ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ/BOARD/Το δαχτυλίδι του Μίνωα

Το δαχτυλίδι του Μίνωα

1 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Τετ 11/11/2015 23:28
Το δαχτυλίδι του Μίνωα


Εἰκόνα



Οι αρχαιολόγοι Νότα Δημοπούλου, και Γιώργος Ρεθεμιωτάκης, ανέλαβαν για λογαριασμό του ΥΠ.ΠΟ. σε έκδοση του 2004, την ερμηνεία και τα σχόλια της παράστασης, η οποία είναι φιλοτεχνημένη πάνω στην σφενδόνη του λεγόμενου «δαχτυλιδιού του Μίνωα». Η γενική εντύπωση που αποκομίζεται από την ερμηνεία συνολικά, είναι εξαιρετική.
Αυτό σημαίνει ότι έχει την αξία της από την θέση που υποστηρίζεται και προβάλλεται. Ωστόσο σε κάθε παρεμφερή ερμηνεία αρχαιολογικού αντικειμένου, πάντα θα υπάρχει χώρος για προσπάθειες έστω, και υποκειμενικών βεβαίως, βελτιώσεων.
Κάποιο λοιπόν σχόλιο που χρειάζεται τουλάχιστον επαναπροσδιορισμό έχει ως εξής:

«..Το δαχτυλίδι του Μίνωα, όπως και τα άλλα χρυσά δαχτυλίδια με σύνθετες συμβολικές παραστάσεις, δεν αποτελούσαν απλώς και μόνο πολύτιμα κοσμήματα.Υπήρξαν κατ’ εξοχήν σύμβολα εξουσίας, αξιώματος ή και τάξης, ανήκαν σε μέλη της μινωικής ανακτορικής ιεραρχίας, και της ανώτερης διοικητικής θρησκευτικής και κοινωνικής ελίτ και σχεδόν όλα τάφηκαν τελικά με τους επιφανείς κατόχους τους..» (σελ. 14)

Ορθότερη ίσως εικόνα προκύπτει, εάν κάποιος εκτιμήσει ότι τα χρυσά δαχτυλίδια δεν γίνεται να υπήρξαν και να λειτούργησαν μόνον ως σύμβολα τάξης και αξιώματος.
Πάνω απ’ όλα τα δαχτυλίδια – σφραγίδες, ήσαν πρότυπα αντικείμενα χρήσης. Πάνω απ’ όλα και πρωτίστως, αν όχι και αποκλειστικά, επισφράγιζαν ένα τελετουργικό δρώμενο. Εκείνος που επιτελούσε επιτυχώς ένα τέτοιο δρώμενο, έφερνε επάξια και το αποδεικτικό σφράγισμα αυτής της συμμετοχής.

Τα σφραγιστικά δαχτυλίδια με τις ποίκιλλες παραστάσεις, δεν γίνεται να ταξινομηθούν ως πολιτισμικά προϊόντα απαλλαγμένα χρήσης, και απλά κοσμήματα Τέχνης για την Τέχνη. Άλλωστε αυτό ακριβώς «το δαχτυλίδι του Μίνωα» είναι αδύνατον να χρησιμοποιηθεί ως κόσμημα στο δάκτυλο περισσότερο από ελάχιστες ώρες. Ο κοκκιδωτός δακτύλιος είναι τελείως ακατάλληλος και τραυματικός, για τα δάχτυλα του χεριού. Ενώ παράλληλα οι κοκκιδώσεις λειτουργούν ως σταθεροποιητές για μια καλλίτερη σφραγιστική αποτύπωση.
Αμέσως μετά, κατά τον σχολιασμό, ως εισαγωγή προβάλλει η επαναλαμβανόμενη χρονίζουσα ασάφεια ενός Κύκλου της Θεοφάνειας, και μάλιστα περιγραφόμενη ως, «..πυρήνας της θρησκευτικής ιδεολογίας των μινωϊτών..» ( σελ.15)

Αλλά μια τέτοια εκδοχή εκτυλισσόμενου «κύκλου θεοφάνειας» δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο, ή έστω από εικασία βασισμένη σε παράλληλες εκτιμήσεις, μέσα ή έξω από την Ελλάδα. Αντιθέτως πάντοτε οι σφραγιστικές παραστάσεις, οι οποίες είναι αποκλειστικά χρηστικές, επιβεβαιώνουν το όποιο σημαντικό ιδίωμα που προκύπτει πάντα, από μία αυστηρώς περιορισμένη στιγμιαία δράση. Ένα σημαντικό ιδίωμα που μεταφέρεται ως απόδειξη από τον αποδέκτη του έκτυπου της σφραγίδας. Τον αποδέκτη του σφραγίσματος. Αλλιώς τα περίφημα σφραγιστικά δαχτυλίδια επαναλαμβάνεται ότι, θα φάνταζαν κοσμήματα περίτεχνα. Αυτή λοιπόν η στιγμιαία παράσταση σχεδόν αποκλείει έναν συνοπτικό «Κύκλο Θεοφάνειας» σ’ ένα απομονωμένο σφράγισμα.
Παρ’ όλα αυτά από πλευράς των δύο επιστημόνων Σχολιαστών της παράστασης, που φέρει το περίφημο δαχτυλίδι, διατυπώνεται ένας δεινός παρορμητικός λόγος.

«..Εικονίζεται τρείς φορές η θεά, αφ’ ενός αιωρούμενη στον αέρα ως μικροσκοπική μορφή και αφ’ ετέρου καθιστή σε κτιστό ιερό να εποπτεύει δύο πράξεις δενδρολατρείας που εκτελούνται από άνδρα και γυναίκα λάτρεις.Tέλος η θεά εικονίζεται να κωπηλατεί, ή να πηδαλιουχεί διαπλέοντας τη θάλασσα μέσα σε πλοιάριο με ακρόπρωρο σε σχήμα προτομής ιπποκάμπου, που μεταφέρει βαθμιδωτό ιερό. Το πέρασμα της θεάς από τα τρία στοιχεία της φύσης, τον αέρα, τη στεριά και τη θάλασσα, ενοποιεί συμβολικά τον ορατό κόσμο, καθοσιώνει και γονιμοποιεί τη φύση, κάνει τη θάλασσα καλοτάξιδη, αλλά και υποβάλλει παραστατικά το μήνυμα της μινωικής ισχύος σε στεριά και θάλασσα..» (σελ.18)

Ο άριστος και όντως ποιητικός λόγος, στο κλίμα μάλιστα της παραδοσιακής φιλοσοφίας μιας ενιαίας ερμηνείας, περισσότερο δείχνει να έχει έλλειψη προσήνειας, και ασφαλώς λιγότερο, αγνωστικισμού. Πρώτον τίποτα δεν πείθει ότι οι γυναικείες μορφές, όχι μόνον στην παρούσα εικόνα, αλλά γενικότερα σε όλες τις παρεμφερείς παραστάσεις των δαχτυλιδιών και σφραγιδολίθων, ότι είναι θεές. Ένα φθέγμα του Αριστοτέλη δεν δείχνει ούτε αυθαίρετο, αλλά και ούτε ως κάποιο θεοσοφικό προϊόν της κλασσικής εποχής. Οπωσδήποτε μεταφέρει πεποιθήσεις του ένδοξου ηρωικού παρελθόντος. Δηλαδή της μινω-μυκηναϊκής εποχής:
«..θεών είκόνας έν δακτυλίοις μή φορείν..» ( Άριστλ. fr. 197, 17.)

Ίσως μάλιστα αυτή η αξιοπρόσεκτη συμβουλή, θα έπρεπε να αποτελεί σταθερή ανάσχεση στην περιγραφή, ονομασία, και ταξινόμηση, ανθρώπινων μορφών στις παραστάσεις των δαχτυλιδιών, ως προσώπων θεϊκών. Πιστότερο δείχνει, αυτές οι ανθρώπινες μορφές, να ερμηνευθούν ως ιερείς, ιέρειες, ή απλοί λάτρεις. Παράδειγμα εκείνο το περίφημο αγαλματίδιο που έχει επονομαστεί ως: “η θεά των όφεων”.

Μια θεά, θα ήταν τελείως ανεξήγητο να καταγίνεται με οποιαδήποτε πράξη επίδειξης φιδιών. Αν δεν ήταν κατηγορηματικά μια “πότνια θηρών” τότε τί είδους θεά ήταν;
(Αντικρίζοντας την κοπελιά με τα φίδια, με αρκετή δόση βεβαιότητας, βλέπει κάποιος μιαν ωραία μινωίτισσα ιέρεια.) Από την άλλη, το βεβαιωμένο δρώμενο της Θυρσοτίναξης εμποδίζει κατά πολύ την εκδοχή μιας πίστης που θα πρέσβευε ανθρωπόμορφους θεούς.
Είναι πράγματι σαγηνευτικό να γίνεται λόγος για: “εποπτεία θεάς σε μια πράξη δενδρολατρείας” αλλά είναι η ίδια η πράξη που γεννάει και αμφιβολίες.
Παράλληλα πώς θα γίνει βέβαιη η εκ των προτέρων γνώση της Σημειολογίας των παραστάσεων, αφού ήδη προτείνεται ότι: “οι μινωίτες καλλιτέχνες της μικρογλυπτικής συνθέτουν και συμπυκνώνουν εικόνες με ακραία αφαιρετική νοηματική αντίληψη και πυκνούς συμβολισμούς, που προ-ϋποθέτουν την παράλληλη ύπαρξη αναλυτικής αφηγηματικής εικονογραφίας.” (σελ.18)

Μια τέτοια άποψη ανάγει την συγκεκριμένη σφραγιστική εικόνα, σε θέση δεσπόζουσα, περίπου ή ακριβώς, σε επίπεδο ισχύος και χρήσεως Μινωικού Εθνόσημου. Αν το σφράγισμα δεν ήταν αποκλειστικά το τελικό κέρδος μιας θρησκευτικής δραστηριότητας, αλλά είχε την οποιαδήποτε κοσμική ή πολιτειακή χρήση, πώς άραγε βεβαιώνεται μια πλήρης γνώση της «ακραίας αφαιρετικής νοηματικής αντίληψης με πυκνούς συμβολισμούς».
Πώς άραγε αυτή η ακραία αφαιρετική με τους πυκνούς συμβολισμούς θα γινόταν αντιληπτή, σε περιπτώσεις κοινωνικών εκδηλώσεων, λ.χ. αποδόσεως τιμής ή αναγνώρισης και επιβράβευσης κάποιου πολιτειακού αξιώματος;

Σημειώθηκε ήδη (Μινω - Μυκηναϊκός Διόνυσος, εκδ. Λιβάνη 1993), ότι ένα “ακούμπημα ή έλξη των κλάδων του ιερού δένδρου”, ένα “σπάσιμο του ιερού κλάδου” (Νίλσον), ή ένα σχεδόν ακατόρθωτο, “ξερρίζωμα του Ιερού Δέντρου” (Μαρινάτος), είναι πράξεις τουλάχιστον ατελέσφορες.
Και βέβαια στο προκείμενο θα ήταν υπολειπόμενη μία εκτίμηση ότι “τα εικονογραφικά συμφραζόμενα φαίνεται να σχετίζονται με την αναγέννηση της φύσης, την οποία σηματοδοτεί η παρουσία της θεάς”.
Στην συνέχεια μια περισσότερο ευαίσθητη θεώρηση:
“Το θέμα της δενδρολατρείας στις παραστάσεις των δακτυλιδιών από τον Πόρο Ηρακλείου, τα Καλύβια Φαιστού, το σφράγισμα της Ζάκρου, από το Φουρνί Αρχανών, το Σελλόπουλο Κνωσσού, και του Βαφειού Λακωνίας, συνδυάζονται με πράξεις λατρείας ιερών λίθων (βαιτύλων) ή κιονίσκων που επίσης πλαισιώνουν απεικονίσεις άμεσης ή επικείμενης θεοφάνειας”. σελ.22.


Όπως λοιπόν αποδείχθηκε (ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ,
Το Άντρον του Τροφωνίου. Εκδ. Εύανδρος 2006) οι ιεροί λίθοι ασφαλώς δεν λατρεύονται και πολύ περισσότερο δεν προσκυνούνται, “τους προσκυνουμένους υμίν λίθους”.
Όπως μάλιστα με υστεροβουλία διατείνεται και ο Κλήμης. Άλλες σκοπιμότητες εξυπηρετούν. Θα ήταν αδικία να εκληφθεί ότι οι Μινωίτες στην κυριολεξία απλώς «χαϊδεύουν» τα Ιερά Δέντρα., και «λατρεύουν» τους Ιερούς Λίθους. Δηλ. τους Ιερούς Βωμούς.



Χθονός ήκομεν ές φαεινόν πέδον


Οι παραστάσεις ερμηνεύτηκαν ήδη, ότι και στην ηπειρωτική Ελλάδα (μυκηναϊκός κόσμος), και στην αντίστοιχη νησιωτική (μινωικός κόσμος) είναι γνήσιες τελετές Θυρσοτίναξης. Μεταξύ τους πιστοποιείται μία ευκρινής διαφορά, η οποία εντοπίζεται στο είδος του δένδρου. Στην μυκηναϊκή Θυρσοτίναξη χρησιμοποιείται κισσός, ενώ στην μινωική δάφνη.
Και ειδικότερα η επονομαζόμενη δάφνη η Αλεξανδρεία.

Το γεγονός δηλώνεται εμφαντικά από το σχήμα των κορύμβων κισσού στην πρώτη περίπτωση, και από την απόδοση των χαρακτηριστικών φύλλων στην άλλη.
Τα φύλλα έχουν ήδη περιγραφή κατά την αναφορά στο δαχτυλίδι των Αρχανών.
Η ίδια ιδιομορφία εξακριβώνεται και στην εικονογραφία του δαχτυλιδιού του Μίνωα.
Οι κλάδοι, που με χαρακτηριστική πάριση κίνηση τινάζονται από το ζεύγος των ορχηστών, ανήκουν στο είδος του δέντρου, γνωστό ως Δάφνη η Αλεξανδρεία.
«Τα επαλλάσσοντα φύλλα της δάφνης είναι σκληρά, λογχοειδή, ακέραια, πτερόνευρα, κυματιστά στα χείλη, αναδίδουν μια χαρακτηριστική αρωματική οσμή».

Ωστόσο η παρατηρούμενη διαφορά μεταξύ μυκηναϊκού, και μινωικού Ιερού Δέντρου, ίσως τελικά να μην είναι μια προϋπόθεση απαράβατη.
Σε μια λεπτομερέστερη έρευνα, τα φαινόμενα εξακριβωμένα διαφοροποιούνται. Ενώ από το δαχτυλίδι του Μίνωα, έως τα με όμοιες παραστάσεις, προερχόμενα, από τις Αρχάνες, τα Καλύβια και το Σελλόπουλο, το φυτό αναντίρρητα αναγνωρίζεται ως το οικείο της μινωικής παράδοσης, σε δύο τουλάχιστον άλλες περιπτώσεις, τα πράγματα περιπλέκονται. Κάτι που θα έπρεπε να έχει τύχει ήδη της προσοχής, είναι η οφθαλμοφανής διαφοροποίηση του φυτού στην εικονογραφία των Δαχτυλιδιών που προέρχονται, το μεν πρώτο από τον Πόρο Ηρακλείου, και το δεύτερο από τον Μόχλο.


Εκεί δεν εικονίζεται το πτερόνευρο επιφυλλόκαρπο με κυματιστά χείλη λιβανόδεντρο, δηλαδή η δάφνη η Αλεξανδρεία, αλλά ένας γνήσιος κισσός. Ένας κισσός που θαμπώνει. Όχι τόσο την σύγχρονη απορία, όσο θαμπώνει την μινωική θρησκευτικότητα. Τηρουμένων των αναλογιών, το φαινόμενο προκαλεί τόσην έκπληξη, όση θα προκαλούσε και ένα λατρευτικό μαρμάρινο άγαλμα, του Χριστού, ή της Παναγίας, μέσα σε μιαν Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Πρότυπο δηλ. που είναι σε χρήση από την Δυτική Καθολική Εκκλησία. Τί να συμβαίνει άραγε;

Χρησιμοποιούσαν κισσό και στην Κρήτη, μια και η διατήρηση του συγκεκριμμένου επείσακτου, ή εδώδιμου είδους δένδρου, που όλα δείχνουν ότι ήταν το Φυλετικό Ιερό Δένδρο των Μινωιτών, γινόταν επίμοχθη, ή αυτά τα απομονωμένα δύο δαχτυλίδια αποτελούν οπωσδήποτε «μυκηναϊκή λεία» η οποία με κάποιο τρόπο έφτασε στην Κρήτη;
Δεν είναι βέβαια το μείζον, αλλά πάντως είναι ένα ερώτημα.
Οι όποιες μάλιστα εντυπώσεις απαλύνονται από μιαν ενδεχόμενη παραδοχή και αποδοχή των παράλληλων δεδομένων. Όπως στον Αλίαρτο της Βοιωτίας υπήρχε σε χρήση μινωικός στύρακας εισαγωγής, δεν θεωρείται απίθανο οι ίδιοι οι μινωίτες να τίναζαν και κισσό, σε μιαν επιδίωξη που τόσο γλαφυρά διηγούνται οι πολυσυζητημένες παραστάσεις αυτών των δαχτυλιδιών. Ίσως πράγματι να υπήρχε ένας επιλεκτικός συναγωνισμός φυτών. Εδώδιμων και αποικιακών. Άλλωστε ένα ίδιο φαινόμενο διαιωνιζόταν έως τα έσχατα χρόνια στον Βοιωτικό Ορχομενό.

Οι περίφημοι Μινύες είχαν μεταφέρει στον οικισμό φυτά από την Αίγυπτο, που την εποχή του Πλούταρχου είχαν ήδη εκφυλλισθεί.
«..υπό τήν πόλιν των Ορχομενίων ο Μέλας ποταμός αυξόμενος υπό τροπάς θερινάς ώσπερ Νείλος, και φέρων όμοια τοις εκεί τα φυόμενα, πλήν άκαρπα καί αναυξή..»
(Η οροφή του νεκρικού δωματίου στον επιβλητικό τάφο - Θησαυρό του Μινύα, φέρει εγγεγλυμμένη παράσταση με άνθη Αιγυπτιακού λωτού.)

Ένα ακόμη προηγούμενο γενεσιουργό στοιχείο, με συνεχή - αλλά ακαθόριστη λειτουργία στα Ιστορικά χρόνια, μεταφέρει η πολλά σημαίνουσα ιδιόμορφη παράσταση στο δαχτυλίδι του Μίνωα. Στο κέντρο της λατρευτικής σκηνής, τέσσερις κίονες υποβαστάζουν μιαν υπερκατασκευή, η οποία περατώνεται με εκφορικό τρόπο. Φαινόμενο και παρατήρηση, που υπομνηματίσθηκε ήδη, όταν έγινε λόγος για την όμοια «κατασκευή» στην εικονογραφία του δαχτυλιδιού από τις Μυκήνες, με παράσταση Βακχείας.
Εδώ ασφαλώς συναντάται ο προπομπός των γνωστών σήμερα από αρχαιολογικές ανασκαφές και αναστηλώσεις αρχιτεκτονικών προϊόντων που ονομάζονται Θόλοι. Γνωστότεροι της Επιδαύρου και των Δελφών. Με μια απλή, με την απλούστερη διατύπωση: Το «δαχτυλίδι του Μίνωα» μεταφέρει στο κέντρο της εικόνας την αψευδή αρχιτεκτονική καταγωγή της Θόλου των Δελφών και της Επιδαύρου.


Άγνωστη, και ορθότερα απερίγραπτη οποιασδήποτε μαρτυρίας, παρέμεινε η χρήση αυτού του αινιγματικού οικοδομήματος, ήδη από την κλασσική εποχή. Η πρόταση λοιπόν ότι αποτελούσαν ειδικούς επιμερισμένους χώρους μέσα σε επώνυμα Ιερά ή Θρησκευτικά Κέντρα, όπου στο εσωτερικό τους συνέβαιναν ιερατικές και βασιλικές μυήσεις, στο προσεγγιστικό στάδιο έρευνας ήταν μια απλή υπόθεση. Αρκετόν χρόνο αργότερα η υπόθεση επιβεβαιώθηκε.
Ώστε η σημειολογία της παράστασης που φέρεται στη σφενδόνη του δαχτυλιδιού «του Μίνωα», ανάγει το εν λόγω εύρημα σε αληθινό αρχαιολογικό Θησαυρό που δίκαια συναγωνίζεται την έξοχη παράσταση με σκηνή Βακχείας των Αρχανών, και βεβαίως την επίσης ανυπέρβλητη παράσταση Θυρσοτίναξης, που κληροδότησε στους επιγενόμενους ο ευτυχώς ασύλητος τάφος του Βαφειού της Λακωνικής.


Απαραγνώστη η κίνηση με την οποία έχει αποδοθεί το σώμα του καταγινόμενου, που με ασφάλεια οδηγεί στην προϋπόθεση και συνέπεια, ενός δρώμενου Θυρσοτίναξης.
Στο προκείμενο σύνταγμα εντυπωσιακός είναι ο γρίφος της εικόνας του Ιερού Δέντρου.
Η απόδοση στα άκρα με “πρόχειρη χάραξη γραμμικών φύλλων”, άμεσα οδηγεί στην απατηλή αναγνώριση μιας Αλεξανδρείας Δάφνης. Ωστόσο η σαφής σφαιρικότητα του άνθους, είναι αναμφίλεκτη, και δεν επιδέχεται ερμηνεία άλλη, πλην εκείνης που με απόλυτη ευστοχία θα πρότεινε ότι εδώ αποδίδεται ένα πολυκόρυμβο έρνος ανθισμένου Κισσού. Πρόσθετο ανασχετικό στο “απατηλό πτερόνευρο” προκύπτει από τα ευδιάκριτα παράγωγα του τινάγματος. Μικρές αδιόρατες, αλλά ωστόσο σημειούμενες στιγμές, δείχνουν τι ακριβώς καταρρέει από το τίναγμα του κισσού. Αναγνωρίζεται έτσι μια ίδια λεπτομέρεια, που έως τώρα είχε σημειωθεί μόνον στην εικόνα του δαχτυλιδιού από το Βαφειό. Ένα πλήθος στιγμών υπογραμμίζει την επιδιωκόμενη με το τίναγμα του κλάδου – Θύρσου, καταρροή των ανθών του ευωδιαστού Ιερού Φυτού.
Αυτή η μεθυστική καταρροή οδηγεί αναμφίλεκτα σ’ ένα επιδιωκόμενο έτσι ή αλλιώς κώμα….

Στην παράσταση της σφενδόνης διακρίνονται με σαφήνεια, όλα τα επί μέρους απαραίτητα στοιχεία, και οι κινήσεις, διεξαγωγής ενός δρώμενου Θυρσοτίναξης.
Το λυγισμένο πόδι, η διαρριφά, αλλά και η χαρακτηριστική κίνηση της κεφαλής, του Θυρσοτινάκτη, έτσι όπως αργότερα περιγράφονται από τον Ευριπίδη, τον Πίνδαρο, και τον Πρατίνα. (ποί κράτα πολιόν σείσαι) Το στοιχείο όμως με την καθοριστικότερη βαρύτητα είναι το είδος του Ιερού Δέντρου. Με χαρακτηριστική πιστότητα έχει φιλοτεχνηθεί ένα σύμπλεγμα τριών ευδιάκριτων καρύμβων κισσού. Απο τα υπόλοιπα ακαθόριστα, αλλά και ασφαλώς άγνωστης σύμπραξης εικονιζόμενα, εντυπωσιακή είναι η παρουσία της γυναικείας μορφής, πού ευθέως οδηγεί στην ακαθόριστη προμινωική ατμόσφαιρα, μιας Θήλειας Αρχής της Φύσεως, σε συνδυασμό μ’ ένα διαιωνιζόμενο Στάδιο Μητριαρχίας. Από αυτήν την αχλύ της απροσδιοριστίας κατεβαίνει μια ομολογημένη πολυσχιδής «θεότητα».
Στα κατοπινά Ιστορικά Χρόνια είναι γνωστή στην δυτική Κρήτη ως Δίκτυννα, στην ανατολική ως Βριτόμαρτις, και τέλος στην Αίγινα όπου η λατρεία της μεταφέρθηκε σ’ ένα έξοχο Ιερό Κορυφής, γίνεται γνωστή ως Αφαία.

Η σφαιρικότητα του άνθους, αλλά και αναγνώριση μικρών τελειών, οδηγούν στην πίστη ότι στην παρούσα παράσταση το Ιερό Δέντρο είναι Κισσός. Ζωηρή εντύπωση προκαλεί το γεγονός της αναγνώρισης, ότι στην θέση του άμεσου Θυρσοτινάκτη εικονίζεται γυναικεία μορφή! Όπως και στο δαχτυλίδι των Αρχανών, το σείσιμο του κλάδου γίνεται και με τα δύο χέρια. Ο Βωμός σύμφωνα με την Ακολουθία διακρίνεται σαφώς μ’ έναν τονισμένο δίχειλο άβακα, και βεβαίως ότι είναι μορφοποιημένος σε σχήμα κυκλικό. Ένα έντομο (πιθ. Οίστρος) εικονίζεται σε θέση συνάδουσα της επιδίωξης. Το ωοειδές σχήμα πάνω στο οποίο έχει γονατίσει η ανδρική μορφή, είναι όντως δύσκολο να προταθεί με κάποια ασφάλεια τί ακριβώς εικονίζει. Στο περισσότερο ευδιάκριτο σφράγισμα της παράστασης από τις Αρχάνες, ο αντίστοιχος άνδρας έχει ήδη προταθεί ότι βρίσκεται πάνω από έναν μεγάλο ασκό γεμάτον με κρασί από τον οποίο πίνει με βουλιμία, όπως άλλωστε υποβάλλει το εντομομορφικό προσωπείο στο οποίο είναι μεταμφιεσμένος.

Αρχίζοντας την αναγωγή από το απλό ανθρώπινο Επίπεδο, η δεσπόζουσα Θήλεια μορφή της παράστασης, μπορεί πολύ καλά να προσαγορευθεί ως ένα πρόσωπο, μια μορφή, αποδεκτής, και αποδεικτικής Μητριαρχίας. Σ’ ένα δεύτερο Επίπεδο, αυτή η μορφή, κάλλιστα θα μπορούσε να «αναγνωριστεί» ως μια απεικόνιση της μέγιστης Θήλειας Φύσης. Με την ίδια ροπή, και όπως να’ χει, η Μινωική αντίληψη, θεωρείται βέβαιο, ή σχεδόν βέβαιο, ότι οι Μινωίτες των νεοανακτορικών χρόνων, ασφαλώς θα ταύτιζαν αυτήν την συγκεκριμμένη μορφή, μ’ ένα «είδος» Θεότητας. Σχετικά με αυτήν την τελευταία πρόταση, αναγκαίοι κρίνονται δύο τουλάχιστον επίκουροι λόγοι.

1) «..καθάπερ φασίν, έξ άνθρώπων γίνονται θεοί δι’ άρετής ύπερβολήν..» (Αριστλ) 2) σύμφωνα με Επιγραφική μαρτυρία, στην Βοιωτία οι νεκροί ονομάζονται θεοί.


Μ’ αυτήν την αλληλουχία ασφαλώς, οι επιστήμονες Νώτα Δημοπούλου, και Γιώργος Ρεθεμιωτάκης, δικαιολογούνται στο έπακρο να περιγράφουν την εξεζητημένη μορφή, ως δεσπόζουσα Θεά της παράστασης.

Ένας πεντακόρυμβος Κισσός εξέρχεται από ένα βαθμιδωτό Ιερό πάνω σε πλοιάριο το οποίο έχει σχήμα Ιππόκαμπου. Η καθοριστική γυναικεία μορφή, στην εκδοχή μιας εμβληματικής παρουσίας της Μινωικής ισχύος, δικαιώνει απόλυτα την πρόταση απεικόνισης ενός προσώπου που ασφαλώς εικονίζεται να «κυριαρχεί» πάνω στο υγρό στοιχείο. Η εικόνα μοιάζει να είναι ο προπομπός της ζωγραφιάς του Διόνυσου, πάνω στην κύλικα του Εξηκία. Μ’ αυτήν μάλιστα την γειτονία, η φύση της γυναικείας μορφής ως ενός «είδους Μινωικής Θεάς» δείχνει να ζωηρεύει ακόμη περισσότερο.

Αν δεν ερμηνευθεί ως Θεά, αν δεν ερμηνευθεί ως μια καθοριστική παρουσία μινωικής, ή προμινωικής Μητριαρχικής Εμβληματικής απεικόνισης, ένα κυριολεκτικό Εθνόσημο, τότε το σφράγισμα, ως απλό σφράγισμα, καταλήγει ακατανόητο.
Η απλούστερη, η απλούστατη εκδοχή, που θα δικαιολογούσε ένα τέτοιο σφράγισμα, βεβαίως και αποκλειστικά από αποδέκτρια, θα ήταν εκείνη της επιβεβαίωσης, ότι πράγματι έτσι αποδεικνύεται τουλάχιστον μια μυημένη Ιέρεια.

Μία ζωγραφική απεικόνιση του Διόνυσου σε κύλικα κλασσικής εποχής.
Ο θεός ταξιδεύει καθισμένος κάτω από κατάφορτη κληματαριά, η οποία αποτελεί το κατάρτι μικρού πλοιάριου. Επιβεβαιώνεται έτσι με ζωηρό τρόπο μια από τις κύριες ιδιότητες του Διόνυσου. Εκείνη της Υδάτινης Θεοφάνειας.
Μία απλή ζωγραφιά της όποιας θεότητας πάνω σε αγγείο, γίνεται απολύτως κατανοητή.
Το Φαινόμενο θα κατέληγε ασφαλώς ακατανόητο, αν αυτό το θέμα ήταν σφραγίδα. Ποιος άραγε μπορεί να αποκλείσει μια βέβαιη απορία, που θα προέκυπτε από ένα τέτοιο χρηστικό σφράγισμα;




Στάθης Βαλλάς
stathis.vallas@gmail.com