- "ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΣΚΕΨΕΩΝ" Νο 1 - "Μεταξύ τυρού και αχλαδιού"
3. Ο Δρόμος
...μα υπάρχω! Πώς είναι δυνατόν να «είμαι»;
Μπορώ και με βλέπω μόνον με ένα τρόπο, ατελέστατο, αγγίζω το
σώμα μου, νοιώθω την μορφή μου, δίχως όμως πια να νοιώθω
ταυτόχρονα τα πάντα σε ένα βλέμμα !
Ποιες είναι αυτές οι παράξενες α λ υ σ ί δ ε ς ε λ ε υ θ ε ρ ί α ς
που με έδεσαν κάτω από τη σκιά ενός φοβερού συμβολαίου που
έκανε η Αιωνιότητα μέσα από μια επιθυμία και μόνον, μαζί με την
«ύλη»;
Γιατί βλέπω χωριστά από την ακοή μου;
Γιατί δεν ακούω πια την αφή μου;
Πώς κομμάτιασα τον εαυτό μου ενώνοντάς με σε μια μόνον μορφή;
Αναγκάζομαι τώρα να ο μ ι λ ώ τον Λόγο ενώ στον κήπο ομιλούσα
δίχως φωνή, ήμουν ολόκληρος εντός του Λόγου μέσα στην σιωπή
που θρόιζε σαν την πρωινή αύρα στα χρυσά φώτα της πιο θερμής
αιωνιότητος....α !
...μα πώς εγκλωβίστηκα εδώ; Και παρόλο που γνωρίζω το γιατί, δεν
με εγκαταλείπουν ακόμη η απορία και η έκπληξη.
Είμαι ξένος
Πώς είναι δυνατόν ο λόγος να δέσμευσε τον εαυτό του,
ελευθερώνοντάς τον στο Κενό;
Θεέ μου, Θεέ μου, το Κενό !
Π ο τ έ δεν το γνώρισα ως τέτοιο από μόνο του !
Τώρα αναγκάζομαι να το βλέπω π α ν τ ο ύ ό π ο υ υ π ά ρ χ ε ι
η ε ι κ ό ν α τ η ς « ύ λ η ς » !!!
Γιατί σκέφτομαι χωριστά από τις αισθήσεις μου;
Γιατί ονειρεύομαι χωριστά από την σκέψη μου;
Μα το κυριότερο απ’ όλα που με κάνει να ριγώ και θα το επαναλάβω:
Π ώ ς ο Λ ό γ ο ς σ ι ώ π η σ ε ο μ ι λ ώ ν ;
Πόσο τυφλός έγινα γνωρίζοντας την όραση των δύο οφθαλμών !
Πόσο κουφός έγινα γνωρίζοντας την ακοή των δύο ανθρώπινων
αυτιών !
Τι φοβερή αναπηρία με τσάκισε αποκτώντας την «υλική ακεραιότητά
μου» !
Ξάφνου η Όρασις αυτή είναι αποκαλυπτική:
Με βλέπω κουλουριασμένο μέσα στον εαυτό μου ωσάν έμβρυο.
Απ’ έξω άγριες κραυγές και ιαχές πολέμου.
Τρόμος θανάτου παραμονεύει.
Και χωρίς δεύτερη σκέψη η Κόψη της σπάθης κατέσχισε τα σκοτάδια
και ένα θαμπό αρρωστημένο ηλιόφως με χτύπησε κατάστηθα.
Βγήκα από τη Μήτρα, ήδη έτοιμος Πολεμιστής.
Είδα τις Στρατιές του Κόσμου να ξεχύνονται στα πεδία των μαχών σε
μια άγρια εκτόνωση της ύλης, μυστικά ποθώντας την Αιωνιότητα...
Άρπαξα τον Διπλό Πέλεκυ και απέκρουσα την πρώτη επίθεση.
Αντεπιτέθηκα__________...
Πολέμησα καταμεσής ενός άγριου κατακόκκινου πολτού αίματος και
βογκητών θανάτου ενώ από παντού οι σπάθες, οι σφύρες και οι
πέλεκεις ανεβοκατέβαιναν σαν μυστικοί μοχλοί επανεκκίνησης και
συντήρησης του κόσμου αυτού στον οποίο βρέθηκα ως ξένος.
Εξαντλημένος από την μάχη έπεσα βαρύς στο έδαφος και κοιμήθηκα.
Κοιμήθηκα για χίλια χρόνια ίσως, μέσα σε χίλιες επανεμφανίσεις του
εαυτού μου σε πολλά αντίτυπα καθώς γεννιόμουν και
ξαναγεννιόμουν στον Χρόνο δίχως σταματημό.
Στον ύπνο μου, στο ενύπνιο της παράστασης του Κόσμου αυτού, με
επισκέφθηκε ο Άγγελος-Μάγος με τον οποίο φύγαμε μαζί από τον
Κήπο «κάποτε» (δηλαδή ΤΩΡΑ!).
Τον άκουσα να λέει αυτά τα αμείλικτα λόγια:
«Επιθυμώντας να γνωρίζεις ότι γνωρίζεις την Γνώση που είχες, δεν
έκανες άλλο τι παρά να πραγματώνεις το Πεδίο Ελευθερίας που
προσφέρει ο Κήπος σε όλες τις υποστάσεις για να δούνε τα Μέρη
τους, και πάρ’ ότι αυτό φ α ν τ ά ζ ε ι πως συμβαίνει μες στο Χρόνο,
έχει ΗΔΗ συντελεστεί με άχρονο τρόπο.
Όποιος το κατανοήσει αυτό το τελευταίο θα μπορέσει ασφαλώς σε
μια «στιγμή πελέκεως» να συλλάβει το Αίνιγμα του Κόσμου.
Ένωσες τον εαυτό σου σε μια Μορφή για να τον οδηγήσεις πάλι εκεί
όπου ΗΔΗ βρίσκεται, στην Απόλυτη Ελευθερία του Κήπου.
Άκουσε με Πολεμιστή! Άκου με προσεκτικά!
Στο Τέλος όλων των Μαχών και του Χρόνου θα εμφανιστεί το Πυρ
εκείνο που θα σε γυρίσει πίσω στον Κήπο!
Μην διστάσεις!
Μην διστάσεις ούτε στον Πόλεμο ώσπου να ’ρθει εκείνη η στιγμή,
μα πάνω απ’ όλα μην διστάσεις όταν έλθει η στιγμή της Επιστροφής!»
Αυτά μου είπε ο Άγγελος-Μάγος καθώς τον αισθανόμουνα να
αποχωρεί σιγά-σιγά από το όνειρό μου.
Ξύπνησα ολομόναχος καταμεσής μιας ερήμου.
Κοίταξα την Γη.
Κοίταξα και τον Ουρανό.
Η Μεγάλη Ένωση επίκειται.
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
4. Η Επιστροφή
Τοποθετημένος απ’ το Πνεύμα ανακούρκουδα στο μέσον
Των Δύο Δένδρων: της Ζωής και της Γνώσης
Αγκαλιάζοντας τους Δυο Κορμούς που φύτρωσαν από την ίδια ρίζα
Ολόγυρά μου η Κόκκινη Πολιτεία των Συννέφων
Ψηλά στον ουρανό ενώνοντας τους Δυο Κορμούς, μονάχα εκεί
Καπνίζοντας ολόκληρο τον Ουροφόρο Όφη, Φύλακα των Κόσμων
Ο αμήχανος δράκοντας : εκεί πάνω κυβερνά το Κόκκινο Σύννεφο μόνον
Μες από τα Κόκκινα Ουράνια προβάλλει το Ρόδο
Ω τα πέταλα π’ ανοίγουν ! Και ουκ έσται χρόνος πλέον
Ναι, βεβαίως, πρόκειται για τα πέταλα που ανοίγουν
Ταξιδεύοντας νοτιοανατολικά θα βρεις την Είσοδο
Ταξιδεύοντας βορειοδυτικά θα δεις την Αναχώρηση
Εμένα μ’ ενδιαφέρει η Αναχώρηση
Γι’ αυτό και ταξιδεύω προς την Είσοδο
Με το βλέμμα καρφωμένο στο Νότο έχυσα το αίμα μου
Με το βλέμμα καρφωμένο στον Βορρά γίνομαι αθάνατος
Ισχύει και τ’ αντίστροφο βεβαίως Jane Witch !
Ώστε μαζεύεις βότανα, τρελό κορίτσι
Για να πα’ να πλύνεις τις πληγές του Σωτήρα;
Μην και δεν πρόσεξες ακόμη κείνα τ’ άδεια μάτια
Της Μάσκας του Κόσμου που αγρύπνως σε ακολουθούν;
Maria Magdalena ! Εσύ δεν ήσουνα λοιπόν
Που φιλούσες τα χείλη μου πριν ακόμα γεννηθώ;
Ποια η ηλιακή και ποια η σεληνιακή πλευρά;
Η Μάρθα ήταν ηλιακή και η Μαρία σεληνιακή
Το Κοσμικό Σχίσμα συντελέστηκε στην ένωσή του
Σχίσμα γάρ εν τω όχλo εγένετο δι’ αυτόν
Και δεν είναι άραγε κάθε που παντρεύονται
Ο Ήλιος με τη Σελήνη στη σκοτεινή τους σύνοδο
Στο πεινασμένο Διάστημα όπου φωτίζετ’ επιτέλους
Η αθέατη πλευρά της Σελήνης, η κατασκοτεινιασμένη Λίλιθ;
Ω η Γεννήτρια της Αιωνιότητος, αυτός ο αβάσταχτος ΣΤΡΟΒΙΛΟΣ !
Ω ο Πατήρ, το Αρχείο των Εικόνων, ο Αυτοπάτωρ:
Ένα Κάτοπτρο απέναντι σε ένα άλλο Κάτοπτρο
Εικονίζοντας το ένα τ’ άλλο ως την απειροστή αντίληψη
Η Κοσμική Οθόνη πάνω στο Σώμα του Ανθρώπου
Δεν είμαστε άλλο τι από Κοσμικές Οθόνες
Και τι θα ’πρεπε εγώ να κάνω μέσα σ’ αυτόν τον Κόσμο, ξένος
Όπου έλαβα από πολύ νωρίς το πρωινό αστέρι της Αγάπης;
Α, καίγομαι ! Βεβαίως καίγομαι !
Καταμεσής Της Μάρθας και της Maria Magdalena
Καταμεσής του Δένδρου της Ζωής και του Δένδρου της Γνώσης
Μονάχος καθισμένος ανακούρκουδα
Ανάμεσα στα Δύο δένδρα ενωμένα
Δια πάντως εις τους αιώνας των αιώνων
Που υψώνονται στον Ουρανό της Επιθυμίας μου
Δια του Πυρός εισήλθαμε
Δια του Πυρός θ’ αναχωρήσουμε
Και πάρ’ ότι φάνηκε πως ήταν
Δυο οι Φωτιές που ανάψαν
Δεν ήτανε ωστόσο
Παρά η μία και μοναδική άχρονη
Φλεγόμενη Βάτος της Αιωνιότητος
_____________________________________
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
ΣΚΥΦΤΟΣ ΣΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ
Σκυφτός στο δειλινό, ρίχνω τα θλιμμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνεια μάτια σου.
Εκεί γιγαντώνεσαι και καίει στην πιο ψηλή φωτιά
η μοναξιά μου που χτυπάει τα χέρια σαν τον ναυαγό.
Κάνω σινιάλα κόκκινα, στ’ αφηρημένα μάτια σου
που κυματίζουν σαν τη θάλασσα στα πόδια κάποιου φάρου.
Μόνο σκοτάδια κρύβεις μέσα σου γυναίκα μακρινή, δική μου,
στιγμές από το βλέμμα σου προβάλλει η έκτη του τρόμου.
Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα θλιμμένα δίχτυα μου
σ’ εκείνη τη θάλασσα που φουρτουνιάζει τα ωκεάνεια μάτια σου.
Τα νυχτοπούλια ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που σπιθίζουν σαν την ψυχή μου όταν σ’ αγαπώ.
Στη σκοτεινή φοράδα της καλπάζει η νύχτα
σκορπώντας γαλάζια στάχυα πάνω στον κάμπο.
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
![]()
Η μνήμη σου μέσα μου είναι μόνον
ένας ανάλαφρος θόρυβος από ποδήλατα
που ήσυχα πηγαίνουν εκεί όπου
το ύψος του απομεσήμερου κατηφορίζει
στο πιο φλογερό σούρουπο
ανάμεσα σε κιγκλιδώματα και σπίτια
και κατωφέρειες γεμάτες στεναγμούς
από παράθυρα ξανανοιγμένα στο καλοκαίρι.
Του εαυτού μου επιμένει μόνον
ένα μακρινό κλάμα από τρένα,
ψυχών που απομακρύνονται.
Κι εκεί πανάλαφρη πετάς,
χάνεσαι μες στο βράδυ.
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius![]()
σκέφτομαι τη ζωή μου από το τέλος,
από το τέλος στην αρχή.
Η ζωή, το μεγάλο ποτάμι.
Κι εγώ, αντίθετα στο ρεύμα,
ανηφορίζοντας στις πηγές, να βλέπω την εκβολή.
Γύρω το ρεύμα σέρνει σκάφη γεμάτα
ανύποπτους εκδρομείς με φωνές και γέλια.
Κι ένας χειμερινός κολυμβητής, γέρος, πεισματάρης,
ανηφορίζει τη ζωή του από το τέλος,
από το τέλος στην αρχή.

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
quote:
Παράξενο πως όλες αυτές τις μέρες,
σκέφτομαι τη ζωή μου από το τέλος,
από το τέλος στην αρχή.
Είναι το άστρο των χριστουγέννων που φωτίζει τον νού,
είναι ο θάνατος και η επερχόμενη αναγέννηση πού
χτίζει τις σκέψεις,
είναι η λύπη των προσδοκιών που δεν θα πραγματοποιηθούν
η χαρά της ελπίδας αυτών που θα έρθουν,
η μοναξιά που αγαπήθηκε ...
Είναι το άστρο που θαμπώνει...μόνο παράξενο δεν είναι.
ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ και σε εσένα lorenzo
με ![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
μe κοιτάζει άπ’τα βάθη ενòς καθρέπτη·
καποτε μου ειχe ζητησει να της πω πως βρισκει καποιος τον τροπο να μισει την ζωη του.
πως ειναι δυνατο καποιος να θελει να γινει αυτοχειρας και να καταδικασει τον εαυτο του στο θανατο.
πως καποιος απο το κρεββατι του πονου και τον κοσμο της ανιατης αρρωστιας του,
να επιζητα την λυτρωση με την ευθανασια.
Iσως για πολλους τα λογια αυτα φανταζουν μακαβρια,σκοτεινα και αποκοσμα.
Iσως για λιγους τα λογια αυτα, τα ιδια φανταζουν ρεαλιστικα.
Mα σαν και αυτην πρέπει η ψυχη τον καθρέπτη να μας δεìχνει.
Tην ìδια μας την òψη.
Aυτη ο οψη τωρα παραμενει περιτριγυρισμενη απο τεσσερεις τοιχους.
Mε το καθρεπτη μου να κοσμει τον πρωτο.
Eνα παραθυρο στον δευτερο νεκρο κρεμασμενο.
Eνας ξεθωριασμενος απο τον καιρο πινακας στον τριτο.
O τεταρτος ακομα και τωρα παραμενει αδειος.
Για τον πρωτο επελεξα τον καθρεπτη και αφαιρεσα το πλαισιο του.
Για τον δευτερο κρεμασα μια δαντελωτη κιτρινιασμενη κουρτινα.
Για τον τριτο αφησα το χρονο τα σημαδια του να δειξει.
Kαι τον τεταρτο δεν τον αγγιξα καθολου.
Tον αφισα αδειο, κενο για να μου θυμιζει τους νεκρους μου πια εαυτους.
Tωρα το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό αυτή τη στιγμή είναι τα λογια του Kahlil Gibran.
"Mια μέρα καθώς έθαβα έναν από τους νεκρούς εαυτούς μου, ήρθε ο νεκροθάφτης και μου είπε:
-Aπ'όλους όσοι έρχονται εδώ να θάψουν, συ μονάχα μου αρέσεις.
-S'ευχαριστώ, του απάντησα,αλλά γιατί σου αρέσω;
-Γιατί έρχονται κλαίγοντας και φεύγουν κλαίγοντας.
Μόνο εσύ έρχεσαι γελώντας και φεύγεις γελώντας μου αποκρίθηκε."![]()
![]()
![]()
![]()
Καλές γιορτές γλυκιά μου nst και σε σένα..Και πάντα με ![]()
![]()
![]()
Νάσαι πάντα καλά ![]()
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Ο αγαπημένος μου (μα τόσο πολύ αγαπημένος), μου είπε ότι αυταπατάμε στις σκέψεις μου…Δεν μπορώ να δεχτώ το πρόσωπο της αλήθειας, για αυτό βρίσκομαι τόσο βαθιά στη φαντασία. Μου λέει πως δεν ζω…πως δεν μπορώ ν αντέξω…
Μου μιλά σκληρά. Τα λόγια του μαστιγώνουν την ψυχή μου…να ξέρες πόσο πολύ πονάνε ανακαλύπτοντας μικρές αλήθειες στις ατελείωτες προτάσεις του! Ρεαλιστής και καταθλιπτικός περνάει από τα όνειρα μου και τα συνθλίβει με μανία ελπίζοντας πως…θ αντέξουν….μπας και κάνει λάθος και αντέξουν!!! Προσπαθεί να κρατηθεί από μια ελπίδα παρόλο που δεν ελπίζει!!!
Κι όσο μου προκαλεί τον πόνο τόσο γίνομαι αγνώριστη και βγαίνουν από μέσα μου όλα τα ποταπά συναισθήματα εγωισμός, ανασφάλειες, ζήλιες, πανικός, θυμός που με στοιχειώνουν και με μεταλλάσσουν…Και τόσο πιο πολύ μισώ τον εαυτό μου που δεν άντεξε την πίεση, δεν προσπάθησε να τον συνεφέρει, που δεν πίστεψα σε μένα. Και ξαφνικά τα λόγια, η ποίηση όλες εκείνες οι σκιές και οι χοροί στερεύουν…και μένω μόνη…εγώ και η σάρκα μου…και κλαίω γοερά που έχασα εμένα. .που χάνω κι Εκείνον που τόσο αγαπώ…
Στο τέλος αρχίζω και σέρνομαι στο πάτωμα. Τσακισμένη με κόπο…κρύβομαι πίσω από την κουρτίνα…με κρατημένη την ανάσα να μην με βρει κανείς…
Κοιτάω λοιπόν τον εαυτό μου. Από μακριά βλέπω τα λάθη μου και ορκίζομαι να μην τα ξανακάνω ποτέ, ελπίζοντας να μην είναι πια πολύ αργά! Γέρνω στο πλάι και ξεθεωμένη κοιμάμαι.
Είναι αλλόκοτες και κουραστικές οι σκέψεις μου…
Τώρα ήρθε η ώρα να ταξιδέψω ξανά στα μαυρόασπρα όνειρά μου, να κατέβω στον κήπο με τα μαύρα τριαντάφυλλα, να στριφογυρίσω ανέμελη με ορθάνοιχτα χέρια στη φορά του ανέμου να ψαρέψω όλες τις σκέψεις για μένα, να τις κάνω ροδοπέταλα κα να λουστώ γυμνή, αγνή στη λίμνη με τους κύκνους….
H γέφυρα
[απόσπασμα]
Eίναι μια ωραία περιπλάνηση, σχεδόν μια δραπέτευση ―
δεν ξέρω από πού και για πού, ― μια μυστική δραπέτευση που δίνει
μια μυστικότητα στην κάθε κίνησή μας, στον ίσκιο μας πάνω στον τοίχο, στις απίθανες σχέσεις των δακτύλων μας, στον ήχο των βημάτων μας ― μια εξαίσια αίσθηση παρανομίας προς όλα, σαν του μοιχού, του κλέφτη, του φονιά, του αρσενοκοίτη ή του λαθρεπιβάτη,
κ' η αίσθηση της παρανομίας αυτής σου επιβάλλει
μιαν άγρυπνη προσοχή για ν' αποφύγεις τη σύλληψη,
ενώ η προσοχή σου αυτή συλλαμβάνει
το νόημα μιας αρχικής ενοχής, συλλαμβάνει
τις πιο αδιόρατες εκφράσεις της σιωπής· μα τότε πάλι
νιώθεις πως έτσι παραβιάζεις μ' αντικλείδι ένα μεγάλο, ξένο
σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ύστερα από σκάλες πολλές και μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
που κάνουν ν' αντηχούν απεριόριστα οι κλειδώσεις σου,
κ' ένα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει από φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε αντιμέτωπο
με την ίδια πελώρια σκιά σου που κρατάει
μεγεθυσμένες τις σκιές των κλειδιών, που εσύ κρατάς, σα νάναι κιόλας τα κάγκελα της φυλακής που θα σε κλείσει ισόβια· ώσπου τέλος ανακαλύπτεις πως αυτό το χρηματοκιβώτιο
είναι δικό σου, ολότελα δικό σου
και μπορείς να τ' ανοίξεις ελεύθερα
και μπορείς να χαρίσεις όσα θέλεις στους φίλους σου
και μπορείς να σκορπίσεις όσα θέλεις στον άνεμο
με κείνη τη χαρά που δίνει το ανεξάντλητο
με κείνη τη χειρονομία μιας άσκοπης λεβεντιάς κι' ασωτείας
που είναι, ίσως, η μόνη αληθινή σκοπιμότητα.
Mα τότε νιώθεις ο ίδιος, πόσο η κίνηση αυτή θα φαίνεται ύποπτη
μες στο σκοτάδι το καρφωμένο απ' τ' άστρα, με το μετάλλινο ήχο
των κλειδιών,
σα χτύπημα σπαθιών, ψηλά στον αέρα, αόρατων μονομάχων ή ιππέων,
μ' αυτό το σκοτεινό, πελώριο στόμιο του χρηματοκιβώτιου
που χάσκει ανοιχτό μες στη νύχτα ενώ στο βάθος του αστράφτουν
σωροί τα νομίσματα περίεργων εποχών και τόπων,
ράβδοι χρυσού σα μεγάλα καρφιά για μια σταύρωση· στοίβες
χαρτονομίσματα
σα μυστικά τραπουλόχαρτα της Mοίρας. Kι' όσοι
δέχτηκαν μια στιγμή την προσφορά σου, μόλις στρίψεις το κεφάλι σου
δοκιμάζουν στην πέτρα τα νομίσματα, μα εκείνα δεν αφήνουν ήχο,
προσπαθούν ν' αποκρυπτογραφήσουν στα χαρτονομίσματα
τους αριθμούς και τις σφραγίδες, μ' αυτά δε διακρίνονται στο
καταπληχτικό σκοτάδι,
και τα πετούν ξανά μπροστά στα πόδια σου και φεύγουν.
Kαι μένεις μόνος μ' όλο σου τον πλούτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρος στο μαγνητικό ανοιγμένο στόμιο του αδειανού πια
χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρος στην ακάλυπτη τρύπα του χάους,
με τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σε μισοτελειωμένη στάση θεατρικής γενναιοδωρίας,
σαν άγαλμα ήρωα που ο ηρωισμός του
αποδείχτηκε απατηλός μετά θάνατον ― ή σαν ατέλειωτη προσπάθεια
να γίνεις άγαλμα για να μη σωριαστείς στο χώμα ― ένα άγαλμα
που τείνει μάταια σαν τσαμπί σταφύλι τ' αναπόδεκτα κλειδιά ενός
παραδείσου.
Μετά
Mάρτυρες για τα λάθη σου δεν είχες. Mόνος μάρτυρας
ο ίδιος εσύ. Tα τακτοποίησες, τα μονόγραψες, τα σφράγισες
σε λευκούς πάντοτε φακέλους σα να ετοίμαζες
τη δίκαιη διαθήκη σου. Ύστερα
τα τοποθέτησες προσεχτικά στα ράφια. Tώρα, γαλήνιος,
(ίσως και κάπως φοβισμένος) ούτε βιάζεσαι
ούτε καθυστερείς, γνωρίζοντας ότι, μετά το θάνατό σου,
θ' ανακαλύψουμε πόσον ωραίος ήσουν,
πόσο πολύ πιο ωραίος πέρα απ' τις αρετές σου.
Γιάννη Ρίτσου
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius
Στα μάτια θα διαβάσεις τη σιωπή
Μονάχα εκεί
Τα χείλη βιαστικά θα προσπεράσεις
όμορφα λόγια
μη σου πουν
και πλανηθείς
Στου χρόνου τη ρυτίδα θα φωλιάσεις
αλώβητη
ακόμα αισθαντική
Μα εγώ γυρνώ πάλι εκεί
στα κόκκινα τα χείλη που υπομένουν
το βάρος τ' άσπλαχνου φιλιού
Όταν το σάλιο γίνεται ζωή
ζωή που αντανακλά τη λησμοσύνη
τα όχι και τα ναι, την αφορμή
της άρνησης, τη γλώσσα της γαλήνης
Όταν το αίμα παίρνει τη ζωή
και μες στη μοναξιά του τρυφερά πως λάμπει
Αυτός που εξαργυρώνει μυστικά
- τον τόκο καταθέτει στην αγάπη -
Σ' ένα λαβύρινθο, υπόγειο σκοτεινό
μες στις τρέλες του τις κραυγές αναστημένος
Μόνος
Σπουδάζει τη σιωπή
Κι η νύχτα εκεί
στην ερημιά
Τα πιο γλυκά φιλιά της
πάλι
τρέφει.
Καλώς την![]()
![]()
![]()
"I hear and I forget. I see and I remember. I do and I understand."
--Confucius