- ALEISTER CROWLEY -Thoth tarot deck - ΕΙΚΟΝΕΣ
Ελληνική Νομαρχία, 1806
«... τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε τής παρούσης ζωής ... ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ.»
Από επιστολή του Πατριάρχη Γεώργιου Σχολάριου-Γεννάδιου προς τον Κυβερνήτη της Πελοποννήσου για την αντιμετώπιση αυτών που μελετούσαν ελληνικά κείμενα.

macedon
Edited by - macedon on 28/05/2006 06:06:59
Το γελεκάκι που φοράς,
εγώ στο ΄χω ραμμένο.
Με πίκρες και με βάσανα
το ΄χω φοδραρισμένο.
Φόρα το μωρό μου, φόρα το χρυσό μου,
γιατί δε θα το ξαναφορέσεις άλλο πια,
φόρα το για νάσαι για να με θυμάσαι,
για μετάξι έχω τα σγουρά σου τα μαλλιά.
Με πήρ’ ο ύπνος κι έγειρα
στου καραβιού την πλώρη
και ήρθε και με ξύπνησε
του καπετάνιου η κόρη.
Άιντε το μαλώνω, το μαλώνω,
άιντε κι ύστερα το μετανιώνω.
Άιντε το μαλώνω και το βρίζω,
άιντε την καρδούλα του ραγίζω.
ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ
Το βλέπεις κείνο το βουνό το κορφανταριασμένο,
που’ χει ανταρούλα στην κορφή και καταχνιά στον πάτο,
πο’ χει τον πύργο γυάλινο, τα τζάμια κρυσταλλένια ;
Εκεί κοιμάται μια ξανθιά μιας χήρας θυγατέρα.
Μα πώς να την ξυπνήσουμε, μα πώς να της το πούμε ;
Ξύπνα ,καημένη Αναστασιά , και μην βαριά κοιμάσαι
ξύπνα ν’ ανάψεις τη φωτιά , να σβήσεις το λυχνάρι
γιατί μας πήρε η χαραυγή, το δόλιο μεσημέρι.
Πώς να σκωθώ, λεβέντη μου, πώς να σκωθώ, παιδί μου,
μπλέχθηκαν τα μαλλάκια μου με τα δικά σου αντάμα.
ΠΑΝΩ ΣΕ ΨΗΛΗ ΡΑΧΟΥΛΑ
Πα- μωρέ πάνω, σε ψηλή ραχούλα,
πάνω σε ψηλή ραχούλα, κάθεται μια βλαχοπούλα.
Και μωρέ και τη ρόκα της κρατάει
και τη ρόκα της κρατάει, πρόβατα κι αρνιά φυλάει.
Τσο- μωρέ τσοπανόπουλο από πέρα,
τσοπανόπουλο από πέρα, τραγουδάει με τη φλογέρα.
Τρα- μωρέ τραγουδάει το καημένο,
τραγουδάει το καημένο, με παράπονο, θλιμμένο.
ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΑΣ ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΧΑΜΗΛΩΝΕΙΣ
Όταν περνάς , καλέ, γιατί τα μάτια χαμηλώνεις ;
έχεις παράπονο και δεν το φανερώνεις ;
Λόγια του κόσμου μην ακούς ότι σου λένε,
δες τα ματάκια μου που μέρα νύχτα κλαινε.
Δε μου μιλάς γιατί Δε θες να μου μιλήσεις ;
ρίξε μου μια ματιά να με παρηγορήσεις.
ΤΩΡΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Τώρα τα πουλιά,
τώρα τα χελιδόνια,
τώρα οι πέ-, τώρα οι πέρδικες.
Τώρα οι πέρδικες
γλυκολαλούν και λένε:
ξύπνα αφέ-, ξύπνα αφέντη μου.
Ξύπνα αφέντη μου,
ξύπνα γλυκιά μου αγάπη,
ξύπνα αγκά-, ξύπνα αγκάλιασε.
Ξύπνα αγκάλιασε
κορμί κυπαρισσένιο,
κάτασπρο, κάτασπρο λαιμό.
Κάτασπρο λαιμό
σαν του Μαγιού το δρόσο,
σαν το κρύο, σαν το κρύο το νερό.
ΜΑΤΙΑ ΣΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ
Μάτια σαν και τα δικά σου,
δεν υπάρχουν στο ντουνιά,
κι όποιος τα γλυκοφιλήσει,
χάρο δεν φοβάται πια.
Άσε με να τα φιλήσω,
μήπως βρω τη γιατρειά.
Να μου φύγει το σαράκι,
που μου τρωει την καρδιά.
ΜΕ ΓΕΛΑΣΕ ΜΙΑ ΧΑΡΑΥΓΗ
Με γέλασε μια χαραυγή
τ’ άστρα και το φεγγάρι,
με γέλασαν και μου πανε
ποτέ δεν θα πεθάνω.
Άντε και βγήκα νύχτα στα βουνά
ψηλά στα κορφοβούνια,
βλέπω το χάρο να ΄ρχεται
στο άλογο καβάλα.
Μη με παίρνεις χάρε μη με παίρνεις
αφού δε με ξαναφέρνεις.
ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ
Τι έχεις καημένε Παρνασσέ,
και στέκεις λυπημένος ;
Μην είν’ τα χιόνια σου βαριά
και τα νερά σου κρύα ;
Δεν είν’ τα χιόνια μου βαριά
και τα νερά μου κρύα.
Σαράντα βρύσες με νερό
κι εξήντα δυο πηγάδια,
δεν μου τον σβήνουν τον καημό
πόχω στα φυλλοκάρδια.
ΝΑ ΤΑΝ ΤΑ ΝΙΑΤΑ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ
Ωρέ να ΄ταν τα νιάτα,
να ΄ταν τα νιάτα δυο φορές,
να ΄ταν τα νιάτα δυο φορές
τα γηρατιά καμία.
Ωρέ να ξανανιώσω
να ξανανιώσω πουλί μου μια φορά
να ξανανιώσω μια φορά
να γίνω παλικάρι.
Ωρέ να βάνω το φε-,
να βάνω το φεσάκι μου,
να βάνω το φεσάκι μου,
να βγαίνω στο παζάρι.
ΙΤΙΑ – ΙΤΙΑ
Ιτιά, Ιτιά μοσχοϊτιά
μου ΄χεις μαράνει την καρδιά.
Ιτιά, Ιτιά μέσα στο ρέμα
σ’ αγαπώ δεν είναι ψέμα.
Ιτιά μου σε παρακαλώ
σκύψε να κόψω τον ανθό.
Στη Ρούμελη και στο Μοριά
όλοι χορεύουν την Ιτιά.
Ιτιά μου στα χρυσά σου κλώνια
κελαηδούν πουλιά κι αηδόνια.
Ιτιά μου εσύ γλυκιά
δώσε μου δυο γλυκά φιλιά.
Δώσε μου δυο γλυκά φιλιά
να μου γιατρέψεις την καρδιά.
Σ’ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΩΡΑΙΑ
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ γιατ’ είσαι ωραία,
σ’ αγαπώ γιατ’ είσαι εσύ.
Αγαπώ, αγαπώ κι όλο τον κόσμο,
γιατί ζεις κι εσύ μαζί.
Το παρά- το παράθυρο κλεισμένο,
το παράθυρο κλειστό.
Άνοιξε, άνοιξε το ένα φύλλο
την εικόνα σου να ιδώ.
Κατακαϋμένη Αράχωβα, το Δίστομο κι’Δαύλια Νταβέλη,
Νταβέλη, μωρέ Χρήστο Νταβέλη.
Τους κλέφτες τι τους κάνατε και τους Κακαραπαίους;
Στο Ζεμενό τους έχουμε, τους πολεμάει ο Μέγας,
ο Μέγας απ’ την Αράχωβα κι’ ο Λούκας απ’ τη Δαύλεια.
Συννέφιασε ο Παρνασσός
βρέχει στα καμποχώρια
και συ Διαμάντω μ’ άργησες
που πας αυτήν την ώρα.
Παω γι’ αθάνατο νερό,
γι’αθάνατο βοτάνι.
Να δώσω στην αγάπη μου,
ποτέ να μην πεθάνει.
Σε ωραίο, μαύρα μου μάτια.
Σε ωραίο περιβόλι.
Σε ωραίο περιβόλι,
αγαπώ’ να χελιδόνι.
Τ’αγαπώ, μαύρα μου μάτια.
Τ’αγαπώ κι εκείνο κλαίει.
Τ’αγαπώ κι’εκείνο κλαίει,
την καρδούλα μου, μου καίει.
Για δέστε τον αμάραντο
σε τι βουνό φυτρώνει, καλέ.
Φυτρώνει μεσ’ στα δίστρατα,
στους κάμπους στα λιθάρια.
Το τρων’ τα λάφια και ψοφούν,
τ’ αγρίμια και μερώνουν, καλέ.
Να το’ τρωγε κι η μάννα μου,
εμέ να μη με κάνει, καλέ.
Τούτο το, μαύρα μου μάτια.
Τούτο το καλοκαιράκι.
Τούτο το καλοκαιράκι,
κυνηγούσα’ να πουλάκι.
Κυνηγούσα, μαύρα μου μάτια,
κυνηγούσα προσπαθούσα.
Κυνηγούσα προσπαθούσα,
να το πιάσω δεν μπορούσα.
Κι’ έστησα, μαύρα μου μάτια
έστησα, τα ξόβεργά μου.
Εστησα τα ξόβεργά μου,
κι ήρθ’ η πέρδικα κοντά μου.
Να’ μουν ελιά στα Σάλωνα και κλήμα στη Βελίτσα,
να’ μουν και στην Αράχωβα δραγάτης στα κορίτσια.
Τ’ ακούτ’ Αραχωβίτισσες κι’ Αραχωβιωτοπούλες;
Το Μάη το κρασί μην πίνετε κι’ όξω μην κοιμηθήτε.
Το μάθαν δυο ζουρλά παιδιά και περπατούν τις νύχτες.
Σέρνουν ψωμί για τα σκυλιά, κρέας για τα λιοντάρια,
σέρνουν και υπνοβότανο υπνώνουν τα κορίτσια….
Στα Ρίτσα βγαίνει ένα νερό,
το λέν’ ασημονέρι.
Το πίνουν οι Ριτσιώτισσες,
καμιά παιδιά δεν κάνει.
Νάθελ’ το πιεί κι η μάννα μου
Και με να μη με κάνει.
Κι αν μ’ έκαμε τι μ’ ήθελε,
κι αν μ’ έχει τι με θέλει.
Εγώ στα ξένα περπατώ,
στα ξένα τρώω και πίνω.
Ξένοι μου πλένουν τα σκουτιά,
ξένοι μου τα μπαλώνουν.
Τρία παιδιά, τρία παιδιά, βολιώτικα,
μας πήραν την Αννούλα,
Αννούλα μας γλυκειά.
Την πήραν και την πήγανε,
σε κλέφτικα λημέρια,
Σαρακατσάνισσα.
Πέσ’ μας Αννιώ ποιον αγαπάς,
και ποιον θα πάρεις γι’ άντρα,
Αννούλα μας γλυκειά.
Εγώ το Γιώργο αγαπώ,
κι αυτόν θα πάρω άντρα,
Σαρακατσάνισσα.
Θα πάρω αυτοκίνητο,
ωραία Αιγιώτισσα.
Και θάρθω να σε πάρω,
κόρη με τις ελιές
και με τα μαύρα μάτια,
τι έχεις κι όλο κλαίς.
Μη σε μαλώνει η μάννα σου
ωραία Αιγιώτισσα.
Η μάννα σου κι θειά σου,
κόρη με τις ελιές
και με τα μαύρα μάτια,
τι έχεις κι όλο κλαίς.
Ποιος είδε φυλικό παπά,
και διάκο αγκαστρωμένο.
Ποιος είδε κι ένα γούμενο,
τριών μερών λεχώνα.
Οι αποκρές μας ήρθανε,
τι άλλο καρτερούμε.
Παρακαλούμε το Θεό,
καλή Λαμπρή να δούμε.
Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ,
του χρόνου ποιος το ξέρει;
Για θάμαι’δω, για θάμαι’κει,
για θάμαι σ’άλλα μέρη.
και εγω βρηκα δημοτικα τραγουδια που δε νλεε ιουτε για χριστιανικο θεο ουτε για αρχαιοελληνικο
αθεοι ηταν
ρε με δουλευετε; το θεμα εχει ξεφυγει εχει καμια σχεση αυτα που γραφεται με το θεμα;
το θεμα ειναι η αναγνωρηση του δωδεκαθεισμου
μπορειτε πανω σε αυτο να συζητατε;;;
και μπορειτε να συζητατε πανω στο καταστατικο της ομαδας που εχει το οκ απο την πολιτεια και οχι σε οποιο καταστατικο οποιας ομαδας;;
Κανεις δεν εμαθε σκοποβολη πυροβωλοντας το κεφαλι του
Γιατί πλαστογραφείς και χαλκεύεις στοιχεία πάλι Γηγενή; ![]()

macedon