
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ"
http://stinkoiladatonmouson.blogspot.gr/2013/08/blog-post_13.htmlΑ΄ΜΕΡΟΣ
http://stinkoiladatonmouson.blogspot.gr/2013/08/blog-post_18.html Β΄ΜΕΡΟΣ
http://stinkoiladatonmouson.blogspot.gr/2013/08/blog-post_20.html Γ΄ΜΕΡΟΣ
A' ΜΕΡΟΣ
" Ήματα πεντήκοντα μετά τροπάς ηελίοιο
ες τέλος ελθόντος θέρεος, καματώδεος ώρης
ωραίος πελεταί θνητοίς πλόος΄ούτε κε νήα
κανάξαις, ούτ΄άνδρας αποφθείσεε θάλασσα
ει δε μή πρόφρων γε Ποσειδάων ενοσίχθων
ή Ζεύς αθανάτων βασιλεύς εθέλησεν ολέσαι".
(Ησίοδος , ΄Εργα και Ημέραι).
"Σαράντα λοιπόν μέρες απ΄του ήλιου τα γυρίσματα μεσ΄ τη καρδιά του καλοκαιριού, της εποχής που είν΄όλη κάματος, είναι η πιό κατάλληλη εποχή για το ταξίδι που σκέπτεσαι Περσέα.Τότε μήτε το πλοίο θα τσακίσεις, μήτε θα σου χαλάσει η θάλασσα τους ναύτες σου, εκτός άν ορεχτή ο Ποσειδώνας ή ο Δίας να σε καταστρέψει". Με τέτοιες συζητήσεις ο Περσέας και ο καπετάν Σεριφιανός κατάστρωναν τα σχέδια του μεγάλου ταξιδιού. Οι τριήρεις, τα θαλασσινά άλογα που είχαν βγεί από τα χέρια του ξακουσμένου ΄Αρμονα και του γιού του Φέρεκλου, μονοκάταρτα με τυλιγμένα προσεκτικά τα πανιά, κάτασπρα, με τρεις σειρές κουπιά, που τάχαν μαζεμένα μέσα στα σπλάχνα τους, ανασηκώνονταν πότε τόνα, πότε τ΄άλλο, καθώς ήταν δεμένα στο λιμάνι, μοιάζαν με τ΄αλογίσια κεφάλια στις πλώρες τους, πραγματικά άγρια της θάλασσας άλογα. που τους φούσκωνε ο αγέρας τα ρουθούνια και ετοιμάζονταν να ορμήσουν και να νικήσουν τα πέλαγα.
΄Αντρες και παιδιά που΄τρέχαν πέρα δώθε στο λιμάνι, χάζευαν τα τεράστια άλογα και μιλούσαν όλοι μαζί κι΄έλεγαν, έλεγαν , πράγματα που δεν είχαν ούτ΄αρχή ούτε τέλος για ταξίδια, για θάλασσες , για καιρούς, για λαούς , και έδιωχναν τα παιδιά να μην ανεβαίνου πάνω στα σανίδια, που ένωναν τα πλεούμενα με το μώλο και πέσουν και τσακιστούν. Και γελούσαν από χαρά, που το νησί τους μπορούσε κι΄αυτό να στείλει τα δικά του παιδιά για να δουν το μεγάλο Ωκεανό.
΄Ετσι περνούσαν οι μέρες στο νησί και τη νύχτα μ΄αναμένα λυχνάρια συζητούσαν στα σπίτια κι άκουγες άντρες και νέοι, που θα φεύγαν για πληρώματα, ορμήνειες και γλκόλογα απ΄τους δικούς τους. Μικροπαντρεμένοι με παιδιά στην αγκαλιά έδιναν παραγγελίες και καθησύχαζαν τις μικρομάνες που σκούπιζαν τα δάκρυα απ΄τα μάτια. ΄Αντρες γκριζομάλληδες έλεγαν λόγια, τα μεράκια και τους θυμούς της θάλασσας και συμβούλευαν τους γιούς για τη μεγάλη αξία πύχει ν΄ακούν, χωρίς ν΄αντιγυρίζουν τις κουβέντες και τις προσταγές του Σεριφιανού, που ήταν ο καλλίτερος στο νησί. Κι η μέρα έφτασε. ΄Ολοι θα την θυμούνταν, όσα χρόνια κι΄αν περάσουν.
Καμμιά γιορτή δεν θα μπορούσε να παραβγεί της μέρας αυτής. Στο λιμάνι, με φωνές και γέλια φορτώνονται στα πλοία τα τελευταία εφόδια για το μεγάλο ταξίδι. Τα τρόφιμα ανέβηκαν τελευταία :ξερή μουσταλευριά, παξιμάδια, χοιρινό κρέας ψημένο και χωμένο μέσα στο λίπος σε μικρά κιούπια, ελιές, ξερά σύκα και κρασί, μύγδαλα, αποτελούσαν τη βάση μιάς τροφής που ταίριαζε στην περίσταση. Για καθένα απ΄αυτά υπήρχε η σωστή θέση για να διατηρηθούν καλά και να μη το χαλάσει η ζέστη. Και μετά όσπρια κι΄άλλα καλοκαιρινά που θα τά τρώγαν πρώτα κι΄αρμαθιές κρεμύδια και σκόρδα και λάδι. Οι άντρες έπρεπε να τρων καλά να έχουν δύναμη γιατί τα κουπιά δεν αστειεύονται κι΄η θάλασσα δεν είναι να την εμπιστεύεσαι. Τώρα φέρναν υδρίες με νερό, πολύ νερό. Ο Σεριφιανός έδωσε παντού με ήρεμη φωνή τις διαταγές του και οι τριήρεις κάθιζαν φρόνιμα μπροστά στο μυαλωμένο καπετάνιο. Και τα πλοία φτιάχτηκαν, συγυρίστηκαν, πλύθηκαν τα καταστρώματα, μαζεύτηκαν τα σχοινιά, μπήκαν τα κουπιά τις θέσεις τους και μετά όλοι, θαλαμίτες, ζυγίτες, θρανίτες κι΄αυτούς που κάναν κουμάντο στα παντιά, στο τιμόνι, στις βάρδιες, βγήκαν στο πλακόστρωτο του λιμανιού και λούστηκαν και δροσίστηκαν και ξαρμύρισαν απ΄το δροτάρι.Η φωνή του Σεριφιανού ακούστηκε βροντερή "Τελέψτε τα χαιρετίσματα και γυρίστε στα πλοία".
Από μακριά μιά συνοδεία επίσημη φαίνεται να έρχεται στο λιμάνι. Ακολουθούν το φιδωτό δρόμο που κατεβαίνει γυροφέρνοντας την πλαγιά και μετά σαν χείμαρρος ίσιος πέρνει τον κατήφορο και φτάνει στο μικρό εύφορο κάμπο.Οι νησιώτες ήξεραν ποιός έρχεται. Η προσμονή και η λαχτάρα της αναχώρησης τόσων αγαπημένων είχε ρίξει μιά βουβαμάρα παντού. Τα μάτια μιά στρέφονταν στα πλοία και τα χέρια κινιόντουσαν σε χαιρετισμό και μιά γύριζαν κατά το δρόμο προσμένοντας να φανούν οι βασιλιάδες του νησιού και ο Περσέας. Και " Να έρχονται" φώναξαν τα άμυαλα παιδιά που γλεντούσαν τούτο το πανηγύρι. Ο Σεριφιανός ίδιος Ποσειδώνας με τη συνοδεία του κινήθηκε με αργό βήμα σε προϋπάντηση. Τα πληρώματα όρθια στα καταστρώματα βουβά κι΄ακίνητα περίμεναν τους άρχοντες του νησιού.
Ο Περσέας πρώτος προχώρησε κι΄αγκάλιασε αντρίκια το Σεριφιανό που στάθηκε ήρεμος και με σέβας, μετά η Δανάη κι΄ο Πολυδέκτης ήρθαν και χαιρέτισαν φιλικά τον Σεριφανό. Κάτι λόγια ειπώθηκαν και ο Σεριφιανός κούνησε συγκατανεύοντας το κεφάλι. Τώρα οι Βασιλιάδες προχώρησες προς τα πλοία. Τα πληρώματα ξεσπάν σε πολεμικές κραυγές "Ζευς, Σωτήρ , Νίκη". Ο λαός φωνάζει "Νίκη, Νίκη " κι΄η κραυγή αυτή δίνει το σύνθημα ν΄αρχίσει το μεγάλο ταξίδι.
Οι τριήρεις λύνουν τα σχοινιά και καμαρωτές μιά μιά αργοκινούν για το μεγάλο δρόμο. Οι άντρες, εξασκημένοι μέρες τώρα σε τούτυ τη δουλειά εκτελούν τις προσταγές με μοναδική ακρίβεια. Τα κουπιά σαν φτερά, κάνουν να μοιάζουν τούτα τ΄άλογα , σαν Πήγασοι. Ο κόσμος τ΄ακολουθεί περπατώντας δίπλα τους στο μακρύ μώλο, τα παιδιά τρέχουν να σκαρφαλώσουν στο βραχοβούνι που στέκει στην είσοδο του λιμανιού, δεν θέλουν να χάσουν τίποτα απ΄τα μάτια τους μέχρι που τα πλοία να χαθούν στον ορίζοντα, πρέπει αυτή τη στιγμή να την ζήσουν μόλο τους το είναι, ξέρουν από τη δόνηση που αισθάνονται μέσα τους πως είναι μιά μεγάλη στιγμή που θα μιλάν γι΄αυτήν όλοι οι άνθρωποι σ΄όποια εποχή κι΄αν ζουν. και σκαρφαλώνουν σαν κατσίκια για να δουν! να δουν!...Και τα θαλασσινά άλογα φτεροκοπώντας αφήνουν το αγαπημένο νησί κι΄ανοίγονται στο πέλαγος.
Ο Σεριφιανός έχει λάβει τα μέτρα του. Δέκα ώρες ήλιος μπροστά και μετά ένα ολόγιομο φεγγάρι. Η θάλασσα ήρεμη, καθώς λεν τα ιερά για τούτη την εποχή, κι΄ο αέρας πρίμος " θα μας βοηθήσει Περσέα να μείνουν οι άντρες ήσουχοι και να κοιμηθούν, την οικονομία σε δυνάμεις πρέπει να την κάνεις απ΄την αρχή "όταν είναι γεμάτο το κιούπι" ψιθύρισε. Ο Περσέας , που φαινόταν παραδομένος στους δικούς του συλλογισμούς, απάντησε ξαφνιασμένα. "Εσύ μας οδηγείς Σεριφιανέ, κάνε κατά που κρίνεις. Εγώ θα σε παραστέκω".
Ο Σεριφιανός περίμενε τούτη τη διαβεβαίωση και ησύχασε μέσα του. Ο Περσέας έχει μυαλό γέρου κι΄ας είναι παιδί, σκέφτηκε και πήρε τη θέση του πρωτοκυβερνήτη που θα οδηγούσε και τ΄άλλα πλοία. Τα πλοία όλα με προσταγή του άνοιξαν πανιά κι ο αγέρας ο ανατολικός όσο ανέβαινε ο ήλιος , φούσκωσε τα τεράστια πανιά και τ΄άλογα χώθηκαν μέχρι τα στήθια στα καταγάλανα νερά.
΄Ενα μικρό κοπάδι δελφίνια φάνησκαν δίπλα τους "Καλό σημάδι Περσέα, ο Ποσειδώνας είναι μαζί μας". Ο Περσέας κάθησε δίπλα του κι΄ένα χαμόγελο φώτιζε τα μάτια του. "Αν η θάλασσα κι ο καιρός κρατήσει έτσι σίγουρα θα περάσουμε και τα τρία σημάδια του Ταϋγετου και απ΄εκεί θα πιάσουμε τ΄άλλο πέλαγος ξανασκεφτόμαστε σε ποιά σημάδια θα βάλουμε πλώρη." Αυτά συζητούσαν μεταξύ τους σαν Πολεμάρχοι και χαίρονταν που το ταξίδι τους ξεκίνησε με τόσο καλούς οιωνούς.
Οι ναυτικοί όλοι ήξεραν να διαβάζουν πρωί και βράδυ στον ουρανό το θαλασσινό τους δρόμο. Η μορφολογία ακόμη των ακτών ήταν μεγάλος οδηγός στους ναυτικούς και ιδιαίτερα στους δικούς μας τους ναυτικούς που χωρίς χάρτες με τα τρεχαντήρια τοους και σήμερα τριγυρίζουν στα νησιά σαν να περπατάν στους δρόμους του νησιού τους. Πιστεύω όμως πως κάθε ναυτικός μπορεί με το δικό του τρόπο να φτιάχνει τους δικούς του χάρτες.
Η ακτοπλοϊα ήταν μιά δοκιμασμένη μέθοδος να βρίσκει ευκολότερα τους θαλασσινούς δρόμους. Ιδιαίτερα για τους κατοίκους των νησιών του Αιγαίου χώρου, τα διάσπαρτα σ΄όλο το πέλαγος νησιά γίνονονταν γέφυρες που συνέδεαν όλες τις περιοχές του μεγάλου Βασίλειου που ξαπλώνονταν καθώς είπαμε σ΄ανατολή και δύση. ΄Ας ξαναπάρουμε τη θέση μας στα πλοία του Περσέα κι΄ας συνεχίουμε το ταξίδι. Τα πλοία έσχιζαν τη θάλασσα και περνούσαν τώρα κάτω απ΄το μεγάλο βουνό τον Ταύγετο. Ο ανατολικός άνεμος είχε γυρίσει σε Νοτιά κι΄αυτό βοηθούσε και πάλι το ταξίδι. Ο Σεριφιανός, πραγματικός καπετάνιος, όρθιος στην πλώρα έδειχνε στον Περσέα το μεγάλο βουνό που καταπράσινο έλαμπε απ΄το φως του μεσημεριάτικου ήλιου. Οι άντρες καθισμένοι πάνω στο ζεστό κατάστρωμα γυμνοί στου ήλιου τα χαϊδέματα, έτρωγαν με γέλιο τα φιαγιά πούχαν παρμένα απ΄το σπίτι τους κι΄έδιναν ο ένας στον άλλο μικρά κεράσματα.Κρασί δεν θάπιναν, τό ξέραν όλοι, γιατί τ΄απόγεμα θα περνάγαν στην άλλη θάλασσα, ο άνεμος θά ΄πεφτε με τη δύση του ήλιου, και τότε θα έπρεπε νάχουν δύναμη για τα κουπιά.΄Ετσι τά' χε σκεφτεί ο Σεριφιανός , έτσι και ΄γιναν και το βράδυ βρέθηκαν αραγμένοι στη Σφακτηρία. Είχαν συμφωνήσει με τον Περσέα "τους άντρες, που οι περισσότεροι για πρώτη φορά φεύγαν τόσο μακριά απ΄το νησί , να τους προχωράν σιγά-σιγά στη νέα τους ζωή, έτσι ώστε μέχρι να πιάσουν τα Γάδειρα στην Ιβηρική, να είναι έτοιμοι για το ταξίδι στο μεγάλο ωκεανό".
Στη Σφακτηρία στάθηκαν να περάσει η νύχτα. Οι άντρες έφαγαν ήπιαν νερωμένο κρασί, όσο διέταξε ο Σεριφιανός, και μετά απ΄τα τραγούδια, τα θαλασσινά άλογα, σχε΄δον ακούνητα, ρίχτηκαν σε βαθύ ύπνο.
Της άλλης μέρας η πορεία είχε ήδη αποφασιστεί. Μπροστά της ήταν το μεγάλο πέλαγος που οδηγούσε στη χώρα των Σικανών στο ηφαίστειο. Οι καπνοί που τινάζονταν πολλές φορές απ΄τα σωθικά του σκοτείνιαζαν, τον καθάριο ουρανό. Αυτό όμως τόχε και για σημάδι, ο Σεριφιανός γιατί φτάνοντας σχεδόν στη μέση του πελάγου, έπρεπε να δεις, αυτή τη σκούρα καπνιά που σημάδευε, εκεί στον ορίζοντα το μεγάλο ηφαίστειο. Προτού ξημερώσει , τα θαλασσινά άλογα όρμησαν με τα κουπιά στο πέλαγος. Ο αέρας ήταν στεριανός , αλλά, ίσα που δρόσιζε τα κορμιά των αντρών που τραγουδώντας κωπηλατούσαν πότε η μιά σειρά , πότε η άλλη και οι τριήρεις ξεμάκραιναν.
"Να προσέχετε η σκιά του καταρτιού να κρατιέται πάνω στα κεφάλια των αλόγων " αυτή ήταν η εντολή για τη σημερινή μέρα, και τα πλοία ακολουθούσαν πιστά την ίδια πορεία. Σε λίγο επαναλαμβάνονταν και πάλι η χτεσινή ημέρα. Τα πανιά φούσκωσν και τα πλοία άρχισαν να σχίζουν τη θάλασσα πιό βαθιά , πιό γρήγορα, όλο πιό γρήγορα.
"Στη Σικελία που την κυβερνάει κάποιο παιδί του Ποσειδώνα , έχω οδηγήσει πολλές φορές, Περσέα, έμπορους που έρχονταν εδώ για ανταλλαγές, με δέρματα και ζώα. ΄Ολοι μου μικούσαν σαν τους γύριζα πίσω για το φυσικό πλούτο της μεγάλης αυτής χώρας κι έλεγαν πως θά ΄θελαν άν μπορούσαν να ζήσουν εκεί. Αυτό το μεγάλο νησί του ηφαίστειου θα το περάσουμε από πάνω και κάπου εκεί στην έξοδο θα σταθούμε να περάσει η νύχτα. Την άλλη μέρα πολύ πρωί θα ξεκινήσουμε για την Ιχνούσα που την κυβερνάει ο Σάρδος του Μακήριδα, παιδί κι΄αυτός του Ποσειδώνα. Σ΄αυτό το νησί έχουν απ΄τα παληά χρόνια οι Κορήτες εγκταταστήσει δικούς τους ανθρώπους και με τους ντόπιους πέρνουν απ΄το νησί χαλκό κι΄ασήμι. Είναι φιλήσυχοι οι κάτοικοι αυτών των νησιών αλλά είναι αδύνατο να καταλάβεις τί λεν. Απ΄την Ιχνούσα και την Κύπρο έχω φορτώσει πολλές φορές χαλκό για την Αθήνα. Μετά θα πιάσουμε την Κύρνο (Κορσική ) κι΄εκεί θα βρούμε δικούς μας που κάνουν εμπόριο ξυλείας και δέρματα. Απ΄την Κύρνο θα πάρουμε φρέσκα τρόφιμα για τα πλοία. Εκεί θα μείνουμε μιά νύχτα. Και μετά πλώρη καθώς είπαμε για τη χώρα που κατοικούν οι Λίγυρες. ΄Αν ο καιρός μας βοηθήσει ίσια δυτικά, προς μας θα βρούμε τρεις μεριές να περάσουμε το βράδυ ή στο Λευκάτα ή στο Ρόδη ή στο Εμπορείο".
Το ταξίδι του Περσέα μέχρις εδώ ήταν μιά τέλεια απόλαυση. Οι γαλάζιες ηλιόλουστες θάλασσες, ο μετρημένος αέρας που φούσκωνε τα μεγάλα πανιά των καραβιών, οι καταπράσινες ακτές που λαμποκοπούσαν στο φως, οι αστροφώτιστες και φεγγερές απ΄τη Σελήνη νύχτες και οι άνθρωποι, οι άνθρωποί του. Οι σγουρομάλληλες λεβέντες της Σέριφος, μαυρισμένοι απ΄τον ήλιο και τη θάλασσα, γεροί σαν ταύροι, του γέμιζαν την καρδιά από δύναμη και πίστη. ΄Ενα τραγούδι τον έβγαλε απ΄τους συλλογισμούς. ΄Ενα τραγούδι που χιλιετηρίδες οι ίδιοι σγουρομάληδες ΄ελληνες ναυτικοί, καταπέλαγα, όταν φουσκώνει ο αέρας τα πανιά το τραγουδούν :
Θάλασσα λεβεντοπνίχτα θάλασσα φαρμακερή
συ που κάνεις το νησί μας, πάντα μαύρα να φορεί.
Δεν είναι λυπητερό τραγούδι, ο Περσέας τό 'ξερε, είναι τραγούδι λεβεντιάς κι΄αυτοί που το τραγουδούν το φωνάζουν στη θάλασσα για να της δείξουν πως δεν την φοβούνται.
Με τέτοιους συντρόφους ο Περσέας προχωρούσε στο ταξίδι προς τον μεγάλο Ωκεανό. "Ο Ποσειδώνας ξενοκοιμάται σ΄άλλες θάλασσες , ως φαίνεται" φώναξε, να τον ακούσουν όλοι που τραγουδούσαν. Και οι σύντροφοι ξεσπάσαν σε γέλια και σπρώξαν με πιό δύναμη τα κουπιά.
Β΄ΜΕΡΟΣ
Πέρασε ακόμη μιά νύχτα φεγγαροφώτιστη κι΄ο Περσέας στριφογύριζε απ΄αγωνία. " ΄Εχουμε πολύ δρόμο ακόμη για τα Γάδειρα;" ρώτησε το Σεριφιανό.
" ' Εχω ταξιδέψει μέχρι την πόρτα της Μεσόγειος. Από δω που στέκουμε πρέπει να κατέβουμε όλη την Ιβηρική και θα σταθούμε στο Ημεροσκοπείο απ΄εκεί δρόμο για την πόρτα για τον Ωκεανό. Θέλω να την περάσουμε με το φως της ημέρας. και μετά στα Γάδειρα το τελευταίο όριο για το ταξίδι μας στον Ωκεανό. Απ΄εκεί, αυτό που θα δεις Περσέα, είναι κάτι που θα θυμάσαι σ΄όλη σου τη ζωή. ΄Ενα γιγάντιο βουνό,, ψηλότερο δεν έχεις ξαναδεί, ο ΄Ατλας που λεν ότι πάνω στην κορυφή του στηρίζεται ο ουράνιος θόλος. Αυτό το βουνό αχνοφαίνεται καμμιά φορά απ΄τα Γάδειρα στο βάθος της Δύσης εκεί που τελειώνει ο δίσκος της γης.
Αυτά τα βουνά του ΄Ατλα λένε πως έχουν τις ρίζες τους στα έσχατα βάθη του Ωκεανού. Αυτά τα βουνά είναι μεγάλα νησιά που στη δύση όπως θα δεις φαίνονται κόκκινα και λάμπουν στο φως. Τα ονόματά τους τα ήξερε ο Ερμής, του τα είχε πει η μάννα του η Μαία, που όπως ξέρει ήταν απ΄αυτά τα νησιά. Αίγλη νομίζω πως λεν το νένα, Ερυθείη το άλλο, κι΄ολα μαζί, γιατί καθώς λεν είναι πολλά νησιά, Εσπερίδες".
Μ΄αυτές τις σκέψεις πέρασε το τελευταίο βράδυ του Περσέα πριν την πόρτα του Ωκεανού. Ξαπλωμένος στο κατάστρωμα του πλοίου κύταζε τ΄αστέρια που τρεμόσβηναν και μισοκοιμισμένος θυμόταν τις ιστορίες που διηγόταν οι παλιοί ναυτικοί της πόλης της Παλλάδας που έλεγαν ότι την είχαν ακούσει απ΄τους παπούδες τους κι΄αυτοί απ΄το στόμα του Ερμή. Υπήρχαν έλεγαν τέρατα στα νησιά που πετούσαν πάνω απ΄τα νησιά σαν χάλικινα πουλιά. Τα κεφάλια τους τα τριγύριζαν φίδια κι΄είχαν δοντια σαν τους κάπρους. Τα είχαν δει λέγαν και οι ναυτικοί που είχαν έρθει στα Γάδειρα. Ο Περσέας χαμογελούσε μόνος του. Παιδιάστικες κουβέντες. Είναι παιδιά οι ναύτες σκεπτόταν, αλλά σαν παιδιά τα πειστεύουν ας είναι... Άύριο βλέπουμε... και ο ύπνος έφτασε. ΄Ολοι εκείνο το βράδυ το πέρασαν σιωπηλοί, αύριο θα βγαίναν στον Ωκεανό, θ΄άραζαν πριν απ΄το μεγάλο ταξίδι στα Γάδειρα.
Την άλλη μέρα ξεικίνησαν πριν ακόμη η ροδοδάκτυλη Ηώ φέρει το φως του Υπερίωνα ΄Ηλιου. Η αγωνία του Ωκεανού τους κρατούσε όλους βωβούς. Ο Σεριφιανός μάντεψε τί φώλιαζε μες την καρδιά τους και βροντοφώνταξε " Θάλασα μωρέ σαν ετούτη που πλέουμε είν΄ο Ωκεανός, τί νομίζετε πως θα βρούμε κρασί;" ' Ολοι σαν αν περίμεναν τούτο τ΄αστείο ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια κι΄απ΄τα μάτια τους έσβυσε κάποιο μαύρο σύννεφο που φαινόταν να τα σκεπάζει.
" Μόλις πιάσουμε τον Κάβο άν ο Ωκεανός δεν έχει ομίχλη θα δούμε τον ΄Ατλα Περσέα" σιγοψιθύρισε ο Σεριφιανός. Και τα πλοία γοργόφτερα συνέχισαν τον δρόμο τους. Ο Περσέας σιωπηλός περίμενε,, η καρδιά του χτυπούσε στο ρυθμό που έτριζαν οι σκαρμοί των κουπιών. Και να! Να το θαύμα που περίμενε. Ο Γίγαντας ΄Ατλας ξεπήδησε μες τον Ωκεανό. Οι άντρες κράτησαν τα κουπιά. Κανένας δεν είχε ξαναδεί το γίγαντα , το φοβερό ΄Ατλα και να "Δέστε! να εκί στο βάθος μπροστά φαίνεται!" έτσι φωνάζαν μεταξύ τους με μιά φωνή γεμάτη συγκίνηση. "Ζευς, Σωτήρ, Νίκη" φούσκωσε μιά κραυγή τα λαρύγγια τους σαν απάντηση στην τρομάρα που ΄θελαν αν σβυστεί , να χαθεί, να τρομάξουν μ΄αυτήν το γίγα." Πιάστε τα κουπιά " φώναξε ο Σεριφιανός , κι ΄άντρες με τα μάτια καρφωμένα στο βάθος του ορίζοντα ρίχτηκαν και πάλι στα κουπιά.
Ο Περσέας αχόρταγος να κυτάζει είχε βουλιάξει μέσα σε σκέψεις π΄αναπηδούσαν χωρίς να το θέλει και τον γέμιζαν ερωτήματα. "Με τούτο το Γίγα θα πολεμήσω... Αυτός λένε ότι ξεπήδησε καταμεσίς του Ωκεανού κάποια μακρινή εποχή.....Τα πόδια του πατάν στα βάθη του Τάρταρου εκεί που ζει ο πατέρας του ο Ιαπετός....Αυτόν πρέπει να τον φοβόμαστε...αυτός στέλνει τα πλοία στο βάθος του Ωκεανού...Αυτά τα νησιά είναι βουνά...όλα αυτά τα εξουσίαζε παλιά ο Ποσειδώνας ο αδελφός του Κρόνου...του πατέρα του Δία...Στα νησιά αυτά ο Ερμής, έλεγε πως βόσκουν χιλιάδες πρόβατα και γελάδια...Είναι τεράστια νησιά... Ποίοι άραγε τα κατοικούνε....Αφού βασιλιάς εκεί ήταν ο Ποσειδώνας πρέπει να βρούμε πολιτισμένους ανθρώπους...κανείς όμως δεν ξέρει... και τα τέρατα...άλλο πάλι τούτο... Αυτά θα τα λεν οι έμποροι για να τρομάζουν αυτούς που θά' θελαν να παν κατά κει για πλούτη...Τα ονόματα των πρώτων νησιών είναι Ενυώ, Πεφρηδώ και Δεινώ...βασιλιάς σ΄αυτά λένε πως είναι ο Φόρκυς...Τί άνθρωπος άραγε να είναι...και οι γοργόνες..Μετά τα νησιά είναι μιά άλλη ήπεριος!...ατέλειωτη είναι άραγε η γή;.....Αυτά σκεπτόταν ο Περσέας και στο μυαλό του θαλασσοταραχές και μάχες τον συντάραζαν. Ο Σεριφιανός ερμήνεψε τη σιωπή του και με φωνή ήρεμη και μετρώντας τα λόγια του είπε:"΄Ολα τα πράγματα τα ξέρω πώς στην αρχή φαίνονται δύσκολα, αλλά παντού είναι τα ίδια Περσέα. ΄Ανθρωποι παντού καλοί και κακαοί. Αρκεί να΄χουμε μυαλό σαν την Αθηνά κι΄όλα θα πάνε καλά". Ο Περσέας γύρισε προς το μέρος του κι΄ένας αναστεναγμός φούσκωσε στα στήθια του. Χάρηκε που είχε μαζί του τούτο τον αντρείο και μυαλωμένο και είπε ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο του Σεριφιανού. "Να κάνουμε στα Γάδειρα, σαν φτάσουμε, θυσία στην Αθηνά να μας βοηθήσει στο έργο μας".
Στα Γάδειρα κάθησαν δυό μέρες, διορθώνοντας και προετοιμάζοντας τα πλοία. Σχοινιά, αρματωσιές, πανιά ,σκαρμοί , κουπιά, τρόφιμα κι΄όλα όσα έπρεπε να κυτάξουν πριν αρχίσει πλαι το μεγάλο ταξίδι, και το κυριότερο έπρεπε να βρουν τον καιρό που ο άνεμος θα τους βοηθούσε και πάλι.
" Μέχρι τα νησιά δεν έχει άλλη στεριά", έλεγε ο Σεριφιανός. "Αυτό να το βάλετε καλά μες το κεφάλι σας και να γίνουν όλα σωστά".
Ο καιρός ήταν ζεστός και ο ΄Ατλας είχε χαθεί στον μακρυνό ορίζοντα. Ουρανός και θάλασσα. Ο Σεριφιανός δεν το φοβόταν τούτο. " ΄Οταν δε βλέπεις μπροστά γύρνα να βλέπεις πίσω" έλεγε γελώντας. Μέχρι να χάσουμε τη μιά στεριά θα δούμε την άλλη. Κι΄έπειτα θ΄αφήσουμε το πρώτο πλοίο και μόλις αρχίσει να χάνεται θα φύγει το δεύτερο και μετά το τρίτο. Ο Περσέας θα πρόσταζε πιά ο ίδιος όλη τη νηο-πομπή και θα΄φευγε πρώτος, ο Σεριφιανός θ΄ακολουθούσε τελευταίος. ΄Ετσι ξεκίνησε η πρώτη επίσημη αποστολή για τα νησιά του Ατλαντικού που βρίσκονταν κοντά στις σημερινές Αζόρες.
Στους Ελληνικούς μύθους θα ξαναβρούμε κι΄άλλες φορές διηγήσεις για τα νησιά του ΄Ατλαντα τις Εσπερίδες και όπως θα δούμε συναρμολογώντας τα κουρέλια των μύθων που διασώθηκαν θα ξανασχηματίσουμε την χαμένη ιστορία μας. Ας ξαναμπούμε και πάλι στα πλοία κι΄ας πάμε να πατήσουμε τη στεριά στα νησιά του ΄Ατλαντα, τις Ατλαντίδες. Είχαμε κάτσει στην Ιβηρική μέχρι να μισογεμίσει το φεγγάρι. Τώρα ήλθε η ώρα να φύγουμε για τον Ωκεανό. "Το βράδυ πρέπει στην πρύμνη των πλοίων που προχωράν μπροστά ν΄ανάψουν δαδιά ώστε μεσ΄το σκοτάδι τα πίσω πλοία να βλέπουν πού πάνε και να μη χαθούν και προ παντός να μη σπαταλάν δυνάμεις. ΄Οταν ζυγώσουν στις ακτές των νησιών θα συγκεντρωθούν και πάλι όλοι μαζί και πρέπει να είναι έτοιμοι και για τα ΄οπλα". Τα παραμύθια που διηγόνταν για τα τέρατα που πετούσαν έρχονταν και ξαν΄ρχονταν στη σκέψη του Περσέα, αλλά αυ΄τος τα απόδιωχνε και τα μάτια του ήταν καρφωμένα στοον ΄Ηλιο που έγερνε στη Δϋση. Μακριά είχαν φανεί τα πρώτα βουνά. σε λίγο θ΄αρχιζε να έρχεται η νύχτα.
Ευτυχώς η μέρα ήταν μεγάλη και το βράδυ αργούσε. ο Περσέας με σινιάλα έδωσε στα πλοία π΄ακολουθούσαν να καταλάβουν πως έπρεπε να βιαστούν. Τα χέρια τράβηξαν με δύναμη τα κουπιά. Ο αέρας είχε πέσει και τα πλεούμενα είχαν χάσει το δρόμο τους , την ταχύτητά τους. Ο Περσέας είχε τις πληροφορίες του. Οι απόγονοι του Φόρκυ ήταν τρεις θυγατέρες που βασίλευαν τώρα στα τρία νησιά. Τα τρία νησιά είχαν ένα κοινό λιμάνι και κοινές αποθήκες που τις χρησιμοποιούσαν εκ περιτροπής. Τα νησιά αυτά ήταν ένα σύμπλεγμα. Αφαλώς έτσι κοντά το ένα στ΄άλλο θα έπρεπε να έχουν μιά είσοδο, ένα κανάλι απ΄όπου θα έφτανες στο μώλο (στο δόντι) που εξέχει και μπαίνει μέσα στη θάλασσα για να πέφτουν δίπλα και να δένουν τα πλοία. Αυτό θα ήταν το κοινό λιμάνι με τις αποθήκες που είχαν τα τρόφιμα των νησιών. Από νησιά ο Περσέας ήξερε και πάρα πολλά. Αυτό δα έλειπε τόσα χρόνια κολυμπούσε και έπειζε στις ακτές της Σέριφος και στο νησί τους τα ίδια πράγματα είχαν. ΄Επρεπε να χωθείς μεσ΄το κανάλι και ξαφνικά να το δόντι του μώλου. Απάνω στο μώλο και πολύ κοντά σ΄αυτόν οι Αποθήκες, τα τρόφιμα που ζούσε το νησί, εκεί μαζεύονταν κι΄επαιζαν σαν παιδιά, ακόμη θυμάται την ξεχωριστή μυρουδιά τους. Απ΄τους συλλογισμούς αυτούς άρχισε να τον βγάζει η γοργόφτερη νύχτα που' φτανε σκοτεινή. οι ακτές σκούρες φάνηκαν χωρίς να ξεκαθαρίζουν καλά. Η απόσταση είχε μικρύνει τα συντροφικά πλοία είχαν πλησιάσει.
Ο Σεριφιανός λάμνοντας δυνατά ήρθε σε λίγο δίπλα στο πρωτοκάραβο του Περσέα. ΄Απλωσαν οι ναύτες μιά σανίδα και ελαφροπερπάτητος πέρσε πάνω απ΄τον Ωκεανό στο καράβι του Περσέα. Τ΄αντίθετο έγινε αμέσως μετά, κι΄ο καπετάνιος του Περσέα ξαναπήγε στο καράβι του. Τα πλοία ξεκίνησαν σε μιά σειρά με δεμένα πανιά προς την ακτή. Το σχέδιο για ν΄αρχίσει, έπρεπε να βρούνε τον "οφθαλμό" την είσοδο που θα σέμπαζε στο λιμάνι. Το πράγμα δεν ήταν καθόλου εύκολο αλλά να! ένα φως φάνηκε μακριά στη λουρίδα του βουνού που ξαπλώνονταν μπροστά τους. Ο οφθαλμός, μονολόγησε ο Περσέας. Ο Σεριφιανός συμφώνησε, θα προχωρούσαν προς το φως. Η σελήνη θαμπά, φώτιζε το δρόμο. Ο Περσέας έστειλε κάποιον μπροστά να προσέχει μην πέσουν σε ξέρες, διέταξε να σβύσουν τα δαδιά έπρεπε να προχωράν αργά και προσεκτικά. Νύχτα γεμάτη φως, προσμονή και μυστήριο απ΄το άγνωστο που από στιγμή σε στιγμή το πλησίαζαν. Τα κουπιά χώνονταν άφωνα μεσ΄τον Ωκεανό και ανάλαφρα σκόρπαγαν ασημένια νερά στο φως της σελήνης. ΄Αν όλα παν καλά σκεφτόταν ο Περσέας θα κάνουμε μεγάλο γλέντι στο νησί. Οι εντολές ποιοί θα βγουν πρώτοι, κι΄αν χρειαστεί θα πολεμήσουν, είχαν δοθεί από μέρες, οι χάλκινες ασπίδες και τα σιδερένια σπαθιά δόρατα και βέλη είχαν επιθεωρηθεί και βρίσκονταν όλα στη θέση τους. Τους άντρες του τους ήξερε καλά. ΄Ολοι ήταν θεριά. Του Περσέα το στήθος φούσκωνε απ΄την προσμονή. Θα πηδούσε πρώτος στο μώλο κι΄αλλοίμονο σ΄αυτούς που θ΄αντιστέκονταν. Σκεφτόταν όμως, πως όλα έπρεπε να γίνουν σιγά χωρίς φωνές, με μυαλό ή με πονηριά ώστε να αιφνιδιαστούν, αυτοί που θα φυλάγαν το λιμάνι, κι΄ετσι προτού το καταλάβουν να βρισκόντουσαν αιχμάλωτοι στα χέρια του. ΄Οχι, δεν έπρεπε να πειράξουν τους ανθρώπους των νησιών. Αλλά άν δειχνόντουσαν εχθρικοί, έπρεπε να τους εξαναγκάσουν να τους βοηθήσουν. Ο σκοπός του Περσέα ήταν να ξανανοίξει το δρόμο του Ωκεανού για το συμφέρον όλων. Αυτά σκεφτόταν και τα καράβια είχαν πλησιάσει πολύ κοντά στο φως. Κάτω φαινόταν ένας μεγάλος όγκος και δίπλα ένας πιό χαμηλός που έστεκε το φως. Ο Περσέας ήξερε πως εδώ κατοικούσαν άνθρωποι με πολιτισμό και η αγωνία του μεγάλωσε. Κι ο Σεριφιανός όμως έκανε τις ίδιες σκέψεις, τούτο το φως στην είσοδο του καναλιού έδειχνε πως τα νησιά τα κατοικούσαν άνθρωποι πολιτισμένοι. ΄Επρεπε λοιπόν να πλησιάσουν με εξυπνάδα το λιμάνι και χωρίς να τους πάρουν είδηση. Το ότι φτάσαν βράδυ αυτό τους βοήθαγε από μιά μεριά, γιατί έτσι μπορεί να γίνουν οι ίδιοι κριτές και ν΄αποφασίσουν τη στάση τους. Ο Περσέας ήταν σύμφφωνος, τις ίδιες άλλωστε σκέψεις είχε κάνει κι΄αυτός και χαίρονταν που κι΄ο συνετός Σεριφιανός τις έλεγε. Κάλεσε λοιπόν τους πολεμικούς ηγέτες σε συμβούλιο κι΄αποφάσισαν να μπει στο λιμάνι, με απόλυτη ησυχία, πρώτα το πρωτοκάραβο, τα άλλα θα΄στεκαν στα κουπιά περιμένοντας το σινιάλο. ΄Αν το πρωτοκάραβο έβρισκε γρήγορα κάποιο ήσυχο μέρος για απόβαση η ίδια η σχεδία που θ΄ανίχνευε προηγούμενα το λιμάνι θα καλούσε και τ΄άλλα πλοία, να την ακολουθήσουν δείχνονταν το δρόμο. ΄Ετσι κι έγινε, χωρίς καμμιά φασαρία ο Περσέας βγήκε στην ακτή κοντά στο νεώριο που βρίσκονταν έξω απ΄το λιμάνι. Εκεί μάζεψε τους άντρες του και τους έκρυψε σ΄επίκαιρα σημεία. Θα περίμενε νάρθουν κι΄άλλοι και μετά θα προχωρούσε. Το φως της σελήνης φώτιζε τώρα καλά τις αποθήκες του λιμανιού, Ο Περσέας αφήνοντας πίσω του τον Σεριφιανό προχώρησε ν΄αντιληφθεί μόνος του τί μπορούσε να παρουσιαστεί ξαφνικά σε τούτο το εγχείρημα. Είχε μαζί του δύο απ΄τους πλεμικούς αρχηγούς για να δουν κι΄αυτοί μήπως κάτι ξεφύγει. Τα πράγματα έδειχναν ήσυχα. Το μόνο που μείναν σύμφωνοι και οι τρεις ήταν πως στα δύο δεμένα στο λιμάνι πλοία υπήρχαν άνθρωποι και κάποιο φως σαν τα δικά τους τα λυχνάρια, έριχνε ανταύγειες στην ήσυχη θάλασσα. Γύρισαν πίσω εξηγώντας και στους άλλους που εν τω μεταξύ με την ίδια άφωνη τάξη είχαν κατέβει στην ακτή, το τί είδαν.
Γ΄ΜΕΡΟΣ
Θα προχωρούσαν σιγά σιγά κατά ομάδες με σκεπασμένες ασπίδες και κράνη για να μην τους προδώσει το καθρέφτισμα απ΄το ασημένιο φως της σελήνης. Οι αρχηγοί θα πιάναν τις αποθήκες και με τους τοξότες θα ΄κλειναν τους δρόμους του λιμανιού.΄Αλλοι , δηλαδή οι "δορυφορούντες" με τις μακριές ασπίδες θα φρουρούσαν τις αποθήκες και οι σβέλτοι και πιό γεροί πολεμιστές με τις μακριές σπάθες και τις κοντές ασπίδες, αφού θα πιάναν σαν πρώους αιχμάλωτους, αουτούς που μέναν στα δύο αραγμένα πλοία θα τους φέρναν στον Περσέα και μετά θα περίμεναν κι΄άλλες διαταγές. Ο Περσέας αφού τα κανόνισε όλα αυτά έδωσε εντολή στον Σεριφιανό να μπει στα πλοία με μόνο τους θαλαμίτες και το πρωί να βρεθεί κατά μεσίς του λιμανιού με υψωμένο, το έμβλημα του μεγάλου Δία και ν΄ανεβάσει όλους επάνω στη σκέπη του πλοίου να κρατούν τα δόρατα και τις ασπίδες. ΄Ετσι μόλις αντιληφθεί πως ο Περσέας με τους άντρες του κινιούνται στο λιμάνι να φωνάζουν κατά διαλείμματα απ΄τα πλοία τη γνωστή κραυγή "Ζευς, Σωτήρ, Νίκη". Αλλά και για το κακό είχε βρεθεί ο τρόπος ν΄αντιμετωπιστεί. Ο Σεριφαινός άν έβλεπε ότι οι άντρες των πλοίων μαζεύονταν στο μώλο απειλούμενοι από τους πολεμιστές των νησιών, θα έφερενε τα πλοία κοντά και χτυπώντας πάνω απ΄τα πλοία με βέλη θα έδινε τον καιρό στους άντρες του Περσέα να πηδήσουν μέσα ή να κολουμπήσουν και ν΄ανεβούν απ΄τα σχοινιά που τα είχαν αφήσει απλωμένα στις πλευρές των πλοίων. Σαν αλεπούδες με ελαφρά πηδήματα οι άντρες του Περσέα άρχισαν να εφαρμόζουν το σχέδιο. Τα πράγματα φαινόντουσαν εύκολα. καμμιά αντίσταση. ύπνος βαθύς σ΄όλα τα νησιά. Ο Περσέας είχε πιάσει ένα επίκαιρο σημείο του λιμανιού εκεί που ήταν το νερό!, κοντά εκεί ήταν μεγάλος σωρός από κορμούς δέντρων. Αυτό το μέρος διάλεξε σαν προσωρινό στρατηγείο. Πάνω στους κορμούς μπορούσε να βλέπει όλο το λιμάνι και είχε πίσω του τα πλοία. Κι΄ο ανατολίτης ΄Ηλιος φάνηκε να βγαίνει πέρα στον Ωκεανό. Ο Περσέας είχε δώσει διαταγή να μην κινηθεί κανείς έξω απ΄το λιμάνι. Ο σκοπός δεν ήταν να χτυπηθού, θα περίμεναν με υπομονή και φιλική διάθεση να δουν την εξέλιξη των πραγμάτων και τότε θ΄αποφάσιζε.Χρειάζεται σωφροσύνη να κυβερνάς τόσους ανθρώπους τόσο μακριά απ΄τα σπίτια τους. Οι κάτοικοι των νησιών άρχισαν να φαίνονται στους δρόμους του λιμανιού, με απορία μεγάλη κύταζαν τα λαμπερά και παράξενα πλοία που μοιάζουν σαν θαλάσσια τέρατα με λαιμούς μακριούς και κεφάλια άγρια που στα πλάγια τους τα υψωμένα οριζόνται κουπιά έδειχναν σαν φτερούγες ανοιγμένες. Και το έμβλημα; ποιανού άρχοντα έμβλημα ήταν αυτό; ένας Αίγαγρος ορθόστηθος μαύρος πάνω σε μιά κατπράσινη ασπίδα. Κι΄αυτοί οι λαμπροί άντρες που κρατούσαν λαμπρά όπλα χωρίς καμμιά ειδοποίηση χωρίς να ξέρει κανείς τίποτα; Κάποιος έπρεπε να τρέξει στο Φόρκυ να του το αναγγείλει να έρθει αυτός ο ίδιος στο λιμάνι. Αυτός μπορεί να ξέρει ή να μάθει τί γυρεύουν οι ξένοι στον τόπο τους, έτσι που ήρθαν στο ξημέρωμα. Και ο Περσέας αυτό γύρευε να κάνει, ήθελε να δημιουργήσει φοβερή εντύπωση. Ο αιφνιδιασμός έλεγε και η προσμονή ξαρματώνει και τους πιό δυνατούς. ΄Αμα δεν δείξεις τα όπλα σου και περιμένεις επιδεικτικά έτσι σαν σε γιορτή, σελογαριάζουν πιό πολύ, και η στάση σου τους κάνει να πιστεύουν ότι κρατάς δύναμη μεγάλη, πως δεν φοβάσαι τίποτα. Ο κόσμος του νησιού, άνθρωποι φιλήσυχοι που μοιάζαν από μακριά σαν τους νησιώτες της Σέριφος, αλλά παράξενα ντυμένοι, μαζεύονταν σιγά-σιγά στο λιμάνι να δουν από κοντά τους ξένους, τα πλοία, και να μάθουν, να μάθουν περισσότερα. Τους έτρωγε η περιέργεια, από πού έρχονταν οι ξένοι.Επισκέψεις βέβαια δεχόντουσαν απ΄το δικό τους μεγάλο βασιλιά αλλά πάντα το ήξεραν τον περίμεναν προετοιμάζονταν γιορτές και χαρές και το πιό σημαντικό. τούτα τα πλοία δεν μοιάζαν με τα δικά τους ήταν αλλοιώτικα, με άλλα πανιά , πιό ψηλά , πιό φαρδιά. Τούτα μοιάζαν σαν φτερωτά άλογα τώρα το έβλεπαν, τα κεφάλια που υψώνονταν σε περήφανους λοιμούς , ήταν κεφάλια αλόγων μ΄ανοιχτά ρουθούνια κατακόκκινα και χαίτες που ανέμιζαν στον αέρα. ΄Ηταν άλογα θαλασσινά φτερωτά που μέσα στα σπλάχνα τους έκρυβαν λαμπροφορεμένους πολεμιστές παράξενα ήσυχους. Επιτέλους Να! ΄Ερχεται ο βασιλιάς με τη συνοδεία του λαμπροστολισμένος και γεμάτος ερωτηματικά. Τα πλοία που βλέπει στο λιμάνι δεν είναι του μεγάλου Βασιλιά του δικού τους. Κάποιοι ξένοι πρέπει να είναι αυτοί ίσως απ΄την απέναντι γη. Γι΄αυτούς πίστευε ότι άλλοι ήταν πολιτισμένοι κι΄άλλοι άγριοι. Τώρα έβλεπε ότι στο λιμάνι του είχε φτάσει ένας όμοιος πολιτισμός με ανθρώπους αποφασισμένους αλλά και σιωπληλούς. Αυτό τον φόβιζε περισσότερο. Μ΄αυτές τις σκέψεις έφτασε κοντά στους πρώτους πολεμιστές του Περσέα. Ο Περσέας τον είδε κι΄εδωσε προσταγή ν΄ανοίξουν δρόμο στον άρχοντα. Ταυτόχρονα τα πλοία χαιρέτησαν με μιά κραυγή, που έφερε ρίγη στους φιλήσυχους νησιώτες "Ζευς, Σωτήρ, Νίκη" ακούστηκε απ τα πλοία και μετά ησυχία.Ο Περσέας λαμπροστολισμένος χωρίςς ασπίδα, αλλά με το κράνος του και έχοντας στο πλάι του τους υπασπιστές του προχώρησε προς τον Φόρκυ. Απ΄τους ναυτικούς που είχαν πιάσει το βράδυ στα πλοία μέσα στο λιμάνι ήξερε πως η γλώσσα που μιλούσαν ήταν λίγο διαφορετική απ΄την δική του. Είχε σκεφθεί όμως πως μπορούσε να δείξει την φιλιά του δίνοντας στον Φόρκυ ένα στολισμένο από χρυσάφι σπαθί με παραστάσεις που τεχνίτες των Αιγαιοπελαγίτικων νησιών είχαν κάνει. ΄Ετσι αφού τον χαιρέτισε με μιά κίνηση της κεφαλής του έτεινε το δεξί χέρι και ο άρχοντας ανταποκρίθηκε. Ο Περσέας το έσφιξε φιλικά και ο άρχοντας έκανε το ίδιο. ΄Ενα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο και των δύο αντρών και ο Περσέας έδωσε με τα δύο του χέρια στο βασιλιά το χρυσό σπαθί. Ο βασιλιάς για μιά στιγμή δίστασε , η χειρονομία αυτή ήξερε τί σημαίνει, το γελαστό πάλι πρόσωπο του ξένου δεν άφηνε αμφιβολίες, ότι ήταν μιά φιλική πράξη και άπλωσε τα χέρια του και το πήρε. Μιά νέα κραυγή πάλι ακούστηκε απ΄όλους τους πολεμιστές "Ζευς, Σωτήρ, Νίκη". Και τα πρόσωπα τα σοβαρά και σκληρά των πολεμιστών έγιναν χαρούμενα γελαστά και φιλικά. Την ταραχή την αρχική την διαδέχθηκε η χαρά και οι άνθρωποι του νησιού μιλούσαν, γελούσαν, τα παιδιά έτρεχαν χαρούμενα κι΄όλος ο κόσμος άκουγε με μεγάλη χαρά πως οι ξένοι είναι άνθρωποι πολιτισμένοι, μιλάν την ίδια γλώσσα με το βασιλιά Φόρκυ.Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη του Περσέα που η θεά της Σοφίας και της σωφροσύνης Αθηνά του είχε διδάξει στα πριν χρόνια. Ο Περσέας μίλησε με τον άρχοντα και δέχτηκε να πάει στο ανάκτορό του χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή. Οι διαταγές άλλωστε είχαν δοθεί και γ΄αυτή την εξέλιξη των πραγμάτων. Οι πολεμιστές δεν θα εγκατέλειπαν το λιμάνι και οι φρουρές θα συνέχιζαν να κρατούν τις αποθήκες χωρίς να εμποδίζουν τους ανθρώπους του νησιού να κάνουν τις δουλειές τους. Αλλά και η προσοχή τους πρέπει να είναι άγρυπνη. Μέχρι να εξακριβώσει ο Περσέας πολλά άγνωστα και να πετύχει την βοήθεια του άρχοντα έπρεπε η απειλή, που οι στρατιώτες κατάλαβαν απ΄τηνκατοχή του λιμανιού, που ήταν οι αποθήκες με τα τρόφιμα, να συνεχιστεί διακριτικά αλλά και αποφασιστικά. Αυτή τη διαταγή εκτελούσε τώρα ο Σεριφιανός, όταν ο Περσέας χάθηκε απ΄τα μάτια του στη στροφή ενός δρόμου που ασφαλώς, θα οδηγούσε στ΄ανάκτορα του βασιλιά, παιδί κι΄αυτό του Ποσειδώνα. Οι μέρες που ακολούθησαν αποζημίωσαν τους μεγάλους ταξιδευτές. Ο βασιλιάς Φόρκυς είχε νοιώσει την απειλή αλλά τη θεώρησε σαν μέτρο προστασίας και σωφροσύνης και έδειξε την κατανόησή του στον Περσέας, που έλεγε πως το μέτρο αυτό δεν ήταν επιθετικό μιά και ζήτησε απ΄τον Φόρκυ βοήθεια και σε τρόφιμα και οδηγούς που ξέραν από εδώ και πέρα τις θάλασσες για να φτάσει στα νησιά των Γοργόνων.Τη βοήθεια αυτή έδειξε πως θα την αντάμοιβε με χρυσά σκεύη που είχαν έξοχες παραστάσεις, και υφάσματα και άλλα δώρα και προσκάλεσε τον Φόρκυ, να τον επισκεφθεί στο πλοίο του και να διαλέξει ότι θέλει. Ο Φόρκυς έδειξε πως θα βοηθούσε και χωρίς ανταμοιβή τον αδελφό που ήθελε ν΄ανοίξει και πάλι το δρόμο του Ωκεανού και για τους απέναντι λαούς και του έδειξε με τον τρόπο του ότι δεν θα πάρει τα δώρα αλλά θα του δώσει βοήθεια.
' Ετσι το ταξίδι του Περσέα συνεχίστηκε στα επόμενα νησιά που βασίλευαν πάλι γυναίκες η Σθενώ, Ευρυάλη, Μέδουσα. Στα νησιά αυτά κατοικούσαν οι Γοργόνες. Οι Γοργόνες ήταν μιά άλλη ράτσα, οι μορφές τους δεν έμοιαζαν μ΄αυτές που στη Μεσόγειο γνώριζε ο Περσέας, το χρώμα τους ήταν χαλκοκίτρινο και σκληρό. Ας ξαναγίνουμε όμως και πάλι ταξιδευτές. Με πλοηγούς τώρα απ΄το βασιλιά Φόρκυ και με την βοήθεια μικρών πείρεγων πλεούμενων που αντί κουπιά είχαν μικρά φτερά που κινούνταν με τα πόδια και φαίνονταν σαν να πετούσαν πάνω στα κύματα, προχώρησαν μ΄ένα μόνο καράβι να επισκεφτούν και να γνωρίσουν και τ΄άλλα νησιά. Αυτά τα δεύτερα νησιά που βασιλιάς ήταν ο Χρυσάωρ ήταν πολύ πλούσια, χιλιάδες πρόβατα (μήλα) έβοσκαν σε κατπράσινα λιβάδια. Λουλούδια και δέντρα παντού. Νησιά των Εσπερίδων τα έλεγαν.
Η κτηνοτροφία σ΄αυτά ήταν μεγάλη πηγή πλούτου και μάλιστα όταν από μακριά είδε τα κοκινόμαλλα γελάδια με τους καμαρωτούς ταύρους νόμισε ότι ήταν μιά τεράστια φλόγα που αργοκινιώταν μεσ΄τους αγρούς. Να μπορούσε σκεφτόταν να πάρει στην πατρίδα μερικά γελάδια και ταύρους να γεμίσει τους κάμπους θα τον αναγνώριζαν αμέσως σαν ήρωα και θα γινόταν Διογενής με την τόλμη του και την εξυπνάδα του.
Οι συμβουλές όμως του Φόρκυ και το χειρότερο τα γνωστά σ΄όλα τα νησιά του ΄Ατλαντα πλεούμενα που είχε πάρει για την επίσκεψή του στη χώρα του Χρυσάωρα δεν έστεψαν μ΄επιτυχία την δεύτερη εξόρμησή του. Η επιχείρηση αυτή δεν έγινε με αντρεία και σοφία αλλά με πονηριά και θάρρος κατάσκοπου. Ο Χρυσάωρ όμως είχε τον δικό του τρόπο να φυλάει τα κοπάδια του απ΄τους άρπαγες. Την επιχείρηση του Περσέα την είδε σαν κλεψιά που ο βασιλιάς Φόρκυς έκανε σε βάρος του. Πολλές φορές είχε πιάσει ανθρώπους του Φόρκυ που έρχονταν μ΄αυτά τα διαβολεμένα φτερωτά πολιάρια κι΄άρπαζαν πρόβατα και γελάδια απ΄τα νησιά του. Αυτή τη φορά όμως θα τους τσάκιζε. Ο Περσέας αγνοώντας αυτή την αλήθεια έπεσε θύμα του Φόρκυ. Του είχε πει βέβαια να προσέξει γιατί ο Χρυσάωρ ήταν απολίτιστος, θεριό που δεν έπαιρνε από αδελφικά αισθήματα. Γι΄αυτό δεν του συνιστούσε να τον επισκεφθεί επίσημα , αλλά, να πάει να δει και να φύγει γιατί αλλοιώς κινδύνευε να μην ξαναγυρίσει στην πατρίδα του. Ο Φόρκυς πρέπει να σκεφτόταν πως, σαν ο πιό κοντινός προς τη θάλασσα των ξένων, θα μπορούσε να πάρει αυτός το εμόριο που είχε σταματήσει, κι΄ο Χρυσάωρ να μην οφεληθεί τίποτα. Γι΄αυτό συμβούλεψε τον Περσέα να πάει μόνο ένα πλοίο και να σταθεί μακριά σε κάποιο κόλπο μιάς απόμερης ακτής και να βγουν έξω με τα δικά του φτερωτά πλοιάρια που δεν μπορούσε να τα προλάβει κανείς στο τρέξιμο, και να αδει τα νησιά και μάλιστα το πιό πλούσιο τη Μέδουσα, αυτό ήταν αρκετό. Σ΄αυτές τις συμβουλές του Φόρκυ, που η φιλική του περιποίηση τον είχε πείσει τον Περσέα ότι του έλεγε την αλήθεια, υπάκουσε ο Περσέας κι΄έφυγε ακολουθώντας τις υποδείξεις των πλοηγών με μόνο το μπροστοκάραβο για να επισκεφθεί τα νησιά του βασιλιά Χρυσάωρα. Κι΄αυτό που είδε τον άφησε άφωνο. Είδε να πετούν στον ουρανό τέρατα που τα κεφάλια τους ήταν τυλιγμένα με φίδια, είχαν δόνται κάπρων και χρυσά φτερά. Ο Περσέας διέταξε τους άντρες του να φύγουν γλήγορα και με τα φτερωτά πλοία του Φόρκυ γύρισε στο πλοίο του και με βοηθό τη νύχτα που έπεφτε ξέφυγε και το ταξίδι της επιστροφής άρχισε.
Η επιστροφή των πλοίων προς την πατρίδα είχε ακόμη μιά μικρή περιπέτεια μ΄ένα ευχάριστο τέλος. Ο Περσέας κατέβηκε ίσως πιό χαμηλά στον Ωκεανό απ΄την Ιβηρική και βρέθηκε στη χώρα του Κηφέα που βρίσκονταν στην Βόριεα Αφρική τη χώρα των μαυροπρόσωπων παιδιών του Ηλίου (Αιθιοπία).Εκεί ακολουθώντας πιά τη δική του κρίση και τον δικό του τρόπο, έπεισε τον Κηφέα να του δώσει γυναίκα του, την πεντάμορφη Ανδρομέδα και έτσι αφού ξεκουράστηκε και πήρε εφόδια για το ταξίδι του γύρισε, νικητής και τροπαιούχος στη Σέριφο. Τα λάφυρα απ΄τα νησιά που επισκέφτηκε ήταν πολλά αλλά το πιό περίεργο ήταν ένα πέτρινο κεφάλι μιάς γοργόνας που ο Φόρκυς του έδωσε και που του είχε πει ότι έτσι έμοιαζαν οι κάτοικοι τούτων των νησιών. Ο Περσέας που είχε δει τους κατοίκους συμφώνησε πως το κεφάλι αυτό ήταν ένα σχετικό δείγμα των υπηκόων του Φόρκυ. Στη Σέριφο εν τω μεταξύ τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο αδελφός του Πολυδέκτη, ο Δίκτυς και η μητέρα του η Δανάη, είχαν καταφύγει στους βωμούς των θεών για να σωθούν απ΄την οργή του ερωτευμένου Πολυδέκτη. Ο Περσέας αποκατέστησε αμέσως τα πράγματα στη θέση τους όπως και πριν. ΄Αφησε όλα τα λάφυρα και τη φτερωτή λέμβο στους συντρόφους του.Στο ιερό του Ερμή το σάκκο με τις εμπορικές του παρατηρήσεις. Στο ιερό της Αθηνάς την πέτρινη κεφαλή της Μέδουσας και αφού χαιρέτησε όλους στο νησί, πήρε τη μητέρα του τη Δανάη και γύρισε στο ΄Αργος.
Στη συνέχεια θα δούμε πώς άλλος μύθος κατοπινός με ήρωα τον Ηρακλή, επιβεβαίωσεν τα αφηγήματα αυτά. Εκείνο που δεν μπορεί να ερμηνευθεί στην πρώτη αυτή εξερεύνηση του Ωκεανού στα νησιά του ΄Ατλα είναι τα "τέρατα που πετούν" και που η θέα τους άφησε αφωνους , τους πέτρωσε, όπως διηγήθηκε ο Περσέας. Να μιλούσε άραγε για προϊόντα εξελιγμένου τεχνολογικά πολιτισμού; ή τα τέρατα μπήκαν στον μύθο του Περσέα αργότερα και είναι φαντασίες παραμυθάδων τραγουδιστών; Τελειώνοντας το ταξίδι του Περσέα θέλω να ολοκληρώσω λέγοντας ότι : Η αφήγηση του ταξιδιού είναι βέβαια κεντημένη με στολίδια που θεώρησα ότι μας βοηθούν να πάρουμε μιά γεύση εκείνου του πρώτου μεγάλου ταξιδιού. Σαν αιώνια όμως παιδιά μας αρέσουν οι λεπτομέρειες και οι εξηγήσεις. Νομίζω ότι κανενός η νοημοσύνη δεν προσβάλλεται άν απομυθοποιείς τα παραμύθια μ΄ένα άλλο παραμύθι πιό λογικό , για μεγάλα παιδιά.
ΤΕΛΟΣ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ "ΑΙΓΑΙΟ ΒΟΥΝΟ"
Η.Λ.ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΤΩΝ ΓΑΡ ΗΛΙΘΙΩΝ ΑΠΕΙΡΑ ΓΕΝΕΘΛΑ