
Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά δικαία.
Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ' το 'λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ' άλογό μου!»
Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν' απαρνηθούν τις πρώτες.
Τους είδα πίσω να 'ρθουνε - παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι' ανύπαρχτο βασίλειο -
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!
Κ.Καρυωτάκης
Πρωτόλειον ποιητικόν εγχείρημα , νυχτερινής εμπνεύσεως,
του μέλους της Δημοθοινίας, Αμαλίας Κατσούλα
Πού νάξερες σαν τόγραφες..σε πόσους θα ταιριάζει,
πού νάξερα και γω ως τα χθες σε "φίλους" πως θα μοιάζει,
ο Δον Κιχότε δε λα Μάντσα κι ό Σάντσο Πάντσα.
Μιγκέλ Σααβέδρα ντε Θερβάντες , μας καλοκάρδισες μ΄αυτούς τους άντρες
κι ο Ροσινάντε θα χλιμιντρίσει,η Ελλάς το δάνειο άμα ξοφλήσει.
Αχ! πόσο θάθελα, να βγούν στ΄αλήθεια, όσα ιστορούνται σαν παραμύθια.
Ως πότε, όμως , να περιμένω, πες μας Θερβάντες κι΄εγώ σωπαίνω
κι΄ευθύς θα σπεύσω,για να τους πλέξω, ελαίας κότινον ,για να τους στέψω.
Μα μέχρι τότε, "φίλοι " καλοί, μη μας ραντίζετε τόση χολή,
αν είναι χίμαιρα το όνειρό σας, πολλούς θα πάρετε εις τον λαιμό σας!
Κι΄αν επιστρέψετε μετανιωμένοι, φίλο δεν θάβρετε να περιμένει,
γιατί τους θάψατε βαθιά στο χώμα,κι όμως δε θάβρετε κανένα πτώμα,
ήταν Υάκινθοι και ζουν ακόμα,σπορά Απολλώνια, με ρίζα αιώνια!