ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/ESOTERICA.GR/BOARD/- ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΤΣΕΧΩΦ - ΝΕΑ - Μέσα από το Διεθνές Internet

- ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΤΣΕΧΩΦ - ΝΕΑ - Μέσα από το Διεθνές Internet

spirit1 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
spiritΜέλος
04/07/2004, 11:26:35
51 σύντομα κείμενα του ʼντον Tσέχωφ, που μας ταξιδεύουν στο παρελθόν της απλής, καθημερινής, ρωσικής ζωής
«Kαλημέρα, τελευταία σελίδα της ζωής μου»
H εκατονταετηρίδα Tσέχωφ ξαναφέρνει στο προσκήνιο την ευγενική μορφή και το βαθύ έργο τού πιο αγαπημένου συγγραφέα, που έζησε, όπως έγραφε. Mε μια κρυμμένη λύπη, πίσω από την ελαφράδα

ΕΛΕΝΑ Δ. ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ



«Πάει καιρός που έχω να πιω σαμπάνια», είπε ο Τσέχωφ στην Όλγα Κνίπερ, και αδειάζοντας αργά το ποτήρι του, έγειρε στο αριστερό πλευρό. Λίγα λεπτά αργότερα είχε πάψει να αναπνέει. Ήταν 2 Ιουλίου 1904 και το εκκρεμές στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της γερμανικής λουτρόπολης Μπαντερβάιλερ έδειχνε τρεις το πρωί.

Εκατό χρόνια μετά, το δραματουργικό έργο του συνεχίζει να προκαλεί σκηνοθεσίες παράφορης αναμέτρησης με την ουσία της εσωτερικότητας και της μορφοπλαστικής εξωτερίκευσης. Εκατό χρόνια μετά, η μνήμη τού πιο «ανθρώπινου» συγγραφέα, ενός θαυμαστού ανθρώπου, οξυδερκή και φλεγματικού, σκωπτικού αλλά και μελαγχολικού, όχι μόνο δεν ξεθώριασε, αλλά απίθανες λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του - πως η αγαπημένη του τροφή ήταν το ψωμοτύρι, πως ψαλίδιζε κάθε τρίτη μέρα το μούσι του ή πόσο ζεστή ήθελε τη σούπα του - φανερώνουν τη διάθεση εξοικείωσής μας με τον πιο αγαπημένο δραματουργό. Γιατί πολλοί μεγάλοι θεατρικοί συγγραφείς θαυμάστηκαν, αλλά λίγοι αγαπήθηκαν όσο ο ʼντον Παύβλοβιτς Τσέχωφ (1860- 1904).


Μέσα από σύντομα διηγήματα μιας ιδιότυπης, ρυθμικής γραφής ακαριαίας αμεσότητας, είναι φανερός ο σαρκασμός της κακότητας και της βλακείας, η έπαρση και η απληστία, η ψευτιά και η σκληρότητα. Και μια συμπόνια του ʼντον Τσέχωφ για τη φτώχεια, την αμάθεια, την εκμετάλλευση του αδύνατου, του ανήμπορου

Φέτος, έχουμε την εκατονταετηρίδα Τσέχωφ. Για την επέτειο δεν συντονίστηκαν Διεθνή Κέντρα Θεάτρου, Ακαδημίες, Σχολές, Ευρωπαϊκά Ενσάμπλ. Ούτως ή άλλως, το κύμα Τσέχωφ είναι μεγάλο. Έρχεται από πολύ βαθιά και δεν έχει ξεθυμάνει στις ακτές των μεταμοντέρνων και των αναθεωρητών. Σ' όλο τον κόσμο τα ελάχιστα - πέντε όλα κι όλα - θεατρικά του έργα παίζονται και ξαναπαίζονται, ενώ πολλά από τα διηγήματά του διασκευάζονται για το θέατρο. Για παράδειγμα, στο Παρίσι ο Πήτερ Μπρουκ παρουσίασε την παράσταση «Με το χέρι σου στο δικό μου» βασισμένη στην αλληλογραφία του Τσέχωφ και της Κνίπερ (τους ερμηνεύουν ο Μισέλ Πικολί και η Νατάσσα Παρί). H παράσταση περιόδευσε τον χειμώνα με τεράστια επιτυχία στην Ευρώπη και θα συνεχίσει του χρόνου. Αλλά και στην Αθήνα, το Εργαστήρι Σκηνοθεσίας της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου παρουσίασε διασκευή του διηγήματός του «Ο μαύρος Καλόγηρος», που θα επαναληφθεί την επόμενη σεζόν στο «Γκαράζ».

Έναν αιώνα μετά τον θάνατο του πιο ευαίσθητου δραματουργού, που έφερε το ψυχολογικό θέατρο δωματίου στο ποιητικό του απόγειο, το σύνολο του έργου του δεν έχει ακόμα διερευνηθεί και μεταφραστεί. Στα «ʼπαντά» του συμπεριλαμβάνονται περισσότερα από 240 διηγήματα, σύντομα, μακροσκελή, εύθυμα, μελαγχολικά, με μια λιτότητα και μια ακρίβεια στην περιγραφή. Δεν έχουν όμως καταχωρηθεί και μεταφραστεί όλα τα σωζόμενα, της πρώιμης κυρίως περιόδου, που υπολογίζονται πως είναι περισσότερα από 400.

Πρώιμες μινιατούρες


Αριστερά: Πλανόδιος πωλητής τσαγιού με τα φλιτζάνια στη ζώνη του. Ένα στιγμιότυπο από την καθημερινή ζωή στη Ρωσία του τέλους τού 19ου αιώνα. Δεξιά: Ο ʼντον Τσέχωφ με τη μητέρα του, την αδελφή του Μάσα και τη γυναίκα του Όλγα Κνίπερ, το 1902 (φωτογραφίες από το πρόγραμμα της «νέας ΣΚΗΝΗΣ», για την παράσταση «Ο θείος Βάνιας», 1989)

H έκδοση της συλλογής με τίτλο «Ω γυναίκες, γυναίκες», συγκέντρωσε ένα υλικό μικρών και λιλιπούτειων πεζών, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στη χώρα μας. Ο τόμος περιέχει 51 σύντομα χιουμοριστικά διηγήματα, μινιατούρες, επιφυλλίδες, αφορισμούς, χρονογραφήματα, βινιέτες, επιγράμματα, λογοπαίγνια, τα οποία έγραψε σε ηλικία 20 ετών και δημοσιεύτηκαν σε λαϊκά περιοδικά. Αγνοημένα επί σειρά ετών, αναγνωρίζονται σήμερα ως πρωτόλεια, αντιμετωπίζονται όμως ως σημαντικά πειραματικά γραπτά, τα οποία προοιωνίζονται το κίνημα του παράλογου, περισσότερα από 40 χρόνια πριν από την εμφάνισή του. Μερικά δε απ' αυτά προετοίμασαν το έδαφος για το βραβείο Πούσκιν, που του απενεμήθη σε ηλικία 28 ετών.

Κείμενα σαφή, περιεκτικά, περιπαικτικά, με ομοιομορφία ύφους και μιαν αίσθηση ημιτελούς. Αν και ελάσσονος αξίας, συγκριτικά με τα «ώριμα», είναι αναγνώσματα ζωηρά, αιχμηρά. Προπάντων καινοτόμα. Ξάφνιασαν στην εποχή τους, και για έναν ακόμα λόγο. Για την αποσύνδεσή τους από τη συναισθηματική ένταση της μεγάλης παράδοσης της ρωσικής λογοτεχνίας. Καλλιτέχνης ανεξάρτητος, αντίθετος σε κάθε πολιτικό, φιλοσοφικό ή θρησκευτικό δογματισμό, ενδιαφερόταν, πάνω από όλα, να περιγράφει τη ζωή χωρίς να σχολιάζει, να προσπαθεί να αποδείξει κάτι.

Ο Τσέχωφ, που μοίραζε τον καιρό του ανάμεσα στην Ιατρική και τη Λογοτεχνία, ευαίσθητος στη δυστυχία του άλλου, αντλούσε τα θέματά του από την πληκτική, τετριμμένη καθημερινότητα, όπου δεν συμβαίνει τίποτα το συγκλονιστικό, το ιδιαίτερο - σε πρώτο επίπεδο. «H πλοκή δεν είναι καθόλου απαραίτητη. Στη ζωή δεν υπάρχουν πλοκές. Στη ζωή είναι όλα ανακατεμένα - το βαθύ με το ρηχό, το μεγαλοπρεπές με το μηδαμινό, το τραγικό με το γελοίο...», έγραφε σε μία από τις 4.300 επιστολές του (ο τόμος «Αλληλογραφία» είναι εξαντλημένος). Πίσω όμως από την έλλειψη δράσης ακούγεται χαμηλόφωνα, λυπημένη μουσική. Τώρα πια είναι κοινή συνείδηση πως στα έργα του Τσέχωφ σημασία δεν έχουν τόσο αυτά που λέγονται, όσο αυτά που αποσιωπούνται και πως η δράση είναι η αδράνεια των προσώπων του.

Ακόμα και αν ο αναγνώστης διαβάσει τα διηγήματα ανακατωμένα, από το τέλος στην αρχή ή τη μέση, «ταξιδεύει» στο παρελθόν της ρωσικής ζωής, με οδηγό τον Τσέχωφ, που του δείχνει τα πάντα - από τον μουζίκο και τον παπά, μέχρι τον καθηγητή, τον αμαξά, τον φοιτητή και τον έμπορο - με ελαφράδα, δίνοντας βαρύτητα στη σημασία της ύπαρξης.

Σταθερά, τα νεανικά του σχεδιάσματα, τα σκωπτικά του διηγήματά πλαταίνουν και βαθαίνουν. Δεν είναι απλά σκίτσα, αλλά απεικονίσεις άπειρων πλευρών τού παραλογισμού της καθημερινής, της μικρής μας ζωής. Ίδιας πάντα, και μετά 100 χρόνια.


«AX, NA ΞΕΡΑΜΕ ΓΙΑΤΙ ΥΠΟΦΕΡΟΥΜΕ»
Ο Τσέχωφ, γοητευτική φυσιογνωμία που περιτριγυριζόταν από γυναίκες αλλά φοβόταν να δεθεί με κάποια απ' αυτές, γνώρισε, θαύμασε και αγάπησε την ηθοποιό Όλγα Κνίπερ, «την τελευταία σελίδα» της ζωής του, στο ανέβασμα του «Γλάρου» από το μοσχοβίτικο «Θέατρο Τέχνης». Ο γάμος τους έγινε κρυφά και διατηρήθηκε - η φυματίωση τον ανάγκαζε να ζει τον περισσότερο καιρό στη Γιάλτα - μέσα από τα αλλεπάλληλα γράμματα που έστελναν ο ένας στον άλλο. H αλληλογραφία τους δίνει πλούσιο υλικό στην ευρύτερη κατανόηση του χαρακτήρα του.

Μια τρυφερή καρδιά, με αληθινό ενδιαφέρον για εκείνους που κοπιάζουν, φορτωμένοι ευθύνες και βάρη - είτε τους σατίριζε συμπονετικά είτε τους σκιαγραφούσε συμπάσχοντας. Ένα μελαγχολικό πλάσμα κρυμμένο πίσω από τη χάρη και την ελαφράδα. Το είχε ανάγκη το χιούμορ ο Τσέχωφ, για να αντιμετωπίσει τη λύπη του, που με τόση απλότητα σταλάζει στην καρδιά μας. «Λίγο ακόμα και θα ξέραμε γιατί ζούμε, γιατί υποφέρουμε. Αχ, να ξέραμε μονάχα. Να ξέραμε!» (η τελευταία φράση της Όλγας στις «Τρεις αδελφές»). Και πάντα αυτή η φθίνουσα ελπίδα, που καταλήγει σ' ένα «αχ!»...


ΤΑ ΝΕΑ , 03-07-2004 , Σελ.: P10
Κωδικός άρθρου: A17980P101


Ευρυαλε,βλασταρι των γλαυκομματων,Χαριτων,
αγαπημενε των ωριομαλλων Μουσων,εσενα σε
αναστησε η Κυπριδα κι η Πειθω με τα τρυφερα
βλεφαρα,αναμεσα στ ανθη!