- Λαογραφία, Ψυχή και…… - .-= Η ΨΥΧΗ =-.
Μάνα με τους εννιά τους γιούς και με τη μιά την κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κ' ήλιος δε σου την είδε !
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε απο τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
<< Μάνα μου, κι ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα.
Στα ξένα 'κεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ' άσκημα απιλογήθης.
Κι' αν μόρτη, γιέ μου, θάνατος, κι αν μόρτη, γιέ μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γη χαρά ποιός πάει να μου τη φέρει ;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχη κι έρτη θάνατος, αν τύχη κι έρτη αρρώστια,
αν τύχη πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω. >>
***
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες ωργισμένοι
κι έπεσε θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογειώταν,
στου Κωσταντή το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
<< Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
όπου μου την εξώριζες την Αρετή στα ξένα !
Το τάξιμό που μου 'ταξες πότε θα μου το κάμεις ;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή κι τους αγιούς, μαρτύρους,
αν τύχη πίκρα γη χαρά να πας να μου τη φέρης. >>
Απο το μυριανάθεμα και τη βαρειά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.
***
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Απο μακριά τη χαιρετά κι απο κοντά της λέγει,
<< 'Αιντε αδερφή, να φύγουμε στη μάνα μας να πάμε.
- Αλίμονο αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα ;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να 'ρθω.
- 'Ελα Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως κι αν είσαι. >>
Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει.
***
Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαϊδούσαν,
δεν κιλαϊδουσαν σαν πουλιά, μήτε σα χελιδόνια,
μον' κιλαϊδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη ομιλία.
<< Ποιός είδε κόρη νόμορφη να σέρνει ο πεθαμένος !
- 'Ακουσες Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια ;
- Πουλάκια είναι κι ας κιλαϊδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε. >>
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε.
<< Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο, μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους !
- 'Ακουσες Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια,
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
- Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
- Φοβούμε σ' αδεράκι μου, και λιβανιαίς μυρίζεις.
- Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι. >>
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τους λένε.
<< Για 'δες θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος ! >>
Τ' άκουσε πάλι η Αρετή κι ερράγισε η καρδιά της.
<< 'Ακουσες Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια ;
- 'Αφησ' Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι αν θελ' ας λέγουν.
- Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν' η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι ;
- 'Εχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου. >>
***
Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απο μπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βουίζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμμένα,
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
<< Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσει οχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
- Σήκω, μανούλα μου άνοιξε, σήκω, γλυκειά μου μάνα.
- Ποιός είν' αυτός που μου χτυπά και με φωνάζει μάνα ;
- 'Ανοιξε, μάνα μου άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου. >>
***
Κατέβηκε αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δυο.
Edited by - ΕΧΕΜΒΡΟΤΟΣ on 26/11/2003 19:47:25
Η γνωριμία με το απόκοσμο, τον θρύλο, τον θρήνο. Τον ίδιο τον χάροντα. Τον λυγμό μα και την ελπίδα. Μα και το άδοξο τέλος.
Ποιο είναι το θέμα;
Το εξαίσιο αυτό δημοτικό - τραγούδι - μοιρολόι γεννά από μόνο του.
Είναι ένα αριστούργημα. Ένας αιώνιος θρήνος, από πέτρα και νεκρά άνθη που δεν θα ζωντανέψουν ποτέ ξανά. Κι’ομως, το άρωμά τους το μυρίζω ακόμη… Αλλιώτικο, ποιο υγρό και σκιερό.
Edited by - ΕΧΕΜΒΡΟΤΟΣ on 25/11/2003 19:53:33
Το αγαπημένο μου ποίημα...
Ενα ονειρικό ταξίδι, ένα ποίημα που δεν χωράνε λόγια για να το περιγράψουνε, αφού περιγράφεται από μόνο του.
αυτή...που τα κατάφερε!
κάνε κλικ!
της ΜΑΡΙΑΣ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΔΟΥ ΠΟΘΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ.
Ειναι η συνεχεια απο το τραγουδι του νεκρου αδερφου,ενας μυθος που ανιχνευει το Αδυτο της ψυχης στο μακρυ ταξιδι της στον αΔΗ.
Το κεντρικο προσωπο ειναι ενας νεος αντρας, χιλιων χρονων,ενας συγχρονος Ορφεας,που θα κανει μια Καθοδο στον Αδη να βρει την αγαπημενη του Αρετη.
ομ
dsm
Ο Άγγελος της Στάχτης
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΟΥΣ στο έρημο μονοπάτι, με το φεγγάρι να κυλιέται ανάμεσα στα λυγισμένα δέντρα και στα σκοτεινά νερά. Ο Φοίβος κρατά ψηλά τη λάμπα να τους φέγγει τα βήματα. Μπροστά πάει ο Κωνσταντίνος, πίσω του ο Κέρβερος με τη γλώσσα εξω, και τελευταίος ο Φοίβος. Σαν την άλλη φορά.
Αισθάνεται μια παράξενη έγερση. Τούτη η νύχτα του ανέμου με τον Κωνσταντίνο να τον οδηγεί στα μυστικά της γοητείας του, τούτη η άσωτη νύχτα των παραισθήσεων, λιώνει σαν μουσική έγερση στην ψυχή του.
Τι ζητά ο Κωνσταντίνος τούτη τη νύχτα; Πού πάει;
Δεν ρωτά. Του φτάνει που είναι μαζί του. Που βλέπει τη στητή κορμοστασιά του κι ανασαίνει την ευωδιά της νιότης του -- ευωδιά των εφτασφράγιστων μυστικών του.
Γερμένοι, ερειπωμένοι σταυροί πάνω στους χορταριασμένους τάφους.
΄Εφτασαν.
Ο Κωνσταντίνος τρέχει ευθύς στο Πέτρινο Δέντρο, αυτό που ο Νικόλας είπε πως βλασταίνει. Έχει γείρει ως τη γη, ένας πελώριος πανύψηλος κορμός. Έχει γείρει πάνω στους χορταριασμένους τάφους κι ακόμα μουγκρίζει, λες και σφαδάζει από τους πόνους.
Στέκεται λίγες στιγμές μπροστά του ασθμαίνοντας από την αγωνία. Ύστερα, απλώνει τα χέρια του και το αγκαλιάζει -- εκείνος που αιώνες δεν άγγιξε πλάσμα ζωντανό... εκείνος, εκείνος, που όποτε περνούσε από εκεί, το σώμα του έλιωνε, γινόταν στάχτη. Κι έφευγε, όλο έφευγε, κλεινόταν στην ερημιά του.
Όμως τώρα το αγκαλιάζει, αυτό που πέτρωσε για κείνον -- όπως είπε ο Δομίνικος, πέτρωσε τη μέρα του θανάτου του από το θρήνο της μάνας. Κι ανοίγει ξανά και ξανά τα χέρια του, τ’ ανοίγει διάπλατα. Τρέμει από τον πόθο να το σφίξει στον κόρφο του.
Και το σφίγγει. Ένας χιλιόχρονος ροζιασμένος κορμός, που αναδίνει γλυκές ανάσες, ζεστές γλυκές ανάσες, κι ένα άρωμα Μεγάλης Παρασκευής.
Ο Φοίβος πλησιάζει κοντά τη λάμπα, να δει. Απορεί που ο Κωνσταντίνος έχει τόση τρυφερότητα για τούτο το στοιχειωμένο δέντρο, το ξεχασμένο εδώ, στην ερημιά του θεού. Και στην τρεμάμενη λάμψη της φλόγας, βλέπει το πουλί. Κοιτάζει με κάτι πελώρια μάτια, σαν τρύπες αβύσσου, βγάζοντας μικρές θρηνητικές λαλιές. Κι ο Κωνσταντίνος σηκώνει το κεφάλι και το βλέπει. Αυτό το θρηνητικό λάλημα κάπου το ξέρει, όμως δεν θα μάθει ποτέ πως το λένε Τειρεσία και πως είναι το ίδιο θρηνοπούλι -- εκείνο που του άνοιξε το χρόνο να μπει στη νύχτα του αρραβώνα.
Ο Φοίβος ανάβει και το φακό, να βλέπει καλύτερα. Τι θέλει να κάνει ο Κωνσταντίνος; Κάτι προσπαθεί. Ο ιδρώτας κυλά στο πρόσωπό του. Τον βλέπει που βάζει το σώμα του κάτω από τον κορμό του δέντρου... μα είναι δυνατόν; Το στηρίζει στη ράχη του, σαν να θέλει να το σηκώσει. Ένα πελώριο δέντρο, μισό πέτρινο, μισό χλωρό, σαν σάρκα κοραλιού, που δεν θα μπορούσαν εκατό άνθρωποι να το μετακινήσουν. Κι εκείνος μόνος, ο ανέγγιχτος ο τρυφερός Κωνσταντίνος, με τα ακατάδεχτα σαν εύθραυστα χέρια, το σηκώνει στη ράχη του... το σηκώνει.
Με κομμένη ανάσα τον βλέπει ο Φοίβος ν’ ανοίγει τα σκέλια του, πατώντας γερά στη γη, και ν’ ανοίγει τα μακριά του χέρια, να τ’ ανοίγει αργά, σχεδόν τελετουργικά, σαν φτερούγες υπερφυσικές. Και με μια τελική κίνηση, που ήταν περισσότερο νοητή παρά πραγματική, σηκώνει το δέντρο όρθιο.
Μούγκισε αυτό. Ένα μουγκρητό που βγήκε, λες, από τα σπλάχνα της γης, από τα σπλάχνα του Άδη. Ύστερα, τίναξε το φρέσκο φύλλωμά του και στηρίχθηκε στα πόδια του.
Αγέρωχο.
Ένα πελώριο πανύψηλο δέντρο.
Και στη λάμψη του φεγγαριού, παρατήρησαν κι οι δυο πως ήταν ένα πανέμορφο άσπρο κυπαρίσσι.
Αυτό που κρατούσε τη γενιά του από τα κυπαρίσσια του Άδη -- όπως είπε ο Νικόλας.
Αυτό που καταγόταν από τον Ασφοδελό Λειμώνα των ψυχών.
Μια γαλήνη απλώθηκε στο τοπίο, που το έλουζε το φεγγαρόφωτο. Δίπλα, το Νεκυομαντείο φάνταζε βουβό και απρόσιτο. Όμως ίσως δεν ήταν. Ίσως μια άλλη ζωή, αυτή του ζώντος μύθου, συμμετείχε ακατανόητα σε αυτό που συνέβαινε.
Σήκωσε ο Φοίβος το χέρι του ασυναίσθητα και άγγιξε το μικρό σημάδι στον κρόταφο. Το χέρι του μάτωσε. Κι ο Κωνσταντίνος με την άκρη της ματιάς το είδε και έσκυψε το κεφάλι. Ντράπηκε. Τον χρησιμοποιούσε τον Φοίβο. Χρησιμοποιούε την αφοσίωσή του, την καθαρότητα της αγάπης του.
“Μια μέρα θα καταλάβεις. Όπου και να ΄μαι, μια μέρα θα σου ανταποδώσω την αγάπη. ”
Ήταν η δεύτερη φορά που έλεγε τον ίδιο λόγο. Ο Φοίβος δεν μίλησε. Εκείνη τη στιγμή ζούσε τη δική του έκσταση, το δικό του πάθος. Ένα πάθος που ήταν μαζί έρωτας και μουσική και ακατανόητο. Ήταν πόθος και νόστος του αδύνατου. Ήταν υπέρβαση και ύβρις και μυστήριο.
Ήθελε να πάει γρήγορα στο σπίτι, να γράψει τη μουσική που ξεχείλιζε το σώμα του.
Αυτή που γεννιόταν από τον πόνο του μυαλού για το ακατανόητο.
Κι ο Κωνσταντίνος το είδε.
“Πήγαινε εσύ με το Σγουρό..., εγώ θα έρθω σε λίγο.”
Στάθηκε να τον κοιτάζει, ώσπου χάθηκε στο μονοπάτι. Με το μαύρο ρούχο και τα χρυσά στο κεφάλι. Ένας λυπημένος άγγελος. Ψηλός σαν ίσκιος κυπαρισσιού.
Σαν τον ίσκιο του Άσπρου Κυπαρισσιού κάτω από το φεγγαρι.
σ. 451-452(Ο Άγγελος της Στάχτης)
ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ βέλος του χρόνου γυρίζει πίσω.
Το πρωινό μουντό.
Μια καταχνιά σαν θαμπό κρύσταλλο τυλίγει το τοπίο, κι όλα μοιάζουν αιωρούμενα, τα δέντρα, τα ιερά ποτάμια της Αχερουσίας, τα νερά. Πρέπει να έβρεξε τη νύχτα, συλλογίζεται ο Φοίβος, και κοιτάζει κάτω από τον εξώστη μικρά αυλάκια με λασπόνερο που τρεμουλιάζει πίσω από τις κινούμενες μάζες της ομίχλης.
Φτιάχνει έναν καφέ και τον απολαμβάνει βουτηγμένος στο χρόνο.
Σήμερα τον βασανίζει η μισοτελειωμένη του σύνθεση, η παρατημένη στο συρτάρι, που είχε γράψει όταν πέθανε η Άλμα, “Η κάθοδος στον Άδη”. Θα μπορούσα να γράψω στην Αλέξια να μου τα στείλει. Απορεί με την πένθιμη διάθεσή του.
“Από αυτή πηγάζει η ελευθερία σου...”
Ακούει τη φωνή του Κωνσταντίνου και στρέφει ευθύς το κεφάλι. Δεν τον άκουσε που ανέβηκε τη σκάλα, κι ούτε τον είδε στο μονοπάτι. Φορά το ίδιο λευκό λινό και τα μάτια του έχουν ακόμα το φέγγος του κεχριμπαριού. Στα σγουρά του κυλούν ξανθές αύρες, με τα κωνσταντινάτα γύρω στο κεφάλι, και το δέρμα του είναι απαλό και λευκασμένο σαν σατινένιος ανθός. Ένα άρωμα ρόδου στον αέρα, και σκύβει να τον μυρίσει. Η σάρκα του αναδίνει αυτό το εξαίσιο άρωμα. Η ίδια μεταμόρφωση, συλλογίζεται, όπως τον είδα εκεί, στο Πέτρινο Δέντρο. Δεν είναι πια ένα πλάσμα με το έρεβος στα μάτια και την καταχνιά στο δέρμα. Είναι ένας καινούριος Κωνσταντίνος που μοσκοβολά φως και ρόδο.
Κοιτάζει ένα πάκο με χειρόγραφα, που κρατά στο χέρι.
“Είναι η‘Κάθοδος στον Άδη’, λέει εκείνος, και του δίνει το πακέτο.
Μένει άφωνος. “Και πώς ήξερες ότι εγώ... πώς...”
Η ερώτηση μετέωρη. Παίρνει το χειρόγραφο και το σφίγγει στον κόρφο του, όπως παλιό αγαπημένο πρόσωπο. Κι ο Κωνσταντίνος χαμογελά. Ακτινοβολεί ολόκληρος. Πρώτη φορά τον βλέπει έτσι. Κι ο Κέρβερος στα πόδια του με τις μικρές φωνούλες της αφοσίωσης.
Η αδημονία τον κυριεύει. Θέλει να μάθει τώρα, να μάθει ποιος είναι, τι σημαίνει αυτή η μεταμόρφωση. “Θα μου μιλήσεις, σήμερα θα μου μιλήσεις, δεν μπορώ να περιμένω άλλο, ήρθε η ώρα.”
Ο Κωνσταντίνος κοιτάζει μακριά τους δρόμους που άφησε πίσω του για να φτάσει σ’ αυτή τη σατινένια σάρκα που ευωδιάζει.
“Ναι, ήρθε η ώρα! Ετοίμασε το τραπέζι με όλα τα καλά, μέλι και γάλα και σταφύλι και καθαρό νερό. Φέρε και δυο κούπες κόκκινο κρασί, άκρατον οίνον, θέλω να πιω... έχω ανάγκη να γευτώ το αίμα της γης, να το νιώσω στις φλέβες μου... ύστερα θα σου μιλήσω.”
Τρεμούλιασε από τη συγκίνηση. Έστρωσε στο τραπέζι το λινό τραπεζομάντιλο που του είχε φέρει δώρο η κυρά Λένη, η γυναίκα του κυρ Μαθέου, και έβαλε επάνω όλα τα καλά του κόσμου. Γάλα και μέλι κεχριμπάρι και σταφύλι πρώιμο και μια μποτίλια κόκκινο μυρωδάτο κρασί. Σήκωσαν το ποτήρι κι η ματιά τους αγκαλιάστηκε σαν μαγνήτης. Δυο κόσμοι διαφορετικοί, που αντάμωναν στις παρυφές του χρόνου, για να
συμπληρώσει ο ένας τον άλλον, να χωνευτεί ο ένας μέσα στη γνώση του άλλου, να αγαπηθεί, να τελειωθεί ο ένας στη σιωπή του άλλου, να σπαράξει από τον θρίαμβο της παρουσίας του.
Τα χέρια τους μετέωρα ακόμα, μια καμπύλη του θριάμβου. Και στα πρόσωπά τους η ευτυχία έχει τόσο διαφορετικό νόημα. Για τον Κωνσταντίνο είναι η μνήμη. Θυμήθηκε τη ζωή και το θάνατό του, τις παλίρροιες των βυθών, τη μεγάλη δίψα. Θυμήθηκε τον Ιεζεκιήλ και τον Ιεροκλή, τον Ιερό Πάπυρο, τον αγώνα που έκανε να βγει από τα ερείπια, την ευφυϊα του.
Για τον Φοίβο πάλι, που τίποτε δεν ξέρει από όλα αυτά κι ούτε να μαντέψει μπορεί, τούτη η στιγμή είναι η ανταπόδωση της αγάπης. Όποιος κι αν είναι ο Κωνσταντίνος, όποια ιστορία κι αν κουβαλά, τούτη την ώρα αποθεώνει την αγάπη, αυτή τη λατρεία που τον έφερε εξόριστο στα πέρατα της αγωνίας του, να περπατήσει γυμνός και ξυπόλητος τα μονοπάτια της ψυχής του.
“Στην αλάνθαστη συνάντησή μας!” λέει ο Κωνσταντίνος, και φέρνει το κρασί στο στόμα.
Η γεύση τον τρελαίνει. Αδειάζει το ποτήρι και το ξαναγεμίζει. Και πάλι το αδειάζει παράφορος. Νιώθει τον κόκκινο μεθυστικό χυμό ως τις άκρες του ολοκαίνουριου κορμιού του, και κλείνει τα μάτια, να ζήσει την άφατη ευδαιμονία.
“Στην αλάνθαστη συνάντησή μας!” λέει και ο Φοίβος, προσπαθώντας να καταλάβει το λόγο, “με ποια έννοια αλάνθαστη;”
Δεν απαντά, όπως πάντα. Κοιτάζει το τοπίο τυλιγμένο στο θαμπό κρύσταλλο, και σκιρτά. Είναι δικό μου, το κέρδισα ξανά. Και νιώθει μέσα του να σέρνονται οι δρόμοι της περιπλάνησής του, οι σκοτεινοί δρόμοι της ιστορίας του.
Ο Φοίβος περιμένει, με τα νεύρα τεντωμένα. Για κείνον οι στιγμές είναι μαζί και αγωνία. Δεν ξέρει τι θα μάθει. Τι ζητά από κείνον ο Κωνσταντίνος. Και κάπου φοβάται μήπως συνεχίσει το παιχνίδι της σιωπής. Όμως δεν έχει άλλα περιθώρια υπομονής. Ή τώρα ή ποτέ. Θα πάρει την αγωνία του και θα φύγει, θα χαθεί, δεν αντέχει άλλο το μυστήριο που κουβαλά - αυτή η μεταμόρφωσή του τον αναστάτωσε.
Ο Κωνσταντίνος τον κοιτάζει σοβαρός.
“Ποτέ δεν έπαιξα με τη σιωπή, κι ούτε μπορείς να μαντέψεις από πού πέρασα για να φτάσω εδώ. Θα σου μιλήσω, ναι, θα σου πω όσα μπορείς να καταλάβεις. Τα άλλα θα τα κάνεις μουσική. Αυτή θα σε ελευθερώσει από μένα. Θυμάσαι, όταν σε συνάντησα την πρώτη φορά, σου είπα πως είσαι ο Ορφέας. Αυτό το χειρόγραφο που σου έφερα, το υπογράφεις ως Ορφέας. Για μένα, αυτός είσαι.”
Τα χέρια του Φοίβου τρέμουν, καθώς κρατούν ακόμα το ποτήρι με το κρασί. Αισθάνεται παγιδεμένος στην ερωτική σαγήνη που ασκεί επάνω του ο Κωνσταντίνος, παγιδεμένος στα επτασφράγιστα μυστικά που κουβαλά, στην ακατανίκητη ομορφιά του, στην ευφυϊα του, στην υπερφυσική δύναμή του.
“Μα δεν θέλω να ελευθερωθώ από σένα, του λέει με θυμό, θέλω να σε γνωρίσω...”
Ήταν η πρώτη φορά που του μιλούσε με απαίτηση. Κι ο Κωνσταντίνος ταράχτηκε.
Αν τον εγκατέλειπε τώρα, ήταν χαμένος. Είχε ανάγκη από τη μελωδία του για να ελευθερωθεί από τον Άδη, να αναμετρηθεί μαζί του, όπως του είχε πει ο Ιεροκλής. Κι ακόμα, σκεφτόταν πως όσα κέρδισε τα χρωστούσε στον Φοίβο, στην χωρίς όρους αποδοχή του.
Κούνησε το κεφάλι και τα μάτια του σκοτείνιασαν. Έλεγε πως είναι δυνατός, ενώ στο βάθος ήταν ακόμα πολύ αδύναμος. Η παραμικρή ταραχή γινόταν σκοτεινιά στο σώμα του. Κι ο Φοίβος ήξερε πως σε τέτοιες στιγμές, έπινε νερό. Και έτρεξε να του φέρει φρέσκο. Πήρε μια γυάλινη κανάτα και κατέβηκε στη βρύση του κήπου, αυτή που έπαιρνε το νερό κατευθείαν από την πηγή, δροσερό νερό πεντακάθαρο. Όμως σήμερα του φάνηκε θολό και, όπως γέμισε την κανάτα, την άδειασε ευθύς πάνω σ’ εκείνα τα αυλάκια της λάσπης, που ήταν κάτω από τον εξώστη. Καλύτερα να του δώσω εμφιαλωμένο, σκέφτηκε. Όμως όταν ανέβηκε επάνω, βρήκε έναν Κωνσταντίνο έξαλλο.
Τι ήταν εκείνη η στιγμή που είδε τον Φοίβο να χύνει άσκεφτα το νερό στα αυλάκια της λάσπης... Μια μικρή, ασήμαντη στιγμή, που μεγεθύνθηκε, ξαφνικά, και μετακίνησε βίαια τα χίλια χρόνια μέσα του, μετακίνησε το χρόνο. Και ξύπνησαν οι αιώνες της δίψας, οι αιώνες της μεγάλης στέρησης, ξύπνησε ο πόνος της στάχτης, που φλόγιζε το πληγωμένο σώμα του. Και πετάχτηκε σαν γίγαντας επάνω. Ορθώθηκε παράφορος.
“Πώς μπορείς να πετάς στη λάσπη το νερό... να το χύνεις με τόση περιφρόνηση... είναι γιατί δεν έζησες εσύ τη μεγάλη δίψα... δεν ζητιάνεψες τη μία σταγόνα.”
Δεν ήξερε τι έλεγε. Η στέρηση, που ξύπνησε άγρια μέσα του, τον τρέλαινε. Τα μάτια του άστραφταν. Έτρεμε ολόκληρος. Θυμήθηκε τους καιρούς που ήθελε να γίνει νερό, να γίνει μία σταγόνα νερό, μία τέλεια σταγόνα, που θα κρατούσε τη μνήμη του για πάντα - μνήμη του πόνου και της άσωτης δίψας. Θα ήταν εκείνος μέσα στη μία τέλεια σταγόνα. Κι αν είχε γίνει έτσι, σήμερα ο Φοίβος θα τον πετούσε με την ίδια περιφρόνηση στις λάσπες. Μια τρέλα έδερνε το μυαλό του, μια άγρια παραφροσύνη.
“Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από τη μεγάλη δίψα... όμως εγώ αιώνες ικέτευα τις πηγές για μια σταγόνα νερό... εγώ που έζησα το μαρτύριο της στάχτης.”
Ο Φοίβος πισωπάτησε έντρομος. Πρώτη φορά έβλεπε έναν Κωνσταντίνο έτσι παράφορο, να τρέμει από οργή. Και, πάνω απ’ όλα, δεν κατάλαβε γιατί. Έβρισκε τόσο παράλογη την συμπεριφορά του. Κι εκείνο το “εγώ αιώνες ικέτευα τις πηγές...” του φάνηκε ακατανόητο και λίγο αστείο.
Περιμένει να ηρεμήσει και να του ζητήσει συγγνώμη. Όμως, αντίθετα, τον βλέπει που δρασκελάει τον εξώστη σαν τσακάλι και κατεβαίνει κάτω, με το κανάτι στο χέρι.Ύστερα, με την ίδια παραφορά, προσπαθεί να βγάλει το νερό από τα μόρια της λάσπης, το ίδιο νερό, αυτό που εκείνος έχυσε.
Τον βλέπει που γονατίζει πάνω στα μικρά λασπώδη αυλάκια, αποφασισμένος να το πάρει πίσω... να γυρίσει πίσω το χρόνο, να τσακίσει το βέλος του, να καταργήσει την εντροπία.
Ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό: Να γυρίσει πίσω το χρόνο, να τον απορρυθμίσει, να μπει στην αδησώπητη ροή του και να την αντιστρέψει, να βρει τη στιγμή: πριν το νερό χυθεί. Πρέπει να το πάρω πίσω από τις λάσπες, αυτό το συγκεκριμένο νερό, έλεγε τρελαμένος, αυτό θέλω, σαν να ήταν αυτή η σταγόνα που τον περιείχε, το πρωταρχικό στοιχείο της ψυχής του, όταν πονούσε, η αρχή του κόσμου.
Και το πήρε.
Το σπασμένο βέλος του χρονου τον κοιτάζει τώρα κατάματα.
Εκείνος μπόρεσε να το τσακίσει και να το στρέψει πίσω, ανοίγοντας δρόμο στο Αδύνατο.
dsm
Γλυκιά Spirit, ευχαριστώ (ούμε) για την παράθεση! Θα το αποκτήσω!
Επανέρχομαι…..
Για μια απώλεια, για τον ανθρώπινο πόνο και για το άγνωστο. Θρύλοι, παραδόσεις και ξεχασμένα παραμύθια η τραγούδια, που νανούρισαν πολλούς, τους φόβισαν, τους γέμισαν δύναμη για να ζήσουν ποιο μεγαλόπρεπα.
Αριστουργηματικά ‘έργα’ τόσο δυνατά (συγκινησιακά) που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμη και αυτά του έρωτα και της αγάπης η να θεωρηθούν ισοδύναμα.
Είναι πράγματι εκπληκτικό. Από μικρό παιδάκι ονειρευόμουν την κάθοδό μου στον Άδη για να σώσω την αγαπημένη μου.
Την επιστροφή μου από τον άλλο κόσμο, για την ολοκλήρωση κάποιου χαμένου μυστικού σκοπού. Μήπως δεν ήμουν ο μόνος..
Ένας Διγενής Ακρίτας… σε μαρμαρένια αλώνια….![]()
Mε λύπη όμως διαπιστώνω ότι κ αυτά όπως κ γενικότερα η λαογραφία μας περνάνε (αν δεν έχουν ήδη περάσει) στη σφαίρα της λήθης...
Mπράβο σου Eχέμβροτε για το ωραίο θέμα. ![]()
Va(l)nta
Διχασμένη προσωπικότητα
+ Mοναδική απόγονος
Thoth Tρισμέγιστου
+(ξανά) αδερφή TAT Kύβου
Edited by - Valnta on 28/11/2003 00:51:45
Τώρα ουρανέ μου, Βρόντησε ,
Τώρα ουρανέ μου, Βρέξε
ρίξε στους κάμπους την βροχήν
και στα βουνά το χιόνι
στου πικραμένου την αυλή
τρία γυαλιά φαρμάκι
το να πίνει την αυγή
τ’ άλλο το μεσημέρι
το τρίτο το πικρότερο
στο δείπνο όταν δειπνάει.
Είχα μηλιά στη πόρτα μου
και δέντρο στην αυλή μου
και τέντα κατακόκκινη
το σπίτι σκεπασμένο
και κυπαρίσσι ολόχρυσο
κι ήμουνα ακουμπισμένη,
είχα κι ασημοκάντηλο
στο σπίτι κρεμασμένο.
Τώρα η μηλιά μαράθηκε
το δέντρο ξεριζώθη
κι η τέντα η κατακόκκινη
και κείνη μαύρη εγίνη,
το κυπαρίσσι το χρυσό
έπεσε κι ετσακίστη,
το ασημοκάντηλο έσβησε
το σπίτι δε φωτάει.
Η πρόθεσή μου δεν είναι να σας σκοτεινιάσω την ψυχούλα, μήτε να την μαυρίσω.
Μα….
Ας το θέσουμε διαφορετικά το θέμα τότε. Πόση δύναμη κρύβει η δημιουργία, η ποίηση του λόγου. Λυτρώνει, τσακίζει και εξανεμίζει τους πόνους της λύπες και τα ψυχικά βάρη που στέκουν σαν στοιχειά από πάνω μας, μας κόβουν την ανάσα, μας πλακώνουν τα στήθη.
Πόσες φορές δεν σιγωμουρμουρίσατε, δεν τραγουδήσατε, δεν φωνάξατε λέξεις μυστικές, στιγμές δύσκολες και σαν το σκοτάδι σας να φωτίσθηκε αχνά από κάπου. Ένα μοιρολόι δεν είναι (ήταν) απλά παράδοση. Ήταν λύτρωση.Σύντροφος τα πονεμένα λόγια στην παράδοσή μας, ώσπου να έλθει η ημέρα.
Τώρα πάλι με το που είπα παράδοση (μου τα έφερε στο νου και η Valnta) θυμήθηκα (αρκετά θολά) παραμύθια που αναφέρονται σε στοιχειά, νεράιδες και πλάσματα του κάτω κόσμου. Τα έλεγε η γιαγιά μου.
Πόσο ζεστή και περιπετειώδεις συνάμα, ήταν μια τέτοια νύχτα. Με τζάκι και χωρίς.
Μα…πάντοτε δίπλα, η στην αγκαλιά της γιαγιάς……(με τον άνεμο έξω να ουρλιάζει)
Δεν ξέρω, με μπέρδεψε λιγάκι αυτό το θέμα….
ΤΗ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΤΗ
ΤΟ ΕΧΕΤΑΙ ΔΙΑΒΑΣΕΙ?
Ψαχνοντας μερες τωρα στην αναζητηση ειδα πολλα θεματα ποικιλης υλης αλλα δεν προσεξα οτι δεν υπηρχε κατι αναλογο.
Οπως επισημανε παραπανω η Βαλντα : Mε λύπη όμως διαπιστώνω ότι κ αυτά όπως κ γενικότερα η λαογραφία μας περνάνε (αν δεν έχουν ήδη περάσει) στη σφαίρα της λήθης...,ετσι και εγω συνειδητοποιω τωρα οτι οντως δεν θυμομαστε τα παλια γιατι ο τροπος ζωης μας μας εχει βαλει σε ενα μαγγανοπηγαδο και δεν μας αφηνει χρονο για τπτ ουσιαστικο.
Ομως ειναι στο χερι μας να μπορεσουμε να ξαναβρουμε τα δημοτικα και τις παραδοσεις μας,αν το θελουμε,και να τις μεταδωσουμε στα παιδια μας.
Θελω να πω ενα συγχαρητηρια στον Εχεμβροτο για αυτο το τοπικ ,το οποιο ελπιζω να καταφερει να συγκεντρωσει πολυ υλικο οσο αφορα την λαογραφια μας και τις παραδοσεις μας.
Σαν αρχη εβαλε ενα απο τα πιο ωραια δημοτικα,αυτο του Νεκρου Αδελφου.
Θα ηθελα να βαλω σαν <συνεχεια> τον τελευταιο λογο που εβγαλε ενα απο τα πιο σημαντικα,οσο αφορα την παραδοση μας,ατομο.Ο Κωνσταντινος Παλαιολογος η αλλιως Ο Μαρμαρωμενος Βασιλιας.
Κατοπιν θα ηθελα να παραθεσω την Αγια Σοφια,το δημοτικο εκεινο που ο Λαος μας το εχει συνδεσει με Τον Μαρμαρωμενο Βασιλια και την Αλωση της Κωνσταντινουπολης.
Και να κλεισω με το πως το διηγειται ο Λαος μας και με το πως θελει η ψυχη του να εφυγε ο Τελευταιος Βασιλιας της Πολης καθως και τις ελπιδες του και τα ονειρα του για το πως θα γυρισει ξανα.
Διαβαζοντας την Αγια Σοφια και τον θρυλο για τον Μαρμαρωμενο Βασιλια αυτο που μενει βαθια χαραγμενο ειναι η πιστη και η λαχταρα του λαου μας να πειστει οτι δεν τελειωσαν ολα με την Αλωση ,οτι ο Μαρμαρωμενος Βασιλιας θα γυρισει καποτε και θα ξανακανει Ελληνικη την Πολη.
Ειναι ενας θρυλος που εχει εντονη την αισιοδοξια για το μελλον, για να μπορεσουν να αντεξουν τα δυσκολα χρονια που θα ακολουθησουν.
Ενας απο τους καλυτερους θρυλους κατα την αποψη μου.
Δειχνει την ακαταβλητη ψυχη των Ελληνων που δεν θελουν να το <βαλουν κατω> και κανουν διηγηση τις ελπιδες και τα ονειρα τους για τα οσα δεινα τους βρισκουν .
"Κύριοι, ένδοξοι ηγέτες του στρατού και εσείς φίλοι Χριστιανοί σύμμαχοι Τώρα βλέπουμε την ώρα της μάχης να πλησιάζει....
Πάντα πολέμησαμε με δόξα εναντίον των εχθρών του Χριστιανισμού.
Τώρα, η υπεράσπιση της πατρίδας σας και της πόλης που είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο και την οποία οι άπιστοι και εχθροί Τούρκοι πολιορκούν για 52 ημέρες, αποτελεί υπόχρεωση των ευγενών ψυχών σας.
Μη φοβάστε που τα τείχη μας έχουν καμφθεί από τα σφυροκοπήματα του εχθρού...
Προσευχηθείτε στο Θεό για να σας προστατεύει και δείξτε τη δύναμη σας με τον κραδασμό από τα βέλη και τα σπαθιά σας εναντίον του εχθρού.
Ξέρω πως αυτό το άτακτο μπουλούκι, όπως είναι συνήθεια τους, θα τρέξουν μακριά με δυνατές κραυγές και τον αδιάκοπο καταιγισμό από βέλη.
Είμαστε καλά προστατευμένοι από τις πανοπλίες μας ώστε να μην πληγωθούμε. Αυτοί θα χτυπήσουν τείχη, τους θώρακες μας και τις ασπίδες μας.
Ας μην μιμηθούμε, λοιπόν, τους Ρωμαίους οι οποίοι στη μάχη με τους Καρχηδόνιους επέτρεψαν στο ιππικό τους να φοβηθεί από τη τρομακτική θέα και τον ήχο των ελεφάντων.
Σε αυτή τη μάχη πρέπει να σταθείτε άκαμπτοι χωρίς φόβο και σκέψη φυγής, αλλά να αντισταθείτε περισσότερο από ποτέ, με ηράκλεια δύναμη.
Τα ζώα μπορεί να φεύγουν μακριά από άλλα ζώα. Αλλά εσείς είσαστε άντρες με γενναία καρδιά και θα κρατήσετε μακριά με δόξα αυτούς τους απολίτιστους, καρφώστε τους τις λόγχες και τα σπαθιά σας ώστε να γνωρίζουν πως δεν πολεμούν εναντίον της φυλής τους αλλά εναντίον των αρχηγών.
Γνωρίζετε πως ο αχρείος και άπιστος εχθρός μας διαταρράσει την ειρήνη άδικα. Εχει παραβιάσει την συμφωνία που είχε κάνει μαζί μας, έχει σφάξει τους αγρότες μας στην εποχή του θερισμού, έχει στήσει το φρούριο του στην Προποντίδα με μόνο σκοπό να καταστρέψει τους Χριστιανούς. Εχει περικυκλώσει τον Γαλατά με το Πρόσχημα της ειρήνης.
Τώρα απειλεί με κατάληψη την Πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την πατρίδα σας, το καταφύγιο όλων των Χριστιανών, τον φρουρό των Ελλήνων και με βεβήλωση τους ναούς μας που θέλουν να μετατρέψουν σε στάβλους για τα άλογα τους.
Ω, αφέντες μου, αδέρφια μου και παιδιά μου, η τελευταία τιμή των Χριστιανών είναι στα χέρια σας.
Εσείς ανδρες της Γένοβα, άνδρες του θάρρους και διάσημοι για τις άπειρες νίκες σας, που πάντα προστατεύσατε αυτή την Πόλη, τη μητέρα σας, σε αρκετές μάχες με τους Τούρκους, δείξτε τώρα την αδρεία σας και το μαχητικό σας πνεύμα με σθένος κατά αυτών.
Εσείς άνδρες της Βενετίας, οι πιό γενναίοι ήρωες, που τα σπαθιά σας έχουν πολλές φορές κάνει το Τουρκικό αίμα να τρέχει και που έχετε στολίσει την Πόλη με ωραίους, διακεκριμένους άνδρες, ανυψώστε τώρα την ψυχή σας για τη μάχη.
Εσείς, σύντροφοί μου στη μάχη, υπακούστε στις διαταγές των αρχηγών σας, γνωρίζοντας ότι είναι η μέρα της δοξας σας, μία μερα στην οποία αν αφήσετε να χυθεί μία σταγόνα αίμα, θα κερδίσετε για τους εαυτούς σας στέφανα μαρτυρίου και αιώνια δόξα".
Λίγες ημέρες μετά στις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους. Ο Αυτοκράτορας πέθανε ως ένας απλός στρατιώτης στη μάχη, υπερασπιζόμενος την Πόλη του.... Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου. Στο πρόσωπο του η λαική παράδοση έπλασε το μύθο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, που θα ξαναζωντανέψει, όταν η Κωνσταντινούπολη θα ξαναγυρίσει στην κατοχή των Ελλήνων.
Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες, κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ΄την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
"Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα 'αγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρτουνε τρία καράβια°
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι".
Όταν ήλθε η ώρα η πόλη να τουρκέψει και μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλα στ' άλογό του να τους εμποδίσει. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκιά, χιλιάδες τον έβαλαν στη μέση κι εκείνος χτυπούσε κι έκοβε με το σπαθί του. Τότε σκοτώθη τ' άλογό του κι έπεσε κι αυτός. Κι εκεί που ένας Αράπης σήκωσε το σπαθί να χτυπήσει το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε και τον πήγε σε μια σπηλιά βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και καρτερεί την ώρα να ' ρθει πάλι ο άγγελος να τον σηκώσει. Οι Τούρκοι το ξέρουν καλά αυτό, μα δεν μπορούν να βρουν τη σπηλιά που είναι ο βασιλιάς γι΄ αυτό έχτισαν την πόρτα που ξέρουν πως απ΄ αυτή θα μπει ο βασιλιάς να τους πάρει πίσω την Πόλη. Μα, όταν είναι θέλημα Θεού, θα κατεβεί ο άγγελος στη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώσει και θα του δώσει στο χέρι το σπαθί που είχε στη μάχη. Και θα σηκωθεί ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη από τη Χρυσόπορτα και, κυνηγώντας με τα φουσάτα του τους Τούρκους, θα τους διώξει ως την Κόκκινη Μηλιά. Και θα γίνει μεγάλος σκοτωμός, που θα κολυμπήσει το μοσκάρι στο αίμα.
Υ.Γ. Εχοντας σαν κινητρο το οτι ηθελα να συνεχισω να ψαχνω για ιστορικα στοιχεια,δημοτικα και αφηγησεις σχετικες με την Αλωση ,βρηκα και αυτη την σελιδα http://www.manesis.gr/alosi/alosi.htm .
Ελπιζω να αας αρεσει το ιδιο.
Edited by - Το ξωτικό on 27/11/2003 14:27:00
Ο θΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ
Tρίτη εγεννήθη ο Διγενής και τρίτη θα πεθάνει.
Πιάνει, καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντριωμένους
να΄ρθει ο Μηνάς κι ο Μαυραι΄ι΄λής, να΄ρθει κι ο γιος του Δράκου.
να΄ρθει κι ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμει η γή κι ο κόσμος.
Κι επήγαν και τον ήυρανε στον κάμπο ξαπλωμένο.
Βογγάει , τρεμουν τα βουνά, βογκάει ,τρέμουν οι κάμποι.
-Σαν τι να σ΄ήυρε, Διγενή, και θέλεις να πεθάνεις;
-Φίλοι, καλώς ορίσατε , φίλοι κι αγαπημένοι,
συχάσατε, καθίσετε κι εγώ σας αφηγιέμαι.
Της Αραβίνας τα βουνά της Σύρας τα λαγκάδια,
που κει συνδύο δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν.,
παρά πενήντα κι εκατό , και πάλε φόβον έχουν.
κι εγώ μονάχος πέρασα πεζός κι αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρείς οργιές κοντάρι.
Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια ,
νύχτιες χωρίς αστροφεγγία , νυχτιές χωρίς φεγγάρι.
Και τόσα χρόνια που ΄ζησα δω στον απάνου κόσμο,
κανένα δε φοβήθηκα από τους αντρειωμένους
Τώρα είδα έναν ξυπόλυτο και λαμπροφορεμένο.,
πόχει του ρήσου τα πλουμία , της αστραπής τα μάτια.
με κράζει να παλέψομε σε μαρμαρένια αλώνια
κι όποιος νικήσει από τους δύο να παίρνει την ψυχή του.
Και πήγαν και παλέψανε στα μαρμαλένια αλώνια,
κι ΄οθε χτυπάει ο Διγενής , το αίμα αυλάκι κάνει,
κι όθε χτυπάει ο χάροντας , το αίμα τάφρο κάνει.
οπως έλεγε και ο Λιαντίνης:
-θα πεθάνω,θάνατε όχι όταν θελήσεις εσύ ,
αλλά όταν εγώ θελήσω..
H ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΟΥ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΥΠΑΡΞΗ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωσαν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιρολογιούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
"Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται."
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
"Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα."
Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι."
Να τηνε κι εμφανίστηκε από την άσπρη στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
"Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργομισμένος;
"Το δαχτυλίδι του 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιός να μπει, και ποιός να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;"
"Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ' το φέρω,
εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω."
Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση πήγε,
"Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν βρήκα."
Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
"Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."
"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
που 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει."
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
"Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
γιατί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.
Va(l)nta
Διχασμένη προσωπικότητα
+ Mοναδική απόγονος
Thoth Tρισμέγιστου
+(ξανά) αδερφή TAT Kύβου
Απο την Λαογραφια μας δεν θα μπορουσαν να λειπουν τα Ακριτικα τραγουδια τα οποια ειναι η παραδοση μας και πανω στα οποια στηριχτηκαν τα μεταγενεστερα δημοτικα.Ο ΦωςΧυτος μας παρεθεσε τον Θανατο του Διγενη και ακολουθωντας εγω παραθετω καποια ιστορικα στοιχεια για τα ακριτικα τραγουδια,την υποθεση τους καθως και για την ζωη και το εργο του Διγενη Ακριτα.
- Τα ακριτικά τραγούδια γεννήθηκαν στη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα στον Πόντο και στην Καπαδοκία. Είναι μαζί με μερικές παραλογές από τα παλαιότερα δημιουργήματα της δημοτικής μας ποίησης. Μπορούν να τοποθετηθούν στον 9ο έως τον 13ο αιώνα. Μερικά από αυτά γράφηκαν και νωρίτερα. Με τα σχόλια του επισκόπου Καισαρίας Αρέθα οι Παφλαγόνες ραψωδοί τραγουδούσαν τραγούδια ένδοξων ανδρών.
- Η υπόθεση των ακριτικών τραγουδιών αφορά τη ζωή του Διγενή Ακρίτα ή άλλων ακριτών, με διάφορα ονόματα. Τα ακριτικά τραγούδια χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη έχει θέμα τη ζωή και το θάνατο του Διγενή Ακρίτα και η δεύτερη τη ζωή και τη δράση άλλων ακριτών. Γενικά στο ακριτικό τραγούδι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Στα ακριτικά τραγούδια υπάρχει το στοιχείο της υπερβολής.
- Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας ήταν γενναίος, ανδρείος και πολύ καλός πολεμιστής. Είχε ξεχωριστή δύναμη και νεανική καρδιά. Είχε πατέρα ΄Αραβα όπου έκλεψε την κόρη του βασιλιά Ανδρόνικου Ειρήνη, από το σπίτι της και την έκανε γυναίκα του. Η Ειρήνη έπεισε τον άνδρα της να γίνει Χριστιανός. Ο Διγενής Ακρίτας γεννήθηκε από αυτό το γάμο. Το όνομά του Διγενής προέρχεται από το ότι είχε ΄Αραβα πατέρα και Βυζαντινή μητέρα. Δηλαδή είχε δύο γένη. Το επιθετό του "Βασίλειος" σημαίνει Βασιλικός. Ονομάζεται Ακρίτας γιατί άνηκε στα στρατιωτικά σώματα του Βυζαντινού κράτους.
- Το έργο του Βασίλειου Διγενή Ακρίτα ήταν η απόκρουση των βαρβάρων. Ο Διγενής Ακρίτας νικά και εξοντώνει τους Απελάτες, οι οποίοι συμμάχισαν με τους ΄Αραβες και πήραν τη γυναίκα του. Μονομαχιεί και νικά την ανίκητη Αμαζόνα Μαξιμώ, όπου τον ερωτεύεται για την ανδρεία του και του ζητά να γίνει γυναίκα του ή σκλάβα του.Καταφέρνει και φτάνει στον Ευφράτη και μαζί με τους Ακρίτες παίρνει τη γυναίκα του. Χτίζει ένα μεγαλόπρεπο πύργο και τον στολίζει με διάφορες μορφές ηρώων που έχει σαν πρότυπα
- Ο Διγενής Ακρίτας ήθελε να πεθάνει πάνω στην μάχη όπως όλοι οι ήρωες. Είχε όμως ένα κοινό θάνατο που δε το παραδέχτηκε ποτέ ο λαός.
Γυρίζοντας από ένα άγριο κυνήγι έπεσε βαριά άρρωστος. Η αρρώστια του ήταν αθεράπευτη.
Ο Διγενής μαντεύοντας το θάνατό του φώναξε τη γυναίκα του και τη συμβούλεψε να παντρευτεί ένα γενναίο άνδρα, χωρίς να την ενδιαφέρουν τα πλούτη. Αμέσως μετά ξεψύχισε.
- Στο καλογερίστικο "΄Επος του Διγενή" το πλήρες ονομά του είναι Βασίλειος Διγενής Ακρίτας. Γράφτηκε για την ανδρεία του, το θάρρος του, τα κατορθώματά του, τους έρωτές του.
Το έπος του σώζεται σε έξι παραλλαγές και θεωρείται το πρώτο γραπτό μνημείο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας του δεν είναι γνωστός, πρέπει όμως να είναι κάποιος λόγιος, ίσως μοναχός που ζούσε στα τέλη του 11ου αιώνα και καταγόταν από τις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντινού κράτους.
Ως πρώτο υλικό για το έπος του χρησιμοποίησε όπως φαίνεται, τους θρύλους και τις παραδόσεις γύρω από διάφορους βυζαντινούς αρχηγούς.
Καβάλα πάει ο Χάροντας,
το Διγενή στον ΄Αδη,
κι άλλους μαζί...Κλαίει, δέρνεται
τ' ανθρώπινο κοπάδι.
Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους στα καπούλια
της λεβεντιάς τον άνεμο
της ομορφιάς την πούλια.
Και σαν να μην τον πάτησε
του Χάρου το ποδάρι,
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλάρη.
Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα,
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ' άγγιξες και δε μ' ένιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια.
Ειμ' εγώ η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων.
Στην εφτάλοφην 'εφερα
το σπαθί των Ελλήνων.
Δε χάνομαι στα Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω.
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω.
Αφηνοντας λιγο τα ακριτικα και δημοτικα μας ποιηματα και παραδοσεις στην ακρη ,θα ηθελα να γυρισω σελιδα και να ξαναρθω στην Λαογραφια μας.
Ψαχνοντας σε καποιες σελιδες βρηκα το πως ο Ιανουαριος η αλλιως Γεναρης ονομαστηκε ετσι καθως και το πως ερμηνευτηκαν απο τους αρχαιους Ελληνες οι Αλκυονιδες μερες.
Ο Γενάρης, όπως και όλοι οι μήνες του ημερολογίου μας, του Παγκοσμίου Χριστιανικού ημερολογίου μπορούμε να πούμε, οφείλει τ' όνομά του στους Αρχαίους Ρωμαίους και μάλιστα στο Θεό του Ιανό, που προς τιμή του τον ονόμασαν έτσι.
Δεν είχε όμως απ' την αρχή την τιμή ν' αποτελεί τον πρώτο μήνα του χρόνου.
Είναι γνωστό πως οι Αρχαίοι Ελληνες είχαν σαν Πρωτοχρονιά την 21η Ιουνίου (του μηνός Σκιροφοριώντος όπως τον έλεγαν) και οι Ρωμαίοι την 1η Μαρτίου. Η τελευταία μάλιστα είχε διατηρηθεί να γιορτάζεται και από τους Ελληνες της Ανδριανουπόλεως, πριν τους διώξουν οι Τούρκοι από την Ανατολική Θράκη.
Η πρώτη Ιανουαρίου καθιερώθηκε σαν πρωτοχρονιά από τους Ρωμαίους το 153 π.Χ. Την ημέρα αυτή μάλιστα συνήθιζαν να εκλέγουν τους ανώτατους άρχοντες, τους ύπατους και με την ευκαιρία επιδίδονταν σε τελετές και θορυβώδεις διασκεδάσεις.
Από αυτούς την πήραν αργότερα οι Βυζαντινοί και την καθιέρωσαν (περί το 1000 μ.Χ.)
Τον Ιανουάριο ο λαός τον λέει με πολλά ονόματα, που τα περισσότερα αναφέρονται στις ιδιότητές του. Οπως π.χ. "Μεσοχείμωνας" γιατί είναι μεσαίος από τους τρεις μήνες του χειμώνα. "Κρυαρώτης, γιατί κάνει πολύ κρύο. Αλλες ονομασίες είναι "Κλαδευτής", γιατί το μήνα αυτό κλαδεύουν.
Ακόμα τον Ιανουάριο τον ονομάζουν μεγάλο μήνα, ή Μεγαλομήνα, επειδή έχει 31 μέρες και οι νύχτες του είναι μεγάλες, όπως λέει και το τραγούδι: "Νάταν οι μέρες του Μαγιού κι οι νύχτες του Γενάρη" και τέλος Καλαντάρη ή Καλαντέρη απ' τα Κάλαντα που τραγουδούν τα παιδιά την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα.
Στην αρχαία εποχή, στη μέση του σημερινού μας Γενάρη άρχιζε ο ιερός μήνας της Ηρας, ο Γαμηλιών. Η Ηρα, εκτός από βασίλισσα τ' ουρανού και των Θεών, ήταν προστάτιδα του γάμου και της οικογένειας. Γι' αυτό τον μήνα αυτό οι αρχαίοι έκαναν τους πιο πολλούς γάμους, απ' όπου πήρε και το όνομά του. Συνήθιζαν δε κάθε χρόνο, στις 27 του Γαμιλίωνα με την Πανσέληνο, να κάνουν θυσίες και εισφορές, που τις έλεγαν "Γαμήλιες".
Υπάρχουν και πολλές παροιμίες που αναφέρονται στον Ιανουάριο: Οπως "Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην ξετάζει", "Κόττα, πίτα το Γενάρη, κόκοτα τον Αλωνάρη", "Κόψε ξύλο το Γενάρη και μη καρτερείς φεγγάρι", "Του Γενάρη το ζευγάρι διάβολος θε να το πάρει", "Οποιος θε να βαμπακώσει, τον Γενάρη θε ν' οργώσει", "Του Γενάρη το φεγγάρι παρά λίγο μέρας μοιάζει", "Εκαμε κι ο Γενάρης ήλιο", "Εγέλασεν ο Γενάρης", "Οι γεναριότικες νύχτες, για να περάσουν θέλουν συντροφιά και κουβέντα".
Χιόνι σ' έβρεξεν ο Γενάρης, όλοι οι μύλοι θ' αλέθουν.
Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θαν' τον αλωνάρη. Απ' τα νερά λοιπόν του Γενάρη εξαρτάται η σοδειά σε σιτάρι. Γι' αυτό λένε ακόμα: Πρωτοχρονιά και φώτα χιονισμένα καλοσημαδιά για τα σπαρμένα. Χιόνι το Γενάρη χρυσάφι τ' Αλωνάρη. Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, τα σύγκρυα και η παγωνιά.
Μήνας γιορτών μπορεί να ονομαστεί με τις πολλές γιορτές που έχει ο Γενάρης. Μα και σημάδια πολλά για του ανθρώπου το μέλλον, τουλάχιστον της χρονιάς.
Η πρώτη μέρα του μήνα είναι η πρωτοχρονιά και γιορτάζεται σ' όλο τον κόσμο με λαμπρότητα, μεγαλοπρέπεια και πολλές εκδηλώσεις. Αυτή η ημέρα καλύπτεται από ένα πλήθος λαϊκών εθίμων, με πράξεις και ενέργειες μαγικές, που έχουν την προέλευσή τους στα βάθη των αιώνων. Οι ελληνικές λαϊκές παραδόσεις, θέλουν τον Αγιο Βασίλειο είτε ζευγολάτη που γυρίζει και ευλογεί τα χωράφια, είτε οδοιπόρο ή μάντη.
Τη μέρα αυτή γιορτάζεται η μνήμη του Αγίου Βασιλείου, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους πατέρες της εκκλησίας. Ο Αγιος Βασίλης ενσαρκώνει για το λαό, το πνεύμα του καινούργιου χρόνου.
Η καλοσυνάτη μορφή του με τη λευκή γενειάδα, τα κάτασπρα μαλλιά το γλυκό χαμόγελο, το μειλίχιο βλέμμα, δεσπόζει παντού, τριγύρω μας τις μέρες τις γιορτινές.
Αυτή την εικόνα η λαϊκή φαντασία έπλασε και ριζώθηκε στην ψυχή μας. Και τον οραματιζόμαστε να έρχεται από τη μακρινή Καισάρεια, φορτωμένος δώρα και χίλια καλά.
Αγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία. Βαστάει πέννα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι. Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε. Βασίλη μ' πόθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις; Από τη Μάννα μ' έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω. Κάτσε να φας, κάτσε να πιείς, κάτσε να τραγουδήσεις.
Από το Βυζάντιο και συγκεκριμένα από το χειρόγραφο του δωδεκάτου αιώνα, έχουμε το επόμενο αλφαβητάριο, που θυμίζει παρόμοια νεοελληνικά που τα λένε σήμερα τα παιδιά. Να ο ψυχωφελής βυζαντινός αλφάβητος του δωδεκάτου αιώνα.
Αλφα. Αρχηγός των απάντων.
Βήτα. Βασιλεύει κύριος.
Γάμμα. Γεννάται ο Χριστός.
Δέλτα. Δια λόγου Θεϊκού.
Εψιλον. Ερχεται επί γης.
Ζήτα. Ζωήν φέρει εν τω κόσμω.
Ητα. Ηλιος και σελήνη.
Θήτα. Θεόν προσκινούσιν.
Οπως καθένας βλέπει, το περιεχόμενο του Βυζαντινού αλφαβήτου στη Γέννεση του Χριστού, δηλαδή στο κοσμοϊστορικό γεγονός που τα μικρά παιδιά μας αναγγέλουν με τα κάλαντα των Χριστουγέννων και με την Αλφα - Βήτα του μικρού Αη-Βασίλη, στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς στη Σιάτιστα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας κάνουν τυρόπιτα ή κολοκυθόπιτα γλυκειά και μέσα βάζουν νόμισμα τον παρά που λένε. Πριν αρχίσει το φαγητό κόβουν την πίτα σε κομμάτια για κάθε άτομο στο σπίτι, χωράφια, αμπέλια και ζώα και κατόπιν ψάχνουν να βρουν το νόμισμα. Οποιος βρει το νόμισμα είναι τυχερός της χρονιάς και κάτι καλό θα του συμβεί.
Με την ημέρα της Πρωτοχρονιάς συνδέθηκαν διάφορες προλήψεις, όπως η επιλογή από την οικογένεια του ατόμου το οποίο θα περάσει πρώτο το κατώφλι του σπιτιού, το πρωί της πρώτης του έτους για το "ποδαρικό". Την ίδια μέρα αποφεύγουν να προσφέρουν ο,τιδήποτε, έξω από το σπίτι, ούτε να ρίξουν νερό έξω απ' αυτό.
Στις 6 Ιανουαρίου είναι η γιορτή των Φώτων, που θεωρείται μεγάλη Χριστιανική γιορτή, γιατί τότε αγιάζονται τα νερά. Αυτή η γιορτή συμβολίζει την παλιγγενεσία του ανθρώπου και ο λαός τη λέει "Μεγάλη γιορτή, Θεότρομη".
Είναι η μέρα που βαφτίσθηκε ο Χριστός απ' τον Αη-Γιάννη τον Πρόδρομο στ' άγια νερά του Ιορδάνη. Και από τότε πιστεύεται πως κάθε φορά, την ημέρα των Αγίων Θεοφανείων αγιάζονται τα νερά της βροχής ο λαός μας το λέει αγιονέρι, που πέφτει απ' τον ουρανό και αγιάζει τα σπαρτά και τα χορτάρια της γης. Την βροχή τη λένε αγιασμένη και χαίρονται το δάκρυ της.
Το αγίασμα που παίρνει απ' την εκκλησία, ο λαός μας, την ημέρα των Φώτων, το κρατάει με μεγάλη ευλάβεια και πιστεύει απόλυτα στη θαυματουργή δύναμή του.
Μ' αυτό αγιάζει τα χωράφια, σπαρτά, τις γωνιές των σπιτιών, τα μαντριά, τα ζωντανά και όλο το βίο του, απ' άκρη σ' άκρη.
Είναι δε μπουκάλι, γιομάτο αγιασμό και κλεισμένο καλά, θα το πάρει στα αμπέλια του. Εκεί, θα σκάψει, συνήθως στη μέση τ' αμπελιού, και θα το χώσει στο χώμα για να φυλάει τ' αμπελόχτημα από κάθε αρρώστια και κακό.
Οι ζευγολάτες, πιστεύουν πως ξημερώνοντας τα Φώτα, το βράδυ στο παχνί τους μιλούν ακόμα και τα καματερά τους. Κουβεντιάζουν, λένε και αυτά με το Χριστό. Φτάνει βλέπεις, ο Χριστός ίσαμε εκεί, γιατί αυτά τον πρωτοζέσταιναν την ώρα της Γέννεσής του, μέσα στη θεία σπηλιά, όταν τον κυνηγούσε η ανθρώπινη κακία, μ' οδηγό το συμφέρον των ολίγων.
Την παραμονή των Φώτων γίνεται στην εκκλησία ο αγιασμός και ο παπάς γυρίζει όλα τα σπίτια με το σταυρό και τ' αγιάζει. Λένε τότε την παροιμία "Σαν ο Παπάς με το σταυρό".
Παράλληλα η έκτη Ιανουαρίου αποτελεί ένα ορόσημο για τη λαογραφία των ευρωπαϊκών χωρών. Εθιμα παλιά, συνήθως προχριστιανικά στις ρίζες τους επιζούν και συνεχίζουν τον εορτασμό τους προσκολλημένα στο χριστιανικό εορτασμό των Θεοφανείων. Πολλά απ' αυτά συνδέονται με πρωτόγονες λαϊκές δοξασίες γύρω από τις χειμερινές τροπές του ήλιου. Πόσο γνωστή λαογραφικά, είναι η νύχτα τς παραμονής των Θεοφανείων και πόση έχει ασκήσει επίδραση σε θρύλους ευρωπαϊκούς, γίνεται αμέσως φανερό, αρκεί μόνο να θυμηθούμε τον όρο "Δωδέκατη νύχτα". Μέσα στη νύχτα αυτή σμίγουν και συναδελφώνονται τα τραγικά και τα ευτράπελα. Και λέγεται δωδέκατη, γιατί είναι η τελευταία του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων. Στη Γερμανία, π.χ. και την Αυστρία, όλα τα καταστρεπτικά δαιμόνια διώχνονται τη νύχτα των Θεοφανείων, κυνηγημένα από τους δυνατούς θορύβους που κάνουν μεταμφιεσμένοι και μη. Ανάλογα συμβαίνουν και σ' άλες ευρωπαϊκές χώρες, με περισσότερη ιδιόρρυθμη εκδήλωση στην Πορτογαλία και στην Αγγλία.
Στη Σιάτιστα τα Θεοφάνεια γίνονται τα καρναβάλια "Τα μπουμπουσάρια" και για το λόγο αυτό συγκεντρώνεται πολύς κόσμος στη Σιάτιστα. Η λέξη "Μπουμπουσάρια" είναι παραφθορά του ονόματος "Εμπουσα". Ηταν δε Εμπουσα κατά τις δοξασίες των προγόνων μας φάσμα νυχτερινό με πόδια γαϊδάρου, που άλλαζε μορφές από τη μια στιγμή στην άλλη και τρόμαζε τα παιδιά.
Επίσης τα Θεοφάνεια στη Σιάτιστα μετά τη θεία λειτουργία και συγκεκριμένα μετά την εκφώνηση του "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου στου Κύριε..." η εκκλησία δονείται από το εκκωφαντικό "Κύριε Ελέησον...". Μετά την απόλυση της εκκλησίας οι επίτροποι, κρατώντας ένα κουδούνι γυρίζουν στα σπίτια και μοιράζουν από ένα κομμάτι γλυκειά πίτα παίρνοντας χρήματα για την εκκλησία. Η πίτα αυτή έχει μέσα της ένα φλουρί. Σε όποια οικογένεια πέσει το φλουρί δίνεται η τιμή να παρασκευάσει την πίτα για τα θεοφάνεια της επόμενης χρονιάς. Οι επίτροποι που μοιράζουν αυτή την πίτα λέγονται "Πνιχτάδες" ίσως από το πνίξιμο του σταυρού στο αγίασμα κατά την τελετή του Αγιασμού.
Στις 7 του μήνα είναι η γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου του Βαπτιστή.
Στις 17 του μήνα είναι η γιορτή του Αγίου Αντωνίου και στις 18 του Αγίου Αθανασίου. Του Αγίου Αθανασίου η ημέρα μεγαλώνει μια ώρα. Γι' αυτό πολλοί λένε "Αη-Θανάσης ήλθε, καλοκαίρι ήλθε".
Στις 20 Ιανουαρίου είναι η γιορτή του Αγίου Ευθυμίου. Για τους Αγίους Αντώνιο, Αθανάσιο και Ευθύμιο υπάρχει ο εξής μύθος: "Οι τρεις Αγιοι πήγαιναν μαζί. Ο Αγιος Ευθύμιος ήταν σπανός και οι άλλοι δυο δεν τον ήθελαν. Κάποτε σ' ένα ταξίδι τους στην έρημο σηκώθηκαν οι δυο πρωί - πρωί και έφυγαν. Για να τους προκάνει ο Αγιος Ευθύμιος στη βία του επάνω, κόλλησε το κεφάλι του γαϊδάρου στο μουλάρι (γι' αυτό από τότε το μουλάρι έχει αυτιά γαϊδάρου) καθώς οι άλλοι φεύγοντας έκοψαν τα κεφάλια απ' τα δυο ζώα, που ήταν του Αγίου Ευθυμίου. Τους πρόκαμε και επειδή ήξερε την αιτία που δεν τον ήθελαν, έπιασε με τα δυο του χέρια το πρόσωπό του και αμέσως φύτρωσε μια γενειάδα που ακούμπησε στη γη.
Στις 30 Ιανουαρίου είναι η γιορτή των Τριών Ιεραρχών του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Η γιορτή των μεγάλων αυτών ιεραρχών είναι η γιορτή των ελληνικών και χριστιανικών γραμμάτων. Την ημέρα αυτή στη Σιάτιστα τελείται πανηγυρική θεία λειτουργία καθώς και μνημόσυνο των ευεργετών των σχολείων της πόλης. Κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου συνήθως καλωσυνεύει ο καιρός και απολαμβάνουμε για μερικές μέρες μια σχετική καλοκαιρία, μια ανάπαυλα από τα χειμωνιάτικα μπουρίνια. Οι γλυκές αυτές χειμωνιάτικες ημέρες, είναι οι γνωστές "Αλκυονίδες ημέρες", που σύμφωνα με τον πανάρχαιό μας μύθο, πήραν το όνομά τους από την Αλκυόνα, το ψαροπούλι της ακτής που κλωσσά τα αυγά του αυτές τις μέρες.
Η Αλκυόνη, το σημερινό κακόσχημο ψαροπούλι με τα όμορφα φτερά σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο μας, ήταν κάποτε μια χαρούμενη και ευτυχισμένη γυναίκα, κόρη του Θεού των ανέμων, του Αιόλου -που ζούσε στ' ακρογιάλια της θάλασσας με τον άντρα της Κήυκα και αλληλοαποκαλούνταν Ζευς και Ηρα. Για την ασέβειά τους όμως αυτή προς τον Δία οργίστηκε τόσο πολύ ο πρώτος των Θεών και μεταμόρφωσε τον Κήυκα σε όρνιο.
Ξετρελαμένη τότε η δύστυχη γυναίκα, έτρεχεν από δω και από κει στις ερημιές στις βαλτώδεις εκβολές των ποταμιών και μέσα στις πυκνές τους καλαμιές, για να βρει τον αγαπημένο της Κήυκα. Οπότε, οι θεοί του Ολύμπου την λυπήθηκαν και την μεταμόρφωσαν και αυτήν σε πουλί, τη γνωστή μας Αλκυόνη, για να ψάχνει και στις θάλασσες μήπως εκεί βρει το χαμένο της άντρα. Ωστόσο όμως η δυστυχία εξακολουθούσε να την συντροφεύει, γιατί αντίθετα από τ' άλλα πουλιά που γεννούν και κλωσσούν τ' αυγά τους την άνοιξη αυτή γεννάει μέσα στη βαρυχειμωνιά, οπότε μανιασμένα τα κύματα της θάλασσας τέτοιον καιρό, την άρπαξαν αυγά και πουλιά κάνοντάς την να κλαίει σπαραχτικά.
Οι Θεοί που τόσο σκληρά είχαν τιμωρήσει την κόρη του Αιόλου, διέταξαν τότε τη θάλασσα και τους ανέμους να ησυχάσουν, να γίνει καλοκαιρία για δυο εβδομάδες, για όσες ημέρες η Αλκυόνη κλωσσά τα αυγά της.
Μια τέτοια ωραία και ποιητική ερμηνεία δόθηκε από τον πανάρχαιο αυτόν ελληνικό μύθο για την καλοκαιρινή αυτή παρεμβολή μέσα στην καρδιά του χειμώνα, που δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με τη σημερινή επιστημονική εξήγηση του φαινομένου αυτού. Ο μύθος μιλάει για την απέραντη συζυγική αγάπη και την τρυφερή στοργή της γυναίκας, ενώ η μετεωρολογική υπηρεσία μιλάει για εξίσωση των βαρομετρικών πιέσεων μεταξύ της νοτίου και βορείου Ευρώπης.
Για τη συζυγική πίστη των Αλκυόνων ασχολήθηκε ο Πλούταρχος που αφηγείται ότι αν ο σύζυγος της Αλκυόνης γεράσει και δεν μπορεί να πετάξει, τότε η θηλυκιά Αλκυόνη τον παίρνει στους ώμους και τον φέρνει πάντοτε μαζί της, τον ταϊζει και τον περιποιείται ως το θάνατο.
Δεν είναι όμως η μόνη περίπτωση ανώτερης ηθικής στο ζωικό βασίλειο. Η τρυγόνα, εάν χαθεί το ταίρι της χηρεύει αυστηρά και δεν ξανασμίγει μ' άλλο ταίρι. Τα κοράκια όταν μαδηθούν απ' τα γεράματα δέχονται πολλές περιποιήσεις και θερμαίνονται απ' τ' άλλα νεώτερα. Το λελέκι τιμωρεί την άπιστη σύζυγο με ραμφισμούς μέχρι να τη θανατώσει. Σ' αυτά βοηθούν και οι άλλοι αρσενικοί. Ο πελεκάνος αν δεν βρίσκει τροφή να δώσει στα μικρά του που κινδυνεύουν τον χειμώνα να πεθάνουν, σχίζει το στήθος του και τα προσφέρει για τροφή το αίμα του, όπως αναφέρεται και στον Επιτάφιο θρήνο.
"Ωσπερ πελεκάν, τετρωμένος την πλευρά σου, Λόγε, τους θανόντας παίδας εζώωσαν επιστάξας ζωτικούς αυτοίς κρουνούς".
Το ψαροπούλι όπως αποκαλείται στη γλώσσα του λαού η Αλκυόνη, εξακολουθεί και σήμερα να είναι σύμβολο της χειμωνιάτικης ωραίας διακοπής μέσα στον Ιανουάριο και σε πολλά μέρη την θεωρούν πουλί που φέρνει γούρι. Οι έμποροι, οι καταστηματάρχες, την κρατούν βαλσαμωμένη στα μαγαζιά τους για ν' αυξήσουν τα πλούτη τους, οι πρώτοι και τους πελάτες τους οι δεύτεροι. Οι φυλάργυροι την διατηρούν για να τους φέρει πολλά πλούτη και οι χωριανοί για να μη πέφτει αστροπελέκι στο σπίτι τους.
Το φαινόμενο της καλοκαιρίας μέσα στη βαρυχειμωνιά του Ιανουαρίου απασχόλησε πολύ τους αρχαίους μας που έδιναν μυθολογικές εξηγήσεις γεμάτες ομορφιά. Ο Αιλιανός λ.χ. έγραψεν ότι "κυούσης δε Αλκυόνος ίσταται τα πελάγη, ειρήνην δε και φιλίαν άγουσεν άνεμον". Ο μέγας Αριστοτέλης λέγει: "Η δε Αλκυών κύει επί τροπάς χειμερινάς, διό και καλούνται όταν ευδιειναί γένονται αι τροπαί, αλκυόνοιοι ημέραι". Ο Λουκιανός πάλι έγραφε πως: "Αίθρια μεν τα άνωθεν, ακύμαντος δε και γαλήνιον άπαν το πέλαγος, όμοιν, ως ειπείν κατόπτρω.
Ωστόσο, όμως οι Αλκυονίδες ημέρες δεν έρχονται πάντα. Υπάρχουν χρόνια που το γλυκό αυτό καλοκαιρινό διάλειμμα στην καρδιά του χειμώνα δεν παρατηρείται καθόλου. Η Αλκυόνη τότε γεννάει μέσα στη βαρυχειμωνιά και όπως είπαμε τα κύματα αρπάζουν τα αυγά ή τα πουλιά της. Το ψαροπούλι τότε θρηνεί πάλι τον πόνο του, καθώς πετιέται μέσα από τα βράχια και περιμένει τον Μάρτη για να φύγει από τον τόπο μας. Γιατί η Αλκυόνη είναι πουλί αποδημητικό με το δικό του δρομολόγιο το ιδιόμορφο. Μας έρχεται τα τέλη του καλοκαιριού και μας αποχαιρετάει μόλις καλωσυνέψει ο καιρός κατά τις αρχές του Μάρτη.
Συνεχιζοντας να ψαχνω σε διαφορες σελιδες βρηκα καποια αλλα στοιχεια σχετικα με τις παραδοσεις μας ,τα οποια δεν εχουν τιτλο για αυτο και τα τοποθετω ετσι σκορπια .
- 'Οταν αιώνες τώρα από αυτήν εδώ τη ράτσα τη Ρωμιά ράτσα-το Ρωμέικον την ράτσαν, που λέμε και εμείς οι Πόντιοι-εκπορεύεται φθόγγος, κι όταν ο φθόγγος αυτός είναι φθόγγος ελληνικός, φθόγγος ορθοδοξίας τουτέστιν πολιτισμού, κι όταν ο φθόγγος αυτός ο ελληνικός, ο φθόγγος ορθοδοξίας εκπορεύεται εκ βαθέων ψυχής αυτή η ράτσα δεν χάνεται. “Δεν κλείνεται μέσα στην αδιαπέραστη ομίχλη που σχηματίζουν-κατά καιρούς-τα παγωμένα χνώτα γύρω της. Διασπά τον κλοιό, βγαίνει στον ήλιο, ανασταίνεται μεσ’ στη ματιά του πλανήτη γη” (Χρ. Σαμουηλίδης).
- Κι όλα αυτά χάρη στον λαϊκό μας πολιτισμό που πάρα πολλά στοιχεία τα ανακαλύπτει κανείς στον πανάρχαιο πολιτισμό των προγόνων μας.
Μιλάμε για αμιγή Ελληνισμό από το Ταίναρο μέχρι τα Παράλια του Εύξεινου Πόντου και πιο πέρα, Καύκασος, Γεωργία, Βακτριανή, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Κάτω Ινδίες, Αίγυπτο, Κορσική, Καλαβρία, Νότια Γαλλία. Αμιγής λοιπόν Ελληνισμός με ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες, αλλά κοινά χαρακτηριστικά, ρυθμών, μελωδιών, ηθών, εθίμων, παραδόσεων, γλώσσας.
“Οι Πόντιοι σαν Εστιάδες πολιτισμού, διατηρούν τα αρχαία τους ήθη, που μας οδηγούν θεσμικά και πολιτισμικά κατ’ ευθείαν στην καρδιά της Ελληνικής αρχαιότητας”, έλεγε ο αείμνηστος Τάσος Βουρνάς.
Τέτοιας μορφής στοιχεία, λαϊκού πολιτισμού που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας Τραντέλενες (τριάντα φορές 'Ελληνες) των παράλιων του Εύξεινου Πόντου είναι κατ’ αρχήν η γλώσσα που είναι συνέχεια της Ιαπωνικής διαλέκτου, με κανόνες συντακτικού, γραμματικής και προφοράς, εμπλουτισμένη κατά τον 12ο αιώνα μ.Χ. με σύγχρονα βυζαντινά λαϊκά στοιχεία: “Γραία κι εύρα λαλάτσα” έτσι προφέρεται, όμως γράφεται “Γραία ουκ ηύρον λαλάας”, “Νε καλόν εν, νε κακόν εν” έτσι προφέρεται αλλά γράφεται “Νη καλόν ειν, Νη κακόν ειν”.
- Είναι γνωστό ότι οι ελληνικές λαϊκές παραδόσεις δένονται κατά την αφήγησή τους με τόπους και με ερημιές, όπου ζουν-σύμφωνα με την φαντασία του λαού-διάφορες μεταφυσικές υπάρξεις, νυχτερινές ή μεσημεριανές, όπου το συνάντημά τους με τον άνθρωπο δεν είναι πάντα φιλικό. Από του βρικόλακες των ταφών και τα στοιχειά, ως τα δαιμόνια και τους καλικάντζαρους και από τις άσχημες στρίγγλες και τις πανέμορφες νεράιδες, όλα τούτα τα ξωτικά ελάχιστα περπατούν και πολύ χορεύουν. Χορεύουν στ'αλώνια και στα τρίστρατα, χορεύουν κοντά στα ποτάμια και τις ακρογιαλιές, χορεύουν κάτω από τα δέντρα, χορεύουν πάνω στις στέγες, κάτω στις ρεματιές, χορεύουν στους ανεμοστρόβιλους και στα φουρτουνιασμένα σφυρίγματα των ανέμων. Ο χορός που χορεύουν δεν είναι ποτέ προσδιορισμένος. Ο χορός των ξωτικών είναι ανώνυμος και ακαθόριστος. Είναι αιώνιος χορός που ζει στα ελληνικά δάση και τα ξάγναντα, νύχτες φεγγαρόλουστες ή μεσημέρια του καλοκαιριού, από τα χρόνια των Πάνα και των δαιμονικών του Διόνυσου, από τα χρόνια των νυμφών και των Νηρηίδων.
Και συνεχιζοντας το ψαξιμο βρηκα καποια εθιμα μας τα οποια τηρουμε ακομα(εστω και ελαφρως αλλιωμενα)
Ελληνικά Έθιμα και Παραδόσεις
Ο Ελληνισμός είναι πλούσιος στα έθιμα και στις παραδόσεις. Κάθε περιοχή της Ελλάδας έχει τις δικές της παραδόσεις πού την ξεχωρίζουν από τήν υπόλοιπη χώρα.Ομως υπαρχουν καποια εθιμα που ειναι ιδια σε ολες τις περιοχες της Ελλαδας.
Αυτα τα εθιμα ειναι τα εξης
1)το εθιμο της ονομαστικης εορτης.
Όταν η εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη κάποιου Αγίου ή Αγίας, όσοι είναι συνονόματοι με τον Άγιο ή Αγία, γιορτάζουν την ονομαστική εορτή τους. Όταν λοιπόν στην Ελλάδα κάποιος "γιορτάζει" όπως λέμε, φίλοι και συγγενείς τόν / τήν επισκέπτονται (χωρίς να χρειάζονται πρόσκληση) γιά να ευχηθούν "Χρόνια Πολλά". Η νοικοκυρά του σπιτιού πάντα έχει έτοιμα γλυκίσματα και μεζεδάκια γιά να κεράσει όλους τους επισκέπτες.
Πριν ο άντρας κάνει πρόταση γάμου, είναι παραδοσιακό να ζητήσει το χέρι της κοπέλλας από τον πατέρα της. Όταν η κοπέλλα (κι ο πατέρας της) δεχτούν τη πρόταση γάμου, καλούν τον παπά γιά να ευλογήσει τα δαχτυλίδια και τον αρραβώνα. (Η τελετή του αρραβώνα συμπεριλαμβάνεται στην τελετή του γάμου). Τα δαχτυλίδια του αρραβώνα είναι οι βέρες του γάμου. Ο παπάς ευλογεί τις βέρες και τις βάζει στο αριστερό χέρι του άντρα καί της γυναίκας. Οι βέρες παραμένουν στο αριστερό χέρι μέχρι την ημέρα του γάμου. Κατά την διάρκεια της τελετής του γάμου ο παπάς βάζει τη βέρες στο δεξί χέρι του γαμπρου και της νύφης όπου συνήθως παραμένουν. Οι ευχές του αρραβώνα είναι "Καλά Στέφανα" και "Η ώρα η καλή".
Κυρίως τα παλιά χρόνια, αλλά μέχρι και σήμερα σε μερικές περιοχές της Ελλάδας, οι προετοιμασίες του γάμου γιά τις κοπέλλες αρχίζαν όταν ήταν ακόμη μωρά παιδιά. Οι μητέρες έφτιαχναν τα προικιά γιά τις κόρες τους (σεντόνια, πετσέτες, κεντητά) και μάζευαν όλα τα απαραίτητα γιά το νοικοκυριό τους. Η προίκα επίσης συμπεριλάμβανε χωράφια, κοπάδια ζώων, και χρήματα. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, ο πατέρας της νύφης ήταν υπεύφθηνος να δώσει επιπλωμένο σπίτι στην κόρη και στο γαμπρό του!
Το μυστήριο του γάμου δεν επιτρέπεται στις εξείς μέρες:
5-6 Ιανουαρίου (των Φωτών)
Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και Μεγάλης Εβδομάδας
Κατά τη διάρκεια του Δεκαπενταυγούστου (1-15 Αυγούστου)
29 Αυγούστου (Αποκεφάλιση του Ιωάννου του Προδρόμου)
14 Σεπτεμβρίου (Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού)
13-25 Δεκεμβρίου
Δεσποτικές Εορτές (Όλες τις γιορτές του Χριστού)
Στο νησί της Κώ, μερικές μέρες πρίν από το γάμο, έβγαιναν δυό νέες κοπέλλες, ή η μητέρα της νύφης, και πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι γιά να καλέσουν όλες τις οικογένειες στο γάμο. Πριν από το γάμο (συνήθως την Παρασκευή ή το Σάββατο βράδυ), γινόταν το "νυφοστόλι". Γιά το νυφοστόλι ελεύθερες (ανύπαντρες) κοπέλλες στόλιζαν το σπίτι της νύφης, με όλα τα προικιά της (κεντητά, κουβέρτες, σεντόνια, κλπ.). Εκεί παραβρίσκονταν όλοι οι συγγενείς και φίλοι, αλλά όχι ο γαμπρός, γιά να καμαρώσουν την καλοπροικισμένη, και προκομένη νύφη (πολλά από τα προικιά τα έφτιαχνε η ίδια η νύφη). Οι καλεσμένοι έραιναν το νυφικό κρεββάτι με λουλούδια, φλουριά, κι άλλα χρήματα.
Την ημέρα του γάμου, γινόταν το στόλισμα της νύφης, όπου γυναίκες βοηθούσαν τη νύφη να χτενιστεί και να ντυθεί καθώς τραγουδούσαν τα σχετικά τραγούδια. Την ίδια ώρα, βιολιά και λαούτα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού γιά το ξύρισμα του γαμπρού και του κουμπάρου. Μετά από το ξύρισμα, τα βιολιά και λαούτα συνόδευαν το γαμπρό και τους δικούς του, στην εκκλησία, και μετά πήγαιναν στο σπίτι της νύφης γιά να την συνοδέψουν κι εκείνη με τους δικούς της στήν εκκλησία.
Κατά την τελετή του γάμου ο κουμπάρος και η κουμπάρα αλλάζουν πρώτα τα δαχτυλίδια, τρείς φορές, και μετά τα στέφανα, επίσης τρεις φορές. Οι καλεσμένοι παραστέκονταν γύρω από το ζευγάρι, και στο χορό του Ησαϊα έραιναν τη νύφη και το γαμπρό με κουφέτα και ρύζι (γιά να ριζώσουν), και συγχρόνως χτυπούσαν τον κουμπάρο στην πλάτη φωνάζοντας "Άξιος".
Τά στέφανα του γάμου συμβολίζουν βασιλικές κορώνες γιατί η νύφη κι ο γαμπρός θα είναι βασίλισσα και βασιλιάς στο σπιτικό τους. Μετά από τον γάμο, ο γαμπρός και η νύφη βγάζουν τα στέφανα και τα βάζουν μέσα στην στεφανοθήκη. Την στεφανοθήκη την στολίζουν συνήθως πάνω από το νυφικό κρεββάτι, ή κοντά στο εικονοστάσιο. Μέχρι να τοποθετήσει ο παπάς τα στέφανα πάνω στα κεφάλια της νύφης και του γαμπρού, τα στέφανα είναι μέσα σ' ένα δίσκο γεμάτο με κουφέτα. Είναι παράδοση κι έθιμο να πάρουν οι ελεύθερες κοπέλλες κουφέτα από τον δίσκο, και να τα βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους. Την τρίτη βραδυά πιστεύουν ότι θα δούνε σέ όνειρο τον άντρα που θα παντρευτούν. Άλλο ένα έθιμο είναι ή νύφη να γράψει με μολύβι τα ονόματα ελεύθερων κοριτσιών στον πάτο του παπουτσιού της. Το πρώτο όνομα που θα σβήσει είναι της κοπέλλας που θα παντρευτεί πρώτα.
Όταν ο ψάλτης διαβάζει τον Απόστολο, στο σημείο που λέει "Η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα" ο γαμπρός πατάει στα κρυφά της νύφης το πόδι, αλλά μερικές φορές τον προλαβαίνει η νύφη και τον πατάει εκείνη πρώτα. Οι καλεσμένοι σ'αυτό το σημείο βλέπουν τά πόδια του γαμπρού και της νύφης γιά να δούνε ποιός θα πρωτοπατήσει τον άλλον!
Ο παππάς δείνει στη νύφη και στο γαμπρό να πιούνε κόκκινο γλυκό κρασί από το ίδιο ποτήρι. Οσο κρασί παραμείνει στο ποτήρι, πρέπει να το πιεί ο κουμπάρος κι η κουμπάρα όταν τελειώσει η τελετή.
Μετά το Μυστήριο του Γάμου, πηγαίνουν πρώτα οι γονείς της νύφης και του γαμπρού, και φιλάνε τα στέφανα και μετά τους νιόπαντρους. Η νύφη κι ο γαμπρός κατόπι βγαίνουν στον νάρθηκα της εκκλησίας όπου όλοι οι καλεσμένοι τους εύχονται "Να ζήσετε". Στην Ελλάδα, μετά την τελετή του γάμου όλοι οι καλεσμένοι πέρνουνε από μιά μπουμπουνιέρα. Η μπουμπουνιέρα ειναι κουφέτα τυλιγμένα σε τούλι. Ο αριθμός των κουφέτων πρέπει να είναι μονός, συνήθως τρία ή πέντε. Στην Αμερική, τις μπουμπουνιέρες τις δίνουν στους καλεσμένους μετά το γλέντι. Μετά από την εκκλησία πάνε όλοι οι καλεσμένοι στο γλέντι του γάμου όπου παίζουν λαούτα και βιολιά και χορεύουν τους παραδοσιακούς χορούς. Η νύφη ανοίγει το χορό συνήθως με το τραγούδι "Ωραία πουν' η νύφη μας κι ωραία τα προικιά της" . Καθώς η νύφη χορεύει, και καθ' όλη τη διάρκεια του πανηγυριού, οι καλεσμένοι καρφιτσώνουν χαρτονομίσματα πάνω στο νυφικό της.
Μετά από το πανηγύρι, ο γαμπρός και η νύφη φεύγουν γιά το γαμήλιο ταξίδι (ή Μήνα του Μέλιτος). Το γαμήλιο ταξίδι ήταν μυστικό. Κανένας δεν έπρεπε να ξέρει που θα έπαιρνε ο γαμπρός τη νύφη. Όλη τη πρώτη χρονιά του γάμου δεν επίτρεπαν στη νύφη να στενοχωριέται, να πάει σε κηδεία, ούτε ακόμα να φάει κόλλυβα.
Ένας από τους πιό αστείους Ελληνικούς λαϊκούς θρύλους είναι ο θρύλος των καλικάντζαρων. Οι καλικάντζαροι είναι κάτι μικρά αστεία πλάσματα που μένουν στα βάθη της γής και όλο το χρόνο προσπαθούν να κόψουν τον κορμό της γης. Κοντεύουν να το κατορθώσουν όταν φτάσουν τα Χριστούγεννα αλλά τότε ανεβαίνουν στη γη γιά όλο το Δωδεκαήμερο (από τις 25 Δεκεμβρίου μέχρι τις 6 Ιανουαρίου). Όσο βρίσκονται πάνω στη γη, κάνουν ένα σωρό ανοησίες γιά να μας πειράζουν. Μάλιστα ότι απρόβλεπτο συμβεί κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου, πολύ λένε ότι φταίν τα καλικαντζαράκια. Πολλοί γιά να μην αφήσουν τους καλικάντζαρους να μπούν στο σπίτι τους (συνήθως μπαίνουν από το τζάκι), ανάβουν το τζάκι όλο το Δωδεκαήμερο. Οι καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά, το φως, το σταυρό, και τον αγιασμό. Γι αυτό λοιπόν όταν φτάσει ο Μεγάλος Αγιασμός και τα Θεοφάνεια τα καλικαντζαράκια φεύγουν. Όταν όμως γυρίσουν πίσω στα βάθη της γης, βρίσκουν τον κορμό της ολόγερο από θαύμα του Χριστού, κι έτσι αρχίζουν από την αρχή γιά να κόψουν το κορμό και να καταστρέψουν τον κόσμο.
Την παραμονή των Χριστουγέννων, τα παιδάκια πάνε από σπίτι σε σπίτι (πολλά παιδιά κρατάνε τρίγωνα) για να πούνε τα κάλαντα. Χτυπούν την πόρτα, κι όταν ανοίξει ο νοικοκύρης, ή η νοικοκυρά, ρωτάνε: "Να τα πούμε;" (αν υπάρχει πένθος στο σπιτικό δεν κάνει να τα πούνε). Όταν τους απαντήσουν: "Να τα πείτε", αρχίζουν:
Καλήν εσπέραν άρχοντες
κι αν είναι ορισμός σας
Χριστού τη θεία γέννηση
να πω να πω στ'αρχοντικό σας....
Όταν τελειώσουν τα κάλαντα τα παιδιά φωνάζουν "Χρόνια Πολλά", οι νοικοκύρηδες του σπιτιού τούς δίνουν γλυκίσματα, ή χρήματα, και τα παιδιά πηγαίνουν σε άλλο σπίτι.
Στήν Ελλάδα η Χριστουγεννιάτικη Λειτουργία γίνεται την Παραμονή των Χριστουγέννων κατά τα μεσάνυχτα. Όταν τελειώσει η λειτουργία των Χριστουγέννων και οι πιστοί γυρίσουν σπίτι, πολλές οικογένειες τρώνε σούπα αυγολέμονο, χριστόψωμο, κουραπιέδες, και μελομακάρονα. Το παραδοσιακό Χριστουγεννιάτικο γεύμα είναι η γαλοπούλα με γέμιση. Στην Ελλάδα δεν ανταλλάζουν δώρα τα Χριστούγεννα, αλλά την Πρωτοχρονιά.
Τα περισσότερα Ελληνικά σπίτια έχουν στολισμένα Χριστουγεννιάτικα δέντρα (έλατα) που τα ξεστολίζουν του Αη-Γιαννιού, στις 7 Ιανουαρίου. Σε μερικά σπίτια όμως, ιδίως σε πόλεις με λιμάνια, στολίζουν μικρά καράβια αντί γιά δέντρα τα Χριστούγεννα.
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς πολλές Ελληνικές οικογένειες παίζουν χαρτιά κι άλλα παιχνίδια της τύχης, μέχρι τα ξημερώματα. Πολλοί πηγαίνουν σε πάρτυ που λέγονται "ρεβεγιόν". Μάλιστα πριν από την παραμονή της πρωτοχρονιάς πολύ ρωτούν: "Που θα ρεβεγιονάρετε φέτος;" Όταν πιά μπεί ο καινούργιος χρόνος όλοι εύχονται "Καλή Χρονιά" ή "Χρόνια Πολλά" τις πρώτες μέρες του χρόνου.
Άλλο έθιμο της Πρωτοχρονιάς είναι το κόψιμο της Βασιλόπιτας. Η Βασιλόπιτα είναι κέϊκ ή τσουρέκι (το σχήμα της πρέπει να είναι στρογγυλό), που μέσα έχει ψηθεί ένα νόμισμα τυλιγμένο σε χρυσόχαρτο. Η μητέρα μας πάντα σημειώνει πάνω στην Βασιλόπιτα, με αμυγδαλόψυχες, ΧΠ γιά Χρόνια Πολλά. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μόλις τ' ωρολόϊ χτυπήσει μεσάνυχτα, ο/η επικεφαλής του σπιτιού κόβει τη Βασιλόπιτα. Το πρώτο κομμάτι είναι του Χριστού, το δεύτερο της Παναγίας, το τρίτο συνήθως της Εκκλησίας, το τέταρτο του Φτωχού, κι από το πέμπτο και πέρα, κάθε μέλος της οικογένειας παίρνει από ένα κομμάτι, αρχίζοντας από το πιό ηλικιωμένο μέλος και τελειώνοντας με το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Όποιος βρεί το νόμισμα μέσα στο κομμάτι του, κερδίζει τα χρήματα που έχει καθορίσει ο/η επικεφαλής της οικογένειας πριν να κοπεί η Βασιλόπιτα, και θρυλείται ότι θα έχει Καλή Τύχη όλο το χρόνο. Άν το νόμισμα βρεθεί σ' ένα από τα κομμάτια του Χριστού, της Παναγίας, ή της Εκκλησίας, τότε τα χρήματα πρέπει να τα δώσουμε στην Εκκλησία. Αν το νόμισμα βρεθεί στο κομμάτι του φτωχού, τότε τα χρήματα πρέπει να τα δώσουμε σε κάποιο φτωχό, ζητιάνο, ή στην Φιλόπτωχο.
Την Πρωτοχρονιά επίσης τραγουδάμε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς:
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
Ψιλή μου δεντρολιβανιά
Κι αρχή κι αρχή καλός μας χρόνος
Εκκλησιά, εκκλησιά με τ' Άγιο Θρόνος...
Η Πρώτη Ιανουαρίου είναι η γιορτή του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου. Στην Ελλάδα πιστεύουν ότι ο Αη-Βασίλης φέρνει τα δώρα την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έτσι λοιπόν όλοι ανταλλάσσουν δώρα γιά την Πρωτοχρονιά και όχι τα Χριστούγεννα.
Κι άλλο έθιμο είναι να φτιάχνεις μπακλαβά γιά την Πρωτοχρονιά, ίσως επειδή είναι τόσο γλυκός, να γλυκάνει όλο τον χρόνο. Στήν Κω άλλο ένα έθιμο είναι η "μπουλιστρίνα" , δηλαδή χρήματα, που πολλοί συγγενείς δείνουν στα παιδιά αντί γιά δώρα.
Επίσης στην Ελλάδα πιστεύουν ότι όπως πάει ή πρώτη μέρα του χρόνου, θα πάει όλος ο χρόνος! Κι ο πρώτος επισκέπτης του χρόνου ευχόμαστε να μας φέρει "Καλό Ποδαρικό", δηλαδή καλή τύχη γιά όλη την χρονιά. Αν πάμε επίσκεψη κάπου την Πρωτοχρονιά πρέπει να μπούμε στο σπίτι τους με το δεξί πόδι πρώτα.
Την παραμονή των Θεοφανείων είναι νηστεία ως προετοιμασία γιά τον Μεγάλο Αγιασμό. Την παραμονή των Φωτών γίνεται ό Μικρός Αγιασμός, που μπορούμε να πιούμε χωρίς νηστεία. Τον Μεγάλο Αγιασμό όμως, πρέπει να νηστέψουμε πρίν να τον πιούμε.
Ανήμερα των Φωτών, μετά την Λειτουργία, γίνεται η Κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, (ή λίμνη, ή ποτάμι). Ο ιερέας πετάει ένα σταυρό μέσα στο νερό, (συνήθως ο σταυρός είναι δεμένος πάνω σε σκοινί γιά να μη χαθεί), και πολλοί νέοι βουτούν γιά να πιάσουν τον σταυρό. Είναι εξαιρετική τιμή γιά όποιον βρεί και πιάσει τον σταυρό. Σε μερικά μέρη της Ελλάδας αφήνουν τρία άσπρα περιστέρια ελεύθερα να πετάξουν μόλις ρείξουν το σταυρό, που συμβολίζουν την Αγία Τριάδα (τρία περιστέρια), και το Άγιο Πνεύμα που φανερώθηκε "εν είδη περιστεράς" όταν ο Ιησούς βαφτιζόταν στον Ιορδάννη. Ο παππάς και οι πιστοί ψάλλουν το απολυτίκιο "Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου Κύριε..." κατά τη διάρκεια της Καταδύσεως του Σταυρού.
Επίσης είναι έθιμο τον Ιανουάριο να ευλογήσει ο παππάς τα σπίτια μας με αγιασμό (να μας 'γιάσει).
Οι Απόκριες συνήθως πέφτουν μέσα στον Μάρτιο. Οι Απόκριες διαρκούν δύο βδομάδες. Αρχίζουν την Κυριακής της "Κρεοφάγου", και τελειώνουν με την αρχή της Μεγάλης Τεσαρακοστής, την Καθαρά Δευτέρα. Μεγάλοι και παιδιά πάνε σε Αποκριάτικα γλέντια όπου ντύνονται μασκαράδες (ή ¨καμουζέλες" κι "αλαφάκια" όπως λένε στην Κω) και γιορτάζουν πριν ν'αρχίσει η Σαρακοστή. Πολλές πόλεις στην Ελλάδα έχουν καρναβάλια όπου μασκαράδες παρελαύνουν στους δρόμους.
Η Καθαρά Δευτέρα είναι η πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής. Την Καθαρά Δευτέρα όλοι πάνε εκδρομή στην εξοχή όπου πετάνε χαρταετούς, και τρώνε νηστήσιμα φαγητά (χταποδάκι, γαρίδες, λαγάνες, ελιές, κλπ.).
Την πρώτη του Μαρτίου στο νησί της Κως είναι έθιμο γιά αγόρια και κορίτσια να φορέσουν τον "μάρτη" στο μπράτσο ή στο δάχτυλό τους, γιά να μήν τους πιάνει ο ήλιος. Ο μάρτης είναι σαν βραχιόλι που φτιάχνουν συνήθως οι νιόπαντρες με κόκκινη και άσπρη μεταξωτή κλωστή.
Πρίν ν'αρχίσει η Μεγάλη Εβδομάδα γιορτάζουμε πρώτα το Σάββατο του Λαζάρου, που ο Χριστός ανάστησε τον φίλο του τον Λάζαρο ώς προειδοποίηση γιά την δική Του Ανάσταση. Την άλλη μέρα γιορτάζουμε την Κυριακή των Βαίων όπου ο Κύριος μπήκε με τιμή στα Ιεροσόλυμα. Μετά την Λειτουργία ο παππάς ευλογεί και μας δείνει βάγενους σταυρούς. Τους βάγιενους σταυρούς τους βάζουμε στ' αυτοκίνητα, και όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία. Είναι έθιμο να φάμε ψάρι των Βαγιών όπως μας λέει και το ποίημα:
Βάγια, βάγια των βαγιών
τρώμε ψάρι και κολιόν
και την άλλη Κυριακή
τρώμε το ψητό αρνί!
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι πένθιμος περίοδος όπου θυμώμαστε τα Πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Δεν επιτρέπονται γλέντια ούτε άλλες διασκεδάσεις, όλη την εβδομάδα. Κάθε ιερή ακολουθία της Μεγάλης Βδομάδας εξιστορίζει τά Πάθη του Χριστού. Γίνεται μάλιστα αυστηρή νηστεία καθόλη την εβδομάδα και κυρίως την Μεγάλη Παρασκευή.
Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος:
Την Κυριακή των Βαίων το βράδυ και την Μεγάλη Δευτέρα το βράδυ γίνεται η Ακολουθία του Νυμφίου. Θυμόμαστε επίσης την περίπτωση του Ιωσήφ, που παρόλο που ήταν γεμάτος καλοσύνη, τ' αδέλφια του τον πούλησαν γιά σκλάβο. Η Εκκλησία μας τον παραλληλίζει με τον Χριστό.
Την Μεγάλη Τρίτη το βράδυ γίνεται η Ακολουθία του Νυμφίου και θυμόμαστε την αμαρτωλή γυναίκα που ήρθε συντριμμένη και άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρα και δάκρυα. Ακούμε το ωραίο τροπάριο της Κασσιανής, που ψάλλεται το βράδυ: "Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή...".
Την Μεγάλη Τετάρτη το πρωί γίνεται η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, και το απόγευμα ή βράδυ γίνεται το Μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου. Στο Ευχέλαιο ο παπάς διαβάζει εφτά ευαγγέλια, κι εφτά ευχές γιά να ευλογήσει λάδι που το χρησιμοποιούμε γιά την θεραπεία ψυχικών και σωματικών ασθενειών. Μετά την ακολουθία του Αγίου Ευχελαίου, ο παππάς μας σταυρώνει με λάδι στο μέτωπο, μάγουλα, σαγόνι, και χέρια. Η Μεγάλη Τετάρτη είναι η ημέρα προδοσίας του Ιούδα.
Η Μεγάλη Πέμπτη είναι η ημέρα του Μυστικού Δείπνου. Την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί γίνεται η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και λένε ότι είναι καλό να κοινωνήσεις την Μεγάλη Πέμπτη. Την Μεγάλη Πέμπτη είναι έθιμο να βάψεις κόκκινα Πασχαλιάτικα αυγά. Το βράδυ γίνεται ο Εσπερινός των Δώδεκα Ευαγγελίων (που διηγούνται τα πάθη του Χριστού). Μετά το πέμπτο Ευαγγέλιο γίνεται η περιφορά του Εσταυρωμένου. Τα παππαδάκια προχωρούν μπροστά με λαμπάδες, ένα από τα παππαδάκια θυμιάζει, ακολουθεί ο παππάς σηκώνοντας τον Σταυρό με τον Χριστό, με αναμμένα κεριά πάνω στον Σταυρό, και γίνεται η περιφορά μέσα στην Εκκλησία καθώς όλοι ψάλλουν τον συγκλονιστικό ύμνο "Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν είδασει την γή κρεμάσας....". Μετά τον εσπερινό γυναίκες στολίζουν τον επιτάφιο με λουλούδια.
Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η ημέρα της Ταφής του Χριστού. Το πρωί γίνεται η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών. Το απόγευμα γίνεται η Ακολουθία της Αποκαθήλωσης όπου ο παπάς βγάζει το σώμα του Χριστού από τον Σταυρό και τον τοποθετεί μέσα στον Επιτάφιο. Μετά την Αποκαθήλωση όλοι ασπάζονται τον Επιτάφιο, και τα παιδιά περνάνε κάτω από τον Επιτάφιο τρεις φορές. Στην Ελλάδα οι πιστοί πάνε από εκκλησία σε εκκλησία γιά να προσκυνήσουν τους διάφορους Επιτάφιους. Το βράδυ γίνεται η ακολουθία του Επιτάφιου Θρήνου και η Περιφορά του Επιτάφιου. Στην Ελλάδα περιφέρουν τον Επιτάφιο σε όλο το χωριό, ή πόλη, και πολλές φορές οι περιφορές των διάφορων εκκλησιών συναντιούνται και συνεχίζουν μαζί την περιφορά. Είναι έθιμο την Μεγάλη Παρασκευή να πιούμε ξύδι όπως έδωσαν του Χριστού όταν ήταν πάνω στο Σταυρό και είπε ότι διψούσε.
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί γίνεται η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Είναι η προαναγγελία του μεγάλου γεγονότος με την φράση του ιερέα: "Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην...". Και το βράδυ γίνεται η Ακολουθία της Αναστάσεως. Είναι συνήθιο ο νονός ή η νονά ν' αγοράσουν την Λαμπάδα της Λαμπρής γιά τα βαφτιστικά τους. Όλοι ντύνονται με καινούργια ρούχα και πηγαίνουν στην Εκκλησία. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όλα τα φώτα της εκκλησίας σβήνουν, και πέφτει παντού σκοτάδι. Μόλις έρθουν τα μεσάνυχτα ο παπάς ψάλλει το "Δεύτε λάβετε φως" και βγαίνει με την λαμπάδα του αναμμένη μέσα από την Ωραία Πύλη, και δίνει το φως σ' όλους τους εκκλησιαζόμενους (ο ένας το δίνει στον άλλον). Μετά όλοι βγαίνουν έξω όπου ο παππάς διαβάζει το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως και μόλις τελειώσει όλοι ψάλλουν:
"Χριστός Ανέστη εκ νεκρών
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασι, ζωήν χαρισάμενως"
Στην Ελλάδα μόλις ψάλλουν το Χριστός Ανέστη αρχίζουν πυροτεχνήματα. Η Εκκλησία συνήθως αδειάζει, παρόλο που ακολουθεί Θεία Λειτουργία κι ο κατηχητικός λόγος του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Μετά την Ανάσταση οι πιστοί πέρνουν το Άγιο Φως στο σπίτι με τις λαμπάδες τους, και κάνουν το σχήμα του σταυρού με τον καπνό της λαμπάδας στην είσοδο του σπιτιού. Μετά ανάβουν το καντήλι με το Άγιο Φως που προσπαθούν να το κρατήσουν τουλάχιστον τρεις με σαράντα μέρες. Μετά τρώνε το Πασχαλινό Γεύμα, που είναι συνήθως η μαγειρίτσα (σούπα απο αρνίσια ή βοδινά εντόσθια). Τσουγκρίζουν επίσης αυγά, και τρώνε κουλούρια και τσουρέκια. Στο νησί της Κως φτιάχνουν λαμπρόπιττες, που είναι σάν τυρόπιττες. Γιά τις λαμπρόπιττες βάζουν ζυμάρι μέσα σε στρογγυλό ταψί, φτιάχνουν σαν πηγάδι μέσα στη μέση της ζύμης, το γεμίζουν με γέμιση από τυρί και αυγά, και τις αλείφουν με αυγό πριν να τις ψήσουν.
Την Κυριακή του Πάσχα σε πολλά μέρη της Ελλάδας ψήνουν το αρνί στη σούβλα, μαζί με το κοκορέτσι. Τό αρνί που τρώμε το Πάσχα συμβολίζει τον Χριστό που θυσιάστηκε σαν το αρνί γιά τη δική μας σωτηρία.
Το απόγευμα στην Εκκλησία, γίνεται ο Εσπερινός της Αγάπης (γιατί οι χριστιανοί ανταλλάσσουν αδελφικό ασπασμό) όπου διαβάζουν το Ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες.
Το πότε θα εορτάζετει το Πάσχα, καθορίστηκε από την Πρώτη Οικουμενική σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Αποφασίστηκε να εορτάζεται το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας (και μετά το Πάσχα των Ιουδαίων).
Γιά σαράντα μέρες οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί χαιρετούν ο ένας τον άλλον λέγοντας "Χριστός Ανέστη" και απαντώντας "Αληθώς Ανέστη".
Οταν δούμε έγκυος γυναίκα συνήθως της ευχόμαστε "Καλή Λευτεριά" . Ο Άγιος Ελευθέριος είναι προστάτης των εγκυμονούσων.
Όταν το μωρό γεννηθεί συνήθως δίνουμε το όνομα της γιαγιάς ή παππού του. Σε πολλές περιοχές στην Ελλάδα, το πρώτο παιδί ονομάζεται από την μεριά του πατέρα. Σε αλλες περιοχές, αν το πρώτο παιδί είναι κορίτσι, τότε ονομάζεται από την μεριά της μητέρας. Το μεσαίο όνομα του παιδιού (αγόρι ή κορίτσι), είναι συνήθως το όνομα του πατέρα στην κτητική (Στυλιανός Νικολάου Σοφός).
Γιά σαράντα μέρες δεν επιτρέπεται ούτε μητέρα, ούτε μωρό να πάνε πουθενά. Η νέα μητέρα λέγεται "λεχώνα" γιά σαράντα μέρες μετά από την γέννα. Πολύ πιστεύουν ότι είναι κακή τύχη να σ΄επισκεφτεί λεχώνα. Αν έρθει λεχώνα στο σπίτι σου πρέπει να την βάλεις να πατήσει κλειδί για να μην έρθει κακό στο σπίτι σου. Στίς σαράντα μέρες, (όταν Σαραντήσουν) μητέρα και μωρό πρέπει να πάνε στην εκκλησία γιά να διαβάσει ο παπάς την ευχή όπως έκανε η Παναγία με τον Χριστό. Πριν από τις σαράντα μέρες δεν επιτρέπεται ούτε μητέρα, ούτε μωρό να μπούνε στην εκκλησία. Αν προσπεράσουν σαράντα μέρες, πρέπει να περιμένουν άλλες σαράντα γιά να τούς διαβάσει ο παπάς την ευχή. Αν είναι αγόρι, ο παππάς το παίρνει μέσα στό ιερό, αν όμως είναι κορίτσι δεν μπαίνει στο ιερό.
Πολλά μωράκια φοράνε φυλαχτό που το καρφιτσώνουν με παραμάνα πάνω στο αριστερό τους πλευρό. Το φυλαχτό είναι συνήθως φτιαγμένο από ύφασμα που έχει μέσα κάτι ιερό (λουλούδι από τον Επιτάφιο, ξύλο από τον Τίμιο Σταυρό, χώμα από τα Ιεροσόλυμα). Μαζί με το φυλαχτό βάζουμε πάνω στην παραμάνα σταυρό, και μερικές φορές και ματάκι γιά να προστατέψουμε το μωρό από κάθε κακό, κι από την βασκανία.
Όταν το μωρό χασμουριέται, του σταυρώνουμε το στόμα γιά να μην πάθει κανένα κακό.
Δεν πρέπει να κόψεις τα μαλλιά του μωρού πρίν να βαφτιστεί. Ο παππάς κόβει μιά τούφα από τα μαλλιά του μωρού γιά πρώτη φορά στην Βάφτιση.
Γιά την τελετη της Βαφτίσεως, ο νονός/νονά, πρέπει να είναι Ορθόδοξος Χριστιανός, και πρέπει να φέρει τα εξής στην Εκκλησία:
2 άσπρες μικρές πετσέτες (γιά να σκουπίσουν ο παπάς και ο νονός τα χέρια τους μετά την βάφτιση)
1 άσπρη μεγάλη πετσέτα (γιά να τυλίξουν και να σκουπίσουν το μωρό)
1 άσπρο σεντόνι (χρησιμοποιήται μαζί με την πετσέτα που τυλίγουν το μωρό)
1 μικρό μπουκάλι ελιόλαδο (γιά να ρίξει ο παπάς μέσα στο νερό της κολυμβήθρας)
1 κομμάτι σαπούνι (γιά να σαπουνίσουν ο παπάς και ο νονός τα χέρια τους μετά την βάφτιση)
3 άσπρα κεριά (που τα ανάβουν μετά την βάφτιση όταν όλοι γυρίζουν γύρω από την κολυμβήθρα)
Άσπρη βαφτιστική φορεσιά
Χρυσός σταυρός με αλυσίδα (γιά να φορέσει το μωρό μετά από το Χρίσμα)
Η Βάφτιση είναι μιά από τις πιό σημαντικές μέρες στή ζωή του Ορθόδοξου Χριστιανού. Ή βάφτιση γίνεται συνήθως τον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού μετά που θα σαραντήσει. Η τελετή της Βαφτίσεως αρχίζει στον νάρθηκα της εκκλησίας όπου οι γονείς παραδείνουν το παιδί τους στον νονό ή στην νονά. Ο νονός/νονά μιλάει εκ μέρους του μωρού και επικυρώνει την πίστη του στον Ιησού Χριστό καθώς απαρνιέται τον Σατανά, και λέει το "Πιστεύω". Μετά ο παπάς με τους γονείς, τον νονά/νονά προχωρούν μπροστά στην εκκλησία και κάποια γυναίκα παίρνει το μωρό (συνήθως μιά ή και οι δυό γιαγιάδες του μωρού) το ξεντύνουν και το τυλίγουν μέσα σε άσπρη πετσέτα. Ο ιερέας ευλογεί το νερό της κολυμβήθρας(που μοιάζει με μεγάλο δισκοπότηρο), και ρείχνει μέσα λάδι (που έφερε ο νονός/νονά). Ο παπάς βυθίζει το γυμνό μωρό μέσα στην κολυμβήθρα , και το αλείφει τριγύρω με νερό και λάδι. Το μωρό βυθίζεται στην κολυμβήθρα τρεις φορές "Εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος". Μετά ο ιερέας βγάζει το μωρό από το νερό και το παραδείνει στον νονό/νονά μέσα σε άσπρο σεντόνι και πετσέτα. Μετά γίνεται το Μυστήριο του Χρίσματος, όπου ο Ιερέας μυρώνει το μωρό με "μύρος" (λάδι που έχει αγιάσει ο Πατριάρχης) και κόβει μαλλιά από το κεφάλι του μωρού. Ο παπάς επίσης ευλογεί τά εσώρουχα του μωρού και το παίρνουν γιά να το ντύσουν με ολόασπρη φορεσιά. Οταν το μωρό ντυθεί και βάλει χρυσό σταυρό πάνω σε αλυσίδα, το παίρνει ο νονός/νονά, ανάβουν μιά μεγάλη λαμπάδα και μικρά κεράκια που συνήθως κρατάνε μικρά παιδιά, και όλοι γυρίζουν γύρω γύρω από την κολυμβήθρα, μαζί με τον παπά, τρείς φορές. Μετά το μωρό κοινωνάει γιά πρώτη φορά. Όταν τελειώσει η τελετή οι γονείς πρέπει να φιλήσουν το χέρι του νονού/νονάς γιά να παραλάβουν το μωρό κι όλοι οι συγγενείς και φίλοι τους εύχονται "Να σας ζήσει".
Όταν όλοι δώσουν τις ευχές τους, αρχίζει το γλέντι (σε σπίτι, καφενείο, ή εστιατόριο). Το γλέντι γιά την Βάφτιση μοιάζει πολλές φορές με γλέντι γάμου, με μπόλικο φαγητό, λαούτα, και βιολιά.
Γιά τρείς μέρες μετά την βάφτιση, το μωρό δεν πρέπει να κάνει μπάνιο. Το νερό από το πρώτο μπάνιο μετά την Βάφτιση πρέπει να το χρησιμοποιήσεις γιά να ποτίσεις λουλούδια ή φυτά. Για τρεις Κυριακές μετά την Βάφτιση το μωρό πρέπει να κοινωνήσει ντυμένο στα βαφτιστικά. Συνήθως το μωρό το σηκώνει ο νονός/νονά και κάποιος πρέπει να τούς ακολουθάει, κρατώντας αναμένη την Λαμπάδα. Το μωρό πρέπει να το κρατάς στην δεξιά σου πλευρά όταν κοινωνάει.
Είναι παράδοση στην Ελλάδα γιά τους νονούς/νονές να βαφτίζουν ή όλο κορίτσια, ή όλο αγόρια γιατί παραδοσιακά δεν επιτρέπεται να παντρευτούν άντρας με γυναίκα που έχουν τον ίδιο νονό ή νονά. Στα μάτια της εκκλησίας είναι σαν αδέλφια. Λέγονται μάλιστα "καλαδέλφια".
Το εικονοστάσιο είναι το προσκυνητάριο του σπιτιού. Είναι συνήθως φτιαγμένο από ξύλο με τζαμόπορτα μπροστά, και ακοίμητο (συνήθως ηλεκτρικό) φως, και πρέπει να κρεμαστεί σε ανατολικό τοίχο μέσα στο σπίτι. Μέσα στο εικονοστάσιο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί βάζουν όλες τις εικόνες τους, το καντήλι, το θυμιατό, λουλούδια από τον Επιτάφιο, αγιασμό, και άλλα πράγματα με θρησκευτική σημασία.
Διάφορα άλλα έθιμα και παραδόσεις
- Όταν αγοράσουμε μιά καινούργια εικόνα, την παίρνουμε στην εκκλησία όπου ο παππάς την βάζει κάτω από την Αγία Τράπεζα γιά σαράντα μέρες.
- Βασκανία ή Μάτιασμα: Αν κάποιος σου κάνει κοπλιμέντο μπορεί να σε ματιάσει. Γιά ν' αποφύγεις το μάτιασμα πρέπει να σε "φτύσει" αυτός ή αυτή που σου κάνει το κοπλιμέντο και να πει "Φτου να μην σε ματιάξω" ή εσύ πρέπει να πεις στα κρυφά "Βελόνα στα μάτια σου" . Γιά να καταλάβεις αν είσαι ματιασμένος/ματιασμένη πρέπει να ρίξεις τρεις σταγόνες ελιόλαδο μέσα σ' ένα ποτήρι νερό. Αν το λάδι δεν σμίξει με το νερό τότε δεν έχεις το μάτι, αν όμως σμίξει τότε είσαι ματιασμένος/ματιασμένη. Γιά να ξεματιαστείς πρέπει να βρείς κάποιον που να ξέρει τις προσευχές γιά το ξεμάτιασμα. Πολλοί πιστεύουν ότι γιά να μην σε "πιάσει το μάτι" πρέπει να φοράς ματάκι (κόσμημα που μοιάζει με μπλέ μάτι). Ο καθένας πρέπει να έχει το δικό του ματάκι που δεν πρέπει να το δώσει σε κανένα.
- Δεισιδαιμονίες
Μην μασάς τσίχλα όταν σκοτεινιάσει, γιατί μασάς τα κόκκαλα των πεθαμένων
Τετάρτη και Παρασκευή τα νύχια σου μην κόψεις
και Κυριακή να μη λουστείς αν θέλεις να προκόψεις
Μην αφήνεις τα ρούχα σου ανάποδα την νύχτα γιατί θα ξεχνάς
Μην σφυράς τη νύχτα γιατί έρχονται τα κακά
Τρίτη και Δεκατρείς είναι χρουσουζιά
Όταν δεις στον ύπνο σου ότι κάποιος πεθαίνει πεθαίνουν τα κακά του
Όταν πας κάπου γιά επίσκεψη, πρέπει όταν φεύγεις πρέπει να βγείς από την ίδια πόρτα που μπήκες "Να μη χαλάσει το προξενιό"
Χτύπα ξύλο κούφια η ώρα (γιά να μην πάθεις κακό)
Όταν συναντήσεις νεκροφόρο να πιάσεις ένα κουμπί γιά να μην πάθεις κακό
Μην βλέπεις τήν νύχτα στον καθρέφτη γιατί θα πάθεις μάγια
Αν μετράς τ' αστέρια τη νύχτα θα βγάλεις μυρμηγκιές.
Edited by - Το ξωτικό on 06/12/2003 00:30:46
Στο δικο σου τοπικ μονο εγω θα γραφω?
Γραψε και εσυ κατι..
Φυσικά να ευχαριστήσω και τους υπόλοιπους συμμετέχοντες, δεν το συζητάω καν!
Ευχαριστώ! Πραγματικά είναι σημαντικό να γνωρίσουμε της παραδόσεις μας και κυρίως αυτές που έχουν να κάνουν με το αντι-υλικό (;) πεδίο.
Ξωτικούλι μου το topic δεν είναι δικό μου, είναι δικό μας!!!
Οι γνώσεις μου περιορισμένες έως μηδαμινές. Μαθαίνω όμως από αυτά που προσφέρετε εσείς! Ίσος ένας λόγος που ανοίχτηκε αυτό το topic. Όχι για να μάθω μόνον εγώ, αλλά να μάθουν γενικά η να εμπλουτίσουν της γνώσεις τους όσοι ενδιαφέρονται! (συμπεριλαμβάνομε στους μη γνώστες)
Θα επανέλθω όμως….![]()
Θα συνεχισω παλι με τις ιδιες παραδοσεις,ηθη και εθιμα τα οποια αναφερω και παραπανω,μονο που αυτη την φορα θα τα πω απο την μερια της Κρητης εν μερει.
- Αν θέλομε να μιλήσουμε, όχι για «τα ήθη και τα έθιμα», αλλά για το ήθος και τα έθιμα των Χριστουγέννων στην Κρήτη –και μάλιστα την παραδοσιακή Κρήτη– πρέπει να έχομε υπ’ όψιν μας πρώτα πρώτα τα εξής:
α) Τα παραδοσιακά ελληνικά Χριστούγεννα είναι όμοια σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, καθώς και στις περιοχές που (για ιστορικούς λόγους) ποτέ δεν μπήκαν στο ελληνικό κράτος, όπως ο Πόντος, η Καππαδοκία, η Βόρ. Ήπειρος κ.λ.π.. Παρά τις μικροδιαφορές στα έθιμα από τόπο σε τόπο, η βάση είναι κοινή: εκκλησιασμός, κάλαντα, γλυκά, φαγητά και βασιλόπιτα, αναμονή του άη Βασίλη, καλικάντζαροι, αγιασμός των υδάτων και φώτισμα (για ευλογία και ομαλότητα) με το «Μεγάλο Αγιασμό» των σπιτιών, των περβολιών και γενικά όλων των χώρων γύρω από τους οποίους κινούνταν η ζωή της οικογένειας.
Τα περισσότερα από τα έθιμα αυτά έχουν αρχαιοελληνική ή ρωμαϊκή προέλευση και παρέμειναν στη ζωή του ελληνικού χωριού με νέο, χριστιανικό, ένδυμα, γιατί εξυπηρετούσαν την ανάγκη των ανθρώπων να δώσουν νόημα στον κόσμο και να νιώσουν ασφάλεια για τη ζωή και τη σοδιά τους (θέμα επιβίωσης) αναθέτοντας την προστασία τους στις ανώτερες δυνάμεις που, ουσιαστικά, προσωποποιούσαν συμβολικά τη φύση –θα τα πούμε και παρακάτω αυτά.
β) Τα παραδοσιακά μας Χριστούγεννα είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια διαφορετική γιορτή από τα σύγχρονα (ίδια σε όλο τον κόσμο) Χριστούγεννα που έχει πλέον στο νου του ο «εκσυγχρονισμένος» καταναλωτής νεοέλληνας και της πόλης και του χωριού (αφού και οι δύο διαπαιδαγωγούνται και καθοδηγούνται στην καθημερινή τους ζωή από τη διαφήμιση και τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα).
Ας δούμε μερικές βασικές διαφορές:
Τα παλαιά Χριστούγεννα (ή μάλλον το Δωδεκάμερο) είχαν σημαντικό θρησκευτικό χαρακτήρα:
Ξεκινώντας από τη «Μικρή Σαρακοστή», το «Σαραντάημερο» (που άρχιζε την επαύριο της εορτής τ’ αγιού Φιλίππου, 14 Νοεμβρίου, που φιλεί η πηλιά το πέλαγος, δηλαδή δύει η πούλια στο Λυβικό Πέλαγος, και είναι γεμάτο εορτές και σκόλες) με την ψαροφαγία εκτός Τετάρτης και Παρασκευής ώς τ’ αγίου Σπυριδόνου (12 Δεκεμβρίου) ή τ’ άη Λευτέρη (15 Δεκεμβρίου), καταλήγαμε στον εκκλησιασμό και τη Θεία Κοινωνία την ημέρα των Χριστουγέννων και σ’ ένα γιορταστικό τραπέζι με ιδιαίτερη σημασία –αφού νηστεύαμε για σαράντα μέρες κι αφού, έτσι κι αλλιώς, το κρέας δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο στη διατροφή των παππουδοκεράδω μας (των παππούδων και των γιαγιάδων μας).
Σε χωριά της επαρχίας Αμαρίου μάλιστα (ας μιλήσουμε για Κρήτη) τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων βάζανε λίγη κοινή ζύμη σ’ ένα πιάτο και κάποια στιγμή, ενώ βεγγερίζανε (ξενυχτούσαν συζητώντας) περιμένοντας, η ζύμη ανέβαινε και γινόταν προζύμι. Τότε, κατά την πίστη των ανθρώπων, ήταν η ώρα που γεννάται ο Χριστός (ο Χριστός γεννάται κι ανασταίνεται κάθε χρόνο, γιατί για την Εκκλησία ο χρόνος έχει άλλους συμβολισμούς).
(Παρένθεση: στην Κρήτη λέγαμε Χριστόγεννα και όχι Χριστούγεννα.)
Προχωρώντας στην ημέρα τ’ άη Βασιλειού (πρωτοχρονιά) έχουμε την προσμονή ενός ταπεινού και καλού Έλληνα αγίου με τα μαύρα γένια και το σκούρο φτωχό ράσο, που έρχεται από την Καισάρεια της Καππαδοκίας (Μικρά Ασία) να ευλογήσει τα σπιτικά μας και να πάρει το δικό του κομμάτι από τη βασιλόπιτα (βγάζομε ένα του Χριστού, ένα τση Παναγίας, ένα τ’ άη Βασιλειού, ένα του φτωχού, ένα του σπιθιού, και μετά τα δικά μας –αν πέσει το φλουρί του Χριστού, τση Παναγίας ή τ’ άη Βασιλειού, το δίνομε στην εκκλησία).
Αυτός είναι ο άγιος Βασίλειος, ο φιλάνθρωπος επίσκοπος του 4ου αιώνα μ.Χ., ο άνθρωπος των γραμμάτων ο ταπεινός και θαυματουργός (ένας από τους Τρεις Ιεράρχες), και όχι ο πονηρούλης Santa Claus που εισήχθη από την Αμερική για να διαφημίσει αναψυκτικά και την πραμάτεια των εμπόρων. Καλός είναι κι αυτός (με την άσπρη γενειάδα και το βαθύ γέλιο και την ταλαιπωρία του –λόγω κοιλίτσας– να χωρέσει από τις καμινάδες)αλλά ο δικός μας, ο ρωμιός άγιος, είναι πιο άγιος, πιο βαθύς (σε νόημα), λιγότερο διαφημιστικός αλλά όχι λιγότερο αξιαγάπητος.
Για την ιστορία αναφέρω ότι ο Santa Claus, ο ευρωπαϊκός «Πατέρας των Χριστουγέννων», αντιστοιχεί στον άγιο Νικόλαο και για όλες τις χώρες (εκτός από την Ελλάδα) επισκέπτεται τα σπίτια τα Χριστούγεννα. Εμείς τον δεχόμαστε την πρωτοχρονιά, γιατί είναι η μέρα της εορτής του αγίου Βασιλείου, που είναι ο δικός μας «Πατέρας των Χριστουγέννων». Η μορφή του Santa Claus που ξέρουμε πλέον όλοι διαμορφώθηκε από τον αμερικανό σκιτσογράφο Τόμας Ναστ το 1862, με βάση παλαιότερες ευρωπαϊκές παραδόσεις, ενώ το κόκκινο χρώμα της στολής του το πήρε εξαιτίας του κόκκινου χρώματος γνωστού αμερικάνικου αναψυκτικού που χρησιμοποίησε τη μορφή του σε διαφημίσεις. Αρχικά ήταν ντυμένος στα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Την παραμονή τ’ Αγιασμού (των Φώτων –η λέξη στην Κρήτη προφέρεται με τέσσερις συλλαβές: τ’ Α-γι-α-σμού) πάλι νήστεια (ούτε λάδι), γιατί αύριο θα πιούμε Μεγάλο Αγιασμό, που παρομοιάζεται στη σκέψη του λαού μας (υπερβολικά βέβαια) με τη Θεία Μετάληψη!
Από τον Αγιασμό αυτό θα φωτίσει ο παπάς όλο το χωριό και θα φυλάξει κι ένα μπουκάλι μέσα στο Ιερό της εκκλησίας για να ξαναπιούμε μετά από μήνες, τη Μεγάλη Παρασκευή, και ν’ αντέξομε τη φοβερή νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας (ο αγιασμός, ως γνωστόν, δεν χαλάει όσα χρόνια κι αν μείνει, αν όμως η νοικοκερά θέλει να κρατήσει στο σπίτι της Μεγάλο Αγιασμό πρέπει, κατά την παράδοση, να του ’χει μέρα νύχτα καντήλι αναμμένο και, όποιος πιει, να ’χει νηστέψει τρεις μέρες το λάδι).
Την ημέρα τ’ Αγιασμού (ανήμερα των Φώτων) πρέπει, κατά την κρητική παράδοση (όχι την εκκλησιαστική), όλοι να φάνε κρέας για να τιμήσουν την εορτή και, αν κάποιος είναι φτωχός και δεν έχει, να δακάσει το δαχτύλι ντου και να πιπιλήσει μια σταλέ αίμα.
Ο κόσμος, όπως τον φανταζόταν ο παραδοσιακός μας άνθρωπος (από την αρχαιότητα ίσαμε τη σύγχρονη εποχή), ήταν ένας κόσμος εμψυχωμένος από θεϊκά και δαιμονικά πνεύματα: αγίους, αγγέλους, δαιμόνους (μακριά από μας, έλεγε πάντα ο παλιός Κρητικός όταν τους ανέφερε), καθώς και νεράιδες κ.τ.λ..
Τα Χριστόγεννα ήταν μια εποχή κρίσιμη για την επαφή ανάμεσα στον ορατό κόσμο και τον αόρατο [άλλη μια τέτοια εποχή είναι από την Κυριακή του Πάσχα ώς την ημέρα τση Γονοκλισάς (Πεντηκοστή), οπότε, κατά το θρύλο, οι ψυχές των αποθαμένω περπατούνε στον απάνω κόσμο –χωρίς όμως να γίνονται φαντάσματα και να τις βλέπουν οι ζωντανοί, οι οποίοι απλώς πρέπει τότε να προσεύχονται περισσότερο για τους νεκρους τους]. Ήταν τόσο κρίσιμη περίοδος γιατί, εκτός από το ότι εβγήκε κι επορπάτηξεν ο Κύριος στον κόσμο (όπως αναφέρουν τα κάλαντα), τότε βγαίνουν οι καρακατζόληδες ή καρκατσόλοι (καλικάντζαροι), αρχαία δαιμόνια σχετικά με τα φαντάσματα των νεκρών ή με τις ξωτικές δυνάμεις του χειμώνα, που πήραν περίπου χριστιανικό περιεχόμενο και αντίστοιχά τους υπάρχουν σ’ όλους του ευρωπαϊκούς λαούς.
Στην Κρήτη δεν καταγράφεται, απ’ όσο ξέρω, η δοξασία άλλων περιοχών της Ελλάδας ότι οι καλικάντζαροι ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης πριονίζοντας (ή ροκανίζοντας) το μεγάλο δέντρο που βαστάει και στηρίζει τον κόσμο (το οποίο ξαναθρέφεται όσο τα παγανά τούτα κυκλοφορούν ανάμεσά μας κι έτσι δεν πέφτει ποτέ). Η κρητική άποψη για τα καρακατζόλια είναι ότι τα παιδιά που γεννιούνται την ημέρα τω Χριστουγέννω (άρα έχουνε συλληφθεί την ημέρα του Ευαγγελισμού, που καλό είναι, από σεβασμό στην Παναγία, να αποφεύγει κανείς την ερωτική πράξη) μεταμορφώνονται σε καρακατζόληδες κάθε χρόνο την παραμονή των Χριστουγέννων και, την ημέρα τ’ Αγιασμού (όπου ο καθαγιασμός της φύσης διώχνει όλα τα κακά –αρχαία δοξασία κι αυτό), ξαναγίνονται άνθρωποι –αυτό συνεχίζεται κι όταν μεγαλώνουν.
Εξάλλου τη νύχτα της παραμονής τ’ Αγιασμού, κατά την κρητική παράδοση, τα ζώα μιλούνε, αλλά ο άνθρωπος που θα κρυφτεί, από αυθάδη περιέργεια, για να τ’ ακούσει, μένει ανάπηρος ή κάποια άλλη συμφορά παθαίνει (οι αρχαίοι θα έλεγαν ότι διέπραξε ύβριν, θέλησε δηλαδή να μπει στο χώρο του θεϊκού).
Τέλος, πρέπει να πούμε ότι το νερό, κατά τους παππούδες μας (αρχαία δοξασία κι αυτό), δεν είναι ακίνδυνο αλλά κατοικείται από επικίνδυνα πνεύματα με νεραϊδική φύση (δηλαδή δαιμονική, γιατί οι νεράιδες στις ελληνικές παραδόσεις είναι μόνο κακά πνεύματα). Γι’ αυτό π.χ. αν κάποιος βρει νερό σε γούρνα τη νύχτα και θέλει να πιει, πρέπει να το αναταράξει πρώτα με το χέρι του για να «ξυπνήσει» το νερό και να μην αγριέψουν οι μυστηριώδεις κάτοικοί του.
Έτσι, η μετατροπή του σε αγίασμα την ημέρα των Φώτων, εκτός από τον εξορκισμό των καλικαντζάρων, εξορκίζει και αυτά τα πνεύματα και ευλογεί το νερό.
Αυτή η οικολογική συνείδηση του παλαιού ανθρώπου (που υπήρχε σε όλους τους λαούς μέχρι που ο σύγχρονος πολιτισμός, μαζί με τα θετικά που αναμφίβολα έχει, έφερε και την αντίληψη της εκμετάλλευσης της φύσης) είναι η τρίτη διαφορά ανάμεσα στα παραδοσιακά Χριστούγεννα και τα σύγχρονα. Τα Χριστούγεννα εκείνα εορτάζονταν με έθιμα σχετικά με τη γη, την παραγωγή και γενικά τις βασικές ανάγκες του ανθρώπου.
Ας δούμε μερικά παραδείγματα
Τα κάλαντα (αρχαίο έθιμο σχετικό με την αρχή του χρόνου), κάλαντρα στην κρητική διάλεκτο, είναι τραγούδια που, με αφορμή το θρησκευτικό περιεχόμενο της εορτής, ζητουν φιλοδωρήματα για τους τραγουδιστές, τους καλαντράδες. Η βάση των παραδοσιακών καλάντων σε όλη την Ελλάδα είναι κοινή: αφού λένε για την εορτή, περνάνε στα παινέματα (επαίνους) για το νοικοκύρη, την «κερά», το γιο και τη θυγατέρα, με στίχους που είναι ένας ποταμός από εικόνες εκπληκτικής ομορφιάς, γεμάτες όμορφες κοπελιές, ξομπλιαστές, υφαντά, γραμματικούς με χρυσά κοντύλια (μολύβια), σπαθιά και ευαγγέλια κ.λ.π. (που τα σημερινά παιδιά της πολυκατοικίας και της τηλεόρασης, χωρίς να φταίνε βέβαια τα ίδια, μάλλον δεν θα τα καταλάβαιναν καν), και καταλήγουν στα δοσίματα: γ-ή απάκι γ-ή λουκάνικο γ-ή από λαγού κομμάτι, γ-ή από τη μαύρη όρνιθα κιανένα-ν-αβγουλάκι, κι αν είν’ κι απού τη γαλανή (άσπρη) ας είν’ και ζευγαράκι (δύο αβγά). Κι απού το λαδοπίθαρο κιαμια οκά λαδάκι, κι αν είν’ και περισσότερο, κρατούμε μεις τ’ ασκάκι (να το βάλουμε)…
Όχι εφετζίδικα δώρα, όχι εμπορεύματα, αλλά είδη πρώτης ανάγκης!
Κάλαντα λέμε την παραμονή τω Χριστουγέννω, την παραμονή τ’ άη Βασιλειού και την παραμονή τ’ Αγιασμού. Ειδικά κάλαντα υπήρχαν και για το Σαββάτο του Λαζάρου, καθώς και για την πρώτη του Μάρτη (αρχαία πρωτοχρονιά), αλλά σπάνια τα συναντούσες στην Κρήτη ήδη από αρκετά χρόνια.
Την παραμονή των Χριστουγέννων στα χωριά της Κρήτης εσφάζανε τσι χοίρους (αρχαία χοιροσφάγια), αναθρεμμένους από τον κάθε νοικοκύρη κυρίως με βελάνια (βελανίδια) και χουμά (τον ορρό του γάλακτος που μένει από την τυροκόμηση, μέσα στο οποίο όμως ρίχνανε και λάδια που έμεναν στα τσικάλια κι έτσι ο χουμάς γινόταν ζουμί –ένα ιδιαίτερα θρεπτικό μίγμα για πόση). Από το χοιρινό κρέας παρασκευάζονταν οματές (ή, στην ανατολική Κρήτη, ομαθιές), τσιλαδιά (με τη χοιροκεφαλή, η λεγόμενη πηχτή), απάκια (λουρίδες ψαχνού κρέατος καπνισμένες στο τζάκι, συχνά με φασκομηλιές και άλλα μυρωδικά βότανα), λουκάνικα, σύγλινα (κομμάτια κρέας μισοβρασμένα και αποθηκευμένα σε κουρούπι (κιούπι) μαζί με τη γλίνα (το λίπος) που τα βοηθούσε να διατηρηθούν πολλούς μήνες –μετά γίνονταν σφουγγάτο (ομελέτα) ή μαγειρεύονταν με πατάτες κ.λ.π.. Στα Χανιά όμως σύγλινα λένε τ’ απάκια) κ.λ.π.
Το χοιρινό κρέας ήταν εξαιρετικά σημαντικό, ιδίως γιατί μπορούσε να αποθηκευτεί εφοδιάζοντας την οικογένεια με κρέας για πολύν καιρό. Επίσης «έκανε δυο φαητά», αφού έβγαζε πολύ λάδι (από το λίπος που έλιωνε κατά το μαγείρεμα) με το οποίο μαγείρευαν έπειτα χόρτα ή πατάτες κάνοντάς τα νοστιμότερα.
Υπ’ όψιν ότι ο χοίρος είναι θεριό, άγριο, δυνατό και επικίνδυνο, και, συνεπώς, ήταν πολύ δύσκολο να σφαγεί, κυρίως αν ήταν μεγάλος –και έπρεπε να είναι αρκετά μεγάλος, για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω. Το σφάξιμό του ήταν δουλειά πολλών αντρών μαζί, που τον κρατούσαν και ένας, έμπειρος, του κάθιζε τη μαχαιρέ σε συγκεκριμένο σημείο στο λαιμό, για να πεθάνει ακαριαία –αλλιώς μπορεί και να έφευγε με το μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό του και αλίμονο σε όποιον του αντιστεκόταν!
Οι κραυγές του χοίρου που σφάζεται είναι κάτι φρικιαστικό. Ο οπλαρχηγός του 1866 Ιωάννης Αναγνώστης Κατσαντώνης από το χωριό Άνω Μέρος της επαρχίας Αμαρίου, γέρος πια (αρχές του εικοστού αιώνα), έφευγε από το χωριό όταν έσφαζαν τους χοίρους, γιατί οι σκληρές τωνε (οι κραυγές τους) του θύμιζαν, όπως έλεγε, τα ουρλιαχτά των χριστιανών όταν τους έσφαζαν οι Τούρκοι.
Σύμφωνα με δοξασία καταγεγραμμένη στο χωριό Αποδούλου του νομού Ρεθύμνης, την παραμονή της σφαγής του ο χοίρος θωρεί μέσα στο χουμά ντου ένα μαχαίρι (βλέπει ένα μαχαίρι μέσα στο ζουμί που θα πει) και καταλαβαίνει ότι πλησιάζει το τέλος του. Έτσι, περνάει την τελευταία νύχτα του λυπημένος και περιμένοντας το θάνατο από το αφεντικό του που τόσον καιρό τον τάιζε και τον μεγάλωνε (χαρακτηριστική αυτή η δοξασία για το σεβασμό του παλαιού ανθρώπου προς το ζώο, άσχετα αν από ανάγκη το έσφαζε και τρεφόταν μ’ αυτό –συγκρίνετε αυτή τη νοοτροπία με τη νοοτροπία του σύγχρονου χοιροστάσιου).
Αρχαίο έθιμο είναι και η βασιλόπιτα, προερχόμενη από τα ρωμαϊκά σατουρνάλια [τις γιορτές του Κρόνου (=Χρόνου)] ή, κατά τη χριστιανική παράδοση, από το θαύμα του αγίου Βασιλείου για την επιστροφή μέσα σε πίτες των κοσμημάτων που έδωσαν για την πληρωμή των φόρων οι κάτοικοι της Καισάρειας (βλ. πάλι στο βιβλίο του Δ. Λουκάτου Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών, σελ. 124-133).
Ο τρόπος της ετοιμασίας της, αλλά και το τελετουργικό της κοπής της στο οικογενειακό τραπέζι (μιλήσαμε παραπάνω γι’ αυτό) συνέβαλλε στην ενότητα της οικογένειας και την αρμονία με τη φύση (την έφτιαχναν από το στάρι που είχαν σπείρει οι ίδιοι, το στάρι που είναι η βάση της ανθρώπινης τροφής και γι’ αυτό συνδέεται και με τόσους θρησκευτικούς συμβολισμούς, αφού γίνεται Σώμα και Αίμα του Χριστού στη Θεία Μετάληψη, πρόσφορο, άρτος κ.τ.λ. –η Εκκλησία ευλογεί καθημερινά τα τρία σημαντικότερα τρόφιμα, «τον σίτον»=στάρι, «τον οίνον»=κρασί και «το έλαιον»=λάδι).
Την παραμονή τ’ Αγιασμού παρασκευάζονταν τα φωτοκόλλυβα [«κόλλυβα» (=βρασμένο στάρι) των Φώτων], νηστίσιμο φαγητό από στάρι, φασούλια, φάβα και άλλα μαγερέματα (όσπρια), από τα οποία έτρωγαν χωρίς λάδι και οι άνθρωποι (επειδή, όπως είπαμε, προετοιμάζονταν να πιουν Μεγάλο Αγιασμό) και τα ζώα του σπιτιού, ιδίως οι όρθες (κότες) και τα ζευτικά (βόδια), γιατί κι αυτά, που είναι οι πολύτιμοι βοηθοί τ’ αθρώπου, έχουν το δικαίωμα να απολαύσουν το μαξούλι (το προϊόν της γης). «Ο Θεός του βουγιού (του βοδιού) είναι ο άθρωπος», έλεγαν οι παλιοί (γιατί από τον άνθρωπο εξαρτάται η επιβίωση του οικόσιτου ζώου), γι’ αυτό ο άνθρωπος έχει ευθύνη απέναντι στα ζώα του νοικοκυριού του –και ανάλογα με το πώς θα τους φερθεί θα ’ναι κι η χρονιά που τον περιμένει, καλή ή κακή!
Προσέξτε και τούτο: κατά την κρητική παράδοση, όταν γεννήθηκε ο Χριστός (στο στάβλο, την κρύα νύχτα), τα πρόβατα πλησίασαν και τον ζέσταναν με την ανάσα τους, ενώ οι αίγες (οι κατσίκες), αντίδικες (άγριες και επιθετικές) όπως πάντα, πήγαν να τον κουτουλήσουν με τα κέρατά τους! Γι’ αυτό (έλεγαν οι γιαγιάδες) η Παναγία, παραπονεμένη, ευλόγησε τα πρόβατα και καταρίστηκε των αιγώ (καταράστηκε τις κατσίκες). Από τότε η ουρά των προβάτων πάει προς τα κάτω, για να τα προστατεύει από το κρύο, ενώ των κατσικιών προς τα πάνω, αφήνοντας τα οπίσθιά τους εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες.
Edited by - Το ξωτικό on 06/12/2003 00:36:25