ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ/BOARD/Μινωικό δαχτυλίδι Αρχανών

Μινωικό δαχτυλίδι Αρχανών

1 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Τετ 11/11/2015 22:34
Μινωικό δαχτυλίδι Αρχανών 1



Εἰκόνα




Ένα επίσης μικρό σε διαστάσεις δαχτυλίδι με παράσταση Θυρσοτίναξης σε εγγεγλυμμένη σφραγίδα, βρέθηκε στο νεκροταφείο των Αρχανών Κρήτης. 2
Ο διάκοσμος κι εδώ είναι εκπληκτικός. Αμέσως διακρίνονται, εκτός από τις τρείς ανθρώπινες μορφές, δύο έντομα σε θέση νύξης, όπως επίσης ένα μακρόστυλο δίκελλον, και κάποιο αποτύπωμα, που δεν θα ήταν άστοχο να περιγραφεί ως: «αποκομμένο έρνος». Το μικρότερο σχήμα πάνω από το δίκελλο, έχει ήδη προταθεί από προηγούμενους μελετητές, ότι πρόκειται περί του «οφθαλμού της πάνθ’ ορώσης θεότητος».
Μία από τις αισθητές διαφορές που παρουσιάζει η μινωική παράσταση, σε σχέση με τις δύο προηγούμενες, είναι η αντίστοιχη εδώ «κατασκευή». Ικανοποιητική κρίνεται η πρόταση περιγραφής ως «τριμερές ιερό» που ήδη έγινε ευρύτερα αποδεκτή. Κατανοήθηκε όμως ότι μια τέτοια «κατασκευή» ουσιαστικά αποτελεί ένα κοίλο δοχείο, μέσα στο οποίο βρίσκεται φυτεμένο το φυτό, που εν πάση περιπτώσει ίσως να μην είναι αποκλειστικά θάμνος ή δέντρο, δεν παύει ωστόσο να συγκεντρώνει το ιδίωμα εκείνου που αποκαλείται, Ιερό Δέντρο.

Η ιδιομορφία του Μινωικού Ιερού Δέντρου, είναι μια κατάλληλη αφορμή για να γίνει ένας κάπως πλατύτερος λόγος, πάνω στη φυσιογνωμία ή το πρόβλημα της ταυτότητας των φυτών της τελετής. Είναι αναντίρρητο ότι το σχήμα του Θύρσου στην προκείμενη παράσταση, έχει ευκρινή διαφορά από τα προηγούμενα φυτά.
Ασφαλώς αυτό συμβαίνει εξ αιτίας μιας ιδιαίτερης μινωικής επιλογής.

Το ερώτημα είναι, αν αυτό υπαγορεύεται από το θρησκευτικό Τυπικό, ή για το κατά πόσο οφείλεται στις κάπως θερμότερες κλιματολογικές διαφορές.
Τί σημαίνει αυτό. Δεν αποκλείεται κάτι πλεονεκτικό να προκύψει από την επισταμένη μελέτη κάποιας πληροφορίας που διασώθηκε σε αρχαία κείμενα, και που θα ήταν απερισκεψία να μην καταχωρηθεί ως λόγος και προ πάντων τεκμήριο διαπιστωμένο στην θρησκευτικότητα του μινω-μυκηναϊκού κόσμου.
Πολύ αργότερα από την εποχή του δαχτυλιδιού, ο Πλούταρχος στην βιογραφία του Λύσανδρου και αναφερόμενος στην μάχη του Αλίαρτου, διασώζει την εξής πληροφορία.

«…ὑπὸ τὴν κρήνην τὴν Κισσοῦσαν
προσαγορευομένην, ἔνθα μυθολογοῦσι τὰς τιθήνας
νήπιον ἐκ τῆς λοχείας ἀπολοῦσαι τὸν Διόνυσον•
καὶ γὰρ οἰνωπὸν ἐπιστίλβει τὸ χρῶμα καὶ διαυγὲς
καὶ πιεῖν ἥδιστον. οἱ δὲ Κρήσιοι στύρακες οὐ
πρόσω περιπεφύκασιν, ἃ τεκμήρια τῆς ῾Ραδα-
μάνθυος αὐτόθι κατοικήσεως ῾Αλιάρτιοι ποιοῦν-
ται, καὶ τάφον αὐτοῦ δεικνύουσιν ᾿Αλεᾶ καλοῦν-
τες. ἔστι δὲ καὶ τὸ τῆς ᾿Αλκμήνης μνημεῖον
ἐγγύς• ἐνταῦθα γάρ, ὥς φασιν, ἐκηδεύθη συνοικ-
ήσασα ῾Ραδαμάνθυϊ μετὰ τὴν ᾿Αμφιτρύωνος
τελευτήν…» ( Πλούτ. Λυσ. 28)


Ο στύραξ, είναι το ευώδες δέντρο, απ’ όπου εξάγεται το λιβάνι. Μερικά τέτοια φυτά που είχαν γίνει περίφημα ως Κρήσιοι στύρακες, βρίσκονταν διαιωνιζόμενα σ’ έναν τάφο, που οι Αλιάρτιοι ισχυρίζονταν ότι ήταν του Ραδάμανθυ. Ο Ραδάμανθυς, ισόθεος, ήταν γιός του Δία και της Ευρώπης, αδελφός του Μίνωα και κριτής στον Άδη. Μέχρις εδώ, στο απόσπασμα του Πλούταρχου δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη αξιόλογη πληροφορία, εκτός από την πηγή Κισσούσα, και το λούσιμο εκεί του Διόνυσου, νήπιου λοχείας.

Αλλά το σημαντικότερο λούσιμο του θεού, που αφορά άμεσα τις παραστάσεις δεν γινόταν παρά να πραγματοποιηθεί σε κάποια πηγή, που εξ αιτίας αυτής της σοβαρής Επιφάνειας, έπρεπε έκτοτε να φέρει το αποδεικτικό ιδίωμα της εμφάνισης εκεί του Διόνυσου. Έτσι από τον Διόνυσο Κισσό, η περίφημη πηγή ονομάστηκε Κισσούσα. Το σπουδαιότερο όμως δεν είναι αυτό. Από τα μέσα περίπου του 4ου μ. Χ. αιώνα διασώθηκε άλλη μια συμπληρωματική πληροφορία, που αποτελεί και τον στόχο της υποσημείωσης, περί του προβλήματος πάνω στην ταυτότητα των Ιερών Δέντρων.

«...ὣ[ς] ἡ μὲν λίπε μῦθον, ἐγὼ δ' ἐπὶ καὶ [τὸ πυ]θέσθαι
ἤ]θελον—ἦ γάρ μοι θάμβος ὑπετρέφ[ετ]ο̣—,
Κ]ισσούσης παρ' ὕδωρ Θεοδαίσια Κρῆ̣[σσαν ἑ]ο̣ρ̣τὴν
ἡ] π̣όλις ἡ Κάδμου κῶς ῾Αλίαρτος ἄγ̣[ει
κ]α̣ὶ στυρὸν ἐν μούνοισι πολίσμασι [.....]δ̣ι̣.ο̣τω̣ν̣ι̣ς̣
κ]αὶ Μίνω μεγάλοις ἄγγεσι γαῖα φ̣[ορεῖ,

..]ωθεδετι κρήνη ῾Ραδαμάνθυο[σ.....]τ̣[...]ν̣
ἴ]χ̣νια τῆς κείνου λοιπὰ νομογραφ[ίης
..].[.]α̣μο̣ν• ἐν δέ νυ τοῖσι σοφὸν τόδε τηι̣[...» (Καλλίμ. Αίτ. 43,84)


Εδώ μέσα από το μισο-κατεστραμένο κείμενο, συνάγεται ότι οι στύρακες του Ραδάμανθυ, φύτρωναν μόνον στον Αλίαρτο, και πουθενά αλλού, ενώ στην Κρήτη υπήρχαν, αλλά αποκλειστικά φυτεμένοι, και διατηρημένοι μέσα σε δοχεία. μεγάλοις άγγεσι γαία φορεί.
Το αξιοπρόσεκτο αυτό γεγονός συνέβαινε επειδή ο ευώδης στύραξ δεν είναι ιθαγενές στην Ελλάδα φυτό. Το φυσικό του περιβάλλον βρίσκεται πολύ ανατολικότερα και κάπως νότια.
Μετά λοιπόν από αυτές τις δύο μαρτυρίες, τί υποθέσεις και τί συμπέρασμα είναι δυνατόν να προκύψουν; Εάν κάποιο ειδικό, ευωδιαστό, και άρα κωματοφόρο φυτό, έπρεπε να βρίσκεται στον τάφο του Ραδάμανθυ, θα είχε διακοσμητική και μόνο παρουσία; Θα ήταν ένα απλό στόλισμα του τάφου, ή θα είχε και κάποια ιδιαίτερη σημασία, και γιατί όχι και δράση, αφού τόνιζε το σήμα, τον τάφο, τον σηκό, όπου βρίσκονταν αποτεθειμένα τα οστά του Κριτή, που έκρινε τις ψυχές στον Άδη; Αυτή η ακολουθία κάτι θυμίζει.

Από την άλλη, τί εξυπηρετούσε το φύτεμα και η διατήρηση λιβανόδεντρων μέσα σε μεγάλα αγγεία στην Κρήτη; Είχαν αποκλειστικό έργο την παραγωγή λιβανιού;
Αλλά από ένα τέτοιο προϊόν, θα ήταν σφάλμα να υποτεθεί ότι είχαν έλλειψη οι Μινωίτες θαλασσοκράτορες. Δεν μένει λοιπόν παρά να γίνει δεκτό, με λιγότερες ή περισσότερες επιφυλάξεις, ότι αυτά τα Λιβανόδεντρα είχαν παγιωθεί στην αντίληψη των Κρητών, ως το φυλετικό τους Ιερό Δέντρο. Πόσο απίθανο δείχνει ένας ευώδης στύρακας να τινάζεται κωματοφόρα πάνω από έναν μινωικό βωμό;


Η εκπληκτικότερη όμως πληροφορία που μεταφέρει το κείμενο του Καλλίμαχου, είναι ότι οι Θηβαίοι και οι Αλιάρτιοι, τελούσαν κάποια εορτή κρητικής προέλευσης, που ονομαζόταν Θεοδαίσια. Αυτή η μαρτυρία, μπορεί πολύ καλά να προστεθεί στα ανέλπιστα της έρευνας. Το πόσο σημαντικό είναι θα γίνει αντιληπτό αμέσως. Σύμφωνα με τον Ησύχιο, αλλά και την σχετική Επιγραφή: Θεοδαίσια, τά Διονύσια έν Κρήτη. Αυτή η πληροφορία έχει αποφασιστική σημασία, ως προς την ταυτότητα, την ιδιομορφία των φυτών που ήσαν γνωστά ως Κρήσιοι Στύρακες, και που με τόση επιμέλεια τα διατηρούσαν στον τάφο του Ραδάμανθυ, αλλά και στην ίδια την Κρήτη. Αναμφίβολα ήταν το επιτάφιο Ιερό Δέντρο.
Η Διονυσιακή λοιπόν παρουσία στην Μινωική Κρήτη διαπιστώνεται και από άλλον δρόμο πρόσβασης. Γίνεται φανερό ότι ένας Διόνυσος Βάκχος, βρισκόταν στην καρδιά της Μινωικής θρησκείας. Ένας άγνωστος μέχρι σήμερα Βάκχος.

Ο Διόνυσος Στύραξ.


Στο προκείμενο μάλιστα Μινωικό πρότυπο, το δοχείο έχει αποδοθεί από τον σφραγιδογλύπτη με περισσή καλλιτεχνική φροντίδα. Αμαυρότερο δηλ. της άλλης επιφάνειας. Έτσι αποτελεί το αποδεικτικότερο δείγμα κενού χώρου, που έχει γεμίσει από χώμα. Για τις ανάγκες αύξησης του φυτού.
Με αρκετή επίσης ασφάλεια πιστοποιήθηκε ότι αυτές «οι κατασκευές» είναι ένα είδος Βωμού. Το μεσαίο λοιπόν από τα τρία επιμήκη στοιχεία του ιδιόμορφου Μινωικού Βωμού αποδίδεται υψηλότερο, επειδή αποτελεί την κύρια εστία έδρασης του φυτού. Από τα χαρακτηριστικότερα σημεία, που είναι δυνατόν να παρατηρηθούν στην επίπεδη στέγη της τριμερούς κατασκευής, είναι το αινιγματικά σημαίνον, αλλά και συμβαίνον διπλό επίπεδο. “Τρείς δίχειλοι άβακες” που καλύπτουν τις κορυφές του τριμερούς Βωμού, ίσως να ήταν μια εύστοχη περιγραφή, αν δεν είναι κιόλας η ορθή. Από τον χαρακτηριστικότερο μεσαίο άβακα, πραγματοποιείται η οφθαλμοφανής Βακχεία. Τα τρία τμήματα διαχωρίζονται από κιονίσκους, που όμως είναι άγνωστης ακόμη ερμηνείας.

Η βάση-κρηπίδα ωστόσο, πάνω στην οποία στηρίζεται ο Βωμός, δείχνει ευδιάκριτα ότι έχει συναρμολογηθεί από τετράγωνες πλίνθους, ή έστω διαμορφωμένους προς οικοδομή λίθους. 3

Σε μια προσπάθεια εγγύτερης γνωριμίας με αυτά τα αρχικά πρότυπα ή όχι στοιχεία των μινω-μυκηναϊκών παραστάσεων, η πιστοποιούμενη διαφορά στην μορφή του Βωμού, που διαφέρει τελείως, τόσο από τον Λακωνικό αμφορέα, όσο και από τον Μυκηναϊκό βωμό, ίσως στην πραγματικότητα να (υπο)δηλώνει κάποια τροποποιημένη λειτουργία.
Ότι ο ορχούμενος καταγίνεται με την τελετουργία της Θυρσοτίναξης, είναι κατανοητό και αναμφίβολο. Απλώς κάποιος υπαινιγμός θα μπορούσε να γίνει για το εάν αυτή συγκεκριμένη τελετή, αποτελούσε τμήμα ενός ευρύτερα διακλαδιζόμενου δραματικού Τυπικού. Σώζεται μια σχετική Επιγραφή, αλλά και από τον Καλλίμαχο μαρτυρείται ότι, Θεοδαίσια: τά Διονύσια έν Κρήτη. 4

Δεν γίνεται λοιπόν ν’ αποκλειστεί κάποια πιθανότητα ενδεχόμενης λειτουργίας, με πολυμερέστερα στάδια, ένα από τα οποία ασφαλώς είναι και η τελετή Θυρσοτίναξης.
Είναι μια πιθανή δικαιολογία της ιδιομορφίας που παρουσιάζει το τριμερές Ιερό, ή ο τρίκλυτος Βωμός. Κάτι ακόμη που πρέπει να ομολογηθεί για την μινωική αυτή ιδιομορφία, είναι η δυσκολία που παρουσιάζει κατά την επιχειρούμενη παραγωγή του σε γεωμετρικές διαστάσεις, που είναι βέβαιο ότι επέδρασαν λιγότερο ή περισσότερο κατά την αρχιτεκτονική μεταφορά του στα επιγενόμενα ιερά οικοδομήματα και εν γένει ιερά καθιδρύματα, προπομπός των οποίων αποδείχτηκε ότι βρίσκεται, έστω και με τον χαρακτήρα της ιερής διαλεκτικής.


Κάποιες ακόμα, όχι τόσο ανερμάτιστες, όσο ίσως φανεί από πρώτη άποψη, υποθέσεις είναι δυνατόν να γίνουν σχετικά με την ακαθόριστη και σκοτεινή αυτή «κατασκευή».
Στην προηγούμενη παράσταση το επιχείρημα της αναπαραγωγής της «κατασκευής» σε γεωμετρικό σχήμα, οδήγησε στον πρώιμο ναό τρων αρχαϊκών χρόνων του τύπου: Πρόστυλος, ή Αμφιπρόστυλος. Με την ίδια συλλογιστική μέθοδο, εάν επρόκειτο να αναπαραχθεί η μινωική «κατασκευή» αυτό το τριμερές Ιερό - που οπωσδήποτε είναι κατά τον χαρακτήρα και τάφος, σηκός, ιερρόν, βακχείον, θυμέλη – τί σχήμα θα ήταν δυνατόν να προκύψει; Δεν χωράει και μεγάλη αμφιβολία ότι η πρόσοψη που δείχνει η εικόνα αποτελεί ένα τεκτόνημα συνεχιζόμενο σε βάθος. Με αυτήν την απλή παρατήρηση, μπορούν να σχεδιαστούν δύο το πολύ κατόψεις. Ένα τετράγωνο, και ένα παραλληλεπίπεδο. Σήμερα 2015 οι απόψεις αυτές βελτιώθηκαν. 5

Και στις δύο περιπτώσεις, το γεωμετρικό σχήμα σε ολοκληρωμένη κατασκευαστική μορφή, θα έμοιαζε με κάτι σαν σκηνή, ή καλύβη. Κάτι σαν ένα είδος μικρής παστάδος. Αν κάτι τέτοιο έχεται αληθείας, δεν μένει παρά με αρκετές ελπίδες να διακριθεί επακριβώς, ποιά είναι η σχέση μιας καλύβας, ή μιας σκηνής, με τον Διόνυσο Βάκχο, που τώρα εξετάζεται.
Το ότι γνωστότερα σχήματα καλύβας – σκηνής είναι οξύκορφα, καθόλου δεν αποδυναμώνει, την εκδοχή μιας αναγωγής του τριμερούς Ιερού, σ’ ένα τέτοιο αρχιτεκτονικό σύνολο. Η καλύβη. Ένα από τα πρώτα αξιοπρόσεκτα είναι σύμφωνα με σχετική Επιγραφή, η ιερά καλύβη, (Λεων. Ταρ. 280 π. Χ. στο Α.Π. 7, 295, 7.)

Καλύβα ονομαζόταν σε μερικές περιπτώσεις ο νυφικός θάλαμος. (Απολ. Ρ. 1,875).
Με σημασία επίσης η καλυβίς, που ο Ησύχιος μεταφέρει ότι σημαίνει παστάς. Αυτή η παστάδα με τη σειρά της, είχε και διάφορες ερμηνείες, αλλά και διάφορες χρήσεις.
Ήταν ένα είδος πέτρινου περίστυλου προπύλαιου, σύμφωνα με μια μαρτυρία του Ηρόδοτου, κατά την περιγραφή του μεγάλου Λαβύρινθου, στην λίμνη Μοίρι της Αιγύπτου. (Ηρ.2,169-71)
Η παστάς ήταν γνωστή, και ως περίστυλο ναού, (Ξεν. Απολ.3,8,9) αλλά και χώρος κοινός.
“τάς παστάδας κοινάς είμεν πάντεσι” (Επιγρ. Δελφών). Η συνηθέστερη όμως ερμηνεία της παστάδας ήταν: Ο Νυφικός Θάλαμος, νυμφών, κατά τον Ησύχιο. Ανάμεσα στις πολλές μαρτυρίες: “ωσανεί μέλλων είς παστάδας άγειν καί νυμφαγωγείν” (Ιω.Χρυσ.5,897) Φράση που παράδοξα δείχνει ότι βρίσκεται μέσα στο θέμα των παραστάσεων. Τουλάχιστον έτσι όπως αυτές ερμηνεύτηκαν.

Απομένει ο τρίτος όρος: η σκηνή. Προτάθηκε ότι ενδεχόμενα να αποτελεί το διάδοχο είδος συνέχειας, της «κατασκευής» ή του τριμερούς Ιερού, όπως είναι γνωστότερο.
Ένα εντυπωσιακό αναπάντεχο είναι ότι η σκηνή σε μιαν άλλη έκφραση, ή ιδιωματικό προσδιορισμό, αποκαλείται κλισίη. Κλισίη είναι και ο σηκός. Κάποια κλισίη δεχόταν τους νεκρούς στον Άδη, σύμφωνα με Επιγραφή. Με το ίδιο όνομα ήταν γνωστό το παρεκκλήσι. Γνωστές επίσης ήταν “αί Βάκχου κλισίαι” όπως και το νυφικό κρεβάτι. Με ακόμη μεγαλύτερη σημασία ένας άλλος επεξηγηματικός όρος, ή σκιάς. Ανάμεσα στις ερμηνείες της σκιάδας: «η φυλλοσκεπής οροφή». (Ευπ. 445. - Θεοκρ.15,119. - Πλουτ. Θεμ.16), “κτίσμα τι, άφιερωμένον είς τόν Διόνυσον” (Πολ.7,147.Ησ.) Σκιάς λεγόταν και η Θόλος των Αθηνών. (Επιγρ. Αρποκρ. λ. Θόλος) και τέλος ένα κυκλικό οικοδόμημα στην Σπάρτη, ως χώρος συνάθροισης, εκκλησίας. “σκιάς.’ενθα καί νύν έτι έκκλησιάζουσι”. (Παυσ. 3,12,10)

Σκηνή, σύμφωνα με τον Ευριπίδη (Ιων 806) σημαίνει: Ιερά κατοικία, ναός.
Γνωστή επίσης είναι η σκηνή θεάτρου, που αρχικά ήταν ένας τοίχος στο πίσω μέρος του θεάτρου, δηλ. της Ορχήστρας, με κίονες, και κάποια ανοίγματα που χρησίμευαν ως θύρες. Σκηνή λεγόταν και όλο το Διονυσιακό θέατρο. (Πλάτ.Νόμ. 817 C)

Οι εκπληκτικότερες όμως μαρτυρίες παρέχονται στις Χριστιανικές Γραφές, που όπως και αλλού σημειώθηκε, τα όμοια φαινόμενα που παρουσιάζουν με τα διονυσιακά δρώμενα, είναι θαυμαστά. Στην χριστιανική φιλολογία η σκηνή έχει πολυσήμαντες ιδιότητες. «έν τή σκηνή τού Ίωσήφ, σπουδή έπέστη ό Άσώματος» (Ακολουθ.Ακαθ. Υμν. Απολυτ. Όρθρου.)
Η περίφημη σκηνή του Μαρτυρίου, δεν ήταν παρά ένας φορητός ναός, παραλληλεπίπεδος, που κατ’ εντολήν του Θεού έφτιαξε ο Μωυσής, στην έρημο. Στο εσωτερικό η σκηνή αυτή περιέκλειε την Χρυσή Λυχνία, την Τράπεζα των Άρτων της Προθέσεως, και - κάτι ακόμα με μεγάλη σημασία, σχετικά με την παράσταση του δαχτυλιδιού, που τώρα εξετάζεται το Θυσιαστήριον του Θυμιάματος.

Εδώ τελειολογεί ολόκληρη ομόηχη και ταυτόσημη συγχρόνως ομάδα: ναύς, νεώς, ναός, νέος. Πάνω σ’ ένα τέτοιο καράβι στέλνονταν οι Φαραώ, στο ταξείδι της Αιωνιότητας.
Μια σκηνή του Διόνυσου, αναφέρθηκε ήδη, ως το σημαντικότερο ιερό αντικείμενο κατά την Πομπή των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο. Μετά από αυτήν την περιπλάνηση, εάν κάτι, και τί ακριβώς, προέκυψε ως άμεσο, ή έστω έμμεσο όφελος, είναι βέβαια ένα καλό ερώτημα.
Αλλά επίσης από την άλλη, μια εξ ίσου καλή απάντηση είναι ότι, αυτή η ιδιόμορφη μινωική «κατασκευή», τριμερές Ιερό, ή τρίκλυτος Βωμός, ή Σκηνή, αναμφίλεκτα όμως σηκός, και άρα είδος ναού, δείχνει ή φαίνεται ότι υπακούει σε κάποιες ιερές παρακαταθήκες, σαν κι αυτές που προαναφέρθηκαν, έστω και με λιγότερη ή περισσότερη προσήνεια.

Ένα από τα σημαντικά στοιχεία για τα οποία θα μπορούσε να γίνει κάποιος λόγος, είναι το υποδειγματικό αποτύπωμα των ποδιών του Θυρσοτινάκτη.
Αυτός ο διασκελισμός, η διαρριφά, είναι τόσο έντονος, και χαρακτηριστικός, ώστε αυθόρμητα φέρνει στο προσκήνιο την εικόνα της πολυπάταγης θυμέλης.
Στον άνθρωπο αυτόν ειδικότερα είναι δυνατόν να παρατηρηθεί σε όλη την μεγαλοπρέπεια, το φαινόμενο, όρχησις. Ο «θυελλώδης» διασκελισμός έχει αποδοθεί με τρόπο απαράμιλλο.
Τα πόδια φαίνεται ν’ ανεβοκατεβαίνουν σαν σε αγώνα ταχύτητας δρόμου.
Είναι τόση η βιαιότητα, ώστε η επιταχυνόμενη έτσι όρχηση, να δείχνει αποτέλεσμα αφύσικο, ή πολύ εξεζητημένο. Από την ορμητική κίνηση των ορουμάτων, ο φαλλός και οι όρχεις τινάζονται και σκιρτούν υπερδεοντολογικά. Μια λεπτομέρεια, που άλλωστε ομολογείται, και από την τεχνική της απόδοσης.
Το πρόσωπο του Θυρσοτινάκτη με την υπερμεγένθυνση της εικόνας, μπορεί να παρατηρηθεί πίσω από τον βραχίονα του χεριού, σε στάση ορθή. Το γεγονός δείχνει κάπως ανορθόδοξο, αφού με προϋπόθεση, τα όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και διαπιστώθηκαν, ιδίως στον «μυκηναίο», το κεφάλι θα έπρεπε να βρίσκεται σε θέση κάμψης, δείχνοντας τον αυχένα.
Το αποτέλεσμα όμως της μυσταγωγικής επαφής με το Ιερό Δέντρο, παρουσιάζεται με έντονη αντισταθμιστική λεπτομέρεια.

Μια προσεγμένη τελεία στη θέση της έκφρασης του ματιού, υποδηλώνει την χαύνωση, το κώμα, που συγκινησιακά επιδρά στις αισθήσεις. Η απορία είναι και εδώ έκδηλη.
Με τί τρόπο αποδόθηκαν τέτοιες λεπτομέρειες στο αρνητικό μιας χρυσής σφραγίδας, με ελάχιστα χιλιοστά, είναι αληθινό αίνιγμα. Ότι ο άνδρας, σύμφωνα με τα προηγούμενα πρότυπα, βακ-χεύει, χέει δηλ. από τον διπλό άβακα μια αρχική μορφή του θεού, είναι έκδηλο. Έτσι δεν θα ήταν άστοχο να ονομαστεί Βακχευτής. Ένα λαμπρό δείγμα Βακχευτή, που έρχεται κατ’ ευθείαν από την καρδιά του μινωικού κόσμου. Δυστυχώς όμως είναι ανεξακρίβωτος ακόμη κάποιος λεκτικός ιδιωματισμός με τον οποίο εύλογα θα τον αποκαλούσαν στην Κρήτη.
Γιατί εύλογα; Υπάρχει μια ομάδα όρων με βασική εξακτίνωση από τον πυρήνα ζαλ, που εκτός από το ότι έχει ισχυρές ρίζες, ο απόηχός της εξαπλούται πολύ μακρύτερα από τον μινωικό χωροχρόνο όρια. Δεν μπορεί, παρά κάποιος τέτοιος σχηματισμός να περιείχε μια επωνυμία του Βακχευτή, σύμφωνα με το διαπιστωμένο άλλωστε μινωικό ιδίωμα.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Ησύχιο:

ζαλ: «μέγα, ισχυρόν, πολύ.» ζάλα: «θόρυβος» ζαλαίνω: «μωραίνω» ζάλακες «εχίνοι» ζαλαύδα: «κινού» ζαλεύ: «μιμού».

Στην ίδια ομάδα κατατάσσεται και το ουσιαστικό ζάλη, που η αρχαιότερη σημασία του ήταν «σφοδρή τρικυμία, θύελλα» και η κάπως νεώτερη, «η συσκότιση του νού.» Ιδιαίτερα όμως στην Κρήτη έχει επικρατήσει, ένα περιγραφικό όνομα χορού, γνωστό ως Πεντοζάλης. Σημαίνει πέντε ζάλα, πέντε πηδήματα

Αυτά λοιπόν τα σημερινά ζάλα, είναι τυχαίο σύμπτωμα, ή μήπως υπακούουν σε συνθήκες καθιερωμένης χορευτικής παρακαταθήκης; Αυτό το ζαλαύδα: κινού, που διέσωσε ο αρχαίος λεξικογράφος, είναι φανερό ότι έχει ιδιότητα προστακτική.
Αλλά κάτι τέτοιο συνεπάγεται ουσιαστικό, ή έστω κάποιο είδος μετοχής.
Μπορεί ο μινωίτης Θυρσοτινάκτης να ονομαστεί ζαλαύδας; Μπορεί να ονομαστεί ζαλεύς; που με κάθε πιθανότητα θα σήμαινε: «ο καλός πηδηχτής».
Έτσι ή αλλιώς, ο Αρχανιώτης πηδάει σαν πρώιμος προπομπός, διδάσκοντας το σημερινό πεντοζάλι. 6
Ένας ακόμη αξιόλογος όρος, που εντάσσεται στην ίδια ομάδα, που προαναφέρθηκε είναι η ζαλεία. Ο Διοσκουρίδης διασώζει πως έτσι λεγόταν ένα είδος δάφνης.
Δάφνη η Αλεξανδρεία (4,145.) Τα φυτολογικά εγχειρίδια περιγράφουν ως εξής τα φύλλα της δάφνης.

«..τα επαλλάσσοντα φύλλα της δάφνης, είναι σκληρά, λογχοειδή, ακέραια, πτερόνευρα, κυματιστά στα χείλη, αναδίδουν μια χαρακτηριστική αρωματική οσμή..»
Μια τέτοια περιγραφή ταιριάζει απόλυτα στο φύλλο της εικόνας του δαχτυλιδιού.
Να πρόκειται περί δάφνης; Ότι έχει σαφείς θρησκευτικές καταβολές, είναι αδιαμφισβήτητο, αφού ακόμη και σήμερα χρησιμοποιείται στο σύγχρονο Ιεροτυπικό. Ωστόσο είναι εύλογο ένα ασύμφωνο ακόλουθο.
Στα προηγούμενα δαχτυλίδια παρατηρήθηκε ότι το κλαδί που τίναζε ο Θυρσοτινάκτης , σχημάτιζε φυσικό Θύσανο - Θύρσο, ενώ εδώ γίνεται μνεία φύλλου. Το διαπιστούμενο είναι ένας καλός αντίλογος. Δεν είναι όμως ισχυρός.
Από τα χίλια περίπου διαφορετικά είδη του φυτού δάφνη, το κατ’ εξοχήν ιερό είδος, η δάφνη του Απόλλωνα, είναι πολύγαμο, ή δίοικο. Ειδικότερα δε, η δάφνη η Αλεξανδρεία από τον Θεόφραστο περιγράφεται έτσι:
«..῎Ιδια δὲ καὶ τάδε τὰ περὶ τὴν ῎Ιδην ἐστίν, οἷον ἥ τε ᾿Αλεξάνδρεια καλουμένη δάφνη καὶ συκῆ τις καὶ ἄμπελος. τῆς μὲν οὖν δάφνης ἐν τούτῳ τὸ ἴδιον, ὅτι ἐπιφυλλόκαρπόν ἐστιν, τὸν καρπὸν ἔχει ἐκ τῆς ῥάχεως τοῦ φύλλου. Θεόφρ..» Ι.Φ. 3,17,5

Τα άνθη της δάφνης που ομολογούνται ως αφανή και σχηματίζοντα βότρυες, αναφαίνονται στην ράχη του φύλλου. Με τέτοιο δεδομένο είναι λογικό ο σφραγιδογλύπτης, να τόνισε το κατ’ εξοχήν αναγνωριστικό σημείο του Ιερού Δέντρου, το φύλλο, που άλλωστε είναι πολύ ευωδιαστό , αλλά και κωματοφόρο. Υπάρχει όμως και μια επιβαρυντική συνέχεια, που στενεύει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια της αμφιβολίας.
Κάπου η Δάφνη συγγενεύει με το Λιβανόδεντρο.

«..Γίνεται μὲν οὖν ὁ λίβανος ἐν τή τών Άρράβων Χερρονήσῳ, φύεται δὲ ἐν τῷ ὄρει, ἐν ἰδίαις γεωργίαις ὑπὸ τὴν ὑπώρειαν.
εἶναι δὲ τὸ μὲν τοῦ λιβανωτοῦ δένδρον οὐ μέγα,
πεντάπηχυ δέ τι καὶ πολύκλαδον, φύλλον δὲ ἔχειν

δαφνοειδὲς καὶ λειόφλοιον.....
.... καὶ τὸ ὑπὲρ Σάρδεων πεφυκὸς τοῦ λιβανωτοῦ δένδρον ἐν ἱερῷ τινι δαφνοειδὲς ἔχει τὸ φύλλον, ἐκ τοῦ στελέχους καὶ ἐκ τῶν ἀκρεμόνων, ὁμοίως καὶ τῇ ὄψει καὶ τῇ ὀσμῇ θυμιώμενος..» [b]7


῎Ενιοι δὲ λέγουσιν ὡς πλείων μὲν ὁ λιβανωτὸς ἐν τῇ ᾿Αραβίᾳ γίνεται, καλλίων δὲ ἐν ταῖς ἐπικει- μέναις νήσοις. (Κρήτη;) ο.α. 9,4,9 κ.ε.
[/b]

Να πρόκειται στην πραγματικότητα για εικόνα μιας Αλεξανδρείας Δάφνης, ή ενός δαφνοειδούς λιβανόδεντρου, που άλλωστε ομολογείται ότι ευδοκιμεί και περί την Ίδην; Δεν αποκλείεται οι Στύρακες στον τάφο του Ραδάμανθυ στον Αλίαρτο, ν’ ανακρατούν την παλιά ονομασία ζαλεά, απ’ όπου κατά παραφθορά και ο χώρος του τάφου Αλεά. 8
Αν στη σφενδόνη του χρυσού δαχτυλιδιού από τις Αρχάνες, βρίσκεται αποτυπωμένο ένα φύλλο δαφνοειδούς λιβανόδεντρου, τότε χωρίς καμιά υπερβολή, αυτό το μικροσκοπικό αντικείμενο, γίνεται συγχρόνως ένας εύγλωττος μάρτυρας της καταγωγής, και ίσως και προέλευσης των Μινωιτών. Να γιατί αυτές οι παρεξηγημένες παραστάσεις Θυρσοτίναξης, εκτός από την αποκάλυψη ενός ολόκληρου θρησκευτικού συστήματος, που είναι ακόμη συνεχές και διαιωνιζόμενο, έχουν αξία πολυσχιδή, αφού επίσης μεταφέρουν σύνδρομα στοιχεία Εθνολογίας και Εθνογραφίας.

Προέχει όμως η έρευνα της παράστασης.
Το γνωστό και απαραίτητο στοιχείο, ο φαλλός, και οι όρχεις, διακρίνονται με ευκρίνεια να βρίσκονται σε ιθυφαλλική στάση - στύση. 9
Η ελαφρά θέση απόκλισης από το ακριβές σημείο, απ’ όπου θα έπρεπε να ορθώνονται, θα μπορούσε να παρασύρει σε παρεμηνείες. Από κάποιαν άποψη, θα ήταν δυνατόν να υποτεθεί ότι πρόκειται για Όλισβο. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει.
Ο σφραγιδογλύπτης απέδωσε υπερδεοντολογικά τ σημεία, ακριβώς για να υποδηλώσει το συνακόλουθο της Θυρσοτίναξης τίναγμα.

Στο κέντρο της σύνθεσης διακρίνεται μια σχετικώς ευμεγέθης γυναικεία μορφή, που από άλλους μελετητές προτείνεται ως «Επιφάνεια της μινωικής θεότητας». Μοιάζει σε πολλά με την αντίστοιχη μορφή στο μυκηναϊκό δαχτυλίδι, αλλά ίσως εδώ να δηλώνει ευθέως την Νύμφη, αφού άλλο γυναικείο πρόσωπο δεν υπάρχει στην εικόνα.
Πλούσιοι βόστρυχοι μαλλιών φαίνεται να κρέμονται από το κεφάλι της, ενώ με ισχυρή δόση ασφάλειας μπορεί να προταθεί ότι το πρόσωπό της είναι καλυμμένο από προσωπείον, ή έστω περιεστεμμένο με κισσό.

Άλλωστε μεταμφιεσμένα δίνουν την εντύπωση ότι είναι και τα άλλα δύο πρόσωπα. Τόσο του Θυρσοτινάκτη, όσο και του τρίτου ατόμου, που η μάσκα δείχνει εντομομορφισμό, και μάλιστα της κατηγορίας εντόμου που νύττει. Το άτομο αυτό πείθει με αρκετή ασφάλεια πως πρόκειται για άνδρα, αλλά θα ήταν κάπως αταίριαστο να περιγραφεί ότι βρίσκεται «πεσμένο πάνω σ’ ένα αντικείμενο που μοιάζει με πιθάρι, σε στάση θρήνου». Θρήνος σε σκηνή άμεσης ‘βλαστικής λατρείας» μοιάζει φαινόμενο ανακόλουθο. Είδος θρήνου θα ήταν πιθανός σε πιθάρι ταφής, αλλά αυτό ειδικά το σχήμα, μπροστά στο οποίο έχει γονατίσει ο νύσσων άνδρας, δεν μοιάζει με πιθάρι. Αλλά ούτε και με βαίτυλο. Ο βαίτυλος υπερκαλύπτεται από την παρουσία του Βωμού, ή του Ιερού. Έτσι η αναζήτηση στρέφεται σε διαφορετικές υποθέσεις.

Το σχήμα αυτό περισσότερο δείχνει, παρά υποβάλλει την ιδέα, ότι πρόκειται για κάποιον ασκό. Ο άνδρας φαίνεται να έχει αγκαλιάσει έναν μεγάλο ασκό, προφανώς γεμάτο κρασί, το οποίο πίνει με βουλιμία. Είναι δηλ. ένα είδος Ασκωλιαστή.
Εάν τώρα έπρεπε να αναζητηθεί ένα ή περισσότερα ίχνη Ακολουθίας ή Συνέχειας, αυτού του συμπλέγματος, «άνδρας με ασκό», τότε πολύ συγγενές δείχνει ένα απόσπασμα από τους Αχαρνείς του Αριστοφάνη:

«..᾿Ακούετε λεῴ• κατὰ τὰ πάτρια τοὺς Χοᾶς
πίνειν ὑπὸ τῆς σάλπιγγος• ὃς δ' ἂν ἐκπίῃ
πρώτιστος, ἀσκὸν Κτησιφῶντος λήψεται..»
(Αριστοφ. Αχαρναί.1003)


Από το απόσπασμα συνάγεται ότι υπήρχε ένα έπαθλο, για όποιον έπινε γρηγορότερα από τους άλλους μιαν ορισμένη ποσότητα κρασιού. Το έπαθλο ήταν ένας ασκός.
Το σημαντικό όμως στην αναφορά είναι ότι ο αγώνας αυτός γινόταν κατά τα πάτρια. Μαρτυρία που σημαίνει πως είχε μια ισχυρή, και πολύ παλιά παράδοση. Ο γονατιστός λοιπόν άνδρας μπροστά στο ασκό, ίσως είναι μ’ αυτό το δεδομένο, ένας πρόγονος, ένα αρχαιότερο πρόσωπο της Ακολουθίας, που αναφέρεται από τον Αριστοφάνη. Πόσο εσφαλμένο μπορεί να δείχνει, ένα κατά τα πάτρια παράλληλο, που άλλωστε εξακριβώνεται στο δαχτυλίδι από τις Αρχάνες, να διαιωνίζεται στις γνωστότερες Αχαρνές;
Στο πρόσωπο λοιπόν αυτό είναι δυνατό να επικεντρωθεί μία ακόμη Μοναδικότητα του μινωικού δαχτυλιδιού. Παρουσιάζεται εδώ για πρώτη φορά ένας γνήσιος Ασκωλιαστής.
Σύμφωνα δε με τα σωζόμενα κατά την κλασσική αρχαιότητα, όσο και από την γραμματική ετυμολογία που δίδαξαν σχηματογραφικά οι παραστάσεις Θυρσοτίναξης, ασκ- ωλ- ιαστής σε περίφραση σημαίνει: “εκείνος που ίσταται ελών τον ασκό”. Ακριβής αντίποδας του Βακχευτή που σείοντας τον Θύρσο αναγορεύεται αυτοδίκαια σ’ έναν βασσαρέα ή βασιλέα, ανάλογα με την έκφραση, την επίκληση της οικείας φυλετικής διαλέκτου.
Δηλαδή “εκείνος που την βάσιν αίρει εύ, ή εκείνος που την βάσιν ελών εύ”.


Με όση λοιπόν βεβαιότητα μπορεί να προκύψει, από την απλή αυτή έστω ένδειξη συσχετισμού, το δαχτυλίδι στην ορθή του ερμηνεία, στον λόγο των συμβόλων του, είναι μια απόδειξη γνήσιας τελετουργίας μινωικής Βακχείας, στο απόγειο έστω των νεοανακτορικών χρόνων.
Αυτό πιστοποιείται και από τα μικρότερα σε μέγεθος σχήματα, που όμως με ασφάλεια αναγνωρίστηκαν στις προηγούμενες παραστάσεις. Δύο έντομα διακρίνονται ανάμεσα στον Ασκωλιαστή και την κεντρική γυναικεία μορφή.
Το ένα μάλιστα, το πλησιέστερο προς την γυναίκα, όπως και στο Λακωνικό δαχτυλίδι, φαίνεται έτοιμο σε θέση νύξης. Είναι αρκετά πιθανό να εικονίζεται οίστρος. Στην παράσταση επίσης έχει φιλοτεχνηθεί αρκετά καθαρά και ένα δίκελλον.

Το πολύ μικρό μέγεθος, δεν αφήνει περιθώρια αναγνώρισης δείκανου, αλλά κάτι τέτοιο πρέπει να υποτεθεί ότι είναι αυτονόητα επακόλουθο. Πολύ τονισμένη είναι η βάση - άβακας του στύλου, όχι αδιάφορη λεπτομέρεια αποτύπωσης, που αφήνει εύλογες αποδείξεις της ισχυρής Συνέχειας. Μιας Συνέχειας που διαπιστώθηκε ήδη στον κίονα του αρχαίου Ελληνικού ναού, αλλά και στην επιρροή που είχε στον υποκιόνιο άβακα του οικοδομήματος, που ονομάστηκε Θόλος.
Πάνω από το δίκελλον διακρίνεται σχήμα κωνικού κοχυλιού, για το οποίο μερικοί διατυπώνουν την άποψη, πως πρόκειται περί «του οφθαλμού της πάνθ’ ορώσης θεότητος». Ενδεχόμενα όμως να εικονίζεται εδώ μία χρυσαλλίς, κατά το αντίστοιχο παράλληλο του μυκηναϊκού δαχτυλιδιού.

Ένα ακόμη ακαθόριστο, και έτσι αινιγματικό σημείο έχει χαραχθεί στο επάνω αριστερά άκρο. Προτάθηκε ήδη προηγουμένως ότι μοιάζει με «αποκομμένο έρνος.»
Ένα δηλ. κλαδί που δεσπόζει της παράστασης, ως μία μορφή του αρχικού φυτολογικού προσώπου του θεού. Τελειώνοντας την αναφορά στο δαχτυλίδι των Αρχανών, κρίνεται ωφέλιμο να επανατονιστούν τρείς αισθητές διαφορές που παρατηρούνται σε σύγκριση με τις προηγούμενες παραστάσεις και οι οποίες προσδίδουν στο μινωικό αντιπροσωπευτικό δείγμα, επίζηλες μοναδικότητες.

Το κράτημα του κλαδιού γίνεται και με τα δύο χέρια.
Η Βακχεία επιτελείται από έναν τριπλό άβακα.
Και τέλος το άκρως σημαντικό φύλλο, που ίσως φωτίσει το εθνολογικό φύλο των ανθρώπων που δημιούργησαν κάποτε, έναν ανεπανάληπτο Πολιτισμό.


1) Δημοσιεύθηκε στα 1993 “Μινω-Μυκηναϊκός Διόνυσος’’ εκδ. Λιβάνη
2) ΑΡΧΑΝΕΣ, Σακελλαράκη.
3) Από νεώτερες πληροφορίες είναι γνωστό ότι βωμοί αυτού του είδους, αλλά άγνωστο ακόμη αν και αυτής της εποχής, οικοδομούνται από 365 δομικά στοιχεία. Όσες δηλ. είναι και οι ημέρες του Χρόνου.( Έλιαντ: Ιστορία Πρ. Θρησκειών).
4) Θεοδαίσιος, ήταν επίθετο του Διονύσου. Με το ίδιο όνομα, αλλά με ελαφρές τοπικές διαφορές, ονόμαζαν τον αντίστοιχο του Αττικού μήνα Γαμηλιώνα. Στην Κρήτη ονομαζόταν Θεοδαίσιος, στην Ρόδο, Κώ , Κάλυμνο, Θευδαίσιος, στην Μυτιλήνη Θεδαίσιος. ( Ησ. Καλ. Αίτ. Πάπ. Επιγραφή Ρόδου)
5) Εργασία, Θόλος Δελφών, Βαλλά Στάθη
6) Πολύ μακρύτερα από την Κρήτη, στην Ιβηρική χερσόνησο, εκτός από μερικές όμοιες αρχιτεκτονικές κατασκευές, όπως στο los Amares, και των αντίστοιχων στην Χαλανδριανή Σύρου, επιζούν μέχρι σήμερα, παραλλαγμένα κατά πολύ είναι αλήθεια, παράλληλα όμως δρώμενα ταυροκαθάψια. Το γνωστό από τοιχογραφίες «πήδημα πάνω από την ράχη του ταύρου». Εντάσσεται στον κύκλο των ταυρομαχιών. Οι δραστηριότητες αυτές είναι στενά δεμμένες με τον χαρακτηριστικό αριθμό 114,των Εθνικών τραγουδιών της Ισπανίας, των περίφημων Passo Dobles. Πάσο ντόμπλε σημαίνει «το διπλό βήμα». Για την ακρίβεια, το διπλό πηδηχτό βήμα.
7) Ο λιβανωτός, Ως όρος πρέπει να εκφράζει μια έννοια που σε περίφραση σημαίνει: «η στάλα των αυτιών». λιβα, λαβα, ωτός. Το παραγόμενο λιβάνι αναγνωρίζεται ως ένα από τα παλαιότερα στοιχεία συνοδείας των ιερών δρώμενων, που χάνεται στο βάθος του θρησκευτικού κόσμου, αφού άμεσα από την ενέργεια του λιβανίσματος, του θυμιάματος, προέκυψε και η τελετή της λιβανομαντεείας.
8) Άλλωστε αν από τους στύρακες του Ραδάμανθυ δεν γινόταν μέσω της Θυρσοτίναξης κάποια άλωση, γιατί οι Αλιάρτιοι να ονόμαζαν τον τάφο Αλεά;
άλέα: τόπος υπο του ηλίου θερμαινόμενος (Ε.Μ.)
άλεάζειν: κρύπτειν, ή προβάλλειν και είργειν, αφανίζειν. (Ησ.) άλεάζω: είμαι θερμός. (Αριστλ.Πρ.863 β 22) άλεάζειν: θερμαίνειν (Ησ.) άλεάζω: άθροίζω. (Ησ.) άλεάζων: δικαζόμενος (Ησ.) Ο Ραδάμανθυς ήταν κριτής στον Άδη.
9) Στο σημείο αυτό μπορεί πολύ καλά να παρατηρηθεί η επήρεια της Ιεροφάνειας, ή περισσότερο ευνόητα, του θρησκευτικού Φαινόμενου. Η στύσις εδώ ασφαλώς είναι αποτέλεσμα του μηχανισμού της τελετής. Είναι μια επενεργούσα έκφραση των ιδιοτήτων του εξαιρετικού φυτού. Του ειδικού Ιερού Δέντρου. Ανάμεσα στις αρκετές Επιφάνειες του λιβανόδεντρου, μία από τις κυριότερες είναι και η αφροδισιακή. Είναι πολύ ισχυρό αφροδισιακό. Ίσως καλλίτερο από το κόμμι, τη ρητίνη, το «δάκρυ του κισσού». Τόσο δυνατό, ώστε από τον Διοσκουρίδη αναφέρεται ως λιβανωτός άρρην (1,68). Σε σχεδόν ταυτόσημη θέση και ο περίφημος στύρακας. ‘’λιβανωτόν άρρενα, καί στύρακα.’’ (Αλκιφρ. 2,4)



Στάθης Βαλλάς
stathis.vallas@gmail.com