ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ/BOARD/Τα φάρµακα στην αρχαία Ελλάδα

Τα φάρµακα στην αρχαία Ελλάδα

2 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Παρ 31/12/2010 18:44
Τὰ φάρµακα στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα


Μὲ τὶς πρῶτες ἐκδηλώσεις ζωῆς ἐπὶ τῆς γῆς βρίσκουµε καὶ ἀδιαµφισβήτητες
µαρτυρίες ἀσθενειῶν. Ἡ ἀσθένεια πάντοτε συνόδευε τὴ ζωή. Σκηνὲς χαραγµένες σὲ
τοίχους σπηλαίων, σὲ βράχους, ὁ τρόπος ταφῆς τῶν νεκρῶν κ.ἅ. ἀποτελοῦν
µαρτυρίες γιὰ τὸν τρόπο ἀντιµετώπισης τῶν ἀσθενειῶν.
Ἡ ἀναζήτηση τῶν φαρµάκων ἄρχισε ἀπὸ τὸ περιβάλλον. Ὅπως καὶ τὰ ζῶα, ὁ
πρωτόγονος ἄνθρωπος εἶχε πολὺ ἀνεπτυγµένο τὸ ἔνστικτο αὐτοπροστασίας.
Σταδιακὰ κυριάρχησε ἡ παρατήρηση καὶ ὁ συσχετισµὸς τῶν θεραπευτικῶν µἔσων µἒ
συγκεκριµµένες ἀσθένειες. Ἀναµφίβολα καὶ ἡ τύχη βοήθησε στὴν ἀνακάλυψη τῶν
φαρµάκων.
Θεωρώντας τὴν θεραπευτικὴ τῶν πρωτογόνων σὰν µἴα ἑνότητα, ποὺ διήρκεσε
ἑκατοντάδες αἰῶνες πιστεύεται ὅτι ἀρχικὰ ἦταν ἐνστικτώδης καὶ ἐµπειρική, ἔπειτα
ἔγινε δαιµονιακὴ καὶ ἀνιµιστικὴ καὶ στὴν τελευταία φάση τῆς ὑπῆρξε µἁγικῆ καὶ
θεοκρατική. Θρησκεία καὶ θεραπευτικὴ συνδέθηκαν ἄρρηκτα σ΄ αὐτὴ τὴν τρίτη φάση
καὶ ἦταν ἀποκλειστικὰ κτήµα τῶν ἱερέων. Ἡ ἄγνοια καὶ ἡ φαντασία καλλιεργούµενη
ἀπὸ τὶς ἑκάστοτε θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις γέννησε τὸν φόβο καὶ δηµιούργησε τὴν
µαγικὴ καὶ συµπτωµατικὴ θεραπευτική. Γιὰ χιλιάδες χρόνια, ἡ φαρµακευτικὴ χρήση
τῶν φυτῶν περιορίστηκε σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στὴ θεραπεία πληγῶν καὶ τραυµάτων,
ἀφοῦ ὅλες οἱ µἡ τραυµατικὲς παθήσεις ἀποδίδονταν στὶς πράξεις τῶν θεῶν.
Ταυτόχρονα πιστευόταν ὅτι, ἀφοῦ τὰ φυτὰ ἦταν δῶρα τῶν θεῶν, τὸ σχήµα τῶν
φύλλων, τῶν καρπῶν ἢ τῶν ριζῶν τοὺς ἦταν ἐνδεικτικὰ τοῦ ὀργάνου τοῦ ἀνθρωπίνου
σώµατος, ποὺ µποροῦσαν νὰ θεραπεύσουν, π.χ. θεωρεῖτο ἀποτελεσµατικὸ γιὰ τὶς
πληγὲς ἀπὸ τρυπήµατα τὸ ὑπερικὸ (Hypericum perforatum L.), διότι τὰ φύλλα του
εἶναι διάτρητα.
Ἡ θεοκρατικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν θεραπευτικὴ ὑπῆρχε σὲ ὅλους τους ἀρχαίους
λαούς, ἀκόµη καὶ στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες τὴν προϊπποκρατικὴ περίοδο.
Ἡ θεραπευτικὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἐξελίχθηκε σὲ τρεῖς περιόδους:


Ι. Προϊπποκρατικὴ περίοδο (3000 π.Χ.-5ο αἰώνα π. Χ.): κατά τους
τελευταίους αἰῶνες παρατηρεῖται µἴα ἀλλαγὴ θεώρησης τῆς θεραπευτικῆς καὶ οἱ
θεοκρατικὲς ἀπόψεις ἀντικαθίστανται ἀπὸ φιλοσοφικὲς ἀντιλήψεις.

ΙΙ. Ἰπποκρατικὴ (5ος-3ος πΧ. αἰών)
: συµπίπτει µἒ τὸ ἀπόγειό του ἑλληνικοῦ
πολιτισµοὺ

ΙΙΙ. Ἀλεξανδρινὴ ἢ ἑλληνιστικὴ (3ος π Χ. αἰὼν ? 641 µ. Χ.)
. Σ? αὐτὴν
ἐντάσσεται καὶ ἡ ἑλληνο-ρωµαϊκὴ περίοδος (146 π. Χ., ποῦ ὑποτάχθηκε ἡ Ἑλλάδα
στοὺς Ρωµαίους ἕως τὸ 395 µ. Χ., ποῦ χωρίστηκε τὸ ρωµαϊκὸ κράτος σὲ δυτικὸ καὶ
ἀνατολικό).
Γιὰ τὴ προϊπποκρατικὴ περίοδο δὲν ὑπάρχουν πολλὲς συστηµατικὲς
µαρτυρίες, ἀλλὰ περιοριζόµαστε σὲ ἔµµεσες πληροφορίες ἀπὸ ἐπιγραφές,
ἀναθηµατικὲς πλάκες καὶ ἀπὸ µἡ ἰατρικὰ ἔργα, ὅπως τὰ Οµηρικά καὶ τὰ Ὀρφικὰ ἔπη.

Στὰ Ὀρφικὰ ἔπη (6ος π. Χ. αἰών) ἀναφέρονται ὁ κέδρος, τὸ ψύλλιον (Plantago
psyllium- Plantaginaceae), ὁ κνίκος (Carthamus tinctorius- Compositae), ἡ ἀγχοῦσα
(Anchusa tinctoria L. ? Boraginaceae), ὁ µἀνδραγόρας, ἡ ἀνεµώνη κ.ἅ.

Στὴ Θεογονία τοῦ Ἡσίοδου (8ος π Χ. αἰών) ὑπάρχει ἡ πρώτη γραπτὴ ἀναφορὰ
γιὰ τὴν µἤκωνα.
Ἤδη ἀπὸ τοὺς ὑστεροµινωικοὺς χρόνους ἦταν γνωστὴ ἡ χρήση του
ὀπίου, ὅπως µἀρτυρεῖ ἀγαλµατίδιο, ποὺ ὀνοµάσθηκε «ἡ θεὰ τῶν µἠκώνων»,
δεδοµένου ὅτι φέρει στὴν κεφαλὴ τρεῖς καρφίδες ὀµοιώµατα τῶν κωδιῶν.

Στὰ Οµηρικά ἔπη ἀναφέρονται ἀρκετὰ φυτά, ὄµως µἒ ἀτελεῖς περιγραφὲς
ἐπειδὴ πιθανότατα ὁ Όµηρος ἦταν τυφλός.
Τὰ «ἀνδροφόνα ἢ θυµοφθόρα φάρµακα»
ἦταν δηλητηριώδη βότανα µἒ τὰ ὁποῖα ἐπάλειφαν τὰ βέλη ἢ δηλητηρίαζαν τὴν
τροφή.
Τὰ «ἤπια ἢ ὀδυνήφατα φάρµακα» ἦταν τὰ παυσίπονα.
Τὰ «λυγρὰ ἢ κακὰ φάρµακα» ἦταν αὐτά, ποὺ προκαλοῦσαν ἀµνησία. Πρόκειται γιὰ δρόγες µἒ
ἀντιχολινεργικὴ δράση καὶ ἐντονότατη ψυχοπληγικὴ ἐπίδραση. ΄Ὅπως φαίνεται, οἱ
ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἤδη ἀπὸ τὴν προκλασσικὴ ἐποχὴ γνώριζαν τὴν ἐπίδραση ἐπί του
ψυχισµοὺ φυτῶν µἒ ἀντιχολινεργικᾶ ἀλκαλοειδῆ (πχ. τὰ Σολανώδη: Datura
stramonium, Atropa belladonna, Hyoscyamus niger), τὰ ὁποία προκαλοῦν ἀµνησία
καὶ παραλήρηµα.
Στὴν ραψωδία κ΄ τῆς Ὀδύσσειας ἀναφέρεται ὅτι ἡ Κίρκη
χρησιµοποιοῦσε λυγρὰ φάρµακα, τὰ ὁποία ἔριχνε κρυφὰ σὲ ἕνα χυλῶδες ρόφηµα
«τὸν κυκεώνα» (ἀπὸ Πράµνειο οἶνο, κριθάλευρο καὶ τριµµένο τυρὶ αἰγός), στὸ ὁποῖο
προσέθετε καὶ µἔλι γιὰ νὰ ἐξαλείψει τὴν πικρὴ γεύση τῶν φυτῶν καὶ τὸ προσέφερε
στοὺς συντρόφους τοῦ Ὀδυσσέα.


Τὸ µὤλυ (ἀπὸ τὸ ρήµα µὠλύω= ἀφανίζω, ἀδυνατίζω, παραλύω) ἦταν τὸ
ἀντίδοτο τῶν λυγρῶν φαρµάκων (ποὺ τὸ ἔδωσε ὁ Ἐρµὴς στὸν Ὀδυσσέα γιὰ νὰ
ἀποφύγει τὴν ἐπίδρασή τους). Εἶχε µαὔρη ρίζα καὶ γαλακτόχροα ἄνθη, ἡ δὲ ἐξόρυξη
τοῦ ἦταν δύσκολη.
Πολλὲς ἀπόψεις ἔχουν διατυπωθεῖ σχετικὰ µἒ τὴν ταυτότητά του
φυτοῦ.
Κατὰ τὸν Θεόφραστο ἕνα ἀνάλογο φυτὸ µἒ τὸ µὤλυ τοῦ Οµήρου ἐφύετο στὴν
Κυλλήνη, ἀλλὰ ἡ ἐκρίζωσή του ἦταν εὔκολη.
Σύµφωνα µἒ τὸν Sprengel, πρόκειται
γιὰ τὸ Allium nigrum (κρόµµυον τὸ µἔλαν), ὄµως αὐτὸ ἔχει ρόδινα ἄνθη.
Τὸ µὤλυ περιγράφεται καὶ ἀπὸ τὸν Διοσκουρίδη, ὁ ὁποῖος τὸ ἀναφέρει ὡς ἀλεξιφάρµακον.
Ὁ Πλίνιος ἐσφαλµένα θεώρησε τὸ µὤλυ ὡς µἀνδραγόρα. Κατὰ τὸν Matthiolus ἦταν
εἶδος κροµµύου. Ἄλλοι τὸ θεώρησαν εἶδος σκόροδου (Λιναῖος) ἢ τὸ ταύτισαν µἒ τὸν
µἔλανα ἑλλέβορο, ὁ ὁποῖος ἔχει µαὔρη ρίζα, ἄσπρα ἄνθη, ἐξορύσσεται δύσκολα καὶ
φύεται στὰ Ἀσιατικὰ παράλια. Κατὰ τὸν κάθ. Εµµανουήλ τὰ µὀρφολογικὰ στοιχεῖα,
ποῦ περιγράφει ὁ Όµηρος γιὰ τὸ µὤλυ προσοµοιάζουν µἒ αὐτὰ τῆς Frittilaria ἤ της
Tulipa
. Ἡ πιὸ σωστὴ ἄποψη εἶναι νὰ ἀναζητηθεῖ ἡ ταυτότητα τοῦ φυτοῦ σὲ κάποιο
ἀντιχολινεργικὸ ἀντίδοτο, ὁπότε πρέπει νὰ περιέχει ἀντιχολινεστεράση (πχ.
γαλανθαµίνη, ποὺ θεραπεύει τὴν ἀντιχολινεργικὴ δηλητηρίαση ἀπὸ τὰ ἀλκαλοειδῆ
τοῦ τροπανίου καὶ ὑπάρχει σὲ ὑψηλὰ ποσοστὰ στὸ Galanthus nivalis).

Ἕνα ἄλλο φυτό, ποὺ ἀναφέρεται στὴν δ΄ ραψωδία τῆς Ὀδύσσειας εἶναι τὸ
νηπενθές, τὸ ὁποῖο ἀφενὸς εἶχε ἔντονη φαρµακοδυναµικὴ δράση σὲ συνέργεια µἒ τὸ
κρασὶ καὶ ἀφετέρου ἦταν κατευναστικὸν καὶ παυσίλυπον. Περιγράφεται ὡς φάρµακο,
ποῦ καταργοῦσε τὴν συνειδησιακὴ ἐπαφὴ πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ ἐρεθίσµατα, καθὼς καὶ
τὴν µνηµονικὴ ἀνάπλαση τῶν γεγονότων, δὲν προκαλοῦσε ὄµως σύγχυση καὶ
ἐλάττωση τῆς ἀντιλήψεως τῶν ἐρεθισµάτων. Ἐποµένως, εἶχε καταπραϋντικὴ
ἐπίδραση ἐπὶ ὁρισµένων σχηµατισµῶν τοῦ ρινεγκεφαλικοῦ συστήµατος, συντελώντας
στὴ µεἴωση τῶν κατεχολαµινῶν καὶ τῆς ἀκετυλοχολίνης καὶ στὴν αὔξησή της
σεροτονίνης, προκαλώντας ἀµνησία. Ἡ ταυτότητα τοῦ φυτοῦ, ὅπως καὶ γιὰ τὸ µὤλυ,
µέχρι σήµερα δὲν εἶναι σαφῶς γνωστή.
Ὁ Θεόφραστος ταυτίζει τὸ νηπενθὲς τοῦ Οµήρου µἒ τὸ χαιρώνειον. Κατὰ τὸν Πλίνιο
ἦταν τὸ ἐλένιο (Inula helenium L.).
O Πλούταρχος καὶ ὁ Γαληνὸς τὸ ταυτίζουν µἒ τὸ βούγλωσσο (Anchusa italica Retz.).
Ὁρισµένοι τὸ ταύτισαν µἒ τὸν µἀνδραγόρα, ἄλλοι µἒ τὴν ἰνδικὴ κάνναβι καὶ τέλος µἒ
τὸ ὄπιο.
Ἐπίσης, στὸν Όµηρο ἀναφέρεται ἕνα εἶδος γάζας ἡ ὀνοµαζόµενη σφενδόνη
ἀπὸ καλοστριµµένο µἀλλὶ προβάτου, µἒ τὴν ὁποία περιέδεναν τὰ τραύµατα. Η
σφενδόνη-ἐπίδεσµος ἀναφέρεται ἀργότερα καὶ ἀπὸ τὸν Ἱπποκράτη καὶ ἀπὸ τὸν
Γαληνό.
Πρὸς τὸ τέλος τῆς προϊπποκρατικῆς περιόδου, ἡ θεραπευτικὴ ἔπαυσε νὰ ἔχει
ἐρµητικὸ χαρακτήρα καὶ νὰ ἀσκεῖται µὄνο ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ οἱ φιλόσοφοι
ἀσχολήθηκαν µἒ τὴν θεραπευτική, οἱ ὁποῖοι ὄµως περιέπιπταν σὲ διάφορες ἄσκοπες
θεωρίες. Ἔτσι ἐµφανίσθηκαν οἱ φιλόσοφοι-ἰατροί.
Σύµφωνα µἒ τὸν Ἡρόδοτο ὑπῆρχαν ἰατρικὲς Σχολὲς καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν
ἰπποκρατικὴ περίοδο (Κυρήνης, Ρόδου, Κρότωνα, Κνίδου κ.ἅ), ὅπου οἱ Ἀσκληπιάδες
δίδασκαν µὑστικῶς στοὺς ἀπογόνους τους τὴν ἰατρική, ἀλλὰ σταδιακὰ τὴν µἄθαιναν
καὶ ξένοι. Ἡ θεραπευτικὴ διδάσκετο, ἐπίσης, ἀπὸ τοὺς περιοδευτές, ποὺ ἦταν
πλανώδιοι θεραπευτὲς καὶ ἀπὸ τοὺς ἰατροσοφιστές, ποὺ δὲν ἦταν ἰατροί, ἀλλὰ
σοφιστὲς καὶ ἐκµεταλλευόταν τὴν ἀµάθεια καὶ τὴν εὐπιστία. Ἀκόµη ὑπῆρχαν οἱ
στρατιωτικοὶ ἰατροί, οἱ ἀλειπτὲς ἢ µεἰγµατοπῶλες, ποὺ ἐµπορεύοντο φάρµακα,
δηλητήρια, καλλυντικὰ κλπ., οἱ φαρµακεῖς ἢ φαρµακίδες, γυναῖκες, ποὺ ἀσχολοῦντο
µε τὴ συλλογὴ βοτάνων, οἱ µὑροπῶλες, ποὺ πωλοῦσαν µὕρα, ἀλοιφές, θυµιάµατα κλπ
καὶ οἱ µαἰές, γυναῖκες καταγόµενες συνήθως ἀπὸ τὴ Φρυγία καὶ τὴν Θεσσαλία, ποὺ
ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀσχολοῦντο µἒ τὰ ἐκτρωτικὰ φάρµακα.
Ὁ Ἱπποκράτης (460 π. Χ. ? 377 ἣ 356 π. Χ.) ἔζησε τὴν περίοδο, ποὺ
µεσουράνησε ὁ ἑλληνικὸς πολιτισµὸς καὶ χάρις στὸ ἔργο του ἡ θεραπευτικὴ
ἀπέκτησε δική της ὑπόσταση ὡς ἀνεξάρτητη ἐπιστήµη. Ἡ παρατηρητικότητά του καὶ
ἡ κρίση τοῦ τὸν ἀνέδειξαν στὸν σπουδαιότερο ἰατρὸ τῆς ἀρχαιότητας. Μὲ τὸν ὄρο
Ἰπποκρατικὴ Ἰατρικὴ δηλώνεται ὄχι µὄνο ἡ ἰατρικὴ τοῦ Ἱπποκράτη, ἀλλὰ καὶ τῶν
µαθητῶν καὶ τῶν ὀπαδῶν του, ποὺ ἐργάστηκαν ἐµπνευσµένοι ἀπὸ τὸ παράδειγµα καὶ
τὴν διδασκαλία του. Ἀποµάκρυνε τὴν θεραπευτικὴ ἀπὸ τὴν µἀγεία καὶ τὴν
δεισιδαιµονία καὶ τὴν στήριξε στὴν ἄµεση παρατήρηση καὶ τὸ πείραµα.

Στὸ ἔργο τοῦ Ἱπποκράτη ἀριθµοῦνται 336 δρόγες χωρὶς περιγραφή, πιθανὸν
διότι τὰ θεωροῦσε γνωστὰ ἀπὸ τοὺς ριζοτόµους.


Πίν. 1. Φαρµακολογικὴ κατάταξη τῶν δρογῶν στὸ ἔργο τοῦ Ἱπποκράτη


Ἰατρικὰ καθαρτικά


µέλας ἑλλέβορος (Helleborus officinalis), λευκὸς ἑλλέβορος (Veratrum album),
εὐφόρβιες: τιθύµαλλος (Euphorbia characias L.), ἰπποφαὲς (E. spinosa L.), πέπλος
(E. peplus L.), κυπαρυσσία (E. cyparissias L.), σίλφιο (Ferula assa- foetida L.),
κνέστρον (Daphne gnidium), κνέωρον, κνίκος (Carthamus tinctorius L.), κολοκυνθὶς
ἀγρία (Citrullis colocynthis L.) κλπ


Διαιτητικὰ καθαρτικά

Λινόζωστις (Merculialis annua L.), κράµβη (Brassica oleracea L.), σκόροδο, πράσο,
κρόµµυο, σέλινο, γλήχων (Mentha pulegium), ὀρίγανον, καλαµίνθη, θύµβρα, θύµος,
εὔζωµον (Eruca sativa L.), σκολοπένδριον (Asplenium ceterach L.) κλπ


Ἀνθελµινθικά


Ἅγνος (Vitex agnus-castus L.), κεδρέλαιο, κρόµµυα κλπ


Εµετικά

σκαµµωνία (Convolvulus scammonia L.), θαψία (Thapsia garganica L-Umbelliferae),
ὕσσωπος, σκόροδον κλπ
Σὲ διαρκεῖς ἐµέτους : βασιλικὸς
Σὲ αἰµατεµέσεις: τορδύλιο, σήσαµον


Ἀποχρεµπτικά

διάφορα χειλανθῆ, λιβανωτός, σµύρνα (Balsamodendron myrrha Nees), χαλβάνη
(Ferula galbaniflua Boiss. et Buhse), βήχιον (Tussilago farfara L.), τρίφυλλον
(Psorea bituminosa L.) κλπ
Γαργαρίσµατα, εἰσπνοὲς
ὀρίγανον, θύµβρα, πήγανον, ἄνισον, µὕρρα, ροῦς (Rhus coriaria L.-Anacardiaceae)


Διουρητικά


σκόροδον, κρόµµυον, πράσον, πετροσέλινο, κρίθµον (Crithmum maritimum L.-
Umbelliferae), βούπρηστις (ζωικὴ δρόγη, πιθανὸν ἀνάλογη τῶν κανθαρίδων) κλπ


Ἐφιδρωτικά

τρίφυλλον, χυµὸς σιλφίου


Στυπτικὰ ἐντερικοῦ σωλῆνος


µήκων, σίδια (=ὁ φλοιὸς ἀπὸ τὰ ρόδια), µἔσπιλα, κυδώνια, λίνον, ἐρυδρόδανον
(Gallium aparine L. ἢ Rubia tinctoria L. ἢ R. lucida L.), κορίαννον


Πταρµικά

ἑλλέβορος, βέρατρον, σίλφιον, πέπερι, κρόµµυα, σκίλλα κλπ


Καυστικά

ἑλλέβορος, ἐλατήριο (Ecbalium elaterium L.), χυµὸς συκῆς, εὐάνθεµον (Matricaria
chamomilla L.), χαµαιλέων µἔλας (Carthamus corymbosus L.?)


Δερµατικά


γλίσχρασµα κριθῆς, ρίζα καὶ σπέρµατα κράµβης, χυµὸς σεύτλου, ρίζα ἐλατηρίου,
λάπαθο ἄγριο, ἀλκυόνειο (Alcyoneum cortoneum Pall. ἢ A. papilosum Pall. ἢ A.
palmatum Pall.)


Ψηκτικά

σεῦτλον, σέλινο, βάτος (Rubus sp.), ράµνος (Rhamnus oleoides L.) κλπ


Τριχαυξητικά


κύµινο, ὀµφάκιο (χυµὸς ἀπὸ ἄωρα σταφύλια)


Τραυµατικά

κόµµι, κηρόπισσος, ρητίνη, λιβανωτός, µὕρρα, ρητίνη τερµινθίνη (Pistacia
terebinthus L.), µαστίχα κλπ


Στυπτικά

κηκίδες (οἱ καρποὶ τῆς βελανιδιᾶς), µὑρίκη (Τamarix africana Desf.), κέδρος
(Juniperus oxycedrus L.), πίτυς (πεῦκο, Pinus pinea), νάρθηξ (Ferula glauca L.),
πολύκνηµον (Mentha vulgaris L. ἢ Prunella vulgaris L ἢ Melissa sp.)


Ὀφθαλµικά


µύρρα, κρόκος, ἔβενος, ὄπιο, ἀνεµώνη, αἴγειρος (Populus nigra L.). Ὡς ἔκδοχον
χρησιµοποιεῖτο τὸ νέτωπον (πικραµυγδαλέλαιο)


Ἐπὶ µἠτρικῶν νόσων

µελάνθιο (Nigella sativa L.- Ranunculaceae), ψευδοµελάνθιο (τὰ ἐργότια της
ἐρυσιβώδους ὄλυρας)


Ἐπὶ γυναικολογικῶν νόσων


µάραθο, κύµινο, ἄνισο, γλήχων, µὕρρα, κρόκος, ἀκτὴ (Sambucus nigra L.), µίνθη,
πετροσέλινο, ἐλελίφασκος, χαµαίµηλο, κιννάµωµο, κασσία (Canella alba Murr.?),
κορίαννον κλπ


Τὰ ἰπποκρατικὰ φάρµακα παρουσιάζουν ἀσάφεια, διότι µὄνο τὸ ὀνοµά τους
ἀναφέρεται, οὐσιαστικὰ ἡ Φαρµακογνωσία ἀρχίζει µἒ τὸν Θεόφραστο καὶ τὸν
Διοσκουρίδη.
Ὁ Θεόφραστος (372-287 π. Χ.) γεννήθηκε στὴν Ἐρεσσὸ τῆς Λέσβου. Ὑπῆρξε
µαθητὴς τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη, τὸν ὁποῖο καὶ διαδέχθηκε στὴν
Περιπατητικὴ Σχολή.
Φαρµακογνωστικὰ ἔργα τοῦ εἶναι :

"Περὶ φυτῶν Ἱστορία": 9 βιβλία, ὅπου ἀναφέρονται ὀνοµαστικᾶ τὰ φυτά, ἡ
γένεσή τους, ἡ ἀνάπτυξη, ὁ πόλ/σµός, ἡ µὀρφολογία, ἡ γεωγραφικὴ προέλευσή τους
καὶ τέλος ἡ ἰαµατικὴ τοὺς δύναµη. Τὸ ἔνατο βιβλίο εἶναι κυρίως φαρµακολογικό.

"Περὶ φυτῶν αἰτίαι": 6 βιβλία. Εἶναι συνέχεια τοῦ προηγούµενου καὶ
ἐρµηνεύει βάσει τῶν ἀριστοτελικῶν δογµάτων τὴν γένεση, τὸν πόλ/σµὸ καὶ τὶς
θεραπευτικὲς ἰδιότητες τῶν φυτῶν.
Περιγράφεται ἡ χλωρίδα πολλῶν περιοχῶν τῆς Ἑλλάδας (Ὄλυµπος,
Μακεδονία, Στρυµώνας, Ροδόππη, Κωπαΐδα, Ἀρκαδία) καὶ τῆς Κυρηναϊκῆς
(ἀναφορὲς στὰ Palmaceae τῆς Λιβύης). Δὲν γνωρίζουµε ἂν ὅλες οἱ βοτανικὲς
περιγραφὲς εἶναι δικές του ἣ καὶ τῶν βοηθῶν του, ἀλλὰ λόγω τῆς ἀξιοθαύµαστης
ἀκρίβειας συµπεραίνεται ὅτι οἱ περισσότερες στηρίζονται στὶς προσωπικές του
παρατηρήσεις.
Κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο, τὸ κέντρο τοῦ πολιτισµοῦ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα
µεταφέρεται στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἱδρύθηκε τὸ ὀνοµαζόµενο "Μουσεῖο", ποὺ
ἦταν τὸ πρῶτο Πανεπιστήµιο, µἒ κυριώτερη Σχολὴ τὴν Ἰατρική. Χωρὶς ἀκόµη νὰ
διαχωριστεῖ ἡ Φαρµακευτικὴ ἀπὸ τὴν Ἰατρική, ἐντούτοις γινόταν διάκριση σὲ τρεῖς
κλάδους: Χειρουργική, Διαιτητικὴ (ποὺ ἀσχολεῖτο µἒ τὴν παθολογία) καὶ
Φαρµακευτική.
Δυὸ σηµαντικὲς Σχολὲς ἱδρύθηκαν: ἡ Εµπειρική ἀπὸ τὸν Ἠρόφιλο (3ος π. Χ.
αἰών) καὶ ἡ Δογµατικὴ ἀπὸ τὸν Ἐρασίστρατο (3ος π. Χ. αἰών).
Οἱ ὀπαδοὶ τῆς Εµπειρικής Σχολῆς δὲν ἀναζητοῦσαν τὰ αἴτια τῆς νόσου,
συσχέτιζαν ἁπλῶς τὰ περιστατικὰ καὶ χρησιµοποιοῦσαν ὄµοια φάρµακα µἒ αὐτὰ
παρεµφερῶν περιπτώσεων. Τελικῶς κατέληγαν στὴν πολυφαρµακία.
Ὁ Ἐρασίστρατος ἀπέκρουσε τὴν πολυφαρµακία, ἦταν ὑπὲρ τῶν ἁπλῶν
φαρµάκων καὶ ἀπέρριπτε τὸ ὄπιο καὶ τὰ καθάρσια σὲ ἀντίθεση µἒ τὸν Ἱπποκράτη.
Συµφωνοῦσε, ὄµως, µἀζί του στὴν διαιτητικὴ καὶ τὴν φυσικὴ ἀγωγή.

Κατὰ τὴν ἰπποκρατικὴ καὶ ἑλληνιστικὴ περίοδο ὑπῆρξαν πολλοὶ ριζοτόµοι.
Ὁ ἀκριβὴς χαρακτηρισµὸς τοὺς εἶναι δυσχερής. Ἀσχολοῦντο µἒ τὴν ἐξόρυξη τῶν ριζῶν,
τὴν συλλογὴ τῶν βοτάνων καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν φαρµακευτικῶν φυτῶν. Πολλοὶ
ἦταν συγχρόνως ἰατροὶ καὶ συγγραφεῖς βοτανολογίων, ποὺ ὀνοµάζονται "Ριζοτοµικᾶ"
ἢ "Ριζοτοµούµενα"
. Κυρίως χρησιµοποιοῦσαν θεραπευτικὰ τὶς ρίζες. Ὁρισµένοι
ριζοτόµοι κατὰ τὴν συλλογὴ τῶν φυτῶν ἐπιδίδοντο καὶ σὲ δεισιδαιµονίες γιὰ νὰ
προσδώσουν στὸ ἔργο τοὺς µἐγαλύτερη σηµασία. Σχετικὰ µἒ τὴν συµβολή τους στὴν
ἐπιστήµη διχογνώµησαν τόσον οἱ σύγχρονοί τους ἰατροὶ (Ἱπποκράτης, Γαληνὸς κ.ἅ.),
ὅσο καὶ µἐταγενέστεροι. Ἄλλοι τοὺς θεώρησαν πρόδροµους τῶν φαρµακοποιῶν καὶ
ἄλλοι διαφώνησαν.

Ἄριστος ριζοτόµος ὑπῆρξε ὁ Κρατεύας ὁ ΙΙ (1ος π. Χ. αἰών). Ἔγραψε τὸ πρῶτο
βοτανολόγιο µἒ ἔγχρωµες εἰκόνες µἒ τίτλο "Ριζοτοµικόν", ὅπου περιγράφοντο
ἀλφαβητικῶς τὰ φαρµακευτικὰ φυτά, παρατίθεντο οἱ ἔγχρωµες εἰκόνες καὶ
ἀκολουθοῦσαν οἱ θεραπευτικές τους ἰδιότητες. Τὸ ἔργο τοῦ ἔχει χαθεῖ, ἀλλὰ γνήσια
ἀποσπάσµατα ὑπάρχουν στὸν Κῶν/πολιτικὸ κώδικα τοῦ Διοσκουρίδη. Ἦταν ἰατρὸς
τοῦ Μιθριδάτη τοῦ Εὐπάτορος, κάτ? ἐντολὴ τοῦ ὁποίου παρασκεύασε τὸ µἰθριδάτειο
ἔκλειγµα,
ὡς ἀντίδοτο δηλητηρίων, ποὺ περιεῖχε 54 ἁπλὰ φάρµακα.

Ἀργότερα ὁ Ἀνδρόµαχος ὁ πρεσβύτερος (1ος µ. Χ. αἰών) κάτ? ἐντολή του
Νέρωνα τροποποίησε τὸ µἰθριδάτειο ἔκλειγµα. Αὔξησε τὴν ποσότητα τοῦ ὀπίου,
ἀφαίρεσε ἀδρανῆ συστατικὰ καὶ προσέθεσε, ἄλλα κυρίως τροχίσκους ἀπὸ δηλητήριο
ἔχιδνας, σκίλλα, ἀριστολόχεια κλπ
θηριακὴ τοῦ Ἀνδροµάχου (Theriaca Andromachi). Ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀνδρόµαχο, ἡ
θηριακὴ τοῦ ὀνοµάσθηκε Γαλήνη, λόγω τῶν θεραπευτικῶν ἰδιοτήτων της. Τὸ
σκεύασµα αὐτὸ ἀναγραφόταν σὲ διάφορες κρατικὲς Φαρµακοποιίες καὶ
χρησιµοποιεῖτο µἔχρι καὶ τὸν 18ο αἰώνα, συνεχῶς δὲ τροποποιεῖτο. Στὸν Μεσαίωνα
ἀπέκτησε παγκόσµια φήµη. Ἀργότερα παρασκευαζόταν ἐπισήµως ἀπὸ τὴν Ἑταιρεία
Φαρµακοποιῶν κάθε χρόνο. Πολλὲς φορὲς τὰ συστατικὰ ἐξέταζαν ἐπιτροπὲς καὶ µἐτὰ
σφραγιζόταν ἀπὸ τὸ Κράτος. Ὅταν ἔπαυσε ἡ ἐπίσηµη παρασκευὴ τῆς κυκλοφόρησε
ὡς ἰδιοσκεύασµα.

Ὁ Πεδάνιος Διοσκουρίδης (1ος µ. Χ.)
ὑπῆρξε ὁ διασηµότερος φαρµακο-
γνώστης-φαρµακολόγος τῆς ἀρχαιότητος. Γεννήθηκε στὴν Ἀνάζαρβα τῆς Κιλικίας.
Γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ λίγα εἶναι γνωστά. Ὑποστηρίζεται ὅτι δὲν ἀκολούθησε κάποια
συγκεκριµένη Σχολὴ καὶ ὅτι ἦταν στρατιωτικὸς ἰατρός, γί? αὐτὸ καὶ ἔκανε πολλὰ
ταξίδια. Τὸ ἔργο τοῦ "Περὶ ἰατρικῆς ὕλης" ἦταν προϊὸν προσωπικῶν παρατηρήσεων,
ἁπαλλαγµένο ἀπὸ προλήψεις καὶ δεισιδαιµονίες,. Μέχρι καὶ τὸν 16ο αἰώνα σ? αὐτὸ
ἀνέτρεχαν οἱ ἀσχολούµενοι µἒ τὴν Φαρµακευτική. Μεταφράσθηκε σὲ πολλὲς
γλῶσσες κατὰ τὶς διάφορες ἐποχές. Ἦταν τὸ πρῶτο βιβλίο, ποὺ τυπώθηκε µἐτὰ τὴν
Ἁγία Γραφή. Χειρόγραφοι κώδικες τοῦ Διοσκουρίδη σώζονται πολλοί,
εἰκονογραφηµένοι, γνήσιοι, νόθοι ἢ διασκευασµένοι. Σπουδαιότεροι εἶναι ὁ
Κωνσταντινοπολιτικὸς (527 µ Χ., γραµµένος σὲ περγαµηνὲς µἒ καλλιγραφικὰ
κεφαλαία γράµµατα), ὁ Νεαπολιτικὸς καὶ ὁ Λαυρεωτικὸς (10ος αἰών, µἒ 440 εἰκόνες).
Στὸν πρόλογο τοῦ ἔργου τοῦ ἀναφέρει τοὺς λόγους, ποὺ τὸν ὤθησαν νὰ
γράψει τὸ ἔργο αὐτό. Ἔκρινε ἀνεπαρκεῖς, ἀτελεῖς καὶ ἀντιφάσκουσες τὶς
ἐπιστηµονικὲς παρατηρήσεις τῶν προγενέστερων ἰατρῶν. Κατέταξε τὰ φυτὰ σὲ
ὀµάδες µἒ βάση τὰ βοτανικά τους γνωρίσµατα. Ἔγραψε τὰ συνώνυµα τῶν φυτῶν
ἀλφαβητικὰ κατὰ λαοὺς (πχ. Ἀθηναῖοι, Αἰγύπτιοι, Βάρβαροι, Βοιωτοὶ κλπ
πρόσωπα (Ἀνδρέας, Κρατεύας κλπ
Τὸ ἔργο διαιρεῖται σὲ 5 βιβλία:

1ο βιβλίο: ἀλοιφές, ἀρώµατα, µὕρα, βάλσαµα, ρητίνες, ἔλαια.
2ο βιβλίο: ζῶα καὶ ζωικῆς προέλευσης δρόγες
3ο βιβλίο: φυτικῆς προέλευσης δρόγες
4ο βιβλίο: συνέχεια τοῦ τρίτου
5ο βιβλίο: οἶνοι, ὀρυκτὰ καὶ ἀνόργανα φάρµακα


Συνολικὰ περιγράφει 600 φυτικὰ φάρµακα. Θεωροῦσε ὅτι ἡ ἰαµατική τους
δύναµη προέρχεται ἀπὸ τὶς τέσσερις θεµελιώδεις ἰδιότητες: τοῦ θερµοῦ, τοῦ ψυχροῦ,
τοῦ ξηροῦ καὶ τοῦ ὑγροῦ.
Κατωτέρω παρατίθεται πίνακας µἒ τὰ περισσότερα εἴδη οἴνων, ποὺ
ἀναφέρονται στὸ ἔργο τοῦ Διοσκουρίδη. Πρόκειται γιὰ φαρµακοτεχνικὲς µὀρφὲς
(κάτ? ἀναλογία πρὸς τὰ βάµµατα), ποὺ ἀπουσιάζουν σήµερα ἀπὸ τὴν θεραπευτική.
Κοινὴ δύναµις οἴνου: «κοινῶς δὲ πᾶς ἀµιγῆς οἶνος καὶ ἀκέραιος, αὐστηρὸς δὲ
τὴν φύσιν, θερµαντικός, ὑπνοποιός, εὐστόµαχος, ὀρεκτικός, θρεπτικός, ρωστικός,
εὐχροίας παρασκευαστικός. ἱκανῶς δὲ ποθεῖς βοηθεῖ τοὶς κώνειον ἢ κόριον ἢ φαρικὸν
ἢ µἠκώνιον ἢ λιθάργυρον ἢ σµίλακα ἢ ἀκόνιτον ἢ µὕκητας εἰληφόσι, πρὸς τὲ
ἑρπετῶν δηγµοὺς καὶ πληγᾶς πάντων, ὅσα πλήξαντα ἢ δακόντα κατὰ ψύξιν ἀναιρεῖ ἢ
ἀνατρέπει τὸν στόµαχον, ποεῖ καὶ πρὸς ἐµπνευµάτωσιν χρόνιον καὶ ἐντέρων καὶ
κοιλίας ρευµατισµὸν καὶ ἀφιδρούσι καὶ διαφορουµένους ἀρµόζουσι?»


Οἶνοι, ποὺ περιγράφονται στὸ ἔργο τοῦ Διοσκουρίδη "Περὶ ἰατρικῆς ὕλης"

ἁβροτονίτης (πιθανὸν ἀπὸ Absinthium ponticum L. ἢ Artemisia abrotonum L.) σὲ δυσπεψία, ἀνορεξία, ὑποχον-
δριακοὺς πόνους

ἀκορίτης (Acorus calamus L.), ὁ ἀπὸ γλυκυρρίζης σὲ πόνους τοῦ θώρακα καὶ τῶν
πλευρῶν, διουρητικοὶ

ἀπίτης (Pirus communis L.-Rosaceae), ὁ τῶν µἐσπίλων
(Crataegus tanacetifolia Pers. ἢ Mespilus azarolus
Smith.-Rosaceae): παρασκευάζονται ὄµοια, προστίθεται
καὶ µἔλι, στυπτικοί, εὐστόµαχοι

ἀρωµατίτης

(παρασκευάζεται διὰ φοίνικος, ἀσπαλάθου, καλάµου,
Κελτικῆς νάρδου) σὲ πόνους τοῦ θώρακα, τῶν
πλευρῶν, σὲ δυσουρία, σὲ
παθήσεις τῶν νεφρῶν καί της
οὐροδόχου κύστεως, ὑπναγωγὸ

ἀσαρίτης (Asarum europeum L.- Aristolochiaceae)
διουρητικό, σὲ ὑδρωπικία,
ἴκτερο

ἀψινθίτης
(συνήθως ἐξ ἀψινθίου Ποντικοῦ: Artemisia
absinthium L.- Compositae)
εὐστόµαχον, διουρητικόν,
ἀνθελµινθικόν, ἐµµηναγωγὸν

δαυκίτης (Athamantha cretensis L. ἢ Ammi majus L.-
Umbelliferae)
ἐµµηναγωγό, ἄφυσο, ἀντί-
βηχικό, ἀντισπασµωδικό, σὲ
ὑστερία, σὲ πόνους τοῦ θώρακα

δικταµνίτης ἐµµηναγωγὸ

ἐλελιφασκίτης
σὲ πόνους τῶν νεφρῶν, τῆς
κύστεως, ἀντιβηχικὸ

ἐλλεβορίτης (ἀπὸ µἔλανα ἑλλέβορο) ἐκτρωτικὸ

θυµβρίτης, θυµίτης, ὀριγανίτης, καλαµινθίτης,
γληχωνίτης

σὲ δυσπεψία, ἀνορεξία, ὑποχον-
δριακοὺς πόνους

κέδρινος, κυπαρίσσινος, ἐλάτινος, δάφνινος, πιτύινος,
ἀρκεύθινος

διουρητικοί, θερµαντικοί, ὑποστύφοντες

κεδρίτης θερµαντικός, σὲ χρόνιο βήχα
χωρὶς πυρετό, σὲ πόνους του
θώρακα καὶ τῶν πλευρῶν, σὲ
ἕλκος, σὲ ὠταλγίες, καθὼς καὶ
σὲ δήγµατα ἀπὸ θηρία καὶ
ἑρπετὰ

κονυζίτης
(Εrigeron viscosum L. ἢ Erigeron graveolens
L. ἢ Inula brittanica- Compositae)
θηριακὸς

κυδωνίτης ἢ µἠλίτης (προστίθεται καὶ µἔλι) στυπτικό, σὲ δυσεντερία

µἀνδραγορίτης (ἀπὸ τὸν φλοιὸ τῆς ρίζης ) ὑπνωτικὸ

µελιτίτης
(διαφέρει ἀπὸ τὸν οἰνοµέλιτα, καθότι ὁ
δεύτερος παρασκευάζεται ἀπὸ πεπαλαιωµένο οἶνο καὶ
λίγο µἔλι)
εὐστόµαχο καὶ ὑπακτικὸ σὲ
περιπτώσεις χρονῖων πυρετῶν,
διουρητικό, σὲ ἀρθρτιτικὰ καὶ
σὲ προβλήµατα τῶν νεφρῶν

µὑρσινίτης (Myrtus communis L.- Myrtaceae),
τερµίνθινος (Pistacia terebinthus L.-Anacardiaceae),
σχίνινος (Pistacia lentiscus L.-Anacardiaceae)
σὲ ἀχώρας, ἐξανθήµατα,
πυορροοῦντα ὦτα, οὖλα,
παρίσθµια, κατὰ τοῦ ἱδρώτα

µυρτίτης
(ἀπὸ τὰ µαὔρα µὕρτα) στυπτικός, εὐστόµαχος,
µαυρίζει τὰ µἀλλιὰ

ὁ διὰ τῆς ἀγρίας νάρδου
(ἀπὸ ρίζα Valeriana sp.) ἄφυσο, εὐστόµαχο, σὲ
δυσουρία

ὁ διὰ Συριακῆς νάρδου
(Patrinia scabiosaefolia Fisch.)
καὶ Κελτικῆς (Valeriana celtica L.) καὶ µἀλαβάθρου
(πιθανὸν τὰ φύλλα τῆς ἰνδικῆς νάρδου= Valeriana sp. ἢ
Patrinia jatamansi Jones)
σὲ ἴκτερο, δυσουρία, σὲ
παθήσεις τῶν νεφρῶν καί του
ἥπατος

νεκταρίτης (ἀπὸ ρίζα Ἐλενίου = Inula helenium L.-
Compositae)
εὐστόµαχον, διουρητικὸν

οἰνάνθινος (ἀπὸ τὸ ἄνθος τῆς ἀγρίας ἀµπέλου) σὲ ἀνορεξία

ὀµφακίτης (παρασκευάζετo κυρίως στὴ Λέσβο) στυπτικό, εὐστόµαχο, σὲ εἰλεὸ

πανακίτης (Ferula opopanax Spr., Opopanax chironium-
Umbelliferae)
σὲ σπασµούς, θλάσεις, σὲ βρά-
δυπεψία, ἐµµηναγωγό, ἐκτρω-
τικὸ

πισσίτης
(ἐκ πίσσης ὑγρᾶς καὶ γλεύκους) θερµαντικός, πεπτικός, ἀνακα-
θαρτικός, σὲ ἄλγη κοιλίας,
ἥπατος, σπλήνα χωρὶς πυρετὸ

ρητινίτης (ἀπὸ τὴν ρητίνη τοῦ πεύκου) σὲ κεφαλαλγίες, δυσεντερία,
ὑδρωπικία, διουρητικὸς

ροΐτης (ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς Punica granatum L.-
Punicaceae=ρόδια)
σὲ πυρετούς, διουρητικό, εὐστόµαχον

ροδίτης (ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς Rosa sp.- Rosaceae) σὲ πόνους τοῦ στοµάχου χωρὶς
πυρετό, σὲ δυσεντερία

σελινίτης, ἀνήθινος, µἀραθίτης, πετροσελινίτης ὀρεξιογόνα, σὲ δυσουρία

σκαµµωνίτης (ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ Convolvulus scammonia
L.-Convolvulaceae)
χολαγωγὸ

ὁ ἀπὸ τῆς σκίλλης (Scilla maritima L.-Liliaceae) σὲ στοµαχικὰ καὶ κοιλιακὰ
προβλήµατα, σὲ ἴκτερο, ὑδρωπικία, δυσουρία κ. ἅ.

ὑσσωπίτης (Ἐκ τοῦ Κιλικίου ὑσσώπου- Labiatae) σὲ παθήσεις τοῦ θώρακος καὶ
σὲ ἄσθµα, διουρητικό, ἐµµηναγωγό.

φθόριος ἐµβρύων (ἀπὸ ἑλλέβορο ἢ ἄγρια σικὺ ἢ
σκαµµωνία )
ἐκτρωτικὸ

χαµαιδρυίτης (Teucrium chamaedrys L.- Labiatae) θερµαντικός, κατάλληλος γιὰ
σπασµούς, ἴκτερο, βραδυπεψία


Οἱ φαρµακοτεχνικὲς µὀρφές, ποὺ χρησιµοποιοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἦταν
οἱ ἀκόλουθες:

Ἀλοιφές. Στὸν Όµηρο ἀλοιφὴ ἦταν τὸ χοιρινὸ λίπος. Μύρα: ἐλαιώδη ἔλαια.
Κηρωτές ἢ κηρωτὰ ἢ κηρώµατα: εἶδος ἐµπλάστρου. Έµπλαστρα, ἐπιθέµατα: εἶδος
ἀλοιφῶν. Τὰ ἔµπλαστρα µἒ τὴν σηµερινὴ µὀρφὴ χρησιµοποιήθηκαν µἐτὰ τὸν 1ο µΧ.
αἰώνα. Μαλάγµατα: καταπλάσµατα µἒ φυτικὲς κόνεις. Ἀποζέµατα: φυτικὰ
κατεργάσµατα µἒ ἔγχυση ἢ ἀφέψηση. Βάλανοι: εἶδος ὑποθετοῦ. Γαργαρίσµατα.
Διαπάσµατα: εὔοσµοι κοσµητικὲς κόνεις γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ σώµα.
Ἀρσικάκοσµα: ἀποσµητικά. Ἐκλεικτά: περιεῖχαν τὰ κύρια φάρµακα. Περιεῖχαν µἔλι,
ὁπότε ἦταν γλυκὰ καὶ παχύρρευστα. Ἐπιχρίσµατα: ψιµύθια γιὰ τὸ πρόσωπο.

Θυµιάµατα:
ἐγίνοντο µἒ καύση ἀρωµατικῶν οὐσιῶν σὲ ἀναµµένα κάρβουνα. Ο
ἀσθενὴς κάθετο σὲ διάτρητο κάθισµα καὶ ὑφίστατο τὴν ἀναθυµίαση. Καταπότια.
Κολλύρια. Παραπαστά: κόνεις ἐπιπάσεων. Πεσσοί: τεµάχιο ὑφάσµατος ξαντὸ
µάλλινο ἢ λινὸ ποτισµένο µἒ τὸ φάρµακο, τὸ ὁποῖο τοποθετεῖτο στὶς πληγὲς ἢ στὶς
κοιλότητες τοῦ σώµατος. Εἶδος ὑποθετοῦ. Ποτήµατα. Πταρµικά. Ὑποκλύσµατα.
Φθοΐσκοι ἢ τροχίσκοι.


Τὰ σιρόπια δὲν ἦταν γνωστὰ στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἄντ? αὐτῶν
χρησιµοποιοῦσαν τὰ ὀξυµέλιτα. Εἰσήχθηκαν στὴ θεραπευτικὴ ἀπὸ τοῦ Ἄραβες.
Ἐπίσης δὲν γνώριζαν τὰ ἰουλάπια, µἴα φαρµακοτεχνικὴ µὀρφή, ποὺ εἰσήχθηκε
στὴ θεραπευτικὴ ἀπὸ τοὺς Ἄραβες. Τὰ ἰουλάπια ἦταν ποτήµατα, προερχόµενα ἀπὸ
τὴν διάλυση κόµµεως καὶ καλαµοσακχάρου σὲ νερό. Ἡ χρήση τοὺς διατηρήθηκε
µέχρι καὶ τὸν 20ο αἰώνα (Εµµανουήλ, 1931).
Στὴν ἀρχαιότητα γιὰ τὸν καθορισµὸ τῶν µὀνάδων ἀρχικὰ λαµβανόταν ὡς
ἀφετηρία τὸ ἀνθρώπινο σώµα. Ὁ Ἱπποκράτης καὶ οἱ µἐτὰ ἀπὸ αὐτὸν γιὰ µὀνάδες
ὄγκου χρησιµοποίησαν τοὺς ὅρους: χειροπληθῆς, χειροπληθιαῖος (ὅ,τι γεµῖζει τὸ
χέρι), δραγµίς, ὅσον λαµβάνεται ἀπὸ τρία δάκτυλα, «ὅσον ἀστράγαλον» (ὅσον τὸ
µέγεθος ζωικοῦ ἀστραγάλου), «µἁγίς» (ψίχουλο). Ἐπίσης, γινόταν συγκρίσεις µἒ
κόκκους κέγχρου, φασιόλου «ὅσον κυάµου» καὶ ὑπῆρχαν καὶ κάποιες ἀόριστες
ἐκφράσεις, ὅπως «ὀλίγον», «πολύ» κλπ
διάφορες πόλεις τῆς Ἑλλάδος.

Δοχεῖον µἄζας χρησιµοποιοῦσαν τὸ λιτραῖον κέρας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἕνα κέρας
ποῦ εἶχε καταστεῖ διαφανὲς διὰ ξέσεως καὶ ἦταν διηρηµένο µἒ χαραγές.
Οἱ µὀνάδες βάρους καὶ ὄγκου τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ὅπως διαµορφώθηκαν
τελικὰ καὶ ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Διοσκουρίδη ἦταν οἱ ἑξῆς:


Μέτρα καὶ σταθµὰ χρησιµιποιούµενα γιὰ τὴν παρασκευὴ τῶν φαρµάκων

Μονάδες βάρους - Γραµµάρια


Κεράτιον Siliqua 0.189
Θέρµος= 2 κεράτια Lupinus 0.378
Ὄβολος= 3 κεράτια Obolus 0.598
Κύαµος αἰγύπτιος= 1 ½ ὄβολοι - 0.852
Γράµµα= 2 ὄβολοι Scrupulum 1.137
Τριόβολον= 3 ὄβολοι Triobolon 1.794
Δραχµή, ὁλκή= 3 γράµµατα Drachma 3.411
Κάρυον ποντικὸν - 3.40
Κάρυον βασιλικὸν - 13.644
Οὐγγία= 8 δραχµὲς Uncia 27.88
Ξέστης = 1/6 λίτρας Sextans 54.58
Τέταρτον Quadrans 81.86
Λίτρα= 12 οὐγγὶες Libra 324.45
Μνᾶ Mina 436.6


Μονάδες ὄγκου - Λίτρα


Κοχλιάριον, κόχλος _ 0.0046
Χήµη, κόγχη Concha 0.0114
Κύαθος Cyathus 0.0476
Μύστρον µἔγα _ 0.068
Ὀξύβαφον Acetabulum 0.684
Τέταρτον Quartarius 0.137
Κοτύλη, τρυβλίον Hemina 0.274
Ξέστης Sextarius 0.547
Χοίνιξ _ 1.094
Χοὺς Congius 3.282
Οὔρνα Urna 13.130
Αµφορεύς, κεράµιον Amphora 26.260
Μετρητῆς Metreta 39.360
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208
Παρ 31/12/2010 19:54
Οἱ δοσολογίες τῶν φαρµάκων συνήθως ἀναγραφόταν σὲ δραχµές.
Τὸ µὕστρον καὶ τὸ κοχλιάριον ἦταν κυµαινόµενες µὀνάδες.
Ἐκτὸς ἀπὸ φυτά, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες χρησιµοποιοῦσαν καὶ ζωικὲς δρόγες,
καθὼς καὶ ὀρυκτὰ καὶ ἀνόργανα συστατικά.


Κυριώτερες ζωικὲς δρόγες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων

Κανθαρίδες, βουπρήστιδες Θερµαντικό, κατὰ τῆς λέπρας καὶ τῶν
λειχήνων

Ὄρχις κάστορος Σὲ γυναικεῖες νόσους

Στέαρ χηνὸς καὶ µὑελὸς ὀστῶν Ἔκδοχα

Γάλα γυναικεῖο Κατὰ τῆς φθίσης

Μέλι Γλυκαντικό, διαιτητικό, θεραπευτικὸ
µέσο

Ἰχθυόκολλα
Σὲ ἔµπλαστρα καὶ σὲ "τετάνωθρα"
(µάσκα) προσώπου

Οἴσυπος Ἡ σύγχρονη λανολίνη

Σκώληκες
Παρασκευάζεται ἀλοιφὴ µἒ λίπος ἀπὸ
χήνα ἢ ἔλαιο


Ἀνόργανα καὶ ὀρυκτὰ φάρµακα

Ἀκόνη Ναξία
Εἶδος σµύριδος ἢ µἴγµα σιδήρου. Σὲ
ἀλωπεκία (ἐπιχρίσεις) καὶ ἐσωτερικῶς µἒ
ὄξος σὲ ἐπιληψία

Ἅλας αἰγύπτιο
Σὲ ἀρθριτικὰ

Ἅλας θηβαϊκό
ἐµµηναγωγὸ

Ἀλὸς ἄνθος
(πιθανὸν σόδα ἀναµεµιγµένη
µε ἐµπυρευµατικὲς οὐσίες)
Σὲ κακοήθη ἕλκη τῶν γεννητικῶν
ὀργάνων, σὲ πυόρροια τῶν ὤτων

Ἀλὸς ἄχνη (ἀφρὸς θαλάσσης ἐπικαθῆ-
µενος στοὺς βράχους-περιέχει χλωριούχα
καὶ θειικὰ ἅλατα ἀποξηραµένα)
Ἴδια χρήση µἒ τὸ προηγούµενο

Ἄλς,
ἄλες (χλωριοῦχο νάτριο) Σὲ ἀτµόλουτρα, µἒ µἔλι ὡς καθαιρετικό,
µε ἔλαιο καὶ ἀφέψηµα κριθῆς σὲ
ὑποκλυσµούς, σὲ ὀφθαλµικὲς παθήσεις,
σὲ δήγµατα ἑρπετῶν, σὲ ἐρυσίπελας, σὲ
ὠταλγίες κλπ.

Ἄλµη (διάλυµα ἅλατος σὲ νερό) Στυπτικό, σὲ κλύσµατα ἐπὶ δυσεντερίας

Άµµος
(διαπυρωµένη ἀπὸ τὸν ἥλιο) Σὲ ἀµµόλουτρα ὑδρωπικῶν

Ἀντίσποδον καὶ ἀντισπόδιον Εἶχε ἰδιότητες µἐταλλικῶν ὀξειδίων.
Λαµβανόταν ἀπὸ τὴν τέφρα µἴγµατος
φύλλων µὕρτου, κυδωνῖων, σχίνου κλπ

Ἀρµένιον (πιθανὸν χαλκοῦχο ὀρυκτό-
ἀζουρίτης ἢ ἄργιλος ἐµποτισµένη µἒ
ἅλας χαλκοῦ)
Δράση παρόµοια, ἀλλὰ ἠπιώτερή της
χρυσόκολλας

Ἀρσενικὸν ἢ ἀρρενικόν (κίτρινη
σανδαράχη, As2S3)
Καυστικό, ἐσχαρωτικὸ

Ἀσβόλη
, αἰθάλη Στυπτικό, σὲ ἐγκαύµατα, ἐπουλωτικὸ σὲ
ἕλκη

Ἄσφαλτος Μὲ χοίρειο στέαρ σὲ ἐγκαύµατα, µἒ θεῖο
σὲ ὑποκαπνισµοὺς κατὰ τῆς ὑστερίας

Γῆ ἀµπελίτις ἢ φαρµακίτις Σὲ τριχοβαφὲς

Γῆ ἐρετριᾶς (
ἄργιλος ἢ κρητίς) Στυπτικό, µἀλακτικὸ

Γῆ κιµωλία (λευκὴ καὶ ἐρυθρὴ γῆ) Μὲ ὄξος κατὰ παρωτίδος, ἐγκαυµάτων
καὶ φλογώσεων

Γῆ ληµνία (ἐρυθρὴ ἄργιλος)

«Ἡ δὲ Ληµνία λεγοµένη γῆ ἔστιν ἐκ τίνος
ὑπονόµου ἀντρώδους ἀναφεροµένη καὶ
µειγνυµένη αἴµατι αἰγείω, ἣν οἱ ἐκεῖ ἄνθρωποι
ἀναπλάσσοντες καὶ σφραγιζόµενοι εἰκόνι αἰγὸς
σφραγίδα καλούσιν?.»
Εµετικό, ἀντίδοτο δηλητηρίων, θερα-
πευτικὸ πληγῶν.

Γῆ µἠλία
(ἄργιλος) Κατὰ τῆς λέπρας

Γῆ πνιγίτις (ἄργιλλος) Δράση ἀνάλογή της κιµωλίας γῆς, ἀλλὰ
ἠπιότερη

Γῆ σαµία (ἄργιλος ἢ κρητίς) Σὲ γυναικολογικὲς παθήσεις

Γῆ χία (ἄργιλος) Ψιµύθιο γιὰ τὸ πρόσωπο

Γύψος (θειικὸ ἀσβέστιο) Μὲ σιτάλευρο, ὡς ποτό, σὲ µἠτρορραγίες

Διφρυγὲς (ὑπολείµµατα ἀπὸ τὴν ἐκκαµί-
νεύση χαλκοῦ καὶ ψευδαργύρου)
Στυπτικό, ξηραντικό, ἐπουλωτικό. Μὲ
τερεβινθίνη ἢ κηρωτὴ στὴ θεραπεία τῶν
ἀποστηµάτων

Θεῖον
Σὲ ὑποκαπνισµοὺς ἐπὶ ὑστερίας, σὲ
ἐπιχρίσεις κατὰ τῆς λέπρας, µἒ ρητίνη σὲ
δήγµατα ἀπὸ σκορπιοὺς

Ἰνδικόν Σὲ ἕλκη

Ἰὸς σιδήρου (ὀξείδιο τοῦ σιδήρου) Στυπτικὸ σὲ ὑποθέµατα σὲ λευκόρροια
τῶν γυναικῶν. Μὲ ὄξος (ὀξικὸς σίδηρος)
σὲ ἐπιχρίσεις κατὰ τοῦ ἐρυσιπέλατος καὶ
σὲ ἀλοιφὲς κατὰ τῆς ἀλωπεκίας

Καδµεία ἢ ποµφόλυξ (ὀξείδιό του
ψευδαργύρου)
Στυπτικό, ἐπουλωτικὸ σὲ κακοήθη ἕλκη
καὶ στὴν ὀφθαλµιατρικὴ

Κεραµίτις (ἄργιλος) Ξηραντικὴ σὲ πυώδη ἕλκη

Κιννάβαρι (θειοῦχος ὑδράργυρος) Σὲ ὀφθαλµικὲς νόσους, στυπτικὸ καὶ µἒ
κηρωτὴ σὲ ἐξανθήµατα

Κοράλλιον ἢ κουράλιον
(ὁ ἐξ ἀνθρακι-
κοὺ ἀσβεστίου σκελετός του)
Στυπτικό, ἐπουλωτικὸ

Κύανος
(πιθανὸν λαζούλιθος) Κατασταλτικόν, ἐσχαρωτικὸ

Λεπὶς στοµώµατος Καθαρτικὸ

Λιθόκολλα
(µἴγµα κόνεως ἀπὸ παριανὸ
µάρµαρο καὶ ταυρόκολλας)
Γιὰ ἀνακόλληση τῶν βλεφαρίδων

Λίθος ἀετίτης (ὀξυπυριτικὸν ὀρυκτό) Σὲ ἀλοιφὲς ἐπὶ ἐπιληψίας

Λίθος αἰµατίτης (ὀρυκτὸ ὀξείδιό του
σιδήρου)
Στυπτικὸ σὲ αἰµοπτύσεις, ὀφθαλµικὰ
νοσήµατα καὶ διουρητικὸ µἒ οἶνο

Λίθος ἀλαβαστρίτης
ἢ ὄνυξ (ἴσως
ἀλάβαστρο-θειικὸ ἀσβέστιο)
Μὲ κηρωτὴ σὲ στοµαχικοὺς πόνους

Λίθος ἀραβικός (λευκὸ µἄρµαρο ἢ
ἀραγωνίτης)
Ὀδοντόσκονη

Λίθος ἄσσιος (ἀγνώστου συστάσεως) Ἀπισχναντικό, σὲ δοθιῆνες

Λίθος γαγάτης (φαιάνθραξ) Μαλακτικό, σὲ ὑποκαπνισµοὺς σὲ
ὑστερικοὺς σπασµοὺς καὶ σὲ ἀλοιφὲς
κατὰ τῆς ποδάγρας

Λίθος γαλακτίτης (πιθανὸν ἀνθρακικὸ ἢ
φωσφορικὸ ἀσβέστιο)
Σὲ ὀφθαλµικὰ ἀποστήµατα

Λίθος γεώδης (ἄργιλος) Στυπτικός, ξηραντικός, σὲ ὀφθαλµικὲς
νόσους

Λίθος θρακίας
(σκληρὸς φαιάνθραξ) Ἴδιες χρήσεις µἒ τὸν γαγάτη λίθο

Λίθος θυΐτης (φωσφορικὸν ἀργίλιο) Σὲ ὀφθαλµικὲς νόσους

Λίθος ἴασπις
(ὀξυπυριτικὸ ὀρυκτὸ ἄγνω-
στῆς συστάσεως)
Ὠκυτόκιο µἔσο, ποὺ ἔδεναν στὸ µἠρό της
ἐπιτόκου

Λίθος ἰουδαϊκός
(ἄγνωστης χηµικῆς
συστάσεως)
Διουρητικὸ καὶ σὲ νεφρολιθίαση

Λίθος µἀγνήτης (Fe3O4) Μὲ µἐλίκρατο

Λίθος µἐλιτίτης
(πιθανὸν ἀργιλοῦχο
ὀρυκτό)
Χρήσεις ἀνάλογες µἒ τὸν γαλακτίτη

Λίθος µἐµφίτης
(ἄγνωστης συστάσεως) Ἀναισθητικὸ ἐγχειρήσεων

Λίθος µὄροχθος (τάλκης ἢ στεατίτης) Σὲ πόνους τῆς κύστης καὶ σὲ αἰµοπτύσεις

Λίθος ὁ ἐν τοὶς σπόγγοις (ἀνθρακικὸ
ἀσβέστιο)
Μὲ οἶνο σὲ λιθίαση

Λίθος ὀστρακίτης (πιθανὸν ὄστρακο
θαλασσίων ζώων ἢ κόκκαλο σουπιᾶς)
Μὲ οἶνο ὡς ποτὸ γιὰ ἐπίσχεση τῶν
ἐµµήνων, ψίλωθρο γυναικὼν (=ἀποτρι-
χωτικό)

Λίθος ὀφίτης (ἔνυδρο πυριτικὸ µἀγνήσιο) Σὲ κεφαλαλγίες καὶ ὀφιόδηκτους

Λίθος πυρίτης (κατὰ τὸν Διοσκουρίδη ὁ
χαλκοπυρίτης, κατὰ τὸν Πλίνιο ὁ
µυλόλιθος)
Ἀποκαθαρτικὸ

Λίθος σεληνίτης
(γύψος) Σὲ ἐπιληψία

Λίθος σχιστὸς (εἶδος αἰµατίτου) Σὲ ραγάδες καὶ κήλη

Λίθος φρύγιος (ἀργιλοῦχο ὀρυκτὸ ἢ
ἡφαίστειος σκωρία)
Στυπτικό, ἐσχαρωτικό, µἒ κηρωτὴ σὲ
ἐγκαύµατα

Μελαντηρία
(ἀµφίβολη ἡ σύστασή του,
ἴσως ἀκάθαρτος θειικὸς σίδηρος τῶν
βυρσοδεψῶν)
Χρήσεις, ὅπως καὶ τὸ µἴσυ

Μίλτος (σιδηροῦχος ἄργιλος, κοκκινό-
χωµα)
Στυπτικό, σὲ ἔµπλαστρα

Μίσυ (σιδηροπυρίτης, FeS2) Καθαιρετικό, στὴν παρασκευὴ ἐµπλά-
στρῶν, µἒ οἶνο σὲ γυναικολογικὲς παθή-
σεῖς καὶ στὴν ὀφθαλµιατρικὴ

Μόλυβδος: πολλὰ εἴδη


Μόλυβδος: πολλὰ εἴδη
Μόλυβδος ὁ µἐταλλικὸς
Πεπλυµένος (µὀλυβδόσκονη µἒ κάποιο
ὀξείδιο)
Κεκαυµένος (ὀξείδια τοῦ µὀλύβδου)
Σκωρία µὀλύβδου (µἴγµα ὀξειδίων του
µολύβδου)
Μολυβδοειδὴς λίθος (ἴσως γαληνίτης)
Ψιµύθιο (βασικὸς ἀνθρακικὸς µὄλυβδος)
Σάνδυξ (πυρωθὲν ψιµύθιο)
Μίνιο
Μολύβδαινα (ἀσαφὴς ἡ σύσταση, πιθα-
νὸν µἴγµα ἀπὸ ὀξείδια µὀλύβδου, ἀργύ-
ροῦ καὶ ἀσβέστου)


Σὲ ἐπίδεση πληγῶν
Αἰµοστατικὸ ἐπὶ κονδυλωµάτων καὶ
αἰµορροΐδων
Ἰσχυρότερός του προηγουµένου
Στυπτικότερος τοῦ κεκαυµένου
Ὡς ἡ σκωρία
Σὲ ὀφθαλµικὰ κολλύρια
Ὡς τὸ ψιµύθιο
Χρωστικὴ
Σὲ νόσους τῆς µἤτρας, τῶν ὤτων κλπ

Νίτρον καὶ ἀρχαιότερα λίτρον (ἡ ὀρυκτὴ σόδα καὶ ὄχι τὸ νιτρικὸ νάτριο ἢ κάλιο)
Σὲ τροχίσκους, εἰσαγόµενους στὰ γεννητικὰ ὄργανα γιὰ σύλληψη

Νιτροῦχο ὕδωρ
Σὲ δερµατικὲς νόσους, σὲ πεσσούς, σὲ
ἀλοιφὴ στυπτική, σὲ κλύσµατα, σὲ
στοµατοχρίσµατα

Ἀφρὸς νίτρου
(ποτάσσα) Ἐσωτερικὰ σὲ κωλικούς, σὲ ἐγχύσεις σὲ
νόσους τῶν ὤτων καὶ ἐξωτερικὰ σὲ
ἔµπλαστρα γιὰ λέπρα

Ὄστρακα (κέραµοι ψηµένοι) Μὲ ὄξος σὲ κνησµό, ἐξανθήµατα. Σὲ
ἀλοιφὴ γιὰ τὶς χοιράδες

Ποµφόλυξ Χρήσεις, ὅπως καὶ ἡ καδµεία

Σανδαράκη ἐρυθρὴ (As2S3)
Καθαιρετικό. Σὲ σκόνη σὲ ὠτίτιδες, µἒ
τερεβινθίνη σὲ ἀλωπεκία, µἒ ἔλαιο σὲ
φθειρίαση καὶ σὲ καταπότια κατά του
ἄσθµατος. Συστατικό του καρικοῦ

Σάπφειρος
(δὲν πρόκειται περί του
πολυτίµου λίθου, ἀλλὰ γιὰ κάποιο
ὀρυκτὸ µἒ χαλκό)
Ὡς ποτὸ σὲ σκορπιόδηκτους, σὲ κηλίδες
τοῦ κερατοειδοῦς

Σµύρις
(λίθος) Σὲ οὐλίτιδες καὶ γιὰ καθαρισµὸ τῶν
ὀδόντων

Στίµµι καὶ στίβι (ὀρυκτὸς ἀντιµονίτης-
Sb2S3)
Ἐπουλωτικὸ ἑλκῶν, µἒ στέαρ κατὰ τῶν
ἐγκαυµάτων

Στυπτηρία
(ἀργιλούχα ὀρυκτά) Οὐλίτιδες, σὲ φαγέσορες, ξηραντικὸ
πληγῶν, στυπτικό, σὲ αἰµορραγίες
φαρµάκου (ἀλοιφὴ γιὰ πληγές)

Σώρυ (πιθανὸν ὀρυκτὸς θειικὸς χαλκός,
ἐνέχων καὶ ἀκάθαρτο θειικὸ σίδηρο µἒ
περίσσεια ὀξέος)
Σὲ ὀδονταλγίες, τερηδόνα, γιὰ τὰ µἀλλιὰ
ὡς µαὔρη βαφὴ

Τέφρα κληµατίνη (ἀνθρακικὸ κάλιο,
προερχόµενο ἀπὸ τὴν ἀποτέφρωση
φυτῶν)
Μὲ ὄξος ὡς ἐπιθέµατα σὲ δήγµατα ἀπὸ
ἑρπετὰ καὶ σκύλους καὶ ὡς ἀντίδοτο σὲ
δηλητηριάσεις ἀπὸ µὕκητες

Τρύξ
(τὸ ἴζηµα ἀπὸ παλαιὸ οἶνο, Σὲ τροχίσκους ἀντὶ σάπωνος, στυπτικὸ

ἀνθρακικὸ κάλιο καὶ µἐταλλικὴ σκωρία) ἀντιρρευµατικὸ

Ὑδράργυρος Δηλητήριο, διαβρωτικό. Ἀντίδοτο: γάλα

Χαλκός: πολλὰ χαλκούχα φάρµακα

Κεκαυµένος χαλκὸς Στυπτικό, ἐµετικό, ἐπιπαστικό, ἐπουλω-
τικὸ

Ἄνθος χαλκοῦ
(κάποιο ὀξείδιο) Ἐπουλωτικό, σὲ αἰµορροΐδες κλπ

Χαλκίτις Ἐσχαρωτικό, ἀντιψωρικὸ κλπ

Χάλκανθο, χαλκανθές, χαλκάνθη (θειικὸς
χαλκός)
Στυπτικό, ἀνθελµινθικό, ἐµετικό, ἐσχα-
ρωτικὸ κλπ

Χρυσόκολλα
(πολλὲς οὐσίες, ἴσως
µαλαχίτης)
Μαλακτικό, ξηραντικό, σµηκτικὸ οὔλων

Ἰὸς (βασικὸς ἀνθρακικὸς χαλκός) Ἐσχαρωτικό, ἐπουλωτικὸ

Ἰὸς σκώληκος (ὀξείδιο τοῦ χαλκοῦ) στυπτικὸ

Λεπὶς χαλκοῦ
(ὀξείδιο τοῦ χαλκοῦ) Στυπτικό, ἐπουλωτικό, στὴν ὀφθαλµο-
λογία

Σποδὸς κυπρίη
(ὀξείδιο τοῦ χαλκοῦ) Ἐπουλωτικὸ σὲ ὀφθαλµικὲς νόσους, σὲ
ἔµπλαστρα

Σποδὸς ἰλλυρίη (ὀξείδιο τοῦ χαλκοῦ) Ἐπουλωτικὸ πληγῶν

Σποδὸς χρυσίη
µἐτὰ µἴσυος (ἄγνωστο) Σὲ ἔµπλαστρα γυναικολογικῶν παθήσεων

Μέλαν τὸ κύπριον (ἴσως ὀξείδιό του
χαλκοῦ) Σὲ πεσσοὺς γυναικολογικῶν παθήσεων

Ὤχρα
(ὀρυκτὸ ἀπὸ ἄργιλο καὶ ὀξείδιό του
σιδήρου)
Στυπτικό, διαλυτικὸ φυµάτων καὶ
σαρκωµάτων


Ἡ σηµαντικότερη φυσιογνωµία τῆς ἑλληνο-ρωµαϊκῆς περιόδου ἦταν ὁ
Γαληνὸς (131-201 µ.Χ.). Γεννήθηκε στὴν Πέργαµο. Ταξίδευσε ἀρκετὰ καὶ ἔτσι
γνώρισε τὴν θεραπευτικὴ διαφόρων Σχολῶν. Ἐγκαταστάθηκε στὴ Ρώµη, ὅπου ἵδρυσε
ἐπὶ τῆς Ἱερᾶς ὁδοῦ κατάστηµα, στὸ ὁποῖο παρασκεύαζε ὁ ἴδιος τὰ φάρµακα, σὲ
ἀντίθεση µἒ τοὺς συγχρόνους συναδέλφους του, οἱ ὁποῖοι δὲν παρασκεύαζαν τὰ
φάρµακα εἴτε ἀπὸ ἄγνοια, εἴτε ἀπὸ ὀκνηρία. Πειραµατιζόταν στὸν ἑαυτό του καὶ σὲ
ζῶα. Δὲν περιέγραψε τὰ φυτά, ἁπλῶς τὰ κατονόµασε. Σηµαντικὲς γιὰ τὴν ἐποχή του
ἦταν οἱ ἔρευνές του γιὰ τὶς νοθεῖες τῶν ἁπλῶν φαρµάκων. Ἔκανε δοκιµασίες, ποὺ
ἀφοροῦσαν τὰ φυσικὰ τοὺς γνωρίσµατα (χρώµα, ὀσµή, γεύση), ἀλλὰ καὶ τὴ σύσταση
τοὺς.

Πολυγραφότατος, ἀπὸ τὰ ἰατρικὰ τοῦ ἔργα διασώθηκαν 83 γνήσια καὶ µἐρικὰ
ἀµφισβητούµενα. Τὰ βιβλία αὐτὰ ἦταν ἡ βιβλιοθήκη τοῦ φαρµακείου του.
Ἡ θεωρία του γιὰ τὴ νόσο στηριζόταν στὰ τέσσερα στοιχεῖα τοῦ ἀνθρωπίνου
σώµατος,
ποὺ ἀποτελεῖται ὅπως καί ὅλο τὸ σύµπαν ἀπὸ γῆ, ὕδωρ, ἀέρα καὶ πῦρ.
Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἀντιπροσωπεύουν τὶς τέσσερις ἰδιότητες τοῦ σώµατος: ψυχρό, ὑγρό,
ξηρό, θερµό
. Γιὰ νὰ διατηρηθεῖ ἡ ὑγεία τὰ ἐνάντια στοιχεῖα πρέπει νὰ βρίσκονται ἀνὰ
δυὸ σὲ ἰσορροπία., δήλ. θερµὸ µἒ ψυχρό, ξηρὸ µἒ ὑγρό, σὲ ἀντιστοιχία µἔ τους
τέσσερις χυµοὺς τοῦ σώµατος, ὅπως τοὺς περιέγραψε ὁ Ἱπποκράτης.

Τὰ διάφορα ἁπλὰ φάρµακα (δρόγες) ἔχουν αὐτὲς τὶς τέσσερις ἰδιότητες σὲ
ποικίλλουσα ἀναλογία. Κατὰ τὸν Γαληνό, πρέπει νὰ χρησιµοποιεῖται ἕνας
συνδυασµὸς ἀπὸ δρόγες, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἀποκαταστήσει τὴν
διαταραχθεῖσα ἰσορροπία. Ἔτσι, ὁ Γαληνὸς παρασκεύαζε σύνθετα φάρµακα (µἒ
πολλὲς δρόγες), τὸ ὁποία εἶχαν τὶς τέσσερις αὐτὲς ἰδιότητες στὸν κατάλληλο βαθµό,
ὥστε νὰ ἐπανέλθει ἡ ἰσορροπία τῶν χυµῶν τοῦ ὀργανισµοῦ. Τὸ ἀποτέλεσµα ἦταν νὰ
ὁδηγηθεῖ στὴν πολυφαρµακία.

Μετὰ τὸν Γαληνό, ἡ πρόοδος τῆς θεραπευτικῆς ἐπιβραδύνεται, διότι οἱ
θεράποντες ἰατροὶ καὶ συγγραφεῖς ἀρκοῦνται σὲ παλαιότερα ἰατρικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα
ἀντέγραφαν. Ἔτσι σήµερα ὑπάρχουν Βυζαντινοὶ Κώδικες, ποὺ περιέχουν τὰ ἔργα τῶν
ἀρχαίων. Συχνὰ βρίσκουµε καὶ δικές τους προσθῆκες. Πολλοὶ βυζαντινοὶ
ἐνσωµάτωσαν στὰ ἔργα τοὺς κείµενα τῶν παλαιοτέρων, ὅπως π.χ. ὁ Ὀρειβάσιος (4ος
µ. Χ. αἰών)
στὸ ἔργο "Ἐβδοµηκοντάβιβλος", στὰ κεφάλαια ἴ-ἰέ΄, ἀναφέρει τὰ
φάρµακα, τὶς παρασκευές τους καὶ τὶς δράσεις τους, ὅπως ἀνευρίσκονται στὰ ἔργα
τοῦ Διοσκουρίδη καὶ τοῦ Γαληνοῦ. Ἐπίσης, ὁ Ἀέτιος ὁ Αµιδηνός (6ος µ. Χ. αἰών) στὸν
13ο Λόγο τοῦ ἀντέγραψε µἒ ἐλάχιστες τροποποιήσεις τὰ "Ἀλεξιφάρµακα" τοῦ
Νίκανδρου τοῦ Κολοφώνιου (2ος π. Χ. αἰών), ὅπου περιγράφονται ἀντίδοτα
δηλητηρίων.


Δρόγες, ποὺ δὲν γνώριζαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ εἰσήχθηκαν ἀργότερα στὴ
θεραπευτικὴ εἶναι οἱ ἀκόλουθες:
Καφουρά, ἄµπαρ, ποὺ εἶναι πιθανὸν νοσώδη συγκρίµατα κητῶν τῆς Ἰνδικῆς
θάλασσας καὶ χρησιµοποιεῖτο ὡς τονωτικό της καρδιᾶς καὶ τῆς κεφαλῆς), µὄσχος,
ξηρανθὲν ἔκκριµα ἀπὸ ἀδένα ἄρρενος ζώου τῆς Κ. Ἀσίας, ἰσχυρὸ ἀντισπασµωδικό,
λόγω µἰας ἑτεροκυκλικῆς κετόνης ποὺ περιέχει. Οἱ δρόγες αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ
τοὺς Ἄραβες.

Ἐπίσης, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀγνοοῦσαν τὰ καρυόφυλλα (Jambosa caryo-
phyllus Sprengel et Niedenzu- Myrtaceae). Οἱ πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν χρήση
τοὺς ἀνάγονται στὴν ἐποχὴ τοῦ Μέγ. Κῶν/νοῦ.


Παρακάτω παρατίθενται δρόγες, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στὰ
ἔργα τοῦ Ἱπποκράτη, τοῦ Διοσκουρίδη καὶ ἀναγράφονται στὴν Ἑλληνικὴ
Φαρµακοποιία Ἴ, καθὼς καὶ σὲ µἰὰ ἀνεπίσηµη Φαρµακοποιία, ποὺ τυπώθηκε στὴ Σµύρνη τὸ 1835


ΔΡΟΓΗ - Κυριώτερες χρήσεις

Αµυγδαλέλαιο
Amygdalus communis L.
Ἀποφρακτικὸν
ἥπατος

Άµυλο
Amylum
Συστατικὸ
ἐµπλάστρων

Ἄνηθο
Anethum graveolens L.
Εὐστόµαχον,
ὑπναναγωγὸ

Ἄνισο

Pimpinella anisum L.
Γαλακταγωγὸ

Ἀσπάραγοι

Asparagus sp.
Εµµηναγωγό

Βάλσαµο
Balsamodendron gileadense
Σὲ δήγµατα ἰοβόλων
ζώων

Βασιλικός
Ocimum basilicum L.
Ὑπναγωγό,
σὲ καρδιαγγειακὲς
παθήσεις

Βούγλωσσο
Anchusa sp.
Διουρητικὸ

Γογγύλια

Bunias erucago L.
Διουρητικά,
ὀρεκτικὰ

Γλήχων

Mentha pulegium L.
Εµµηναγωγό

Δαῦκος
Daucus carotta L.
Διουρητικό,
ὑπακτικὸ

Ζιγγίβερις

Zingiber officinalis L.
Ἀφροδισιακό,
διαφορητικὸ

Ἠδύοσµος
Mentha viridis L., M.
spicata L.
Ὀρεκτικό,
ἀνθελµινθικὸ

Θρύµβος
Satureja thymbra L.
Διουρητικό,
χολαγωγό,
Εµµηναγωγό

Ἴντυβο= κιχώριο
Cichorium sp.
Ἀποφρακτικὸν
ἥπατος

Ἴον
Viola tricolor
Σὲ ἐπιληψίες καὶ
ἄλγη ἐντέρων

Κυδώνια

Cydonia oblonga Mill.
Διουρητικό,
ἀντιδιαρροϊκὸ

Κάρυα
Juglans regia L.
Ἀνθελµινθικὸ

Κολοκυνθίς

Colocynthis sp.
Καθαρτικὸ

Κράµβη
Brassica cretica Lam.,
Lepidium sp.
Καθαρτικό,
διουρητικὸ

Κίτρα
Citrus aurantium
Ἀντίδοτο
δηλητηρίων,
ἐκτρωτικὸν

Κάρδαµο
Lepidium sativum L.,
Nasturtium sp.
Σὲ ἄσθµα

Κάππαρις

Capparis spinosa L.
Σὲ ὀδονταλγίες,
ἐµµηναγωγὸ

Κρόµµυα
Allium cepa L.
Διουρητικὸ

Κιννάµωµο

Cinnamomum ceylanicum
L.
Ἀντίδοτο
δηλητηρίων,
ἐµµηναγωγό,
ἐκτρωτικὸ

Κύµινο
Cuminum cyminum L.
Αἰµοστατικὸ σὲ
ρινορραγίες

Κορίανδρος

Coriandrum sativum L
Ἀνθελµινθικό,
αἰµοστατικὸ

Κρόκος

Crocus sativum L.
Διαφορητικό,
ἀφροδισιακὸ

Κρίνος

Lillium candidum L.
Μαλακτικὸ

Κάνναβις
Cannabis sativa L.
Παραισθησιογόνο

Λάδανο
Cistus creticus L.
Στυπτικὸ σὲ
τριχόπτωση,
µαλακτικὸ

Λεπτοκάρυα
Corylus avellana L.
Ἀντίδοτο

Λίβανο
Boswellia carteri Birdw.,
Olibanum thus
Σὲ βήχα καὶ
ρευµατισµοὺς

Μαρούλι= θριδακὶς
Σὲ διακαεῖς πυρετοὺς

Μαλάχη

Μalva sp.
Σὲ φλεγµονὲς ἀπὸ
δήγµατα σφηκῶν

Μελάνθιο

Nigella sativa sp.
Ἀνθελµινθικό,
ἀντιρρευµατικὸ

Μελισσόφυλλο
Melissa officinalis L.
Ὠφελεῖ τὸ φλέγµα

Μάραθρον

Foeniculum vulgare Mill.
Γαλακταγωγό,
ἐµµηναγωγὸ

Μήκων ἡ λευκή, ἡ ἐρυθρὰ
Papaver somniferum L.ssp.
album,
Papaver somniferum L.ssp.
glabrum
Ὑπναγωγό,
ἀντιβηχικὸ

Μυρσινόκοκκοι

Myrtus communis L.
Σὲ δήγµατα
σκορπιῶν, σὲ
ὀδονταλγίες

Μαστίχη

Pistacia lentiscus
Καθάρσιον

Μέσπιλα

Crataegus tanacetifolia
Ὑπακτικὸ

Νάρκισσος

Narcissus serotinus
Ἐπουλωτικὸ
πρόληψη
ρευµατισµῶν

Νυµφαία

Nymphaea alba L.
Κατάπλασµα σὲ
φλεγµονὲς


Ξυλοκέρατα

Ceratonia siliqua L.
Ρωννύουν τὸν
στόµαχο

Ξυλαλόη= ἀγάλλοχον

Aloexylon agallochum Lour.
Ἀποφρακτικὸν
ἥπατος

Πέπερι

Piper nigrum L.
Διουρητικόν,
ἀντισυλληπτικὸ

Πήγανος

Ruta graveolens L.
Ἐκτρωτικό,
ἀποφρακτικὸν
ἥπατος, σὲ δήγµατα
ἔχιδνας

Πιστάκια
Pistacia sp.
Σὲ δήγµατα ἰοβόλων
ζώων

Πράσον
Allium porrum L.
Σὲ αἰµορροΐδες

Ροιά

Papaver rhoeas L.
Διουρητικό, σὲ
ἡπατικὰ νοσήµατα

Ἄγρια ροιά

Punica granatum
Ἀντιδιαρροϊκὸν

Ραφανίς
Raphanus armoracia L.
Διουρητικόν,
ὑπακτικὸ

Σέλινο
Apium graveolens L.
Διουρητικόν,
ἄφυσον, ἐµµηναγωγὸ

Σεῦτλο
, Ἀποφρακτικὸν

Σήσαµο
Sesamum orientale L.
Εµµηναγωγό,
ἀποφρακτικὸν
ἥπατος

Σκόροδο
Allium sativum L.
Διουρητικό, σὲ
ἀρθρίτιδες, σὲ λέπρα,
σὲ δήγµατα ἰοβόλων
ζώων

Σίναπι
Brassica nigra L.
Σὲ λέπρα, θυµιώµενο
διώκει τοὺς ὄφεις

Σάµψυχο

Origanum majorana L.
Σὲ δήγµατα
σκορπιῶν, σὲ
κεφαλαλγίες

Σπάρτος

Spartium junceum L.
Καθαρτικὸ

Στιχᾶς

Lavandula stoechas L.
Ρωννύει τὰ σπλάχνα

Συµπερασµατικὰ µπορεῖ νὰ διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες µἒ
βάση τὸ πείραµα καὶ τὴν παρατήρηση, µἒ κριτικὸ πνεύµα καὶ ἐπιστηµονικὴ θεώρηση
ἐπέλεξαν ἀπὸ τὸ φυσικὸ περιβάλλον ἐκεῖνες τὶς δρόγες, ποὺ ἡ χρήση τοὺς ὑπῆρξε
διαχρονική, ἡ δὲ µἐλέτη τοὺς µἒ τὰ σύγχρονα ἐπιστηµονικὰ µἔσα τεκµηριώνει τὴν
ὀρθὴ ἐπιλογή τους.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Berendes J., 1902, Des Pedanies Dioskurides aus Anazarbos Arneimittellehre,
Stuttgart, ἀνατύπωση Wiesbaden 1970.
Ἑλληνικὴ Φαρµακοποιία, 1835, (ἐρανισθεῖσα ἐκ διαφόρων λατινικῶν καὶ γαλλικῶν
χηµικοφαρµακευτικῶν Συγγραφέων) Μέρος πρῶτο. Λεξικόν της
Φαρµακοποιίας. Σµύρνη.
Εµµανουήλ Ε., 1931, Φαρµακοποιία-Φαρµακοτεχνία, Ἀθήνα.
Εµµανουήλ Ε., 1948, Ἱστορία τῆς Φαρµακευτικῆς. Πυρσός, Ἀθήνα.
Galen, 1979, On the Natural Faculties, Introduction, p. IX-XL, Loeb Classical
Library, Harvard University Press.
Κυριακόπουλος Π., 1983, Ἡ ἰπποκρατικὴ φιλοσοφία καὶ οἱ ἐπιδράσεις σ? αὐτὴ τῶν
προσωκρατικῶν. Διατριβὴ ἐπὶ διδακτορία. Ἰωάννινα.
Λάνδερερ Ξ., 1837, 1868, Ἑλληνικὴ Φαρµακοποιία Ἴ, Ἀθήνα.
Λυπουρλὴς Δ., 1983, Ἰπποκρατικὴ ἰατρική. Διατριβὴ ἐπὶ διδακτορία.Θές/νίκη.
Σκαλτσὰ Ε., Φιλιάνος Σ., 1992, Συµεῶνος Σήθ: "Σύνταγµα κατὰ στοιχεῖον περὶ
τροφῶν δυνάµεων". Φαρµακογνωστικὴ ἐκτίµηση . 5ο Πάν/νιὸ Συνέδριο Ἱστορίας,
Φιλοσοφίας καὶ Κοινωνιολογίας τῶν Ἰατρικῶν Ἐπιστηµῶν, Κῶς, Σεπτέµβριος.
Theophraste, 1988, Recherches sur les plantes. Tome I, Introduction. p. VII-LIV. Ed.
Les belles lettres.
Tschirch A., 1933, Handbuch der Pharmakognosie, Abteilung III, Band I, Leipzig.
Χατζηιωάννου Δ. Ε., 1981, Συµβολὴ εἰς τὴν µἐλέτην τῶν πάρ? Οµήρω φαρµάκων καὶ
τῆς ἀντιλήψεως ὑγιεινῆς διὰ τῆς καθαριότητος. Διατριβὴ ἐπὶ διδακτορία. Ἀθήνα.
Wellmann M., 1958, Pedanii Dioscuridis Anazarbei De Materia Medica. Vol.I-III.
Berlin.


Ε. Σκαλτσά
Επίκουρη Καθηγήτρια
Τοµέας Φαρµακογνωσίας, Τµήµα Φαρµακευτικής, Πανεπιστηµιόπολις,
Ζωγράφου, Αθήνα,
"Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων, μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν»..

ΟΜΗΡΟΣ Ιλιάδα, Ζ 208