του συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Συνέχισε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Οι ασθένειες του Γέροντα

Το ιστορικό

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του αφήνει μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, όταν βρισκόταν στη φάση της πρέσσας έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπομένει την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε την σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της ζωής του

Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Πασιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.

Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά ο Γέροντας Πασιος «κοιμήθηκε» την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00. Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Πνευματική Παρακαταθήκη του Γέροντα Πασιου

Γενικά

Ο Γέρων Πασιος ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος, ο οποίος πίστευε στο λόγο του ευαγγελίου κάνοντας τρόπο ζωής τον μοναστικό βίο και τις διδαχές της ορθόδοξης ασκητικής παράδοσης. Οι εγκύκλιες γνώσεις του, περιορίζονταν σε γνώσεις δημοτικού. Παρόλα αυτά ξεχώριζε για την « χαριτωμένη » απλότητά του και την έντονη αγωνία που τον διακατείχε για την βοήθεια των συνανθρώπων του, που αναζητούσαν ένα πνευματικό καθοδηγητή. Ο ίδιος αποτελούσε παράδειγμα ανθρώπου αφιερωμένου στον Θεό, αφαιρώντας τις προσωπικές επιδιώξεις και τα προσωπικά θελήματα. Η υπακοή, η άσκηση, η ταπείνωση, η ευσέβεια,το φιλότιμο και πάνω από όλα η αγάπη και η μακροθυμία ήταν ο τρόπος ζωής για τον ίδιο, αλλά και οι διδαχές σε όσους αποζητούσαν ένα λόγο παρηγοριάς ή κάποια επίλυση προσωπικού προβλήματος.

Διδαχές

Λογισμοί. Μεγάλο βάρος έδινε στον λογισμό ο Γέροντας. Πάντα ανέφερε ότι όλα ξεκινούν από τους καλούς λογισμούς, οι οποίοι επιδιώκουν τους κακούς. Να σκεπτόμαστε θετικά για τον συνάνθρωπο και όχι αρνητικά, γιατί αλλιώς εισέρχεται η πονηριά στον άνθρωπο και η ισχυρογνωμοσύνη. Μάλιστα ανέφερε να μην εμπιστευόμαστε και τους δικούς μας λογισμούς και να δίνουμε χώρο στο θέλημα του Θεού, γιατί όποιος κάνει κάτι τέτοιο βγαίνει πάντα κερδισμένος.


Φιλότιμο. Ο Γέροντας διαρκώς ανέφερε οτι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν και αρχοντική αγάπη. « Ότι προσφέρουμε ή κάνουμε », έλεγε « πρέπει να γίνεται φιλότιμα και όχι αναγκαστικά και συμφεροντολογικά. Να μην ακολουθούμε απο φόβο αλλά να έχουμε θέληση και καλή προαίρεση, όπως και ο Χριστός όταν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο ».


Θεία Δικαιοσύνη. Ανέφερε διαρκώς πως αν ο άνθρωπος θέλει να ομοιάσει στους Αγίους πρέπει να εφαρμόζει την Θεία δικαιοσύνη και όχι την ανθρώπινη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη κατά τον Γέροντα είναι τυφλή και υπάρχει για να αποτρέπει τους κακούς και πονηρούς ανθρώπους. Η Θεία δικαιοσύνη όμως στοχεύει να εξυπηρετεί τον αδύναμο άνθρωπο και αυτούς που έχουν ανάγκη. Όταν εφαρμόζουμε την Θεϊκή δικαιοσύνη τότε αποφεύγουμε τις έριδες, τις κατακρίσεις και τις διαφορές με τους συνανθρώπους μας.


Θεία Πρόνοια. Η Θεία πρόνοια είναι ανεξιχνίαστη και ανεξερεύνητη, στοχεύει στη σωτηρία του ανθρώπου και την αιώνια ζωή. Επεσήμανε πως δεν πρέπει συνέχεια να μεριμνούμε για τα « βιοτικά » πράγματα, γιατί ο Θεός προνοεί έτσι ώστε να μας δίνει αυτό που ποθούμε, πολλές φορές πριν καν το ζητήσουμε, αρκεί το μυαλό μας να βρίσκεται σε Αυτόν και να προσευχόμαστε. Όταν συμβαίνει κάτι άσχημο σε κάποιον είναι παραχώρηση από το Θεό και όχι σταλμένο από αυτόν, έτσι ώστε να εκπαιδεύσει του ανθρώπους ένεκα της οικονομίας Του.


Ταπείνωση. Η ταπείνωση για το γέροντα ήταν το θεμελιώδες στοιχείο της σωτηρίας του ανθρώπου και γενικότερα το στοιχείο το οποίο επιφέρει τις καλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ανέφερε μάλιστα ότι ο Θεός « αδυνατεί » να βοηθήσει όταν ο άνθρωπος δεν ταπεινώνεται και προσπαθεί τότε με κάθε τρόπο να επιφέρει την ταπείνωση, μέσω των παθών. Χωρίς ταπείνωση , συνέχιζε δεν επέρχεται η Θεία Χάρις, κλείνουμε την καρδιά μας από το Χριστό και ότι αρχικά « κερδίζουμε » γρήγορα το ξαναχάνουμε.


Υπακοή. Η πλήρης υπακοή, σύμφωνα με το γέροντα επιφέρει την ταπείνωση που είναι η αρχή όλων των καλών. « Να υπακούμε και όταν αδικούμαστε, γιατί ο Θεός ανταποδίδει την υπομονή στην αδικία » συχνά έλεγε. « Σήμερα όλοι είναι ανυπόμονοι, οι υπομονετικοί όμως σύμφωνα με το Χριστό θα κερδίσουν την βασιλεία των ουρανών» κατέληγε.


Προφητείες. Ο Γέροντας πραγματοποίησε και αρκετές προφητείες. Δυστυχώς όμως πολλοί καπηλεύτηκαν τις διδαχές του γέροντος, λέγοντας πολλά πράγματα, είτε για ίδιον ώφελος, είτε για εθνικά φρονήματα, που ο ίδιος ποτέ δεν ενέφερε, κάτι που τον λυπούσε ενώ ήταν ήδη εν ζωή. Οι περισσότερες απο αυτές αφορούσαν τα τεκταινόμενα που έχουν να κάνουν με τη Κωνσταντινούπολη, επεξηγήσεις πάνω στις προφητείες του Κοσμά του Αιτωλού αλλά και περί Αντιχρίστου. Το κείμενο που ακολουθεί,με τίτλο "Σημεία των καιρών",το έγραψε ο Γέροντας Πασιος και επέμενε να κυκλοφορήσει με το γραφικό χαρακτήρα του, χωρίς διορθώσεις,γιατί φοβόταν ότι μερικοί θα βγουν και θα πουν ότι "δέν το έγραψε αυτός".

ΠΗΓΗ: (όλο το κείμενο) http://el.wikipedia.org/wiki....F%CF%82

Σαν Επίλογος
θα σας παραθέσω μια ερώτηση που έκαναν στον γέροντα.

ΕΡΩΤΗΣΗ: "Γιατί, Γέροντα, χωρίζουν τα ανδρόγυνα;"
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: "Οι άνθρωποι, βρε παιδί μου, χωρίζουν από τη φιληδονία τους και από τον εγωισμό τους. Από τίποτε άλλο. Όλους τους άλλους λόγους τους εμπνέονται εκ των υστέρων για να δικαιολογούν τους εαυτούς τους".




Τετ 12/03/2008 1:0
βιντεάκια με ομιλίες σχετικά με τον γέροντα Παϊσιο

http://www.youtube.com/results?search_q ... arch_type=
"Φτωχή και γυμνή περπατεί η φιλοσοφία,
λέει ... λίγους συντρόφους θα έχεις σ' αυτές τις στρατές
μα σε παρακαλώ, πνεύμα μαγικό εσύ, τέλος
μη δώσεις στην υπέροχη σου αυτή πορεία"

Πετράρχης.
Κυρ 09/11/2008 14:23
Ευάγγελε αν θες γράψε λίγα λόγια για τους κολλυβάδες.
"..ανέμισε το ουρανοφλεγόμενο Λοφίο της Θεάς Αθηνάς και η φωτιά της ξεχύθηκε στον Κόσμο ολάκερο..."

Ε-ΤΟΠΙΑ
Τρί 13/10/2009 23:32
Ταξιδεύοντας στη Δημοθοίνια, διάβασα το άρθρο για τον γέροντα Παΐσιο και στη συνέχεια μια δημοσίευση που ζητούσε πληροφορίες για τους ᾽κολλυβάδες᾽.
Έψαξα και βρήκα τις ακόλουθες διευκρινιστικές πληροφορίες.

Χαιρετώ,

Κωνσταντίνος Αντ. Κουφάκης

Χαρ. Γ. Σωτηρόπουλου, Αντίδωρον Πνευματικόν,
Τιμητικός Τόμος επί τη 50ετηρίδι επιστημονικής δράσεως και τη 40ετηρίδι καθηγεσίας και εκκλησιαστικής δράσεως του Γεράσιμου Κονιδάρη,
Αθήνα 1981, σελ. 461-466

Εισαγωγή.
Η κίνησις των κολλυβάδων (1) διετάραξεν, ως γνωστόν, επί ένα περίπου αιώνα (1754-1845) την ηρεμίαν και, ειρήνην των μοναχών του άγιου Όρους, τους οποίους διεχώρισεν εις δύο αντιμαχόμενας μερίδας, των κολλυβάδων και των α ντικολλυβάδων. Η κίνησις αύτη συνίστατο εις την απαγόρευσην της κατά τας Κυριακάς και τας δεσποτικάς εορτάς τελέσεως μνημόσυνου μετά κολλύβων (2) και ενεφανίσθη μάλλον τυχαίως · ουδείς δε ηδύνατο να πρόβλεψη την μεγάλην εκτασιν, την οποίαν έμελλε να λάβη, και τας δυσμενείς επιπτώσεις, τας οποίας έμελλε να έχη επί των εν αγίω Όρει εφησυχαζόντων μοναχών.

Αφορμήν εις την κίνησιν, ως μας πληροφορεί ο Χ. Τζώγας (3), έδωκε το γεγονός ότι, ένεκα τυπικών δυσχερειών (4), τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων δεν ηδύναντο να τελώνται κατά Σάββατον, ως ετελούντο έως τότε, άλλα κατά Κυριακήν. Η καινοτομία αύτη δεν εύρε σύμφωνους άπαντας τους μοναχούς της σκήτης της αγίας ’ννης, οπού ηνήφθη το πρώτον η φλοξ της έριδος, και ούτω ήρχισεν η περί των μνημοσύνων έρις, ήτις από τας σκήτας και τα κελλία επεξετάθη αργότερον εις άπασαν την αγιορεοτικήν αδελφότητα.

Αιτία της έριδος υπήρξεν η εμμονή των κολλυβάδων (5) εις την επάνοδον της τελέσεως των μνημοσυνών κατά το Σάββατον ή καθ' οιανδήποτε άλλην ημέραν, εξαιρουμένου της Κυριακής και των δεσποτικών εορτών.

Οι πρωταγωνισταί της μερίδος των κολλυβάδων ήσαν κατά χρονολογικήν σειράν τέσσαρες (6):

α) Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης (1713-1784),

β) Αθανάσιος Πάριος (1722/25-1831),

γ) Μακάριος Νοταράς (Μητροπολίτης Κορίνθου) (1731-1805) και

δ) Νικόδημος Αγιορείτης (1749-1809).

Οι πρωταγωνισταί της αντιθέτου μερίδος, των αντικολλυβάδων, ήσαν δύο (7):

α) Μοναχός Βησσαρίων εκ Ραψάνης (1738 αρχαί ΙΘ'αι.) και β) Αρχ. Θεοδώρητος εξ Ιωαννίνων (μέσα ΙΗ' αι. 1823).

Η έρις των δύο παρατάξεων υπήρξεν οξυτάτη·τούτο φαίνεται εκ των φράσεων και των χαρακτηρισμών, των παραδιδομένων υπό των διαφόρων συγγραφών και επιστολών αυτών αλλά και εκ του όλου ύφους αυτών (8).

Οι κολλυβάδες υπεστήριζον ότι τα μνημόσυνα μετά κολλύβων δεν πρέπει να τελώνται κατά Κυριακήν και τας δεσποτικάς έορτάς, αλλά κατά παν Σάββατον ή τας άλλας ημέρας. Ισχυρότερα δε δικαιολογία (9) ήτο ότι δια των κολλύβων αμαυρούται ο αναστάσιμος χαρακτήρ της Κυριακής. Δι' αυτήν την θέσιν των είχον υπέρ εαυτών το γεγονός ότι μέχρι της ενάρξεως της έριδος τα κόλλυβα ετελούντο απαρεγκλίτως εν Σαββάτω · διο και διετείνοντο ότι αυτοί εκράτουν την αρχαίαν παράδοσιν και όχι οι αντικολλυβάδες. Αντιθέτως προς τους κολλυβάδες οι αντικολλυβάδες υπεστήριζον ότι τα μνημόσυνα δύνανται να τελώνται και εν Κυριακή, καθότι η ύπαρξις αυτών «εδράζεται και επί της αναστάσεως του Κυρίου και συνεπώς η κατά Κυριακήν τέλεσις αυτών δεν αντιβαίνει εις τον χαρμόσυνον χαρακτήρα αυτής, καθότι η ανάστασις του Κυρίου είναι αξίωμα και τεκμήριον της ιδίας ημών αναστάσεως».

Ταύτης της διενέξεως αποτέλεσμα ήτο η καταδίκη των κολλυβάδων (1776) (11) εις καθαίρεσιν και αφορισμόν, δοθέντος μάλιστα ότι και το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως είχε ταχθή υπέρ των αντικολλυβάδων (12). Επειδή όμως μετά την καταδίκην η θέσις των κολλυβάδων είχε καταστή δυσχερής, ιδίως εις τας προς τους πιστούς σχέσεις των, καθόσον ούτοι ουδεμίαν αξιοπιστίαν έδιδον εις τας αντιλήψεις αυτών, ηναγκάσθησαν πάντες οι κολλυβάδες να συντάξουν ομολογίαν πίστεως προς την μητέρα Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν, ήτις κατόπιν τούτου ήρε την καταδίκην και ηθώωσε τους κολ­λυβάδε ς (13).

Εις αυτήν ακριβώς την έριν αναφέρονται αι επιστολαί, τας οποίας ενταύθα το πρώτον εκδίδομεν και αι οποίαι συγκροτούν αλληλογραφίαν μεταξύ του πρώην πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Καλλινίκου, του Αθανασίου Πάριου, του πνευματικού και διδασκάλου Κυρίλλου και των μοναχών του αγίου Όρους. Αντικείμενον ταύτης, ως φυσικόν, είναι η περί των μνημοσυνών έρις. Αι μεν επιστολαί του πατριάρχου έχουν χαρακτήρα νουθετικόν, συμβουλευτικόν και, όχι σπανίως, επιτιμητικόν, αι δε επιστολαί των άλλων προσώπων έχουν χαρακτήρα απολογητικόν και πληροφοριακόν.

Αι επιστολαί, εκτός μιας, είναι αχρονολόγητοι· δεν είναι αι πρωτότυποι αλλ' αντίγραφα.

Αντικείμενον της αλληλογραφίας είναι, ως ανεφέραμεν, το περί των κολλύβων ζήτημα. Ενίοτε όμως αυτή θίγει γενικώτερα θεολογικά θέματα. Ούτω, εν τη πρώτη κατά σειράν εκδόσεως επιστολή (φ. 81-83) ο πατριάρχης Καλλίνικος συμβουλεύει τον Κύριλλον και τους εν τω ’θω μοναχούς να φυλάττουν την « νομοθετηθείσαν τάξιν», να αποφεύγουν τους «συλλογισμούς» εις τα ζητήματα της πίστεως, καθότι οι «συλλογισμοί» απομακρύνουν την πίστιν (« οίχεται η πίστις ημών»), ήτις επήνεγκε παλαιότερον τη εκκλησία σύγχυσιν και ταραχήν, να αποφεύγουν τας μετά των «νεωτεριστών» συζητήσεις και τον σκανδαλισμόν των άλλων αδελφών και να υποταγούν «τη εκκλησία και τη συνόδω»· οι « προεστώτες» να μη καταπιέζουν τους «υποδεεστέρους» και οι νεώτεροι να μη μισούν τους «προύχοντας».

Εν τη β' επιστολή (φ. 85) ο πατριάρχης Καλλίνικος, απευθυνόμενος προς τον Αθανάσιον Πάριον, όστις εχαρακτήριζε την εκκλησίαν « αιρετίζουσαν» και αιρετικούς «τους προϊσταμένους αυτής», τονίζει εις ύφος αυστηρόν ότι τα «λεγόμενα και γραφόμενα» υπ' αυτού (του Αθανασίου) αποτελούν εκτροπήν από την ευθείαν οδόν και τον καλεί να « επακολουθή τοις ίχνεσι της μητρός αγίας εκκλησίας και τοις όροις των πατέρων τοις αιωνίοις και κανόσι». Η επιστολή παρά τον συμβουλευτικόν χαρακτήρα είναι γεγραμμένη εις ύφος ειρωνικόν και επιτιμητικόν.

Εν τη γ' επιστολή (φ. 86) ο Αθανάσιος Πάριος, γράφων προς τον ιερομόναχον Κύριλλον, τον ελέγχει δι' « αδιαφορίαν» έναντι του ζητήματος των κολλύβων, επειδή ο Κύριλλος εθεώρει « καλόν και το ένα και το άλλο», ήτοι την τέλεσιν των κολλύβων εν οιαδήποτε ήμερα. Χαρακτηριστικόν είναι ότι ο Αθανάσιος θέτει υπεράνω της φιλίας την τήρησιν των κανόνων.

Η εν αγίω Όρει εμφάνισις του Μακαρίου Νοταρά και η εν Θεσσαλονίκη δράσις του Αθανασίου Παρίου εξήψε την φλόγα της έριδος περί των κολλύβων διο και ο Κύριλλος γράφει προς τον πατριάρχην Καλλίνικον (επιστολή δ', φ. 87), τον οποίον πληροφορεί περί της επικρατούσης εν αγίω Όρει καταστάσεως και συγχρόνως παρακαλεί να μεσολάβηση παρά τω Πατριαρχείω Κωνσταντινουπόλεως, προκειμένου να αποστείλη πατριαρχικόν γράμμα προς κατευνασμόν των πνευμάτων και ενημέρωσιν των μοναχών περί του ζητήματος τούτου.

Ενώ δια της δ' επιστολής ο Κύριλλος εζήτει την μεσολάβησιν του πατριάρχου Καλλινίκου παρά τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω», δια της παρούσης (ε') επιστολής (φ. 89) οι μοναχοί του ’θω και πάλιν απευθύνονται προς τον Καλλίνικον όχι δια μεσολάβησιν, αλλά δια να γράψη ο ίδιος προσωπικώς « τά νάματα της διδασκαλίας» του, τας « πατρικάς» και «σοφάς ερμηνείας» του και ούτω να τους διδάξη « τίνες οι καλώς ποιούντες και τίνες οι μη». Εκ του περιεχομένου της επιστολής προκύπτει ότι το Πατριαρχείον απέστειλεν εις τους μοναχούς του ’θω πρώτα, δεύτερα και τρίτα συνοδικά γράμματα (14), τα οποία « εμετρίασαν ολίγον το κακόν», αλλά δεν το κατέσβεσαν τελείως.

Η επιστολή στ' (φ. 90-93) αποστέλλεται εις απάντησιν προηγηθείσης επιστολής του «διδασκάλου και πνευματικού» Κυρίλλου. Εν αυτή ο πατριάρχης Καλλίνικος χαρακτηρίζει τους εν αγίω Όρει « νεωτεριστάς» «ασεβείς», «απειθείς» εις τας αποφάσεις της συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως, « αποστάτας», « μητραλοίας», « υψαύχενας» και « λειποτάκτας». Είτα αναφέρεται εις την συνήθειαν των αποστόλων και των διαδόχων αυτών να τελούν την θείαν Λειτουργίαν και να μνημονεύουν «μετά την του άρτου ευλόγησιν και οίνου πάντων των εν ευσέβεια και πίστει τελειωθέντων πατέρων και αδελφών ημών εν Κυριακαίς». Εν συνεχεία παραθέτει χαρακτηριστικά παραδείγματα βασιλέων και σημαινόντων προσώπων του Βυζαντίου, τα οποία δεικνύουν ότι ούτοι ετέλουν εν Κυριακαίς τα μνημόσυνα προσφιλών των προσώπων και διένειμον, επί τη ευκαιρία ταύτη, χρήματα εις πτωχούς, εις μονάς και εις πτωχοτροφεία. Είτα τονίζει ότι οι τελούντες εν Σαββάτω ή Κυριακή τα μνημόσυνα δεν πενθούν, αλλά προσάγουν ευχάς και ικεσίας υπέρ των κεκοιμημένων και ότι τα μνημόσυνα υπενθυμίζουν την κοινήν ανάστασιν. Τέλος, αναφέρεται και πάλιν εις τους « νεωτεριστάς», εις τους οποίους προσάπτει νέους δυσμενείς χαρακτηρισμούς, όπως « νεόσοφοι», « θολόσοφοι», « λουθηροκαλβίνοι», δια να τερματίση την επιστολήν με ευχάς και νουθεσίας, όπως αποδέχωνται «τα υπό της συνόδου πάντα ευπειθώς. και απολυπραγμόνως» και όπως παραμείνουν πιστοί εις την παράδοσιν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1). Η κίνησις των κολλυβάδων είναι, γνωστή εκ των πολλών μέχρι τούδε δημοσιευθεισών συγγραφών διο και περιοριζόμεθα απλώς εις τινας κατατοπιστικάς περί αυτής πληροφορίας, θέτοντες όμως υπ' όψιν του αναγνώστου την σχετικήν βιβλιογραφίαν. Κατά την έκδοσιν του κειμένου χρησιμοποιούμεν τα εξής σημεία· [...]= λέξις δυσανάγνωστος· [ ] = πρόσθεσις λέςεως υπό του συγγραφέως· () = συμπλήρωσις λέξεως υπό του συγγραφέως· = αβεβαιότης .

(2). Ο Νικόδημος Αγιορείτης δίδει τους εξής ορισμούς· «Μνημόσυνα λέγομεν τα μετά κολύβων και παραστασίματος γινόμενα· ουχί τα εν τη τελετή της ιεράς Λειτουργίας ψιλώς αναφερόμενα ταύτα γαρ άλλον λόγον έχουσιν» (Νικόδημου Αγιορείτου, Ο μο λογία πίστεως, σελ. 10, Βενετία 1819). «Κόλυβον είναι βρασμένον σιτάρι, το οποίον είναι σύμβολον του ανθρωπίνου σώματος, επειδή το ανθρώπινο σώμα τρέφεται και αυξάνει δια του σίτου» ( Νικ. Αγιορείτου, Ο μολ. πίστεως, σελ. 8).

(3). Χαριλάου Τζώγα, Η περί μνημοσυνών έρις εν Αγίω Όρει κατά τον ΙΗ' αιώνα, Θεσσαλονίκη 1969, σελ. 65.

(4) Περί των δυσχερειών τούτων βλέπε αυτόθι.

(5). Γεωργίου Βερίτη, Το αναμορφωτικόν κίνημα των κολυβάδων και οι δύο Αλέξανδροι της Σκιάθου, εν «Ακτίνες» 1943, σελ. 100. Πρβλ. Νικολάου Αρκά, Αθανάσιος ο Πάριος, Αθήναι 1960, σελ. 71. Βλέπε ωσαύτως Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ’γιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αθήναι 1959, σελ. 43 κ. έ.

(6). Βλ. Χαρ. Τζώγα, Η περί μνημόσυνου έρις..., σελ. 15-51. Επίσης Κ ω νσταντίνου Παπουλίδη, Το κίνημα των κολλυβάδων, Αθήναι 1971, σελ. 30-39.

( 7). Χαρ. Τζώγα. Η περί μνημοσύνων έρις..., σελ. 15-51. Επίσης Κων. Παπουλίδη, Το κίνημα των Κολλυβάδων, σελ. 40-42.

(8). Ο Πάριος π.χ. ομιλών περί του πρώην Χαλεπίου Γενναδίου λέγει ότι ούτος ήλθεν εις το Όρος «δια να βάλη πυρ, όχι εκείνο το ευαγγελικόν, αλλά το σατανικόν»(Αθανασίου Παρίου, Επιστολή απολογητική προς τον λογιώτατον Κυπριανόν, εν κώδικι Μονής Παντελεήμονος 5716. 209, φ. 36β). Τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλον, εφησυχάζοντα εν Αγίω Όρει, χαρακτηρίζει ως εξής: «ο εν πιθήκω ούτος Ηρακλής» ( Αθ. Παρίου, Επιστολή απολογητική προς τον λογ. Κυπριανόν, εν κωδ. Μ. Παντελεήμονος 5716. 209, φ. 37α37β). Τέλος, τον Βησσαρίωνα τον εκ Ραψάνης αποκαλεί « μανικόν» ( ενθ. αν. 37β). Ο Θεοδώρητος αποκαλεί τον Αθανάσιον « κακοαθανάσιον» ( Θεοδωρήτου του εξ Ιωαννίνων, Υπόμνημα περί του εξ Ιουδαίων κακόφρονος Νεοφύτου αναφανέντος δόγματος των μνημοσύνων και λοιπών κακοδοξιών αυτού, εν κώδικι Μονής Κουτλουμουσίου 530, φ. 290β.). Ο Πάριος χαρακτηρίζει τας διδασκαλίας των ομογενών διδασκάλων της Ευρώπης, εν αις και την του Κοραή, «πλάνη και απάτη του διαβόλου» (Χαρ. Τζώγα, Η περί μνημοσύνων έρις..., σελ. 33). Ο Κοραής, με την σειράν του, αποκαλεί τον Πάριον « ταραχοποιόν και κακόν γερόντιον της Χίου» (Μ. Παπαϊωάννου, Η θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη, Αθήναι 1948, σελ. 22) και αλλαχού « γελοίον» και « έρημον» ( Επιστολαί Αδαμαντίου Κοραή, τόμ. Β', σελ. 314). Η διαμάχη υπήρξεν όντως οξυτάτη και «από λόγων και από τοιούτων αφιλοθέων αδολεσχιών, προέβησαν εις διωγμούς και ύβρεις, εις βιαιοπραγίας...» (Μανουήλ Γεδεών, Ο ’θως, Κωνσταντινούπολις 1885, σελ. 153).

9. Περί των θέσεων των κολλυβάδων και αντικολλυβάδων βλ. Νικόδημου Αγιορείτου, Ομολ. πίστεως, σελ. 1033. Βλέπε επίσης Χαρ. Τζώγα, Η περί μνημοσύνων έρις..., σελ. 120132.

10. Χαρ. Τζώγα, Η περί μνημοσύνων έρις..., σελ. 81.

11. Κατεδικάσθησαν, πατριαρχεύοντος του Κωνσταντινουπόλεως Σωφρονίου Β' (1774-1780), οι Αθανάσιος Πάριος, Ιάκωβος Πελοποννήσιος, Αγάπιος Κύπριος και ο Χριστόφορος (Βλ. Ρ h. Meyer, Die Haupturk ü nden f ü r die Geschichte der Athoskloster, Leipzing 1894, σελ. 236-241 και εν Κ. Παπουλίδη, Το κίνημα των Κολλυβάδων, σελ. 59-61).

12. Νομίζομεν ότι τούτο προκύπτει εκ των γενομένων καθαιρέσεων, παρ' όλον ότι το Πατριαρχείον, ως άριστα παρατηρεί ο Κ, Παπουλίδης (Το κίνημα των Κολλυβάδων, σελ. 53), γράφων «... δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα», ανεγνώριζε συγκεκαλυμμένως πως την ορθήν τοποθέτησιν του ζητήματος υπό των κολλυβάδων (βλέπε πλήρες κείμενον της επιστολής του Πατριάρχου εν Ph. Meyer, Die Haupturk ü nden ..., σελ. 231- 234).

13. Χαρ. Τζώγα, Η περί μνημοσύνων έρις..., σελ. 165-167. Ο Κ. Παπουλίδης τονίζει μετ' ιδιαιτέρας εμφάσεως ότι «ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης δεν ανεμίχθη εις το κίνημα εκ του εμφανούς και ως εκ τούτου δεν ηνωχλήθη και μετά την καταδίκην του κινήματος, ουδέποτε δε κατεδικάσθη» ( Κων. Παπουλίδη, Το κίνημα των Κολλυβάδων, σελ. 64).

14. Το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως έστειλε τας κάτωθι επιστολάς · α) Κατά Ιούλιον του 1772 επί Θεοδοσίου Β' (1769-1773). Δια το κείμενον της επιστολής βλ. Ph. Meyer, Die Haupturk ünden ..., σελ. 229-231. Πρβλ. Μ. Γεδεών, Πατριαρχικοί πίνακες, Κωνσταντινούπολις 1885, σελ. 668. β) Κατά Ιούνιον του 1773 επί Θεοδοσίου Β' (1769-1773). Δια το κείμενον της επιστολής βλ. Ph. Meyer, Die Haupturk ü nden ..., σελ.., σελ. 231-234. γ) Αχρονολόγητον επί του αυτού Πατριάρχου, το κείμενον της οποίας παραδίδεται υπό Ph. Meyer, ( ενθ. αν., σελ. 234-235). δ) Ετέραν τοιαύτην επί πατριάρχου Σαμουήλ (1773-1774). Πρβλ. Νικ. Αγιορείτου, Ομολ. πίστεως..., σελ. 29-30.