ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ/BOARD/ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

20 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Τετ 26/12/2007 02:24
Παροιμίες και Παροιμιώδεις Φράσεις.

Τούρζιξε τ'ν αβανιά.
(τόν κατηγόρησε άδικα,τον συκοφάντησε.)

Αγάλι αγάλια φύτευεν αμπελουργός αμπέλι
τσ'αγάλια 'γάλια γίνητσεν η αγουρίδα μέλι.

Από μακριά τσ'αγάπη.

Πρώτ' ά δέ στράψει,δέ βροντά τσ' ά δέ βροντά δέ βρέχει.

Ή γιαγάπη πάντα πάει μπρός τσαί πίστα δέ γυρζίζει,τόνα παιδί στ'άλλο παιδί το πόνο του χαρζίζει!

Όπου κ'τσές τσ'όπου στραβές στον άη Παντελέημονα.

Αγρόν αγόρακα!
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 26/12/2007 02:45
Ατζίστρι δέ πιάνει απάν'του!

Σέ π'λεί τσαί σ'αγοράζει.

Αγοραστό,λιμαστό!

Πή'ε στόν αγύριστε.

Τή λίμνα πολεμάς ν'αδειάσεις μέ τό παπούτσι σου.
Τόν αγέρα μές το δίχτυ.
(ματαιοπονείς,κοπιάζεις άδικα.)

Πώς πάν οι στραβοί στον Άδη; 'Ενας μέ τόν άλλε!

Αθηναίοι τσαί Θηβαίοι τσαί κατσοί Μυτιλ'ναίοι άλλα λένε τό βραδύ τσ' άλλα κάν'νε τό ταχύ.

Έπερε το γιαίμα τ'πίστα!
(του ανταπόδωσε τα ίδια.)

Τήν ακαμάτρζα τή β'ζού τσαί τά β'ζά τ'βαραίνουνε.

Έρθε δά πά στ'ν ακμή πούθελα φύ'ου.
(την τελευταία στιγμή.)
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 26/12/2007 03:03
Δέν ακούει Θεού βροντή.

Μ'δέ μέσ'έχει,μ'δέ άκρα.
(είναι ακατανόητο.)

Άλαλα τα χείλη τών ασεβών.

Ακρζ'βός στά πίτερα τσαί φτ'νός στ'άλευρα.

Μ'δέ φ'νή,μ'δέ ακρόασι.

Αλάργ' αλάργα τό φιλί νάχει τσαί νοστιμάδα.

Ά γελαστεί τσαί πεί καμιάν αλήθεια.

Σωθήκανε τά ψόματα τσ'έρθ' ή αλήθεια.

Άλλα μελετούν τα βόδια τσ'άλλα κάνει ο ζευγολάτης!

Τύφλα τό ένα,μούζα τό άλλο.
(το ένα χειρότερο άπ'τό άλλο.)
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 26/12/2007 03:22
Την αγκαθιά πού την λέγαν Έλληνα.
Τ'ν αγκάθα τόν Έλλ'να,πού βγαίνει στά χωράφια,τ'λένε έτσα δά,γιάτ' είναι πολύ πυκνή τσαί δ'νατή,κανείς δέ μπορεί,νά τέ ξερ'ζώσει.
Μόνου οί παλαιοί οί Έλληνοι,οί αντρειωμένοι έχανε τ'δύναμι τσαί τή πιάνανε μέ τά χέρια τ'νε τσαίτή ξερ'ζώνανε.
Από την Μαριγούλα του Φτούλη.
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 26/12/2007 12:38
Κάνει τόν άνεμο κ'βάρζι.
(δεν κάνει τίποτα.)

Αντηλιά έχει τσαί πλαγιάζει ακόμα;
(όταν αργεί να ξυπνήσει κανείς.)

Τραχανά έχου απλωμένε.
(αδιαφορώ.)

Άπ' της ετσάς τό γάλα!
(γιά ανύπαρκτη συγγένεια.)

Άρες,μάρες,κουκουνάρες,τσαί σωρέ παλαβομάρες.

Αρχοντόπ'λα,γουρ'νόπ'λα!
(=οτι τα πλουσιόπαιδα δεν γίνοται καλοί ανθρωποι.)

Λύθη ό αφαλές του.
(απ'τον φόβο.)

Ό παπάς τσείνους π'λέπει,τσείνους θυμιαίνει.

Τ'φάνη β'νό.
(δύσκολο,ακατόρθωτο.)
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 26/12/2007 13:15
Μ'δέ γάμος άκλαφτες,μ'δέ νεκρός αγέλαστες.

Στού λωλού τό στόμα περ'σσεύει τό γέλιο.

Τ'μικρού παιδιού τσαί τ'γέρου καλό μή ντ'νέ κάνεις.
(γιατί είναι αγνώμονες.)

Εξήντα χρονού Γιάννης,δέ γίνεται Μαστρογιάννης.

Σ'λλο'ι'σμένες σά ντό γ'ρούνι π' θά κλάσει.

Κάλλιο γεναίκα κάμισσα,περζί πολυοπροικούσα.
(κάμισσα=προκομμένη.)

Τά φτιά μας κόβανε,σκολαρίτσα γερεύγαμε.

Καθένας τό κορμάτσι του γιά τσυπαρζίσσι τόχει.
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 26/12/2007 14:26
ΔΩΔΕΚΑ ΛΟΓΟΙ

-Δώδεκα μήνες σέρνει ο χρόνες.

-Εντεκάμ'νο φοράδι.

-Δέκα δάχτ'λα δυό χέρες.

-Οχταπλόκαμο χταπόδι.

-Εφταπάρθενος χορός.

-Έξη άστρα σέρνει ή Πούλια.

-Πέντε δάχτυλα μιά χέρα.

-Τέσσερα β'ζά έχει η α'ελάδα.

-Τρζά ποδάρζα ή ποροστιά

-Δύο τσέρατα τό βόδι.

-Ένας έναι ό Θεός!


Ποροστιά=πυροστιά,σιδερένιο τρίποδο που απάνω του ακουμπούν τον τέντζερη στο τζάκι.
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 26/12/2007 14:41
Aκ'λουθώ τη σερματιά στ' σοκάτσι....
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 26/12/2007 18:48
Μ'σή ντροπή δ'τσή τ'νε,μ'σή δ'τσή μου.

Έντα όβρζος αμέρωτος έναι πλιά.
(άσπλαχνος.)
Βρωμά ό οβρζός,βρωμούν τσαί τα καλά του.
(οβρζός=εβραίος.)

Θώρειε με τσαί μή μ'ατζίζεις.

Δώ βαθιά τσαί τσεί ρ'χά,πού νά πέσου νά πνιγού;!

Έρριξε τά κ'τσά τσ' έρθε.
(ήρθε πάνω στην ώρα.)

Παλιές γάδαρος τσαινοργια περπατ'σα θά μάθει;
(δεν αλλάζει εύκολα παλιές συνήθειες.)

Κατσή δωρζά,κατσή πετρζά!
(δώρον άδωρον.)
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 26/12/2007 19:22
Μή μελετάς τό κακό,τσείνο έρχεται μοναχό του!

Δανείσου καλοπλιέρωσε τσαί πάλι ξαναγέρεψε.

Μόνε δείς τόνα καλό,απάντεχε τσαί τ'άλλο.
(οι ευτυχίες,όπως κι οι δυστυχίες,πάνε πάντα μαζί.)

Κάνε τ'γαδάρ' καλό,νά σέ κλωτσήσει.
(λέγεται για αχάρηστο και μοχθηρό.)

Τό καλό π'λί άπ' τ΄αυγό τσελαδεί.

Καμαρώνει σάν το γύφτ'κο στσεπάρνι.

Πήαν τα καπάνια τ' στό πίκουρνα.
(στράβωσε το στόμα του άπ' το φόβο ή φθόνο.)
Πίκουρνας=το πίσω μέρος του κρανίου,χαμηλά προς το σβέρκο,η παρεγκεφαλίς.
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τρί 04/03/2008 19:28
Ας θυμηθούμε κάτι απο τα παλιά,το πώς άρχιζαν τα παραμύθια...

Κότσινη κλουστή δεμένη,
στην ανέμη τυλιμένη,
Δός της κλώτσο νά γυρίσει,
παραμύθι ν'αχινίσει
τσαί την καλή σας συντροφιά
νά τή καλησπερζίσει.
Παραμύθι,μύθαρος
κούκος τσαί ροβίθαρος.
Καλησπέρα τ΄παραμυθιού
καλώς τη γρζά τή κλανού!...
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τετ 04/06/2008 02:32
ΑΝΗΦΟΡΙΑ..
Πέμ 05/06/2008 02:13
Ο ΤΑΥΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Μαίρη Ρενώ

Όσο για μένα, δεν μπορώ να κρατηθώ πια σταθερά πάνω σ’ ένα άρμα, ούτε να κρατήσω ασπίδα˙ τα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού δεν ξαναβρήκαν ποτέ απόλυτα τη δύναμή τους. Κι εγώ, εγώ που είχα σταθεί στο Βράχο της Αθήνας κι απέκρουσα τις ορδές απ’ το βορρά, εγώ που καθάρισα τον Ισθμό κι άλλαξα τα έθιμα της Ελευσίνας, εγώ που σκότωσα τον Αστερίωνα Μινώταυρο στην αίθουσα του θρόνου του Λαβύρινθου και άπλωσα τα σύνορα της Αττικής μέχρι τη Νήσο του Πέλοπα, δεν είχα σκοπό να καθήσω στο παλάτι των πατέρων μου για ν’ ακούω τα μικρά παιδιά να λένε: «Αυτός ήταν κάποτε ο Θησέας».

Ο Μενεσθέας είχε κάνει τη σπορά˙ ας μάζευε τώρα τη σοδειά. Ωστόσο αυτοί οι άνθρωποι είναι ο λαός μου˙ και προσπάθησα να τους προειδοποιήσω πρίν φύγω. Σε όλες τις εποχές οι ορδές απ’ το βορρά κατεβαίνουν νότια, σαρρώνοντας σαν παλιρροϊκό κύμα τα πάντα στο πέρασμά τους. Όμως το πρόσωπό μου είχε αλλάξει, το ίδιο και η φωνή μου˙ οι άνθρωποι νόμισαν πως αυτά που έλεγα δεν ήταν πρόβλεψη για το καλό τους αλλα κατάρα ενάντια στην πόλη. Κι έτσι έφυγα απ’ την Αθήνα. Ίσως οι θεοί να είναι δίκαιοι˙ όμως ο άνθρωπος που θα το αποδείκνυε ήταν νεκρός. Για την Κρήτη ήταν που άνοιξα πανιά. Ο Ιδομενέας είναι ένας άντρας που τον καταλαβαίνω. Από τη στιγμή που είχε εδραιώσει τη θέση του στην εξουσία, θα ήταν μεγαλόθυμος˙ και ποτέ δε τον είχα αδικήσει για να ντρέπομαι να πάω. Αν είχα πάει στο παλιό μου παλάτι στα νότια για να τελειώσω τις μέρες μου εκεί, θα μου φερόταν ευγενικά και θα μου επέτρεπε να παριστάνω το βασιλιά, όπως είχα κάνει και γώ κάποτε για τον πατέρα του. Θα μπορούσα να κάθομαι στη βεράντα και να βλέπω τα σταφύλια να ωριμάζουν˙ δεν θα ήταν κι άσκημα…………Έτσι άφησα την Εύβοια πίσω μου. Όμως ένας άνεμος σταλμένος απ’ τη μοίρα μ’ έσπρωξε στη Σκύρο. Είναι ένα νησί που το δέρνουν οι άνεμοι και το σχήμα του μοιάζει με μέτωπο ταύρου˙ απ’ το ένα κέρατο κρέμεται η ακρόπολη μ’ ένα βαθύ γκρεμό από κάτω, για το φόβο των πειρατών σαν εμένα. Η Σκύρος, βέβαια, δεν είχε υποφέρει ποτέ από μένα˙ είναι ονομαστή για τα βραχοχώραφά της˙ και τη φτωχή σοδειά και γώ ποτέ μου δεν λήστεψα τους φτωχούς. Ο βασιλιάς Λυκομήδης με καλωσόρισε όπως θα έκανε δέκα χρόνια πρίν. Καθώς πίναμε το κρασί μας μου είπε ότι συχνά κι αυτός ο ίδιος έβγαινε στη θάλασσα για περιπέτειες, όταν η συγκομιδή της χρονιάς ήταν φτωχή. Το είχα ακούσει αν και οι δρόμοι μας δεν είχαν ποτέ συναντηθεί. Είναι ένας άντρας που κρατάει απ’ το λαό της Ακτής, με μαύρη γενειάδα και σκοτεινά μάτια που δεν λέει ποτέ όλα όσα σκέπτεται. Λέγεται γι’ αυτόν πως μεγάλωσε στο ιερό της Νάξου και πως είναι γιός μιας ιέρειας που της τον έσπειρε ο Θεός.Δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Ανταλλάξαμε παλιές θαλασσινές ιστορίες˙ μου είπε ότι, όπως και ο Περίθοος, πέρασε την εφηβεία του στα βουνά των Κενταύρων. Ο γέρο – Χείρων, μου είπε, είναι ακόμα ζωντανός σε κάποια σπηλιά ψηλά στο Πήλιο˙ ο λαός του είναι πολύ μικρότερος, αλλα το σχολείο του συνεχίζει. Ένας απ’ τους μαθητές του, ο διάδοχος του βασιλιά της Φλίας, είναι φιλοξενούμενος τώρα εδώ στη Σκύρο˙ κρύβεται για ν’ αποφύγει το πεπρωμένο ενός πρόωρου θανάτου, που η ιέρεια μητέρα του προείδε σε κάποιους οιωνούς. Διάλεξαν ένα νησί για να τον εμποδίσουν να το σκάσει˙ γιατί αυτός ο θάνατος θα του έφερνε μια αιώνια δόξα και ο νεαρός μπορεί να τον δεχόταν με τη θέλησή του. Όπως καθόμαστε κοντά στο παράθυρο, ο Λυκομήδης μου τον έδειξε ν’ ανεβαίνει στα μεγάλα σκαλοπάτια του βράχου. Ανέβαινε βγαίνοντας απ’ τις σκιές του δειλινού προς το τελευταίο φιλί του ήλιου, ζωηρός και ευλύγιστος σαν νεαρό ελάφι , με το μπράτσο του γύρω απ’ τους ώμους ενός φίλου του με μαύρα μαλλιά. Ο θεός που του έστειλε αυτή την περηφάνια που έκαιγε σαν φωτιά δεν έπρεπε να ρίξει και την αγάπη σαν προσάναμα. Οι κόποι της μητέρας του θα πήγαινα χαμένοι γιατί κουβαλούσε την καταστροφή μέσα του. Δεν με είδε κι όμως τα μάτια του μου μίλησαν.Ο βασιλιάς Λυκομήδης, που στεκόταν δίπλα μου είπε: «Είχε πάει κάπου την ώρα που έφτασε το πλοίο σου. Όταν μάθει ποιος είναι εδώ θα πιστέψει ότι αυτή είναι η πιο σημαντική μέρα της ζωής του. Όποτε προσπαθώ να τον συγκρατήσω από κάποια αποκοτιά, για χάρη του πατέρα του, μου λέει πάντα: « Ο Θησέας θα το έκανε». Αυτό είναι το μέτρο σύγκρισης που έχει για έναν άντρα».Φώναξε τον υπηρέτη του και του είπε: «Πήγαινε να πείς στον πρίγκιπα Αχιλλέα να πλυθεί και να βάλει τα καλά του και να έρθει εδώ».Είπα πως είχα περάσει μια δύσκολη μέρα και πως το ταξίδι μου ήταν κουραστικό˙ θα προτιμούσα να δώ το νεαρό αύριο. Ξαναφώναξε τον υπηρέτη του και δεν το κουβεντιάσαμε περισσότερο, αλλα με οδήγησε στο δωμάτιό μου. Βρισκόταν κοντά στην κορφή του βράχου, γιατί το παλάτι είναι χτισμένο σαν χελιδονοφωλιά. Μέσα στο φώς του ήλιου που έδυε, μπορούσε κανείς να δεί ολόκληρο το νησί και την ανοιχτή θάλασσα γύρω του. «Όταν ο καιρός είναι καθαρός», είπε, «μπορείς να δείς την Εύβοια. Να αυτή η φωτεινή κουκκίδα πρέπει να είναι η φωτιά κάποιας σκοπιάς. Όμως και σύ είσαι συνηθισμένος να ζείς σε αετοφωλιά. Είναι πιο ψηλός ο δικός σου βράχος;».«Όχι» , αποκρίθηκα. « Ο δικός σου έχει λόφο από κάτω, ενώ ο δικός μου έχει πεδιάδα. Τούτος εδώ είναι πολύ πιο ψηλός. Αν όμως συγκρίνεις απλώς το ύψος του ίδιου του βράχου, τότε δεν έχουν και μεγάλη διαφορά».«Αν το σπίτι μου σου θυμίζει το σπιτικό σου», είπε, «νιώσε πραγματικά σαν στο σπίτι σου και γώ θα χαρώ πολύ».Ξάπλωσα αποκαμωμένος κι έδιωξα τους υπηρέτες μου. Πρίν με πάρει ο ύπνος σκέφτηκα το λαμπερό ελαφροπάτητο αγόρι, που περίμενε το αύριο. Μακάρι να υπήρχε τρόπος να γλίτωνε απ’ αυτή την εμπειρία. Καλύτερα να θυμόταν το Θησέα που μιλούσε εξ ονόματος του θεού που είχε μέσα του. Γιατί ν’ ανταλλάξεις ένα θεό μ’ έναν κουτσό άντρα, με στραβό στόμα; Θα μπορούσα να του μιλήσω για το ποιος είναι˙ όμως αυτό δεν θα τον έκανε ν’ αλλάξει. Οι άνθρωποι που γεννιούνται από γυναίκα δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τη μοίρα τους. Για ποιο λόγο λοιπόν να ταράξω το πρωινό της ζωής του με τη θλίψη των γηρατειών; Δεν θα ζήσει αρκετά για να τα γνωρίσει.Αυτά σκεφτόμουν, όταν η κούραση σφάλισε τα βλέφαρά μου. Κοιμήθηκα˙ κι ονειρεύτηκα το Μαραθώνα.Μου φάνηκε σαν να ξύπνησα απ’ την αντάρα της μάχης. Πήδηξα απ’ το γυμνό κρεβάτι˙ βρισκόμουν στο καλύβι της γριάς Εκαλίνης, νέος ξανά με τα όπλα δίπλα μου. Τα άρπαξα κι έτρεξα έξω. Ο ήλιος έλαμπε. Αραγμένος κατά μήκος της ακτής, ήταν ένας μεγάλος στόλος από πολεμικά πλοία, γεμάτα από ξένους στρατιώτες που πηδούσαν στη στεριά. Ήταν πάρα πολλοί για να είναι πειρατές˙ γινόταν πόλεμος και μεγάλος μάλιστα˙ γιατί βρίσκονταν εκεί όλοι οι άντρες της Αθήνας, που είχαν μαζευτεί για να υπερασπιστούν τη γή τους. Όπως γίνεται συχνά στα όνειρα, υπήρχε κάτι το παράξενο επάνω του˙ φορούσαν μπρούτζινες περικεφαλαίες με παράξενα λοφία σαν του τσαλαπετεινού και μικρές στρογγυλές ασπίδες ζωγραφισμένες με ζώα και πουλιά. Όμως τους αναγνώριζα ότι ήταν ο λαός μου˙ κι έδειχναν πολύ λίγοι, όπως τότε που αντιμετωπίσαμε τις ορδές των Σκυθών. Σκέφτηκα την Πόλη, τις γυναίκες και τα παιδιά που περίμεναν ˙ και ξέχασα ότι οι Αθηναίοι με είχαν αδικήσει. Για μια ακόμα φορά ήμουν ο βασιλιάς.Πολεμούσαν όλοι πεζή˙ δεν ξέρω που βρίσκονταν τα άρματα. Εκείνη τη στιγμή, κάποιος απ’ τους αρχηγούς άρχισε τον παιάνα κι έβγαλαν την πολεμική τους κραυγή καθώς ορμούσαν μπροστά. «Ξέρουν ότι είμαι μαζί τους!» σκέφτηκα. «Ο Μαραθώνας πάντα μου έφερνε τύχη καθώς έτρεχα περνώντας μέσ’ απ’ τους άντρες για να μπω μπροστά˙ κι όταν έφτασα στις γραμμές των βαρβάρων στα χέρια μου κρατούσα τον ιερό πέλεκυ της Κρήτης που είχα χρησιμοποιήσει για να σκοτώσω τον Μινώταυρο. Τον στριφογύρισα πάνω απ’ το κεφάλι μου˙ οι ξένοι έκαναν πίσω˙ και τότε οι άντρες της Αθήνας με αναγνώρισαν κι άρχισαν να φωνάζουν τ’ όνομά μου. Ο εχθρός είχε τραπεί σε φυγή κι έτρεχε κατά τα πλοία˙ σκόνταφταν κι έπεφταν και πνίγονταν˙ είχαμε νικήσει, καθαρά και σίγουρα. Βγάλαμε μια μεγάλη θριαμβευτική κραυγή˙ και η ίδια μου η φωνή με ξύπνησε. Το φώς του φεγγαριού έπεφτε στο πρόσωπό μου κι απ’ το παράθυρό μου έβλεπα τα βράχια της Σκύρου. Ο ήχος ακούγεται μακριά τις ήσυχες νύχτες ακόμα κι από τόσο ψηλά, άκουγα το ρόχθο της θάλασσας.Το όνειρο διαλύθηκε˙ γιατί δεν άφησε άραγε τη θλίψη της απώλειας πίσω του; Η ελπίδα έρχεται απ’ αυτά τα κύματα, σαν νερό που γεμίζει μια αποξηραμένη λίμνη. Εδώ, απ’ το παράθυρο, βλέπω τη θάλασσα λεία σαν ασημένιο καθρέφτη στο φώς του φεγγαριού˙ κι όμως ο ρόχθος της δυναμώνει. Είναι αλήθεια λοιπόν, όπως μου είπε ο Οιδίποδας στον Κολωνό, ότι η Δύναμη ξαναγυρίζει; Οι Θεοί μ’ έστειλαν για οδηγό του˙ μήπως τώρα στέλνουν το Λυκομήδη σε μένα; «Αν το σπίτι σου θυμίζει το σπιτικό σου, νιώσε σαν στο σπίτι σου».Ναι˙ δυναμώνει. Δεν είναι ο ήχος χαράς και αγαλλίασης όπως ήταν επάνω στην Πνύκα˙ όμως είναι σταθερός σίγουρος και δυνατός. Η πίκρα παρασύρεται απ’ την ορμή του και χάνεται. Δεν θα προσφέρω το θάνατό μου σε ξένους σαν τον Οιδίποδα απ’ τις Θήβες. Ας τον πάρει ο Πατέρας Ποσειδώνας να τον χρησιμοποιήσει στην ανάγκη του λαού μου. θα έρθει αυτή η στιγμή, όπως μου προείπε τ’ όνειρό μου. Στο όνειρο, δεν είχαν βασιλιά μαζί τους˙ ίσως δεν ήθελε να προσφέρει τον εαυτό του για το λαό του. Με αναγνώρισαν και φώναξαν τ’ όνομά μου. κάποιος υμνωδός τους το είχε μάθει. Όσο ο ραψωδός θα τραγουδάει και το παιδί θα θυμάται, δεν θα χαθώ απ’ το Βράχο.Αυτό το μπαλκόνι κρέμεται στην άκρη του γκρεμού. Βλέπω ένα μονοπάτι πίσω του που πάει άκρη άκρη στον γκρεμό. Είναι ό,τι μου χρειάζεται. Αν πέσω από δώ, μπορεί να πούν πως ο Λυκομήδης με δολοφόνησε. Θα ήταν ανέντιμο να ντροπιάσω τον οικοδεσπότη μου. Όμως μόνο ο Ακάμας έχει απομείνει για να εκδικηθεί το θάνατό μου˙ κι αυτός, αν και είναι ο μισός Κρητικός, ξέρει καλά πως πεθαίνουν οι Ερεχθείδες.Σίγουρα τα κατσίκια κατεβαίνουν απ’ αυτό το μονοπάτι. Κι αυτό τ’ αγόρι, ο Αχιλλέας, μπορεί να το κατεβαίνει για να δοκιμάσει την τόλμη του. Όμως δεν είναι μέρος αυτό για ένα κουτσό πόδι˙ τόσο το καλύτερο. Θα φανεί σε όλους σαν ατύχημα, εκτός απ’ αυτούς που ξέρουν.Έρχεται η παλίρροια. Μια φουσκωμένη θάλασσα, ήρεμη, δυνατή και λαμπερή. Να κολυμπάς κάτω απ’ το φεγγάρι, όλο και πιο μακριά, όλο και πιο μακριά, βουτώντας μαζί με τα δελφίνια, τραγουδώντας………… Να πηδάς στο κενό με τον αέρα στα μαλλιά σου………

Μετάφραση: Ρένα Καρακατσάνη
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Mary Renault. Ο Ταύρος από τη θάλασσα, εκδ. «Κάκτος», Αθήνα 1991
Πέμ 05/06/2008 02:26
Κατά την παράδοση, ο Λυκομήδης γκρέμισε το Θησέα, κι έγινεν αίτιος, πεντακόσια τόσα χρόνια κατόπιν, να υποδουλωθή, η Σκύρος στους Αθηναίους απο τον Κίμωνα. Στους Σκυριανούς, που ήταν μαζί μας και παραδέχουνταν ανεξέτεστα την εγκληματική αυτή πράξη, έδειξα μεγάλο δισταγμό να παραδεχτώ πως ένας βασιλιάς, και συμπέθερος θεών μάλιστα, ήτον δυνατόν να παραβή τους ιερούς νόμους της ξενίας και να θανατώση έτσι προδοτικά - ποιόν; έναν πανελλήνιον ήρωα, το Θησέα! Μπορεί να γκρεμίστηκε βέβαια απο το σκυριανό βράχο, μα θα ήτον τυχαίο ξεγλίστρημα. Οι Αθηναίοι, όταν τους χρειάστηκε η Σκύρος πολύτιμος ναυτικός σταθμός για τη συγκοινωνία με τις αποικίες τους, βρήκαν αιτία, ύστερα απο πέντε αιώνες, την απιστία του Λυκομήδη! Ούτε και οι ίδιοι το καλοπίστευαν...
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ''ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ'' ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΡΟΣΙΝΗ.
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Πέμ 05/06/2008 02:54
Ύστερα από μερικούς αιώνες, ο Κίμων πήγε στη Σκύρο να βρεί τα λείψανά του. Έψαξε μάταια. Ώσπου μια μέρα είδε έναν αετό να σκαλίζει με το ράμφος του το χώμα σε κάποιο λόφο. Οιωνός των Θεών! Σκάψανε σ’ εκείνο το σημείο και βρήκανε τα οστά, που τα μετέφερε στην Αθήνα ο Κίμων και τα θάψανε με λαμπρές τελετές.

Πέρυσι ανακοινώθηκε από την αρχαιολόγο Ελένη Κωνστολάκη-Γιαννόπουλου πως βρήκε έναν τάφο στον οποίον ίσως ήταν θαμμένος ο μυθικός ήρωας Θησέας από την Τροιζήνα. Αν θα επιβεβαιωθεί αυτό στο μέλλον, δεν το ξέρουμε. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως βρέθηκαν θολωτοί τάφοι μεγάλης ιστορικής αξίας τώρα και στην Τροιζηνία. Και ίσως ο μυκηναϊκός πολιτισμός δεν ξεκίνησε στην Αργολίδα άλλα στις ακτές του Σαρωνικού κόλπου.
035b3c5818.jpg
Ο φημολογούμενος τάφος του Θησέα.
035b3c5818.jpg (4.66 KiB) 636 προβολές


Περισσότερες πληροφοριες:

http://www.mymethana.gr/?q=node/49
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τρί 24/06/2008 02:52
Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΣΤΗ ΣΚΥΡΟ
Ο ΜΥΘΟΣ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΣΚΥΡΙΑΝΟΥ ΛΑΟΥ
«Ο Αχιλλέας - δέ ξέρ' τίνος παιδί έτανε - κρουβότανε απάν', στο Κάστρος. Τότες έτανε πιασμένα ούλα τ' αρχοντόπ'λα σε πολέμια˙ καμμια γ-κατοστή έτανε; Παραπάν';.... Τον Αχιλλέα τεν έφερ' η μάνα του τσαί τέν έντ' σε κορίτσ' για να μην πάη στον πόλεμο˙ έπαιζε με τ' άλλα κορίτσα......
Οι άλλοι τέ γερέψανε: - Μωρέ, που ‘ν' ο Αχιλλέας;
Κάμανε συβούλιο ούλι οι αξιωματ'τσοί.......
- Ποιος μπορεί να βρή τον Αχιλλέα;
Κανείς......... Μ'λιά!
Τότες πετάχτή ένας: - Γώ θα τέ φέρου!
Μόνε να μ' δόσετε ένα χρόνε διορία........» Πούς τέ λέανε δε θ'μόμαι........ Έτανε, μια βολά, αξιωματ'κός!

Ντύθη Οβραίος, έπαιρ' ένα πανεράτσ', έβαλε μέσα κλουστές, καρούλια, ψαλιδάτσα, ένα μαχαιράτσ' τα' ένα μπουράτσι.... Ανεβαίνει στο Κάστρος - τότες τα κορίτσια δεν τ' αφίνανε να βγούνε απόξου˙ έτανε κλεισμένα - μπαίνει στο σπίτι τσ' έκανε που π'λούσε μπιχλιμπίδια........
Ο Αχιλλέας ζ'γώνει ν' αγοράσ' τσαί πιάνει το μαχαίρ' τσαί το κ'μπουράτσι!.....
Φράπ!...... Τέν αρπάζ' απ' το χέρι. «Έλα δώ! Σύ ‘σ' ο Αχιλλέας!»
- Τσαί που το κατάλαβες πού ‘μια γώ ο Αχιλλέας;
- Ά..... Για να το λές, θα πή που 'σαι σύ!......
Τέ μπαίρανε τσαί τέ μπαρκάρανε απ' τ' Αχίλλι.......
Γι' αυτό το ‘πανε Αχίλλι το μέρος».
(Διήγηση γέρο Μανώλη Φ.)
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Τρί 24/06/2008 03:05
Το προμάντεμα του Βουνού:ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΦΑΛΤΑΙΤΣ

skitso-ergoxiro2.jpg
skitso-ergoxiro2.jpg (32.09 KiB) 675 προβολές


Πώς να περιγράψεις την Ομορφιά;

Πώς να φωτογραφίσεις με τις λέξεις τις εικόνες;

Πώς ν αποτυπώσεις τα συναισθήματα;

Πώς να μιλήσεις για κείνα τα σύννεφα

που στεφανώνανε τον ήλιο

την ώρα της Δύσης;

Πώς να περιγράψεις την ασημιά θάλασσα

και τους ιριδισμούς κάτω απ το νερό

απ' τις φυσαλίδες που αφήνανε πίσω τους

το κοπάδι των μικρών ψαριών

καθώς ταξίδευε προς το δάσος με τα φύκια;

Πώς να μιλήσεις για κείνο το μικρό άλογο

που προχώρησε προς εμάς στο δρόμο του Βουνού

με την περήφανη χαίτη του να σείεται απαλά

και τις οπλές του ν' ακούγονται σιγανά

πάνω στο νωπό χώμα;

Το άλογο με τρίχωμα καφετί και τη ματιά χρυσαφιά

που μας κοίταζε με κείνη την αξιοπρέπεια των πλασμάτων

που δεν ζητάνε Τίποτα, που δεν περιμένουνε Τίποτα


Μοναχά κοιτάνε και φεύγουνε;


Πώς να μιλήσεις για τα κοπάδια των προβάτων

που κατηφορίζανε τις πλαγιές του Βουνού

που υπάρχουν Εκεί από Τότε

Ποιο Τότε;

Πώς να μιλήσεις για τις πηγές που κελαρύζουνε

ανοιγμένες ξανά από τις τελευταίες βροχές και τα χιόνια;

Πώς να μιλήσεις για τον αετό με τα φτερά ανοιχτά

που ζυγιαζότανε πάνω από την πλαγιά

κάτω απ' το γαλανό ουρανό

πάνω απ τα κοπάδια των προβάτων

κι απ' το άλογο που συνέχιζε το δρόμο του

ψάχνοντας ίσως, το νερό των Πηγών;

Πώς να μιλήσεις για το τρυφερό χορτάρι

και τις φουντωμένες ελιές και περνιές

και σφεντάμια και άρια;

Πώς να περιγράψεις κείνη την ευωδιά που πλανιότανε

στις ρεματιές, ισκιερές την ώρα που χαμηλώνει ο Ήλιος,

την ώρα που το σήμαντρο στη βουνίσια εκκλησιά ηχεί

την ώρα που τα πρόβατα βαδίζουνε, σταθερά

προς τα σκοτεινιασμένα μαντριά τους;

Το βέλασμα που ανεπαισθήτως ακούγεται

η οπλή του αλόγου που δεν ακούγεται

το θυμίαμα που ανάψαμε θυμιάζοντας, μέσα κι έξω

απ' το μικρό ναό του Άγιου Μόδεστου

εκεί στη ράχη την πετρένια του Βουνού

πλάι στη σκιερή ρεματιά με τις ελιές και τα σφεντάμια;

Πώς να περιγράψεις τα νησιά ολοτρίγυρα

που είχανε αναδυθεί στον πορφυρό ορίζοντα

κοιτάζοντάς μας, σιωπηλά, με περιέργεια

γιατί κι εμείς είχαμε αναδυθεί μπροστά τους;

Πώς να περιγράψεις τις μικρές λίμνες του νερού

στο Άρη και στο Βοκολίνα

και στις μπάρες των χωματόδρομων

τις λίμνες, που ασημιές και ακύμαντες κοιτάζανε τον ουρανό

σιωπηλές κι αυτές καρτερώντας τα κοπάδια;

Πώς να μιλήσεις για κείνο το μικρό κατσίκι, μωρό ακόμη

που είχε σταματήσει τη μάνα του στη μέση του δρόμου

και καμπυλώνοντας ανάστροφα το λαιμό, ρουφούσε το γάλα

απ' τα φουσκωμένα μαστάρια;

Πώς να μιλήσεις για το δάσος των σφενταμιών

που ανάσαινε απαλά καρτερώντας τη Νύχτα;

Πώς να μιλήσεις για τα σφαλιχτά παράθυρα

στα κλειδωμένα σπίτια των παραθεριστών;

Πώς να μιλήσεις για τις ανεμώνες

που μας κοιτάζανε με περηφάνεια

μέσα στα πρασινισμένα χωράφια;

Πώς να μιλήσεις για το μισογκρεμισμένο κονάκι

στη ρίζα του βουνού, στην άκρη του οροπέδιου στο Άρη

εκεί που είχαμε ξημερώσει τη νύχτα του Αύγουστου

Τότε, κείνα τα χρόνια;

Το κονάκι που είχαμε γευτεί το κατσίκι ψημένο

στη θράκα του τζακιού που λαμπύριζε,

μοναχικό Φως, μέσα στη νύχτα;

Τα καμένα κλαδιά που λαμπαδιάζανε

κι είχαμε οσμιστεί την τσίκνα του κρέατος

ανακατεμένη με τη μυρωδιά των τυριών που ωριμάζανε

κρεμασμένα στα ράφια;

Με της κοπριάς που χώνευε, έξω, στο φρυγμένο χώμα;

Στο κονάκι που είχαμε σκαρφαλώσει στη σκεπή του

απ' την πρωτόγονη ξύλινη σκάλα

είχαμε απλώσει τα σκεπάσματα

πάνω στο πατημένο χώμα που κρύωνε

κι είχαμε ξαπλώσει κοιτάζοντας με τα μάτια ανοιχτά

το μαβί ουρανό, τα μυριάδες αστέρια

που λάμπανε στο σκοτάδι κοιτάζοντάς μας κι εκείνα;

Το τριζόνι, που τραγούδαγε μέσα στις περνιές

το σκυλί στον αυλόγυρο,

που έσερνε την αλυσίδα του δίπλα στη μάντρα

τη μυρωδιά, αψιά, της κοπριάς

που η υγρασία της νύχτας δυνάμωνε τη σπιρτάδα της

Τη Μεγάλη Άρκτο, Ίδια όπως πάντα,

που μας κοίταζε αισθαντικά;

Πώς να περιγράψω την πρωινή κατάβαση

περπατώντας πάνω στις αιχμηρές πέτρες

που πυρακτώνονταν με το ψήλωμα του Ήλιου;

Το πέρασμα δίπλα απ' τη ρίγανη και το θυμάρι

που η πατημασιά μας ξεσήκωνε το αψύ άρωμά τους;

Πώς να κρατήσω τις Μνήμες που φεύγουνε

κι έρχονται, που αναίτια χάνονται;

Πώς να κρατήσω;
Ένα ποιηματάκι! Πες μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τι θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δύο ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχή ακέρια εντός του θα' χει.
Πέμ 07/08/2008 19:31
Δημοτικό Καρπάθου

Άλλοι σε λένε μέλισσα
κι άλλοι σε λένε σφήκα
τί έχεις της σφήκας το κεντρί
της μέλισσας την γλύκα

Κυρά μου Πορταΐτισσα
με τα πολλά καντήλια
γύρισε τα ξενάκια μας
να σου τα κάμω χίλια
Πέμ 07/08/2008 19:34
Δημοτικό Ιωνίας

Καλώς ανταμωθήκαμε
όλα τ' αγαπημένα
από καιρό χαρούμενα
και καλοτυχισμένα

Τον γιαλό γιαλό
ψαράκια κυνηγώ

Καλώς ήρθαν τα σύννεφα
κι έφεραν τον αγέρα
και φέραν τους μαρμαρηνούς
που λείπανε στα ξένα

Τα μελιτζανιά
να μην τα βάλεις πιά

Όπως καθήσαμε εδώ να
αράδα την αράδα
ας βοηθάει η Παναγιά
και η Αγιά Τριάδα

Δεν ξαναπερνώ
'πο τούτο το στενό
Πέμ 07/08/2008 19:38
Του Γάμου, περιοχή Ερυθραίας

Ποιός ήταν ο προξενητής
'π' ανέβαινε την σκάλα
κι ηταίριαξεν τον αητό
μαζί με την σουλτάνα

Αλατσατιανέ μ' αγέρα που φυσάς νύχτα και μέρα
Τσεσμελίδική μου γλάστρα με τα πούλυοδά σου τ' άσπρα

Γαμβρέ μου σε περικαλώ
μια χάρη να μας κάνεις
την νύφη που σου δώκαμε
να μην την επικράνεις

Τσεσμελιά μου παινεμένη και στον κόσμο ξακουσμένη
Κατωπαναγιούσαινά μου συ μου πήρες την καρδιά μου

Στην μέση τον ηβάλανε
τον Ουρανό με τ' Άστρα
την Μπαρμπαριά με τα σπαθιά
την Πόλη με τα κάστρα

Τσεσμελίδικέ μ' αγέρα που φυσσάς νύχτα και μέρα
Αλατσατιανή μου γλάστρα με τα πούλουδά σου τ΄άσπρα