ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- Η ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ - .-= Η ΓΝΩΣΗ =-.

- Η ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ - .-= Η ΓΝΩΣΗ =-.

ZALMOXIS1 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
ZALMOXISΜέλος
29/06/2013, 23:23:40
Η φιλοσοφία και ιδιαίτερα η γνωσιολογία του Ι. Καντ έδωσε στη σκέψη στροφή 180 μοιρών. Για τον Καντ, πριν αναζητήσουμε τι είναι αυτό που υπάρχει γύρω μας, ίσως θα πρέπει πρώτα να αναζητήσουμε ποιοι είμαστε εμείς που ρωτάμε κάτι τέτοιο, ποιος δηλαδή κάνει την ερώτηση αυτή, πως μπορεί και κάνει τέτοια ερώτηση και πως είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος ώστε να μπορεί να βρει την απάντηση. Ας παρατηρήσουμε λοιπόν πρώτα τον εαυτό μας, Και ποιος θα τον παρατηρήσει; Ο εαυτός του; Μπορεί κάτι να παρατηρεί και να παρατηρείται ταυτόχρονα με την ίδια αξιοπιστία; Ποιος κάνει την ενδοσκόπηση σε ποιόν; Πρόκειται για ένα ή δύο πρόσωπα;
Ο Καντ και ο Χιούμ λένε πως για να παρατηρήσουμε τον εαυτό μας θα πρέπει να διακρίνουμε δύο «εγώ». Αυτό που ερευνά κι αυτό που ερευνάται. Ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, αλλάζουν μόνο οι ρόλοι. Το «εγώ» που ερευνάται μπορεί να γίνει αντικείμενο παρατήρησης, ενώ το «εγώ» που ερευνά δεν μπορεί, γιατί είναι σαν να προσπαθούμε να δούμε το μάτι μας με το μάτι μας χωρίς καθρέφτη. Το «εγώ» λοιπόν, που ερευνά επειδή δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο παρατήρησης, αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχει κιόλας ή πως δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αυτό έστω και με επιφύλαξη.
Ο Καντ συνεχίζει πως, ο εσωτερικός αυτός παρατηρητής του καθενός μας, που μονίμως προσπαθεί να υπερβεί στην παρατήρηση τις υποκειμενικές του παραστάσεις και να ξεπεράσει την υποκειμενική μας εμπειρία λέγεται «υπερβατολογική συνείδηση». Αυτή οργανώνει τα ετερόκλητα στοιχεία των αισθήσεων σε δομημένη εμπειρία και πηγαίνει λίγο πιο πέρα από αυτά με τη βοήθεια της νόησης. Στη συνέχεια ο Καντ παρατήρησε κάτι πιο παράτολμο: αντί να δούμε αν η γνώση μας αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, μήπως πρέπει να δούμε αν η πραγματικότητα «οφείλει» να αντιστοιχεί στη γνώση μας; Πως σχηματίζουμε τελικά τις παραστάσεις που απεικονίζουν τον κόσμο μας; Πάνω σε αυτό θα φέρουμε ένα παράδειγμα:
Κάποιος ακούει στο διπλανό δωμάτιο έναν κρότο. Πηγαίνει δίπλα και τι να δει: ένα παράθυρο ανοικτό, μια κουρτίνα να σηκώνεται από τον δυνατό αέρα, ένα τραπέζι κι ένα βάζο σπασμένο στο πάτωμα. Τώρα βλέποντας και νιώθοντας όλα αυτά καταλαβαίνει που οφειλόταν ο κρότος. Πως όμως; Αυτά που είδε και ένιωσε είναι ουσιαστικά ασύνδετα μεταξύ τους και πρέπει κάτι άλλο να έρθει και να τα οργανώσει σε αλυσιδωτό γεγονός. Τι είναι αυτό το κάτι άλλο; Είναι το γεγονός ότι συνδύασε στο νου του άσχετα πράγματα σε ορισμένο χώρο και χρόνο, τα τοποθέτησε σε χρονική σειρά και σε καθορισμένο τόπο ώστε μπόρεσε τελικά να εξηγήσει που οφείλεται ο κρότος. Τις παραστάσεις του παραθύρου, της κουρτίνας, του βάζου κτλ τις αναγνώρισε επειδή τις γνωρίζει εμπειρικά (a posteriori) ο άνθρωπος. Τον χωροχρονικό όμως συνδυασμό αυτών, ο οποίος οργάνωσε τα γεγονότα σε μια αιτιώδη σχέση, είναι ικανότητα του πνεύματος προεμπειρική. Δηλαδή δεν μαθαίνεται από την εμπειρία αλλά είναι στοιχείο από πριν δοσμένο στο ανθρώπινο πνεύμα (a priori).
Υπάρχουν όμως πράγματα που διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς να είναι το ένα αιτία του άλλου όπως πχ η εναλλαγή ημέρας - νύχτας. Η νύχτα δεν έρχεται επειδή φεύγει το φως κι έρχεται το σκοτάδι, το σκοτάδι υπάρχει από μόνο του πάντα χωρίς την αιτία κάποιου άλλου γεγονότος, απλά η κίνηση και η θέση κάνει την ημέρα να εναλλάσσεται με τη νύχτα στους πλανήτες. Άρα η αιτιώδης σχέση που δίνουμε στα πράγματα δεν είναι κάτι που μαθαίνεται από εμπειρία, υπάρχει μέσα μας σαν εφαρμογή που την προσαρμόζουμε στις εμπειρικές διαδικασίες. Επιπλέον, σημειώνει ο Καντ, υπάρχουν μέσα μας έννοιες που σχηματίζουμε με την εμπειρία και έννοιες που προϋπάρχουν της εμπειρίας μας (κατηγορίες) αλλά οργανώνονται από την εμπειρία μας στη συνέχεια. Για παράδειγμα, η έννοια του «κόκκινου τριαντάφυλλου», σχηματίζεται επειδή προηγουμένως ξέρουμε το κόκκινο χρώμα, το άρωμα και την υφή στο άγγιγμα του άνθους αυτού. Όλες αυτές οι πρωτύτερες παραστάσεις εφοδιάζουν εκ νέου την εμπειρία και σχηματίζουν την έννοια «κόκκινο τριαντάφυλλο». Αλλά στηριζόμενοι στις παραστάσεις και μόνο δεν σχηματίζουμε την έννοια «κόκκινου τριαντάφυλλου» αφού δεν θα είχαμε μέσα μας τις προεμπειρικές κατηγορίες της ενότητας, της ολότητας και της συνάφειας που συγκροτούν οι εμπειρίες στην ολοκληρωμένη εικόνα του «κόκκινου τριαντάφυλλου».
Συνεπώς οι κατηγορίες προηγούνται της εμπειρίας αλλά με αυτήν αποκτούν φυσιογνωμία και επαληθεύονται. Η μορφή που θα έχει η εμπειρία καθορίζει την αναγκαιότητα των κατηγοριών που είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουμε για την οργανώσουμε και να την εξασφαλίσουμε ως γνώση. Οι γνώσεις εκείνες (όπως οι Πλατωνικές ιδέες) που αναπτύσσονται ερήμην της εμπειρίας είναι αστήρικτες αλαζονίες του λόγου που συμπαρασύρουν αλυσιδωτά άλλες απόψεις το ίδιο αντιφατικές και λαθεμένες και μας οδηγούν σε αυτό που λέμε «μεταφυσική» το οποίο είναι κάτι αναξιόπιστο, παράλογο, επικίνδυνο και αδόκιμο. Όπως για παράδειγμα ο άνθρωπος που πριν ανακαλύψει ότι το διάστημα είναι κενό, νόμιζε ότι η ατμόσφαιρα επεκτείνεται και έξω από τη Γη. Συνεπώς η επαγωγική επέκταση της εμπειρίας χωρίς την επαλήθευσή της από ανάλογη εμπειρία, είναι μόνο μια αστήρικτη φλυαρία. Έτσι παρασύρθηκε και ο Πλάτωνας, περιφρονώντας τον αισθητό κόσμο, πέταξε σαν τον Δαίδαλο με τα φτερά του λόγου σε έναν νοητό κόσμο χωρίς λογικό υποστήριγμα. Ξέχασε πως όποιες ιδέες είναι αποκομμένες από τις εμπειρικές παραστάσεις, είναι κενές και αστήρικτες και δίνουν στον καθένα το δικαίωμα να πλάθει οτιδήποτε φανταστεί χωρίς την απαίτηση καμίας λογικής επαλήθευσης. Έτσι από το επιστημονικό, οδηγούμαστε στο γραφικό, στο δεισιδαιμονικό και στο θρησκόληπτο.
Το γεγονός ότι δεν θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε αξιόπιστη γνώση χωρίς τις προεμπειρικές κατηγορίες του χώρου και του χρόνου δεν πρέπει να μας εξωθεί στο σημείο ότι κάθε τι προεμπειρικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανεξάρτητα από την εμπειρία και χωρίς την επαλήθευσή της, διότι τότε θα φτάσουμε στο άλλο άκρο, εκείνο του Πλατωνικού δογματισμού και του θρησκευτικού ιερατείου. Όποιος επιχειρήσει να υπερβεί τάχα την εμπειρία του για να διατυπώσει κάτι πέραν αυτής θα καταλήξει σε αντιφάσεις και αδιεξόδους τέτοιες όπου θα πρέπει να ιδρύσει κάποιο δόγμα ή θρήσκευμα για να σταθεί και το οποίο δεν θα του ζητά λογικές αποδείξεις και εμπειρικές επιβεβαιώσεις. Γι’ αυτό, καταλήγει ο Καντ, τα όρια της γνώσης μας είναι τα όρια της εμπειρίας μας, συνεπώς και τα όρια για τη γνώση του κόσμου μας. Αυτό δε σημαίνει ότι πέρα από την εμπειρία δεν υπάρχει τίποτα, απλά εμείς δεν θα το γνωρίσουμε ποτέ όπως είναι καθεαυτό. Θα βλέπουμε πάντα ένα ομοίωμά του σύμφωνα με τις υπάρχουσες εμπειρικές μας παραστάσεις.
Πέρα από την εμπειρία, ο Καντ δέχεται ότι υπάρχει ο κόσμος καθεαυτός, η πραγματικότητα καθευαυτή που επειδή δεν θα γνωρίσουμε ποτέ δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται να σκεφτούμε για αυτήν και να κάνουμε εικασίες πάνω της αλλά όχι να λέμε ότι έχουμε αξιόπιστη γνώση γι’ αυτήν. Το πράγμα καθεαυτό είναι το υλικό αντικείμενο που υπάρχει πέρα από τις αισθήσεις μας και παραμένει μονίμως άγνωστο σε μας. Συνεπώς, κάτι που μπορούμε να σκεφτούμε δεν σημαίνει κάτι που οφείλουμε να ξέρουμε κιόλας. Η σκέψη δεν έχει όρια όταν συνεργάζεται με τη φαντασία, αλλά η γνώση οφείλει να συνεργάζεται με την εμπειρία γι’ αυτό θα έχει πάντα όρια. Ως εκ τούτου η μεταφυσική είναι μια εξ’ ορισμού άκυρη γνώση.
Ανακεφαλαιώνοντας στην σκέψη του Καντ θα λέγαμε ένα παράδειγμα: Μπροστά μου βλέπω ένα τραπέζι. Είναι καφέ, λείο, σκληρό και κρύο και καταλαμβάνει κάποιο χώρο μέσα σε κάποιο χρόνο, όσο το κοιτάω. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα καφέ, τίποτα λείο, σκληρό και κρύο. Η φυσική επιστήμη που ερευνά τον αντικειμενικό κόσμο μου λέει ότι πρόκειται για τρισεκατομμύρια ηλεκτρομαγνητικές δονήσεις μορίων τόσο γρήγορες όπου οι αισθήσεις μου δεν προλαβαίνουν να αντιληφθούν κι αυτό που τελικά μένει είναι να μου δίνει ο αργός μου εγκέφαλος την πληροφορία του καφέ, του λείου, του σκληρού και του κρύου. Όλα αυτά οργανώνονται στην έννοια «τραπέζι», επειδή ταξινομούνται μέσα σε ορισμένο χρόνο και χώρο που έχει δοθεί από πριν στο πνεύμα μου με ορισμένο εύρος. Αυτό που υπάρχει πραγματικά είναι ο χώρος και ο χρόνος που εποπτεύω το τραπέζι, τα άλλα είναι κάποια ηλεκτρομαγνητική διαταραχή άπειρων μορίων και ατόμων σε άπειρες τροχιές και κινήσεις. Μα τότε δεν θα βλέπαμε ποτέ τραπέζι αλλά ένα φάσμα τροχιών γύρω μας. Κάθε αίσθημα είναι η υποκειμενική απεικόνιση του αντικειμενικού κόσμου. Ποιανού όμως αντικειμενικού; Αυτού που λέει η φυσική και τα μαθηματικά; Κι αυτές καθημερινά αναθεωρούνται; Άρα τι τελικά είναι το τραπέζι; Γι’ αυτό λέει ο Καντ, ότι ποτέ δεν θα το μάθουμε.