ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- ΝΕΜΕΣΙΣ - .-= ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ =-.

- ΝΕΜΕΣΙΣ - .-= ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ =-.

Domina.Lilith12 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Domina.LilithΜέλος
18/03/2005, 12:19:29
Δεν ξέρω αν έχει κάποιος ξαναναφερθεί στην συγκεκριμένη θεότητα, οπότε αν κάτι τέτοιο έχει γίνει sorry...

Νέμεσις: Ιχναίη, Αδράστεια, Ραμνουσία Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη Νέμεσι, αυτή την αρχαιότατη θεότητα, που προσδιορίζεται άλλοτε ως Ιχναίη, άλλοτε ως Αδράστεια ή Ραμνουσία. Η ετυμολογία, η ρίζα του ονόματος «νέμω», δήλωνε αρχικά τη δίκαιη διανομή, τη μοιρασιά που γίνεται βάσει νόμιμης εξουσίας. Με τον καιρό απέκτησε τη σημασία της ανάληψης δικαστικής δράσης εκ μέρους της εξουσίας ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ως λέξη η «Νέμεσις» έχει αντικειμενική αξία και όχι υποκειμενική. Αναφέρεται στο φορέα της εξουσίας που την ασκεί. Μεταφορικά λέγοντας «Νέμεσι» εννοούμε τη θεία δίκη.


Ήταν η Νύχτα σύμφωνα με τη θεογονία του Ησίοδου και τον Παυσανία, που δίχως σύντροφο αρσενικό γέννησε την Νέμεσι, για να κρατά σε ισορροπία τις ανθρώπινες υποθέσεις. Στα Διονυσιακά του Νόννου έχουμε μια διαφορετική άποψη, που θέλει την Νέμεσι κόρη του Ωκεανού, ενώ ο Υγίνος την περιγράφει ως δημιούργημα του Ερέβους και της Νύχτας.

Ονομαζόταν, επίσης, Ραμνουσία, εξαιτίας ενός αγάλματος και ενός ναού της στην Ραμνούντα, χωριό της βόρειας Αττικής. Το επίθετο Αδράστεια που της αποδόθηκε, «εκείνη από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει», ανήκε μάλλον αρχικά στη φρυγική θεότητα Κυβέλη και της αποδόθηκε μεταγενέστερα. Η Νέμεσις ως θεότητα προσωποποιούσε μαζί με άλλες (Θέμιδα, Ειμαρμένη κ.ο.κ.) την έννοια της δικαιοσύνης και αποκαθιστούσε την τάξη (της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας, του κόσμου), όταν αυτή διασαλευόταν. Τότε τιμωρούσε την υπεροψία και την αλαζονεία των ανθρώπων (την ύβριν). Αν κάποιος αδικεί τους άλλους συνεχώς, και κάποια στιγμή η ίδια η ζωή του θέσει οδυνηρό φρένο στη στρεβλή πορεία του, τότε μιλάμε για «θεία δίκη».

Ας δούμε όμως το μυθολογικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η Νέμεσις. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά στη Σμύρνη. Ορισμένοι συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Απολλόδωρος, γράφουν πως η Νέμεσις όταν ενώθηκε με τον Δία, γέννησε την Ελένη. Παρόλο που η Νέμεσις υπέστη μεγάλη καταδίωξη για να αποφύγει τον πόθο του Δία, ενώθηκε μαζί του με τη μορφή χήνας, όταν ο Δίας είχε τη μορφή κύκνου. Κατά την καταδίωξή της πέρασε η Νέμεσις χώρες και ηπείρους, θάλασσες όπου μεταμορφώνονταν σε ψάρι, και γενικά άλλαζε εκείνη συνέχεια μορφή. Η Νέμεσις γέννησε ένα αυγό το οποίο βρήκε στο δάσος ένας βοσκός και το έδωσε στη Λήδα. Η Λήδα το έκλεισε σε ένα ερμάρι και όταν γεννήθηκε η Ελένη, την ανέθρεψε σαν κόρη της. Υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές για το αυγό αυτό:

α) ότι ο Ερμής το έριξε στον κόρφο της Λήδας
β) ότι έπεσε από τον ουρανό.

Από αυτή την ιστορία της ένωσης της Νέμεσης με τον Δία, αντιλαμβανόμαστε μια «υδάτινη» φύση (μεταμόρφωση σε ψάρι, ένωση με τον Δία υπό τη μορφή χήνας). Είναι σαν η Πύρινη όψη (Δίας-κεραυνοί) στην ένωσή της με το Νερό (Νέμεσις) να δίνουν τη φωτιά μέσα στο νερό. Η φωτιά μέσα στο νερό είναι η Ελένη (Ελμ, φαινόμενο που περιγράφουν οι ναυτικοί, αν ανατρέξουμε στο άρθρο «Κάστωρ και Πολυδεύκης-Ουράνιοι Δίδυμοι»). ΄Ετσι κι αλλιώς, η Ελένη είναι αδελφή φυσική ή όχι των Κάστορα και Πολυδεύκη.

Υπάρχει και μια παρόμοια άποψη της μυθολογικής διαδρομής της Νέμεσης. Λεγόταν πως από την ένωση του Ταρτάρου και της Νέμεσης γεννήθηκαν οι Τελχίνες. Τα ονόματά τους ήταν Χρυσός, Άργυρος και Χαλκός, από τα μέταλλα που είχαν ανακαλύψει ή κατά τον Βακχυλίδη Ακταίος, Μεγαλήσιος, Ορμενός και Λύκος. Οι Τελχίνες ήταν μάγοι και προκαλούσαν βροχή, χαλάζι, χιόνι και κεραυνούς. Ήταν πνεύματα της φωτιάς-ηφαιστειακά, από ρίζες έφτιαχναν φίλτρα θαυματουργά και κατείχαν τρομερές δεξιότητες. Περιγράφονται ενίοτε δίχως χέρια ή πόδια. Ήταν όντα αμφίβια και είχαν κάτι από άνθρωπο και κάτι από ψάρι, σαν τον Όανες της σουμερο-βαβυλωνιακής μυθολογίας. Τους περιέγραφαν με μεμβράνη στα δάχτυλα και φημισμένες οικογένειες ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από τη γενιά τους.

Όπως και να ‘χει, άλλη μία ένωση της Νέμεσης με την αρσενική όψη, έχει ως αποτέλεσμα το πυρ μέσα στο ύδωρ, καθώς είδαμε να περιγράφεται η φύση αυτών των πλασμάτων. Σύμβολα της θεάς είναι ο πήχυς και το χαλινάρι. Τα σύμβολα αυτά είναι ενδεικτικότατα της λειτουργίας της, να προσμετρά τις ανθρώπινες σκέψεις, συναισθήματα, δράσεις και να θέτει ένα όριο στην αχαλίνωτη ασυδοσία του εγωισμού των ανθρώπων. ΄Ετσι η έπαρση των θνητών έναντι των Κοσμικών Νόμων (ύβρις) και η κατάφωρη αδιαφορία για το Κοινό Καλό, σαρώνονται με τη δράση της Νέμεσης και εδώ μοιάζει με Συμπαντική Ζυγαριά που απονέμει αέναα Δικαιοσύνη.

Εσένα την Νέμεση καλώ,
τη βασίλισσα την πανίσχυρη,
μέσω της οποίας αποκαλύπτονται οι πράξεις των θνητών ανθρώπων,
την αιώνια, την αξιοσέβαστη, με την απεριόριστη όραση,
εκείνη που αγαλιάζει με το ορθό και το δίκαιο
[...]σε κάθε θνητό είναι γνωστή η επιρροή σου,
και οι άνθρωποι βογγούν πίσω από τα δίκαια δεσμά σου,
γιατί κάθε σκέψη καλά κρυμμένη στο μυαλό,
ξεκάθαρα αποκαλύπτεται στη θέα σου.
[...] Έλα ευλογημένη και ιερή Θεά, εισάκουσε την προσευχή μου,
και βάλε στη φροντίδα σου τη ζωή του πιστού σου,
την αγαθοεργή σου βοήθεια δώσε στην ώρα της ανάγκης,
και άφθονη ισχύ στη δύναμη της λογικής,
τις σκέψεις τις ασεβείς, τις αλλαζονικές και τις χαμερπείς διώξε μακριά.

–Ορφικός Ύμνος 61 στην Νέμεσιν

Νo time to run, no place to hide, when your life is just a lonely ride as the lord of fire and ice. And all your dreams behind your eyes turned out to be just...lies...

AttisΜέλος
18/03/2005, 22:03:01

Εκπληκτικό! Η Νέμεσις, η θεά της εκδίκησης, η θεά-τιμωρός, η θεά της Θείας Δίκης! Μία από τις πιο τρομαχτικές θεότητες της αρχαιότητας. Απεικονίζεται αν θυμάμαι καλά και σε μία αρχαιοελληνική υδρία: "Ο Πέλοψ, η Ιπποδάμεια και η πτώση του Μυρτίλου. Στο βάθος η τιμωρός-θεά Νέμεσις". Αλήθεια τον θυμάσαι τον αρχαιοελληνικό μύθο;

Πολύ όμορφες οι πληροφορίες σου, φίλη Domina.Lilith!

Την έχω βιώσει την εκδίκηση, τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά, την έχω δει την όψη της... και είναι τρομακτική! Αδίστακτη και αλύπητη... αδυσώπητη... την τρέμαν όλοι οι θεοί & θεές της αρχαιότητας... από τη στιγμή που αποφασίζει κάποιος να παίξει το παχνίδι της δεν μπορεί να διανοηθεί σε τι λαβύρινθο διαβαίνει, σε τι κυκεώνα συναισθημάτων, συνειδήσεων, τύψεων, ηθικής δικαίωσης, απόλαυσης, κατασπατάλησης ψυχικής και σωματικής ενέργειας - όλα τόσο αντιφατικά μεταξύ τους!

Θα σου πρότεινα πάντως, εάν ενδιαφέρεσαι, να δεις ένα sequel από ταινίες, τα Nemesis 2, 3 & 4 (1995). Η Θεά της Εκδίκησης εν δράσει!!!


Kill Bill vol 1.
Domina.LilithΜέλος
21/03/2005, 09:45:33
Η Νέμεσις, από τον Όμηρο μέχρι και τον Ηρόδοτο, δεν ήταν προσωποποιημένη θεά, αλλά το ηθικό συναίσθημα, εκείνο το απροσδιόριστο κάτι που λειτουργεί σαν φραγμός για το κακό και την ανηθικότητα, το αίσθημα ενοχής που ακολουθεί κάθε κακή πράξη και συμπεριφορά


Την ταινία όχι δεν την έχω δεί, αλλά ευχαριστώ για την πληροφορία.

Νo time to run, no place to hide, when your life is just a lonely ride as the lord of fire and ice. And all your dreams behind your eyes turned out to be just...lies...

Domina.LilithΜέλος
21/03/2005, 09:50:57
Ιστορία...για να περνάει η ώρα ευχάριστα ...


Ο Αρήθοος, ο μεγάλος πολέμαρχος της Αθήνας, κοίταξε στα μάτια τους αντίπαλούς του. Τρεις μεγαλόσωμοι Θηβαίοι –σωστοί γίγαντες, με δερμάτινους θώρακες και τεράστια δόρατα. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του γενναίου πολέμαρχου καθώς έσφιξε το δικό του δόρυ και ασπίδα, λαμβάνοντας αμυντική στάση.

Ο μεσαίος απ’ τους πολεμιστές όρμησε, σηκώνοντας το δόρυ και σημαδεύοντας το κεφάλι του αντιπάλου του. Πολύ αργά όμως. Το χέρι του Αρήθοου τινάχτηκε αστραπιαία και, διαπερνόντας τη θωρακική κοιλότητα του Θηβαίου, το δόρυ βγήκε από την άλλα πλευρά του σώματός του.

Οι άλλοι δύο δίστασαν για μια μονάχα στιγμή βλέποντας το άψυχο σώμα του συμπολεμιστή τους να σωριάζεται στο χώμα. Μια στιγμή ήταν αρκετή για τον Αρήθοο να τραβήξει το ξίφος του και να χιμήξει στον ένα από τους δύο. Τόση ήταν η ορμή του που τον έριξε στο έδαφος παρ’ όλη τη θεόρατη κορμοστασιά του πολεμιστή.

Κινούμενος σαν πάνθηρας ο Αθηναίος πετάχτηκε αμέσως όρθιος και, γυρνώντας, απέκρουσε με την ασπίδα του το δόρυ του αντιπάλου του. Με μία κραυγή κατέβασε το ξίφος του για να κόψει στα δύο το δόρυ του έκπληκτου Θηβαίου και, κάνοντας μία στροφή, να του καταφέρει ένα χτύπημα στο λαιμό, στο σημείο ακριβώς κάτω από την περικεφαλαία. Ο Αρήθοος δεν περίμενε να δει τον αντίπαλό του να πέφτει –δεν χρειαζόταν. Παρά γύρισε να αντιμετωπίσει τον μοναδικό ζωντανό από τους αρχικούς του αντιπάλους, ο οποίος είχε παρατήσει το όπλο του και το είχε βάλει στα πόδια.

Κοιτώντας γύρω του ο Αρήθοος είδε τους αιματοβαμμένους πολεμιστές του μεθυσμένους από την ηδονή της νίκης να φωνάζουν το όνομά του κουνώντας ρυθμικά τα όπλα τους:

«Α-ρηθο-ός! Α-ρηθο-ός! Α-ρηθο-ός!……»

«Αρήθοε! ε! Αρήθοε!» μία φωνή συνοδευόμενη από ένα σκούντημα στα πλευρά κομμάτιασε τις σκέψεις του μικρού Αρήθοου.

«Πού ταξιδεύεις πάλι παιδί μου; Πόσες φορές σου έχω πει πως όταν ρητορεύει ο ιερέας πρέπει να τον ακούμε όλοι;», ήταν η γνώριμη φωνή του Αλκιβιάδη, εκπαιδευτή και μέντορα του μικρού ευγενή.

Ο Αρήθοος δεν είπε τίποτα παρά έσβησε το ηλίθιο χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στα χείλη του και στράφηκε προς τον ιερέα.

«… Ύβρις, Μήνις, Νέμεσις! Αυτά είναι τα τρία αναπόφευκτα στάδια που θα περάσει κάθε ασεβής. Γι’ αυτό πολίτες της Αθήνας και ιδιαίτερα εσείς ευγενείς, μην ξεχνάτε τις υποχρεώσεις σας απέναντί στους Θεούς. Να θυσιάζετε τακτικά, να ακολουθείτε τις προσταγές τους που συχνά εκφράζουν μέσω κάποιου ταπεινού ιερέα, να…»

Τόσο περίπου κράτησε η προσοχή του Αρήθοου στον λόγο του ιερέα. Ύστερα το μυαλό του σάλπαρε για τα λιμάνια τις φαντασίας όπου ο Αρήθοος ο πολέμαρχος θριάμβευε πάντα ενάντια σε εχθρούς και τέρατα.

Όμως οι ρητορείες δεν κράτησαν για πολύ. Ήταν η μέρα που επέστρεφε ο στρατός της Αθήνας από μία νικηφόρα μάχη ενάντια στη Θήβα. Η νίκη ευθύνονταν σύμφωνα με πολλούς στην ιδιαίτερη γενναιότητα ενός από τους πολέμαρχους, του Ευρυμένη. Ο Ευρυμένης ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός του Αρήθοου και έτσι στο συμπόσιο καθόταν ο ένας δίπλα στον άλλο.

«Λοιπόν Ευρυμένη πόσους Θηβαίους σκότωσες; ε; πόσους;» ρωτούσε επίμονα ο μικρός ευγενής για να λάβει ως απόκριση μονάχα ένα χαμόγελο και ένα χαΐδεμα στο κεφάλι.

«Έλα τώρα Αρήθοε, άσε τον αδερφό σου να φάει και να αναπαυτεί.» Ακούστηκε για άλλη μια φορά ο ήρεμος τόνος της φωνής του Αλκιβιάδη.

«Άλλωστε δε νομίζεις ότι κάθισες πολύ ώρα με τους μεγάλους; Πρέπει να κάνουμε και μάθημα.»

«Αλλά…»

«Αρήθοε!»

«Εντάξει εντάξει, λίγη ώρα ακόμη.

“Λίγη” ώρα αργότερα λοιπόν στα ιδιαίτερα δωμάτια του αρχοντικού της οικογένειας του Αρήθοου:

«Αρήθοε! Για τελευταία φορά συγκεντρώσου! Δεν θα μάθεις ποτέ να διαβάζεις σωστά αν δεν προσέχεις την σύνταξη των προτάσεων.», ο αυστηρός τόνος της φωνής του μέντορα δεν φάνηκε να επηρεάζει στο ελάχιστο τον Αρήθοο.

«Ω Αλκιβιάδη! Δεν ξέρεις πόσο τα βαριέμαι όλα αυτά, μακάρι να ήμουν αρκετά μεγάλος και να πολεμάω σε πραγματικές μάχες όπως ο Ευρυμένης, αντί να κάθομαι εδώ να μαθαίνω όλα αυτά τα άχρηστα πράγματα. Πώς θα με βοηθήσουν αυτά να νικήσω τους εχθρούς της Αθήνας και να γίνω ένας σπουδαίος ευγενής;»

Ο Αλκιβιάδης χάιδεψε τα μαύρα γένια του μη μπορώντας να αποτρέψει ένα ειρωνικό χαμόγελο βλέποντας την τόσο σοβαροφανή έκφραση του παιδιού μπροστά του.

«Η ικανότητα στη μάχη δεν είναι το παν Αρήθοε. Αυτό που διακρίνει έναν ευγενή είναι η σύνεση και η σοφία η οποία ξεπηδά από όλα αυτά τα “άχρηστα πράγματα” όπως τα χαρακτήρισες.», είπε κοιτάζοντας τον μαθητή του επικριτικά.

Αν και ο Αρήθοος δεν είπε τίποτα ο Αλκιβιάδης μπορούσε να καταλάβει πως δεν πίστευε λέξη από όλα όσα του είπε.

Θα καταλάβει… σκέφτηκε, όταν μεγαλώσει θα καταλάβει…

** ** *

«Άλλη μια φορά!» φώναξε ο Αλκιβιάδης και κατέβασε απότομα την μαγκούρα του με στόχο το κεφάλι του Αρήθοου, μόνο για να αποκρουσθεί έγκαιρα από τον τελευταίο.

«Πολύ ωραία…, πολύ ωραία…» είπε ο μέντορας αφηρημένα καθώς παρατηρούσε τον 17-χρονο νέο μπροστά του. Το σώμα του είχε πλέον σχηματισθεί σε αυτό ενός άνδρα, με εμφανείς μυώνες στα μπράτσα και στο σώμα.

«Λοιπόν, μπορώ να πάω τώρα;» ρώτησε ο νεαρός ευγενής με φανερό ύφος ανυπομονησίας.

«Βεβαίος, δεν πρέπει να αφήνουμε τον αδερφό σου να περιμένει.» είπε χαμογελαστά ο Αλκιβιάδης και έμεινε να κοιτάζει τον Αρήθοο καθώς αυτός έβγαινε από το δωμάτιο.

Πόσο γρήγορα αλλάζουν… σκέφτηκε με έναν αναστεναγμό.

Ο Αρήθοος ήταν πολύ νευρικός. Δεν μπορούσε να το κρύψει. Περπατούσε –σχεδόν έτρεχε, στους πλούσια διακοσμημένους διαδρόμους του αρχοντικού χωρίς να δίνει σημασία στους υπηρέτες που σταματούσαν και τον χαιρετούσαν κατά το τυπικό. Εν τέλει έφτασε μπροστά από την πόρτα του δωματίου του Ευρυμένη. Σταμάτησε, πήρε μια βαθιά ανάσα, την άνοιξε.

«Ο! Καλωσόρισες αδερφέ μου, πέρασε μέσα. Σε περίμενα με ανυπομονησία.». Ο Ευρυμένης δεν είχε κλείσει ακόμα τα τριάντα του χρόνια, οι ουλές όμως στο πρόσωπό του από τον οκταετή πόλεμο με τους Θηβαίους τον έκαναν να μοιάζει –ίσως και να νιώθει – πολύ μεγαλύτερος.

«Όπως θα ξέρεις οι Θηβαίοι ανασυγκρότησαν για άλλη μια φορά τις δυνάμεις τους και βαδίζουν κατά της Αθήνας. Ο στρατός μας θα φύγει αύριο για να τους συναντήσει.». Σταμάτησε για λίγο να κοιτάξει τον Αρήθοο και ύστερα συνέχισε: «Αύριο θα έρθεις μαζί μας αδερφέ μου», είπε και έβαλε το χέρι του πάνω στο μπράτσο του Αρήθοου.

«Βέβαια δεν μπορείς να έρθεις στη μάχη άοπλος γι’ αυτό…» με το άλλο του χέρι τράβηξε το πέπλο που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι δίπλα του για να αποκαλύψει μία ολόκληρη πανοπλία –με θώρακα, κνημίδες και περικεφαλαία – δίπλα στην οποία βρισκόταν ένα μακρύ δόρυ με καλοακονισμένη μύτη, ένα θηκαρωμένο ξίφος και μία πελώρια περίτεχνη ασπίδα.

Ο Αρήθοος που μέχρι τώρα παρέμενε σιωπηλός έβγαλε ένα επιφώνημα χαράς. Από τότε που είχε μάθει για το κάλεσμα του αδερφού του δεν μπορούσε παρά μόνο να ελπίζει κρυφά πως αυτός ήταν ο λόγος που ήθελε να του μιλήσει. Συναισθήματα χαράς και ενθουσιασμού τον κατέκλυζαν.

«Έβαλα να τα φτιάξουν ειδικά για εσένα.» συνέχισε ο Ευρυμένης βλέποντας τα γουρλωμένα μάτια του Αρήθοου να μην ξεκολλάνε από τραπέζι.

«Ευχαριστώ…» κατάφερε επιτέλους να ψελλίσει ο νεαρός ευγενής.

Την επομένη, ο στρατός ξεκίνησε μετά από τις θυσίες και τις επικλήσεις του αρχιερέα. Η πορεία ήταν κουραστική αλλά ο Αρήθοος – πλήρως εξοπλισμένος πλέον – ήταν πανευτυχής. Πίστευε πως με αυτά τα όπλα μπορούσε να νικήσει τον οποιονδήποτε εχθρό.

Στο δρόμο ο αδερφός του του μιλούσε συνεχώς δίνοντας του συμβουλές για το πώς να συμπεριφερθεί στο πεδίο της μάχης, κυρίως πώς να προφυλαχθεί από τους εχθρούς μένοντας πίσω από τις πρώτες γραμμές των συμπολεμιστών του. Ο Αρήθοος από την άλλη, αναρωτιόνταν γιατί να κάνει κάτι τέτοιο ενώ θα μπορούσε να κερδίσει δόξα στο πεδίο της μάχης σφαγιάζοντας όσο το δυνατόν περισσότερους Θηβαίους. Παρ’ όλα αυτά δεν είπε στον Ευρυμένη τίποτα από όσα στριφογυρνούσαν στο θαρραλέο νεανικό του νου.

Επτά βραδιές στρατοπέδευσαν στο ύπαιθρο και μετά την έβδομη συνάντησαν τον στρατό της Θήβας. Ο Αρήθοος είχε ακούσει πολλών λογιών ιστορίες για τους Θηβαίους. Ότι δήθεν ήταν δύο φορές ψηλοί όσο ένας άνδρας και έφερναν στη μάχη μαζί τους άγριους λύκους και λιοντάρια, τα οποία όμως τους υπάκουαν τυφλά.

Ο στρατός που αντίκριζε ο Αρήθοος δεν ήταν και πολύ διαφορετικός από αυτόν της Αθήνας κι’ όμως γέμισε την «ατρόμητη» καρδιά του με φόβο. Η αλήθεια ήταν ότι πρώτη φορά θα αντιμετώπιζε πραγματικούς εχθρούς σε μάχη. Κι αν πέθαινε;…

Δεν είχε τώρα χρόνο για να το σκεφτεί ούτε για να κάνει πίσω, με το σύνθημα των πολέμαρχων και οι δύο στρατοί ξεχύθηκαν στην πεδιάδα. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Πριν το καταλάβει, ο Αρήθοος βρίσκονταν χωρισμένος από τους συμπολεμιστές του που σταύρωναν τα ξίφη τους με αυτά των Θηβαίων.

Το μυαλό του νεαρού ευγενή κόντευε να μπει σε κατάσταση πανικού βλέποντας όλο αυτό το αίμα και την ωμή βία να εκτυλίσσεται γύρω του. Ξάφνου, ένας Θηβαίος πολεμιστής περνώντας από την πρώτη γραμμή των Αθηναίων είδε την αστραφτερή πανοπλία του Αρήθοου και άρχισε να τρέχει κατά πάνω του. Ο Αρήθοος ξεροκατάπιε αλλά δεν υποχώρησε. Ήταν ευγενής, έπρεπε να υπερασπιστεί την τιμή της Αθήνας και της οικογενείας του. Έσφιξε γερά το δόρυ του και πήρε αμυντική στάση.

Το ξίφος του Θηβαίου χτύπησε δυνατά στην ασπίδα του Αρήθοου. Αυτός τρομαγμένος τίναξε άτσαλα το δόρυ του που έσχισε τον αέρα χωρίς να βρει στόχο. Με ακόμη ένα τρομερό χτύπημα ο Θηβαίος πολεμιστής πέτυχε το δόρυ του ευγενή κάνοντάς το να πέσει από τα χέρια του.

Με ένα θηριώδες χαμόγελο ξανασήκωσε το ξίφος για να χτυπήσει, αυτή τη φορά σημαδεύοντας το κεφάλι. Ο Αρήθοος συγκεντρώθηκε και, πιάνοντας με τα δύο του χέρια την ασπίδα τινάχτηκε απότομα μπροστά βάζοντας όλο του το βάρος όπως του είχε μάθει ο Αλκιβιάδης.

Οι δύο πολεμιστές έπεσαν στο σκληρό έδαφος. Ο Αρήθοος, έχοντας αφήσει πλέον την ασπίδα, κρατούσε με το ένα του χέρι τον καρπό του εχθρού του εμποδίζοντας τον να τον καρφώσει με το ξίφος ενώ με το άλλο του χέρι έψαχνε αγωνιωδώς το δικό του ξίφος.

Οι μυώνες του νέου είχαν τεντώσει στο έπακρο και παρ’ όλα αυτά το ξίφος του Θηβαίου κέρδιζε έδαφος.

Λίγο ακόμη… σκέφτονταν έντονα λίγο ακόμα…

Ο Θηβαίος κόκκινος από θυμό ,έβγαλε μια κραυγή και δοκίμασε να στρέψει το όπλο του προς το λαιμό του αντιπάλου. Ο Αρήθοος όμως είχε ήδη τραβήξει το ξίφος του και με μια τολμηρή κίνηση το έμπηξε στα πλευρά του Θηβαίου που έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και χαλάρωσε τη λαβή του. Βλέποντας αίμα να βγαίνει από το στόμα του εχθρού του, ο Αρήθοος ένιωσε μία αναγούλα και πετάχτηκε όρθιος –τρέμοντας ακόμη, με το ματωμένο ξίφος του στο χέρι.

Κοιτώντας τριγύρω είδε πως η νίκη ήταν της Αθήνας. Μετά από μία σύντομη μάχη οι Θηβαίοι υποχωρούσαν άτακτα και οι Αθηναίοι πολεμιστές τους κυνηγούσαν με περιπαικτικές κραυγές.

Πίσω στην Αθήνα, ο Αρήθοος έφαγε στο παλάτι όπως και όλοι οι ευγενείς που είχαν λάβει μέρος στη μάχη.

<>«Ήσουν πολύ γενναίος αδερφέ μου, με έκανες περήφανο.», του είπε άλλη μια φορά ο Ευρυμένης καθώς έτρωγαν, σφίγγοντάς του τον ώμο.
Ο Αρήθοος χαμογέλασε, όμως το βλέμμα του ήταν αλλού. Εκεί που ήταν άλλωστε όλη την ώρα:

Καθόταν απέναντί του και ήταν πανέμορφη. Μαύρα χυτά μαλλιά, γαλαζοπράσινα μάτια και κατάλευκο δέρμα. Του έριχνε κλεφτές ματιές και ύστερα χαμήλωνε το βλέμμα χαμογελώντας

«Την λένε Λυτώ», ψιθύρισε στο αυτί του ο Ευρυμένης, «είναι θετή κόρη του βασιλιά»
«Είναι… όμορφη», αποκρίθηκε αφηρημένα ο Αρήθοος.

Ο γάμος έγινε μετά από ένα μήνα.

** ** **

«Τώρα!» Ήχησε η κραυγή του Αρήθοου. Με το σύνθημα του πολέμαρχου οι πολεμιστές της Αθήνας –που μέχρι τώρα στέκονταν ακίνητοι, όρμησαν εμπρός με αλαλαγές για να επιτεθούν στους ήδη προωθημένους Θηβαίους.

Ο ήχος της σύγκρουσης των δύο στρατών ήταν τρομερός, συνοδευόμενος από τις κλαγγές των δοράτων που συναντούσαν ασπίδες.

Ο Αρήθοος πάνω στο άρμα του έσπερνε το θάνατο στους εχθρούς του χτυπώντας μανιασμένα όποιον Θηβαίο πλησίαζε.

Για άλλη μια φορά ο Θηβαϊκός στρατός –βλέποντας ότι έχει σπάσει το μέτωπό του, τράπηκε σε φυγή. Ο Αρήθοος έβγαλε το ματωμένο του δόρυ από το σώμα ενός νεαρού πολεμιστή και έδωσε διαταγή στους πολεμιστές του να μην τους κυνηγήσουν.

Είχε άλλα σχέδια και ήθελε οι Θηβαίοι να αισθάνονται ασφαλείς μέχρι τότε. Οι πειθαρχημένοι πολεμιστές υπάκουσαν. Τόσα χρόνια πόλεμος τους είχε μάθει να εμπιστεύονται τυφλά τον γενναίο τους πολέμαρχο.

Ο ίδιος ο Αρήθοος είχε γευτεί τον πόλεμο από πρώτο χέρι. Επί δέκα χρόνια μαχόταν ενάντια στους Θηβαίους. Ο βασιλιάς τον είχε χρίσει πολέμαρχο και αρχηγό του στρατού βλέποντας τη δεινότητα του στη μάχη και το κοφτερό του μυαλό.

Τώρα ο Αρήθοος είχε τις δικές του πληγές.

«Συγχαρητήρια στρατηγέ μου.». Ήταν ο Ιππόμαχος ένας από τους άλλους πολέμαρχους.

«Το σχέδιό σου δούλεψε θαυμάσια. Οι τοξότες μας από τη θέση τους απασχολούσαν το κύριο σώμα των Θηβαίων κρατώντας τους αποδιοργανωμένους έτσι ώστε να μην καταφέρουν να αποκρούσουν την έφοδό μας. Οι θεοί ήταν μαζί μας σήμερα!»

«Ναι.», αποκρίθηκε ο Αρήθοος. «Οι θεοί ήταν μαζί μας…»

Στον δρόμο του γυρισμού οι σκέψεις του μεγάλου πολέμαρχου στροβιλίζονταν γύρω από την οικογένεια του. Πόσο χαρούμενος ήταν όταν βρίσκονταν κοντά τους. Ήθελε πολύ να τους δει, τη Λυτώ, τα τρία αγόρια του, ακόμα και αυτόν το γεροξεκούτη τον Αλκιβιάδη που αν και είχε ήδη περάσει τα εξήντα του χρόνια δεν έλεγε να αφήσει τον κόσμο των ζωντανών.

Ήξερε βέβαια ότι η παραμονή του στην Αθήνα δεν θα ήταν μεγάλη. Ήδη είχε οργανώσει εκστρατεία στην καρδιά της Θήβας με την άδεια του βασιλιά. Αν όλα πήγαιναν καλά ο εικοσαετής αυτός πόλεμος θα τελείωνε σε λίγους μήνες. Τότε θα είχε όλο το χρόνο στη διάθεση του για να περάσει με αυτούς που αγαπά.

Οι μοίρες όμως είχαν σχεδιάσει αλλιώς τα πράγματα.

Του είπαν πως την τελευταία βδομάδα μία θανατηφόρα επιδημία πλάκωσε τα αρχοντικά των ευγενών και της βασιλικής οικογένειας της Αθήνας. Η Λυτώ είχε πεθάνει τελευταία, λες και περίμενε να τον δει μία τελευταία φορά.

«ΟΧΙ!» Ο Αρήθοος στέκονταν παρακολουθώντας τα πτώματα των δικών του να καίγονται στην πυρά.

«Εσύ Αλκαδένη, είσαι ο αρχιθεραπευτής της πόλης. Γιατί τους άφησες να πεθάνουν;»

«Μα άρχοντα μου, οι μάντες είπαν ότι ο αρχιερέας των Ευβοϊτών, των συμμάχων των εχθρών μας έκανε επίκληση στον Απόλλωνα να μας στείλει αυτή τη επιδημία επειδή ο γιος του σκοτώθηκε στην τελευταία μάχη από αθηναϊκό δόρυ. Τι μπορούσα εγώ να κάνω μπροστά στη θέληση των θεών;»

«Σκασμός αναιδέστατε! Απέτυχες! Φύγε από ‘δω, σε εξορίζω, φύγε τώρα πριν σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Φρουροί! Πετάξτε αυτόν τον άχρηστο έξω από τα τείχη της πόλης. Αν ξαναγυρίσει να θανατωθεί επί τόπου!»

«Άρχοντά μου ηρέμησε.», είπε ο Ιόμαχος ο αρχιερέας.

«Σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι ευγενείς είναι νεκροί. Πρέπει να αναλάβεις να τηρηθεί η τάξη. Πρέπει να θυσιάσουμε για να εξευμενίσουμε τους θεούς, πρέπει να…»

«Σταμάτα και εσύ ιερέα! Δεν καταλαβαίνεις; Οι θεοί σου το έκαναν αυτό! Οι θεοί σου τη σκότωσαν! Ετοιμάστε τα καράβια! Εκστρατεύουμε ενάντια στη Εύβοια! Οι θεοί σου τη σκότωσαν…»

Ο Αρήθοος δεν άντεξε άλλο, γονάτισε κρατώντας με τις παλάμες του το πρόσωπο του το οποίο ήταν πλέον υγρό από τα δάκρυα. Μέσα στον παραλήρημα του νόμισε πως κάτι άκουσε… Μια λέξη, που ηχούσε συνέχεια μέσα στο μυαλό του:

ΥΒΡΙΣ!


** ** **

«Κουπί!……Κουπί!…….Κουπί!……»

Η μονότονη φωνή του κωπηλάρχη ακουγόταν ξανά και ξανά. Οι κωπηλάτες υπάκουαν τραβώντας μηχανικά το κουπί και κρατώντας το ρυθμό.

Ολόκληρος ο αθηναϊκός στόλος επέπλεε στο αφρό εκείνη τη μέρα. Πραγματικά ένα εντυπωσιακό θέαμα. Ξύλινα πλοία σε σχηματισμό, με κατάλευκα πανιά να κυματίζουν στον άνεμο. Πλοία γεμάτα πολεμιστές. Πλοία γεμάτα θάνατο.

«Κι’ όμως για κάποιους ο θάνατος είναι λύτρωση», μονολόγησε ο Αρήθοος. Τα λόγια του τα πήρε ο άνεμος ώστε να μην ακουστούν από κανένα.

Στέκονταν στην πρύμνη αγναντεύοντας τον ορίζοντα , έναν ορίζοντα κόκκινο σαν το θυμό του. Ο ήλιος είχε αρχίσει να βυθίζεται στο πέλαγος όμως ο Αρήθοος δεν μπορούσε να δει την αντανάκλαση του. Το μόνο που έβλεπε ήταν το χαμογελαστό πρόσωπο της γυναίκας του.

Το να πείσει τους συμπολίτες του να δεχθούν αυτή την εκστρατεία εκδίκησης είχε αποδειχθεί εύκολο. Πολλοί αρχικά δίσταζαν, δεν τόλμαγαν να πάνε κόντρα στη θέληση των θεών. Ο Αρήθοος όμως ήξερε πώς να παίρνει το πλήθος με το μέρος του, ο Αλκιβιάδης τον είχε διδάξει καλά. Πολύ καλά, όχι μόνο οι Αθηναίοι συμφώνησαν σε αυτήν την εκστρατεία αλλά τον έστεψαν και…

«Βασιλιά μου με ακούτε;», ο Ιππόμαχος κοίταζε τον Αρήθοο παράξενα.

«Τι έλεγες Ιππόμαχε», ο νεοστεμμένος μονάρχης επανήλθε απότομα στον πραγματικό κόσμο αφήνοντας τις σκέψεις του να ξεθωριάσουν σε μιαν άλλη διάσταση.

«Όπως έλεγα… τα πλοία μας θα αράξουν στις Ευβοϊκές όχθες σε λίγες ώρες, η νύχτα θα καλύψει την απόβασή μας αλλά ούτως η άλλως δεν θα μας περιμένουν. Η πορεία του στρατού που έχετε σχεδιάσει είναι τέλεια. Σε λιγότερο από μία βδομάδα θα ελέγχουμε όλη την Εύβοια…», ο Ιππόμαχος παρατήρησε πως το βλέμμα του βασιλιά του είχε γίνει πάλι απλανές.

«Μα γιατί δεν ξεκουράζεστε λίγο τώρα που προλαβαίνετε, η μάχη δεν έχει αρχίσει ακόμα.»

Ο Αρήθοος έστρεψε το βλέμμα του προς τον πολέμαρχο του, ένα βλέμμα θλιμμένο.

Σχεδόν ικετικό σκέφτηκε παραξενεμένος ο Ιππόμαχος.

«Ελάτε, θα βάλω να ετοιμάσουν το κρεβάτι σας», είπε και έπιασε τον Αρήθοο από το μπράτσο ενώ αυτός τον ακολούθησε υπάκουα, όπως ένας σκλάβος που του έχει πλέον στερέψει η θέληση ακολουθεί τον αφέντη του.

Ύπνος. Άλλο ένα από τα πολλά αγαθά που ακόμα και από ένα βασιλιά μπορεί να λείψει. Και τον τελευταίο καιρό ο ύπνος είχε λείψει από τον Αρήθοο. Ακόμα και τις λίγες φορές που αφηνόταν στην αγκαλιά του Μορφέα ο ύπνος του δεν ήταν ήρεμος. Πάντα ξύπναγε ιδρωμένος στο κρεβάτι του ταραγμένος από κάποιον εφιάλτη, έναν εφιάλτη του οποίου την φύση ποτέ δεν θυμόταν.

«Άρχοντα μου», άρχισε κάπως διστακτικά ο Ιππόμαχος. «Νομίζεις ότι θα ήταν σοφό ίσως να κάνουμε μία θυσία ή τουλάχιστον μία σπονδή για να εξευμενίσουμε τους θεούς;»

Οι Θεοί! Σκέφτηκε ο Αρήθοος. Ένας ξαφνικός φόβος διαπέρασε την καρδιά του παγώνοντας τη στο διάβα του.

Αυτή τη φορά η φωνή δεν ακούστηκε μόνο στο μυαλό του Αρήθοου:

«ΜΗΝΙΣ!» φώναξε ο παρατηρητής. «Η ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ!», «ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΕ ΔΙΑ!», άλλες φωνές ακούστηκαν.

Ο Αρήθοος γύρισε το βλέμμα προς τον ορίζοντα και το είδε:

Ένα σμήνος από φτερωτές φιγούρες στο μέγεθος ανθρώπου κατευθύνονταν με γοργό ρυθμό προς τα αθηναϊκά καράβια σαν ένα μαύρο σύννεφο που βγήκε εκτός πορείας.

Καθώς το φως του φεγγαριού αντανακλούσε πάνω στις μυστηριώδεις φιγούρες, αποκαλύπτονταν σουβλερά νύχια σε χέρια και πόδια, πράγμα που είχε σπείρει τον πανικό στους ξαφνιασμένους Αθηναίους. Κάποιοι πήραν τόξα όμως λίγα βέλη πρόλαβαν να εκτοξευθούν και τότε, το σμήνος έπεσε επάνω τους…

Ο Αρήθοος, είχε μείνει παγωμένος στη θέση του ενώ ένα από τα πλάσματα κατευθυνόταν ακριβώς καταπάνω του. Μόνο την τελευταία στιγμή το ένστικτο αυτοσυντήρησης του βασιλιά ενεργοποιήθηκε και ο Αρήθοος πήδηξε στο πλάι ώστε μόνο να γρατζουνηστεί από τα φονικά νύχια.

Καθώς σηκωνόταν, το βλέμμα του έπεσε σε μία ανατριχιαστική σκηνή που εκτυλίσσονταν μόλις δίπλα του. Ήταν ένα από αυτά τα πλάσματα, τώρα το έβλεπε καλύτερα. Είχε το κάτω σώμα ενός αρπακτικού πτηνού με τα γαμψά του νύχια να είναι μπηγμένα στην κοιλιά ενός αβοήθητου Αθηναίου, ξεσχίζοντάς του τη σάρκα. Το επάνω μέρος του σώματός του έμοιαζε αηδιαστικά με το σώμα γυναίκας με τα μαύρα της μαλλιά να κρέμονται πάνω από τον Αθηναίο, μισοκρύβοντας μία απαίσια πληγή στο λαιμό του. Ξάφνου, η Αρπία γύρισε και κοίταξε με κατακόκκινα μάτια τον Αρήθοο ο οποίος τώρα μπορούσε να δει αίμα και κομματάκια σάρκας να στολίζουν τα κοφτερά της δόντια.

Ένα πλάσμα βγαλμένο από εφιάλτες ,σκέφτηκε ο Αρήθοος. Ένα πλάσμα βγαλμένο από τους εφιάλτες μου!

Όσους πολέμους και να έχει ζήσει ένας άντρας, τίποτα δεν μπορεί να τον προετοιμάσει για το υπερφυσικό. Ο Αρήθοος ένιωσε ότι θα έκανε εμετό. Με τον φόβο ακόμα να τον εξουσιάζει γύρισε για να τρέξει, όμως ήδη βρίσκονταν στο τέλος του καταστρώματος. Μην μπορώντας να συγκρατήσει την ορμή του, ένιωσε να χτυπάει πάνω σε κάτι ξύλινο, ύστερα να βρίσκεται όλος στον αέρα, και ύστερα τα κρύα και σκοτεινά νερά του πελάγους να τον καταπίνουν…

** ** **

Τα βλέφαρα του Αρήθοου άνοιξαν απότομα επιτρέποντας τις ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου να εισέλθουν βίαια στην συνείδηση του, σκορπίζοντας μια και καλή το σκοτάδι που επικρατούσε εκεί μόλις στιγμές νωρίτερα.

«Τι;…», ψέλλισε ο βασιλιάς των Αθηναίων καθώς ξανάκλεισε τα μάτια του για να τα προστατέψει από την ξαφνική εισβολή του φωτός.

Ένας εφιάλτης…σκέφτηκε με τον μπερδεμένο νου ενός ανθρώπου που μόλις έχει τραβηχτεί από τις αγκάλες του Μορφέα. Ένας καταραμένος εφιάλτης…

Κι όμως η επιφάνεια στη οποία ήταν ξαπλωμένος δεν του θύμιζε καθόλου το βασιλικό του στρώμα. Έκανε να σηκωθεί, μία απότομη σκοτοδίνη τον ανάγκασε να ξανακαθίσει αβέβαια.

Όταν η όραση του επανήλθε ο Αρήθοος έριξε μια ματιά γύρω του. Βρισκόταν σε κάποια παραλία μόλις λίγα μέτρα μακριά από το κύμα, ντυμένος με κουρέλια που θύμιζαν τα ρούχα του. Πιο κάτω, δέντρα μαρτυρούσαν την αρχή ενός δάσους.

Κάθισε για λίγο να σκεφτεί τι του συνέβη και τότε τα θυμήθηκε ξεκάθαρα όλα. Την εκστρατεία, τα απόκοσμα πλάσματα, την απελπισμένη μάχη με τα κύματα…

Ξάφνου μία απερίγραπτη χαρά τον κατέκλυσε. Ήταν ακόμα ζωντανός! Και για πρώτη φορά στη ζωή του χαίρονταν τόσο για αυτό. Ήθελε να το φωνάξει και να αρχίσει να γελά σαν μικρό παιδί, όταν άκουσε θόρυβο από τα δεξιά του. Ενστικτωδώς το χέρι πήγε προς τη ζώνη του όπου συνήθως βρισκόταν το ξίφος ενώ το κεφάλι του έστριψε ακαριαία προς την κατεύθυνση του θορύβου.

Για μεγάλη του ανακούφιση ήταν ο Ιππόμαχος…

Ο πιστός πολέμαρχος έτρεξε προς τον Αρήθοο κρατώντας στα χέρια του μία περικεφαλαία γεμάτη με νερό.

«Βασιλιά μου συνήλθατε!», είπε βοηθώντας τον να πιει από την αυτοσχέδια κανάτα. «Δεν έχω πολλές γνώσεις από την τέχνη της θεραπευτικής και φοβόμουν μήπως…»

«Είμαι καλά.», τον σταμάτησε ο Αρήθοος και ήπιε άπληστα το υπόλοιπο νερό.

«Οι υπόλοιποι που είναι;», συνέχισε λαχανιάζοντας.

«Όταν σας είδα να πέφτετε στο νερό σας ακολούθησα.», τον αγνόησε ο Ιππόμαχος. «Παλέψαμε με τα κύματα επί ώρες. Τη στιγμή που χάσατε τις αισθήσεις σας έπεσα πάνω σε έναν κούφιο κορμό τον οποίο χρησιμοποίησα ως σχεδία για να μας φέρω έως…»

«Οι υπόλοιποι που είναι;», επανέλαβε με έντονο τόνο ο Αρήθοος.

«Δεν… δεν βρήκα κανένα άλλο, αυτά τα πλάσματα πρέπει…», ο Ιππόμαχος σταμάτησε. Ο τρόμος καθρεπτιζόταν ακόμη στα μάτια του.

«…πρέπει να τους σκότωσαν όλους.», συνέχισε αποφασιστικά.

Εκείνη τη στιγμή ο Αρήθοος ευχόταν να ονειρεύεται ακόμη. Ένιωθε την καρδιά του έτοιμη να σπάσει. Όμως δεν έπρεπε να λυγίσει…

«Πρέπει να βρούμε να βρούμε τον πλησιέστερο οικισμό», είπε κοιτώντας την άμμο.

«Τι σκοπεύετε να κάνετε;», ρώτησε δειλά ο Ιππόμαχος.

Ο Αρήθοος σήκωσε το βλέμμα του για να συναντήσει αυτό του πρώην πολεμάρχου του.

«Θα παραδοθώ στον βασιλιά και θα του ζητήσω άσυλο στο όνομα του Δία, μαζί με τη συγγνώμη μου.», έκανε μία παύση για να σκεφτεί και συνέχισε:

«Έκανα λάθος Ιππόμαχε, τυφλώθηκα από τα πάθη μου και τη δίψα για εκδίκηση. Ο πόλεμος δεν λύνει τίποτα – το έμαθα αυτό με το σκληρό τρόπο – το μόνο που φέρνει είναι θάνατο και δυστυχία. Εμάς οι θεοί μας γλίτωσαν από το θάνατο για να έχουμε την ευκαιρία μιας καινούργιας αρχής.», η φωνή του είχε πάρει ένας αποφασιστικό τόνο,

«Και αυτή τη φορά σκοπεύω να τα κάνω όλα σωστά.»

Ο Ιππόμαχος δεν μίλησε αλλά στο πρόσωπό του φαινόταν ότι είχε ξαναβρεί το θάρρος του από το λόγο του βασιλιά του. Ύστερα από λίγο είπε:

«Καλύτερα να χωριστούμε και να συνεχίσουμε κατά μήκος της ακτής γιατί δεν έχω ιδέα που ακριβώς βρισκόμαστε.»

Ο Αρήθοος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και σηκώθηκε. Σύντομα είχαν απομακρυνθεί και ο ένας δεν μπορούσε να δει τον άλλο.

Τόσοι άνθρωποι είχαν χαθεί σε αυτήν την εκστρατεία του μεγάλου βασιλιά Αρήθοου όμως εκείνος ήταν τώρα πανευτυχής.

Μία νέα αρχή…σκεφτόταν διαρκώς καθώς βάδιζε στην ζεστή αμμουδιά. Ακόμα και η κούραση που ένιωθε αρχικά είχε τώρα εξαφανιστεί αφήνοντας πίσω της έναν άντρα με όρεξη για ζωή.

Καθώς έφτασε στην κορυφή ενός αμμόλοφου είδε μία καλύβα στημένη πλάι στο κύμα. Ένας ψαράς σκέφτηκε ο Αρήθοος βλέποντας μία μικρή βάρκα δεμένη κοντά. Τι τυχερός άνθρωπος…

Κατηφόρισε τον αμμόλοφο και έφτασε μπροστά από την καλύβα. Ο ήλιος ήταν αυτός που ζέσταινε το πρόσωπό του ή ήταν ο ίδιος ο Απόλλωνας που του έδινε άφεση αμαρτιών; Κοίταξε τον ουρανό χαμογελώντας και ο ήλιος του ανταπέδωσε το χαμόγελο φορώντας το πρόσωπο της αγαπημένης του Λυτώς. Τι όμορφη μέρα!

Ο Αρήθοος δεν πρόλαβε ποτέ να φωνάξει. Ένας στιγμιαίος πόνος στην πλάτη και ύστερα βρέθηκε να κείτεται στην άμμο με το αριστερό του χέρι να κρατάει το αιμόφυρτο στήθος του. Καθώς η όρασή του ξεθώριαζε πρόλαβε να δει το πρόσωπο του δολοφόνου του, και στο ματωμένο του στόμα το χαμόγελο μεγάλωσε…

** ** **

«Έτσι όπως σας τα λέω έγιναν βασιλιά μου. Ευτυχώς που βρισκόμουν πίσω από τα βράχια καθαρίζοντας τα ψάρια μου και δεν με είδε πριν να είναι πολύ αργά.», είπε ο λυτά ντυμένος άντρας σε εκείνον που καθόταν στο θρόνο.

«Και πως είσαι τόσο βέβαιος, ψαρά, πως ο άντρας που σκότωσες ήταν ο Αρήθοος ο αήττητος, τέως αρχηγός στρατού και νυν βασιλιάς των Αθηναίων;», αποκρίθηκε εκείνος τρίβοντας τα γένια του.

«Βλέπετε βασιλιά μου, δεν ήμουν πάντοτε ψαράς. Μέχρι πριν λίγους μήνες ήμουν ο αρχιθεραπευτής της Αθήνας, όμως ο Αρήθοος με εξόρισε από την πόλη μου. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι γνωρίζω το παρουσιαστικό του πολύ καλά.», είπε ειρωνικά ο ηλικιωμένος άντρας.

«Ωραία λοιπόν αν λες αλήθεια θα αμειφθείς με την θέση του θεραπευτή του παλατιού μου.», είπε βαριεστημένα ο βασιλιάς της Εύβοιας.

«Μπορείς να πηγαίνεις τώρα.»

«Βασιλιά μου, είναι και κάτι άλλο…»

«Συνέχισε…»

«Πριν ξεψυχήσει, ο βασιλιάς Αρήθοος ψιθύρισε κάτι που μόλις μπόρεσα να βγάλω νόημα.»

«Τι είπε;»

«Ήταν μία λέξη, έμοιαζε σαν…»

«Ναι;»

«Νέμεσις…»

Νo time to run, no place to hide, when your life is just a lonely ride as the lord of fire and ice. And all your dreams behind your eyes turned out to be just...lies...

_____________________________________
πηγή: http://fankingdom.sff.gr/nemesis.htm

http://fankingdom.sff.gr/heroicfantasy.htm
_____________________________________

Domina.LilithΜέλος
28/03/2005, 14:20:22
Κάνα νέο κανείς??????????????????????????????????

Νo time to run, no place to hide, when your life is just a lonely ride as the lord of fire and ice. And all your dreams behind your eyes turned out to be just...lies...

lesteΝέο Μέλος
03/02/2006, 01:18:17
Domina.Lilith ευχαριστώ που έκανες post την ιστορία μου, αλλά θα μπορούσες απλά να βάλεις τον σύνδεσμο:

fankingdom.sff.gr/nemesis.htm

Με το copy/paste χάλασαν κάποιοι χαρακτήρες

GeorgiOΜέλος
03/02/2006, 19:26:37
Πανέμορφη ιστορία Domina.Lilith !! Ποιός/α είναι ο/η συγγραφέας?

"Μερικοί βλέπουν το αύριο ως μια άλλη ημέρα. Εγώ το βλέπω ως άλλη μια ευκαιρία."

lesteΝέο Μέλος
04/02/2006, 00:44:23
Δικιά μου βασικά, ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια!

Υπάρχουν και άλλες (από άλλα παιδια) στο σύνδεσμο που ανέφερα (δες προηγούμενο Post).

05/02/2006, 07:10:58
leste καλωσήρθες στα forums του ESOTERICA.
Μπήκα στον υπερσύνδεσμο που παρέθεσες πιο πάνω.
Είδα και άλλες ιστορίες, πολύ ωραίες

Πιστεύω πως η παράλειψη της αναφοράς στην προέλευση της ιστορίας από την Domina.Lilith δεν έγινε εσκεμμένα. Ωστόσο, και εφόσον η περίοδος επεξεργασίας μηνύματος έχει λήξει για την συγγραφέα, παίρνω εγώ την πρωτοβουλία να γράψω κάτω από την ιστορία το link που γράφεις κι εσύ, καθώς και τη μητρική σελίδα.


κλικ me
Ποτέ μην δεχτείς τα σύνορα του ανθρώπου!
Να σπας τα σύνορα! Ν'αρνιέσαι ότι θωρούν τα μάτια σου!
Να πεθαίνεις και να λες: ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

lesteΝέο Μέλος
05/02/2006, 11:36:30
Ευχαριστώ για το καλωσόρισμα amalia!

Εννοείται ότι δεν παρεξηγώ κανένα. ¶λλωστε οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν για να διαβαστούν και όχι για να προβληθεί κάποιος. Απλά έβαλα το σύνδεσμο γιατί κάποιοι χαρακτήρες είχαν βγει λάθος.

Ευχαριστώ για την απάντηση και το ενδιαφέρον

null_n_voidΜέλος
05/02/2006, 11:47:17
Ωραίο θέμα, μπράβο στα κορίτσια.

ορεξη να χετε να διαγραφετε :)

matthias16Μέλος
05/02/2006, 12:22:53
ΜΠΡΑΒΟ ΠΑΙΔΙΑ,ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΟ ΘΕΜΑ!

"ΤΕΛΙΚΑ ΑΝ ΔΕΝ ΨΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΜΕΝΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ......"
ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΔΙΑΦΟΡΟΙ

ΘΑ ΨΑΞΩ ΝΑ ΒΡΩ,ΚΑΙ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ,ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ,ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ..

ΜΠΡΑΒΟ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ ΚΙΝΗΣΑΤΕ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

"the world is full of kings and queens,who blind your eyes and steal your dreams"