kapoios
Νέο ΜέλοςGreeceΣυμμετοχή σε θέματα
Πρόσφατα μηνύματα
΄ΛΑΤΡΕΨΑ΄ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΤΗΣ ΕΔΩΣΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΚΑΝΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΔΥΣΤΗΧΩΣ ΕΦΥΓΕ.Ο ΛΟΓΟΣ ΔΕΝ ΑΞΙΖΕ ΕΤΣΙ ΜΕ ΕΙΠΕ!!!!!!
ΔΟΥΛΕΥΑΜΕ ΜΑΖΙ ΠΑΡΑΙΤΗΘΗΚΑ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΤΗΝ ΒΛΕΠΩ ΠΟΝΟΥΣΑ,ΒΡΗΚΑ ΑΛΛΟΥ ΔΟΥΛΕΙΑ ΑΛΛΑ Η VODAFONE ΗΘΕΛΕ ΥΠΕΡΟΓΚΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΣΑΣ ΥΠ/ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΗΜΟΥΝ ΚΑΙ ΔΥΣΤΗΧΩΣ ΑΠΟΛΥΘΗΚΑ.
ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ ΑΝ ΔΕΝ ΕΦΕΥΓΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΟΥ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΤΑΝ;ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΣ ΣΕ GOODYS ΑΛΛΑ ΔΥΣΚΟΛΟ ΓΙΑ Δ/ΝΤΗΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΄ΒΙΣΜΑ΄.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΩ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΝΑ ΗΤΑΝ Η ΄ΕΥΚΑΡΙΑ΄ ΜΕ ΠΟΛΥ ΠΟΝΟ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΝ ΕΥΑΤΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΩ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ!!!!!
ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΠΕΛΙΑ ΜΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΕΚΑΝΕ ΑΜΕΣΩΣ ΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΛΛΗΤΟ ΜΟΥ ΠΟΥ ΠΑΤΗΣΕ ΣΤΙΣ ΄ ΠΛΑΤΕΣ΄ ΤΗΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΧΕ ΓΝΩΣΤΟ Δ/ΝΤΗΣ ΣΕ ΑΛΛΑ GOODYS.
ΕΝΩ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΑΘΟΥΣΕ ΚΑΙ ΕΛΕΓΕ ΟΤΙ ΑΠΟΡΕΙ ΠΩΣ ΚΑΝΩ ΠΑΡΕΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥ!!!!!!!!
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.
ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ ΚΑΙ 2ΧΡΟΝΙΑ ΘΑ ΣΑΣ ΟΜΟΛΟΓΗΣΩ ΟΤΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΑΛΛΑ ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΚΑΤΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΤΟ ΣΥΝΧΩΡΩ.ΤΗΝ ΛΥΠΑΜΑΙ.
ΟΣΟ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΒΡΩ ΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ.
ΚΑΙ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΕ ΑΦΗΣΟΥΝ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΟΙ ΄ΘΕΟΙ΄ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ ΜΟΥ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ.
ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΤΗΝ ΄ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΟΥ΄.
ΑΥΤΑ.
ΠΑΝΤΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΩΡΙΣΜΟ ΜΟΥ ΟΛΟΙ ΧΑΘΗΚΑΝ ΣΑΝ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΦΥΛΛΑ,ΜΟΝΟ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ ΜΕ ΣΤΗΡΙΞΑΝ ΚΑΙ Η ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ!ΑΣΧΕΤΑ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΤΗΝ ΄ΣΚΟΤΩΣΕΙ΄ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ ΤΟΝ ΑΔΕΡΦΟ ΤΗΣ ΜΕ ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΠΑΝΤΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ.
ΑΑΑΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΣΤΟΝ Ο.Τ.Ε. 3,000ΕΥΡΩ ΓΙΑΤΙ ΕΠΑΙΡΝΑ ΣΤΟ 090 ΑΝ ΘΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΒΛΕΠΟΥΝ ΣΤΑ ΤΑΡΩ ΤΑ ΕΧΩ ΜΑΘΕΙ ΑΠΕΞΩ.ΔΥΣΤΗΧΩΣ ΟΣΕΣ ΠΗΡΑ ΕΙΠΑΝ ΘΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΜΕ ΤΗ ΓΥΡΝΑΕΙ ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ;;;;;;;;;;
ΑΥΤΑ.
ΤΙ ΕΧΕΤΕ ΝΑ ΠΕΙΤΕ ΚΑΙ ΕΣΕΙΣ;
ΕΝΑ ΕΧΩ ΝΑ ΠΩ.
ΓΕΥΤΗΚΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΕΦΤΑΣΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΄ΜΕΔΟΥΛΙ΄ ΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΖΕΝΙΘ ΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΝΕΣΑ ΤΟΣΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑ ΕΝΑ ΄ΣΚΟΥΛΙΚΙ΄ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ.ΕΠΙΑΣΑ ΠΑΤΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΤΩΡΑ ΜΕ ΓΡΗΓΟΡΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΝΑ ΑΝΕΒΩ ΠΑΛΙ.
ΜΟΥ ΑΡΕΣΩ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΗΔΟΝΗ ΝΑ ΠΟΝΟΣ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΕΣ,ΑΣΧΕΤΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΚΥΛΑΕΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΤΗΝ ΗΘΕΛΑ ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ,ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΜΕ ΤΟΣΟ ΚΑΤΡΑΚΥΛΙΣΜΑ.ΟΥΤΕ Η ΛΑΣΚΑΡΗ ΔΕΝ ΤΑ ΕΚΑΝΕ ΑΥΤΑ.
nikos albanos
Αποφάσισα να γράψω ίσως γιατί το γράψιμο να είναι μια εκτόνωση για μένα προσφέροντας καταλυτικές ιδιότητες στα νεύρα μου!!!!!!!
Αs αρχίσει λοιπόν να ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας μας :
Έξω βρέχει ασταμάτητα κάθομαι στο τζαμί του σπιτιού μου και βλέπω τους ανθρώπους να τρεχουν,άλλοι βριζουν,άλλοι είναι με τις ομπρέλες και κάθε φορά που περνά κανένα αυτοκίνητο την κατεβάζουν στα ποδιά τους για να μην τους μουσκεψει.Ο ουρανός είναι υπέροχος μελανχολικος με γκρίζα σύννεφα σαν την καρδιά μου,ένα αυτοκίνητο περνά με δύναμη και εκτιναζει τα νερά που έχουν συσσωρευτεί με ορμή στο τζαμί του ημιυπόγειο μου που ζω,νιώθω κάτι να με σφίγγει το λαιμό σαν μαγγανες θέλω να βρω Έξω να περππατησω,Ντυνομαι και βγαίνω δεν έχω ομπρελά μου αρέσει να πέφτει η βροχή στον σώμα μου κάθε σταγόνα της είναι και ένα πρόβλημα μου,κάθε σταγόνα και ένα δάκρυ μου γι αυτή την άδικη ζωή που έχω ζήσει μέχρι τώρα,προχωρω και νιώθω καλύτερα όλοι είναι τυλιγμένοι στα παλτά τους το κρύο τους πιρουνιάζει μέχρι το κόκαλο θα πάω να δω την θάλασσα σκέφτομαι και αρχίζω να κατεβαίνω στο κέντρο της πόλης και μετά κατευθείαν στην παραλια.Στο κέντρο γίνεται χαμός φωνές ,αυτοκίνητα σταματημενα.κορνες,φωνες και μέσα σε όλα αυτά παιδάκια να ζητιανεύουνε ή να πουλάνε λουλούδια άτυχα σκέφτομαι πληρώνουν το τίμημα κάποιων επιπόλαιων γονιών τι φταινε αυτά που γεννήθηκαν σε δύσκολους καιρός,δίπλα είναι και ένας σέρβος που ζητιανεύει γιατί δεν έχει να φάει έτσι γράφει στο μικρό χαρτόνι που κρατάει στα χέρια του γιατί εγώ έχω σκέφτομαι και φεύγω κατηφοριζω.είμαι ήδη στην παράλια έχω γίνει μούσκεμα κάθομαι σε ένα παγκάκι η βροχή χτυπάει με ορμή την θάλασσα λες και έχει κάνει κάτι κακό και θέλει να την τιμωρήσει αμέτρητες σταγόνες πέφτουν είμαι μούσκεμα μέχρι και το εσώρουχο μου αλλά η ευφορία που αισθάνομαι είναι μεγάλη, μια δύναμη πλημμυρίζει το σώμα μου η καρδιά μου χτυπά δυνατά,Ξαφνικά βλέπω έναν γέρο μου κάνει εντύπωση και που περπατά πέφτει σηκώνεται και ξαναπέφτει τρέχω αμέσως κοντά του και τον σηκώνω όχι πως είμαι καλός αλλά η μορφή του είχε κάτι που σε τραβουσε.Ελα τον λέω σήκω που θες να σε πάω,
Άσε με εδώ παλικάρι με λέει να δω την βροχή για τελευταία φορά μπορεί αύριο να μην ζω γιατί δηλαδή να μην ζήσω αυτό το υπέροχο τοπίο που μόνο εμείς οι απλοί άνθρωποι ξέρουμε να το ζούμε.
Παππού τον λέω με επιβλητικό τόνο είσαι μούσκεμα πρέπει να πας σπίτι σου και επειδή δεν μπορείς θα σε πάω εγώ του λέω και τον κοιτάω μέσα στα μάτια του.Μενει λίγο πιο κάτω τον ακουμπάω στον ωμό μου και κατηφορίζουμε για το σπίτι του όσο περπατάμε δεν μιλάει καθόλου μόνο έχει κολλημένα τα μάτια του στη θάλασσα και με κρατάει σφιχτά το χέρι.Φτανουμε εκεί που μένει μου δίνει τα κλειδιά να ανοίξω την πόρτα κατεβαίνουμε 10 σκαλοπάτια και φτάνουμε χτυπάω το κουδούνι δεν ακούγεται τίποτα
Έλα αγόρι άνοιξε με λέει δεν θα έχει έρθει ακόμα η συγκάτοικος μου με άπαντα με χιούμορ ο γερακος και αρχίζει να γελάει με την εκφράσει του προσώπου μου.
Ανοίγω το σπίτι είναι πολύ μικρό έχει ένα χωλακι που πηγαίνει σε ένα δωμάτιο μι μικρή κουζινιτσα που μοσχοβολάει.
Φασολιά έχει κάνει η Μαριάννα αγόρι μου λέει ο παππούς θα καθίσεις να φας και να την γνωρίσεις ε;
Με ρωτάει και είναι σαν να μου λέει θέλω να κάτσεις.
Το δωμάτιο έχει ένα κρεβάτι δυο πολυθρονιτσες μια μικρούλα τηλεοραση,ένα ραδιόφωνο από τα παλιά και μια βιβλιοθήκη με τόσα βιβλία που το ένα είναι πάνω στο άλλο και σε ένα σημείο έχει μια στοίβα από βιβλια,πιανει κατευθείαν την μάτια μου ο παππούλης και με ρωτάει
Σου αρέσουν τα βιβλία παιδί μου;
Πολύ του απαντάω μέσα στα βιβλία ζεις τα δικά σου όνειρα είσαι ο πρωταγωνιστής κανείς ότι θες και πάντα έχει σένα λόγο γιατί το κανείς.Όμως να σου πω κάτι του λέω με παραπάνω έχω διαβάσει πολλά βιβλία όλα έχουν μιλήσει για τον ερωτά με υπέροχα λόγια,για γυναίκες που ξέρουν να αγαπάνε και να ζούνε την ζωή τους με έναν άνθρωπο χωρίς να τον προδωσουνε,όλα ψέματα άδικα ψάχνω να βρω και εγώ κάτι τόσο όμορφο όπως το περιγράφουν τα βιβλια.Την κρίση ματαιοδοξίας μου την σταμάτησε το κλειδί στην πόρτα και ο ερχομός της Μαριάννας,
Ήρθε η συγκάτοικος με είπε ο παππούς άνοιξε η πόρτα και είδα μια γριούλα ντυμένη στα μαύρα χοντρούλα με γυαλάκια μαζεμένα μαλλιά αλλά είχε ένα πολύ γλυκό βλέμμα μου θύμισε εκείνες τις γιαγιάδες του χωριού που είναι τόσο καλές κάθονται στο τζάκι και λένε παραμυθία στα εγγονάκια τους.Μαριαννα
Να σε γνωρισω,και σταμάτησε δεν γνωριστήκαμε αγόρι μου με λέει
Eμένα με λένε Γιώργο
Νίκος του απαντώ και δίνουμε τα χέρια
Ωραία τώρα που τελειώσαμε με τις συστάσεις είπε ο Γιώργοs,
Μιράντα ο Νικολάκης σήμερα με έφερε στο σπίτι πήγα να δω την θάλασσα όταν έβρεχε και λιποθύμησα αν δεν ήταν το παλικάρι τώρα μπορεί να ήμουν και νεκρός.
Η Μαριάννα γύρισε και τον είπε θυμωμένη καλά δεν τα έχουμε πει αυτά δεν είναι καιρός για παλικαριές τουλάχιστον ας ζήσουμε όσο ακόμα φέγγει το καντήλι μας χωρίς να προσπαθούμε να σβήσουμε το φως μας με αθέμιτους παραγοντες,συμφωνω ότι σου αρέσει η θάλασσα αλλά οι γιατροί έχουν άλλοι άποψη.
Έλα μην τον μαλώνεις την είπα και συγνώμη για το θάρρος αλλά κάποιοι έχουν μερικά πάθη στην ζωή τους δεν μπορούμε να τα απαγορεύσουμε.
Έχεις δίκαιο αγόρι μου με είπε θα καθίσεις να φάμε;
Θα καθίσει είπε ο Γιώργος και με κοίταξε στα μάτια άλλωστε με έσωσε σήμερα.
Καλά είπα αν και δεν με αρέσουν τα φασολιά τα έφαγα όλα και ήταν τόσο νόστιμα λες και έτρωγα αστακούς και γαρίδες ο Γιώργος έβγαλε και τουρσί που έκανε μόνος του εκεί πάνω στην συζήτηση έμαθα ότι ήταν ναυτικός είχε χάσει την γυναίκα πάνω στην γεννά και μετά από δυο χρόνια και το παιδί του από μια ανίατη αρρωστια,την Μαριάννα την είχε γνωρίσει σε ένα του ταξίδι του όταν πήγαινε στην Τουρκία ήταν μια χαροκαμένη μανά έψαχνε να βρει το παιδί της αλλά τίποτα το είχε πάρει ο άντρας της μαζί του όταν χώρισαν άδικα είχε ειδοποιήσει της αρχές δεν βρέθηκε τίποτα εδώ και 22 χρόνια την πήρε μαζί του 5χρόνων όταν μια μέρα ήταν στον κήπο μαζί με την γιαγιά της.Μετά η Μαριάννα έπαθε νευρικό κλονισμό και την είχαν βάλει στο ψυχιατρείο ευτυχώς τώρα ήταν καλύτερα αλλά 1φορά τον μήνα επισκεφτοταν την κλινική για να την δουν.Αποφασισαν να μείνουν μαζί για λόγους οικονομικούς και για να έχουν έναν λόγο να πούνε και οι δυο ήταν πολύ πικραμένοι από την ζωή και είχαν χάσει αγαπημένα τους προσωπα.Ήταν μαζί περίπου 2χρόνια και η συγκατοίκηση πήγαινε πολύ καλά στον κόσμο λέγανε ότι ήταν παντρεμένοι και δεν είχαν παιδάκια επειδή ο Γιώργος ήταν στείρος δεν τον πείραζε τον Γιώργο που λέγανε αυτό το ψέμα άλλωστε δεν ισχυε.Αφού φάγαμε η Μαριάννα μας έφερε και γλυκό ήταν γλυκό του κουταλιού με πορτοκαλί ήταν μια παραδοσιακή της συνταγή που της είχε δώσει η γιαγιά της και αυτό της το είχε δώσει η προγιαγιά της και η Μαριάννα έπρεπε να το δώσει στην κόρη της,ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει στο μάτι της,
Έλα σταματά την μάλωσε ο Γιώργος έχουμε ξένο άνθρωπο στο σπίτι και δεν πρέπει να κάνουμε έτσι συγκάτοικε την είπε πειραχτικά.Έφυγα από το σπίτι αργά είχα καθίσει τουλάχιστον 4ώρες μαζί τους και ήταν σαν να πέρασαν μόνο λίγα λεπτα,τελικά τα πιο ωραία πράγματα συμβαίνουν τυχαια,σκεφτομουν καθώς πήγαινα στο σπίτι μου.Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει με ορμή και ο ουρανός ήταν τόσο μελανχολικος σαν την καρδιά των δύο καινούργιων φίλων που απεκτησα.Όταν έφυγα από το σπίτι τους με ευχαρίστησαν για την καλή παρέα και μου είπαν ότι έχουν πολύ καιρό να έρθει άνθρωπος στο σπίτι τους μου είπαν αν ήθελα να ξανάπαω και δέχτηκα με χαρά άλλωστε ήταν τόσο ενδιαφέροντα άτομα και οι δυο που ήθελα πολύ γίνω φίλος τους.Ο Γιώργος μου έδωσε και ένα βιβλίο (Τα εκατό χρόνια μοναξιά) δεν ξέρω αν ο τίτλος ήταν τυχαίος και η Μαριάννα μου έδωσε ποίηση του Καρυωτάκη.
Και τα δυο βιβλία έκρυβαν μια μελανχολια σαν τα μάτια των φίλων μου,αλλά μέσα σε αυτά έβλεπα την ζωή πόσο άδικη είναι για μερικούς ανθρώπους.
ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ ΄ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ΄
ΠΙΣΤΕΥΩ ΝΑ ΒΡΩ ΤΗΝ ΜΟΥΣΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΞΑΝΑΡΧΙΣΩ ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ ΓΙΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ,ΠΑΡΑΚΜΗ,ΝΑΔΙΡ ΣΑΝ ΤΟΝ ΜΑΓΕΙΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΕΠΙΝΟΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΓΕΥΣΗ ΓΑΙΤΙ ΟΛΑ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑ...ΣΝΙΦ,ΚΛΑΨ
nikos albanos
Αποφάσισα να γράψω ίσως γιατί το γράψιμο να είναι μια εκτόνωση για μένα προσφέροντας καταλυτικές ιδιότητες στα νεύρα μου!!!!!!!
Αs αρχίσει λοιπόν να ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας μας :
Έξω βρέχει ασταμάτητα κάθομαι στο τζαμί του σπιτιού μου και βλέπω τους ανθρώπους να τρεχουν,άλλοι βριζουν,άλλοι είναι με τις ομπρέλες και κάθε φορά που περνά κανένα αυτοκίνητο την κατεβάζουν στα ποδιά τους για να μην τους μουσκεψει.Ο ουρανός είναι υπέροχος μελανχολικος με γκρίζα σύννεφα σαν την καρδιά μου,ένα αυτοκίνητο περνά με δύναμη και εκτιναζει τα νερά που έχουν συσσωρευτεί με ορμή στο τζαμί του ημιυπόγειο μου που ζω,νιώθω κάτι να με σφίγγει το λαιμό σαν μαγγανες θέλω να βρω Έξω να περππατησω,Ντυνομαι και βγαίνω δεν έχω ομπρελά μου αρέσει να πέφτει η βροχή στον σώμα μου κάθε σταγόνα της είναι και ένα πρόβλημα μου,κάθε σταγόνα και ένα δάκρυ μου γι αυτή την άδικη ζωή που έχω ζήσει μέχρι τώρα,προχωρω και νιώθω καλύτερα όλοι είναι τυλιγμένοι στα παλτά τους το κρύο τους πιρουνιάζει μέχρι το κόκαλο θα πάω να δω την θάλασσα σκέφτομαι και αρχίζω να κατεβαίνω στο κέντρο της πόλης και μετά κατευθείαν στην παραλια.Στο κέντρο γίνεται χαμός φωνές ,αυτοκίνητα σταματημενα.κορνες,φωνες και μέσα σε όλα αυτά παιδάκια να ζητιανεύουνε ή να πουλάνε λουλούδια άτυχα σκέφτομαι πληρώνουν το τίμημα κάποιων επιπόλαιων γονιών τι φταινε αυτά που γεννήθηκαν σε δύσκολους καιρός,δίπλα είναι και ένας σέρβος που ζητιανεύει γιατί δεν έχει να φάει έτσι γράφει στο μικρό χαρτόνι που κρατάει στα χέρια του γιατί εγώ έχω σκέφτομαι και φεύγω κατηφοριζω.είμαι ήδη στην παράλια έχω γίνει μούσκεμα κάθομαι σε ένα παγκάκι η βροχή χτυπάει με ορμή την θάλασσα λες και έχει κάνει κάτι κακό και θέλει να την τιμωρήσει αμέτρητες σταγόνες πέφτουν είμαι μούσκεμα μέχρι και το εσώρουχο μου αλλά η ευφορία που αισθάνομαι είναι μεγάλη, μια δύναμη πλημμυρίζει το σώμα μου η καρδιά μου χτυπά δυνατά,Ξαφνικά βλέπω έναν γέρο μου κάνει εντύπωση και που περπατά πέφτει σηκώνεται και ξαναπέφτει τρέχω αμέσως κοντά του και τον σηκώνω όχι πως είμαι καλός αλλά η μορφή του είχε κάτι που σε τραβουσε.Ελα τον λέω σήκω που θες να σε πάω,
Άσε με εδώ παλικάρι με λέει να δω την βροχή για τελευταία φορά μπορεί αύριο να μην ζω γιατί δηλαδή να μην ζήσω αυτό το υπέροχο τοπίο που μόνο εμείς οι απλοί άνθρωποι ξέρουμε να το ζούμε.
Παππού τον λέω με επιβλητικό τόνο είσαι μούσκεμα πρέπει να πας σπίτι σου και επειδή δεν μπορείς θα σε πάω εγώ του λέω και τον κοιτάω μέσα στα μάτια του.Μενει λίγο πιο κάτω τον ακουμπάω στον ωμό μου και κατηφορίζουμε για το σπίτι του όσο περπατάμε δεν μιλάει καθόλου μόνο έχει κολλημένα τα μάτια του στη θάλασσα και με κρατάει σφιχτά το χέρι.Φτανουμε εκεί που μένει μου δίνει τα κλειδιά να ανοίξω την πόρτα κατεβαίνουμε 10 σκαλοπάτια και φτάνουμε χτυπάω το κουδούνι δεν ακούγεται τίποτα
Έλα αγόρι άνοιξε με λέει δεν θα έχει έρθει ακόμα η συγκάτοικος μου με άπαντα με χιούμορ ο γερακος και αρχίζει να γελάει με την εκφράσει του προσώπου μου.
Ανοίγω το σπίτι είναι πολύ μικρό έχει ένα χωλακι που πηγαίνει σε ένα δωμάτιο μι μικρή κουζινιτσα που μοσχοβολάει.
Φασολιά έχει κάνει η Μαριάννα αγόρι μου λέει ο παππούς θα καθίσεις να φας και να την γνωρίσεις ε;
Με ρωτάει και είναι σαν να μου λέει θέλω να κάτσεις.
Το δωμάτιο έχει ένα κρεβάτι δυο πολυθρονιτσες μια μικρούλα τηλεοραση,ένα ραδιόφωνο από τα παλιά και μια βιβλιοθήκη με τόσα βιβλία που το ένα είναι πάνω στο άλλο και σε ένα σημείο έχει μια στοίβα από βιβλια,πιανει κατευθείαν την μάτια μου ο παππούλης και με ρωτάει
Σου αρέσουν τα βιβλία παιδί μου;
Πολύ του απαντάω μέσα στα βιβλία ζεις τα δικά σου όνειρα είσαι ο πρωταγωνιστής κανείς ότι θες και πάντα έχει σένα λόγο γιατί το κανείς.Όμως να σου πω κάτι του λέω με παραπάνω έχω διαβάσει πολλά βιβλία όλα έχουν μιλήσει για τον ερωτά με υπέροχα λόγια,για γυναίκες που ξέρουν να αγαπάνε και να ζούνε την ζωή τους με έναν άνθρωπο χωρίς να τον προδωσουνε,όλα ψέματα άδικα ψάχνω να βρω και εγώ κάτι τόσο όμορφο όπως το περιγράφουν τα βιβλια.Την κρίση ματαιοδοξίας μου την σταμάτησε το κλειδί στην πόρτα και ο ερχομός της Μαριάννας,
Ήρθε η συγκάτοικος με είπε ο παππούς άνοιξε η πόρτα και είδα μια γριούλα ντυμένη στα μαύρα χοντρούλα με γυαλάκια μαζεμένα μαλλιά αλλά είχε ένα πολύ γλυκό βλέμμα μου θύμισε εκείνες τις γιαγιάδες του χωριού που είναι τόσο καλές κάθονται στο τζάκι και λένε παραμυθία στα εγγονάκια τους.Μαριαννα
Να σε γνωρισω,και σταμάτησε δεν γνωριστήκαμε αγόρι μου με λέει
Eμένα με λένε Γιώργο
Νίκος του απαντώ και δίνουμε τα χέρια
Ωραία τώρα που τελειώσαμε με τις συστάσεις είπε ο Γιώργοs,
Μιράντα ο Νικολάκης σήμερα με έφερε στο σπίτι πήγα να δω την θάλασσα όταν έβρεχε και λιποθύμησα αν δεν ήταν το παλικάρι τώρα μπορεί να ήμουν και νεκρός.
Η Μαριάννα γύρισε και τον είπε θυμωμένη καλά δεν τα έχουμε πει αυτά δεν είναι καιρός για παλικαριές τουλάχιστον ας ζήσουμε όσο ακόμα φέγγει το καντήλι μας χωρίς να προσπαθούμε να σβήσουμε το φως μας με αθέμιτους παραγοντες,συμφωνω ότι σου αρέσει η θάλασσα αλλά οι γιατροί έχουν άλλοι άποψη.
Έλα μην τον μαλώνεις την είπα και συγνώμη για το θάρρος αλλά κάποιοι έχουν μερικά πάθη στην ζωή τους δεν μπορούμε να τα απαγορεύσουμε.
Έχεις δίκαιο αγόρι μου με είπε θα καθίσεις να φάμε;
Θα καθίσει είπε ο Γιώργος και με κοίταξε στα μάτια άλλωστε με έσωσε σήμερα.
Καλά είπα αν και δεν με αρέσουν τα φασολιά τα έφαγα όλα και ήταν τόσο νόστιμα λες και έτρωγα αστακούς και γαρίδες ο Γιώργος έβγαλε και τουρσί που έκανε μόνος του εκεί πάνω στην συζήτηση έμαθα ότι ήταν ναυτικός είχε χάσει την γυναίκα πάνω στην γεννά και μετά από δυο χρόνια και το παιδί του από μια ανίατη αρρωστια,την Μαριάννα την είχε γνωρίσει σε ένα του ταξίδι του όταν πήγαινε στην Τουρκία ήταν μια χαροκαμένη μανά έψαχνε να βρει το παιδί της αλλά τίποτα το είχε πάρει ο άντρας της μαζί του όταν χώρισαν άδικα είχε ειδοποιήσει της αρχές δεν βρέθηκε τίποτα εδώ και 22 χρόνια την πήρε μαζί του 5χρόνων όταν μια μέρα ήταν στον κήπο μαζί με την γιαγιά της.Μετά η Μαριάννα έπαθε νευρικό κλονισμό και την είχαν βάλει στο ψυχιατρείο ευτυχώς τώρα ήταν καλύτερα αλλά 1φορά τον μήνα επισκεφτοταν την κλινική για να την δουν.Αποφασισαν να μείνουν μαζί για λόγους οικονομικούς και για να έχουν έναν λόγο να πούνε και οι δυο ήταν πολύ πικραμένοι από την ζωή και είχαν χάσει αγαπημένα τους προσωπα.Ήταν μαζί περίπου 2χρόνια και η συγκατοίκηση πήγαινε πολύ καλά στον κόσμο λέγανε ότι ήταν παντρεμένοι και δεν είχαν παιδάκια επειδή ο Γιώργος ήταν στείρος δεν τον πείραζε τον Γιώργο που λέγανε αυτό το ψέμα άλλωστε δεν ισχυε.Αφού φάγαμε η Μαριάννα μας έφερε και γλυκό ήταν γλυκό του κουταλιού με πορτοκαλί ήταν μια παραδοσιακή της συνταγή που της είχε δώσει η γιαγιά της και αυτό της το είχε δώσει η προγιαγιά της και η Μαριάννα έπρεπε να το δώσει στην κόρη της,ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει στο μάτι της,
Έλα σταματά την μάλωσε ο Γιώργος έχουμε ξένο άνθρωπο στο σπίτι και δεν πρέπει να κάνουμε έτσι συγκάτοικε την είπε πειραχτικά.Έφυγα από το σπίτι αργά είχα καθίσει τουλάχιστον 4ώρες μαζί τους και ήταν σαν να πέρασαν μόνο λίγα λεπτα,τελικά τα πιο ωραία πράγματα συμβαίνουν τυχαια,σκεφτομουν καθώς πήγαινα στο σπίτι μου.Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει με ορμή και ο ουρανός ήταν τόσο μελανχολικος σαν την καρδιά των δύο καινούργιων φίλων που απεκτησα.Όταν έφυγα από το σπίτι τους με ευχαρίστησαν για την καλή παρέα και μου είπαν ότι έχουν πολύ καιρό να έρθει άνθρωπος στο σπίτι τους μου είπαν αν ήθελα να ξανάπαω και δέχτηκα με χαρά άλλωστε ήταν τόσο ενδιαφέροντα άτομα και οι δυο που ήθελα πολύ γίνω φίλος τους.Ο Γιώργος μου έδωσε και ένα βιβλίο (Τα εκατό χρόνια μοναξιά) δεν ξέρω αν ο τίτλος ήταν τυχαίος και η Μαριάννα μου έδωσε ποίηση του Καρυωτάκη.
Και τα δυο βιβλία έκρυβαν μια μελανχολια σαν τα μάτια των φίλων μου,αλλά μέσα σε αυτά έβλεπα την ζωή πόσο άδικη είναι για μερικούς ανθρώπους.
ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ ΄ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ΄
ΠΙΣΤΕΥΩ ΝΑ ΒΡΩ ΤΗΝ ΜΟΥΣΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΞΑΝΑΡΧΙΣΩ ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ ΓΙΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ,ΠΑΡΑΚΜΗ,ΝΑΔΙΡ ΣΑΝ ΤΟΝ ΜΑΓΕΙΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΕΠΙΝΟΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΓΕΥΣΗ ΓΑΙΤΙ ΟΛΑ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑ...ΣΝΙΦ,ΚΛΑΨ
nikos albanos
Αποφάσισα να γράψω ίσως γιατί το γράψιμο να είναι μια εκτόνωση για μένα προσφέροντας καταλυτικές ιδιότητες στα νεύρα μου!!!!!!!
Αs αρχίσει λοιπόν να ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας μας :
Έξω βρέχει ασταμάτητα κάθομαι στο τζαμί του σπιτιού μου και βλέπω τους ανθρώπους να τρεχουν,άλλοι βριζουν,άλλοι είναι με τις ομπρέλες και κάθε φορά που περνά κανένα αυτοκίνητο την κατεβάζουν στα ποδιά τους για να μην τους μουσκεψει.Ο ουρανός είναι υπέροχος μελανχολικος με γκρίζα σύννεφα σαν την καρδιά μου,ένα αυτοκίνητο περνά με δύναμη και εκτιναζει τα νερά που έχουν συσσωρευτεί με ορμή στο τζαμί του ημιυπόγειο μου που ζω,νιώθω κάτι να με σφίγγει το λαιμό σαν μαγγανες θέλω να βρω Έξω να περππατησω,Ντυνομαι και βγαίνω δεν έχω ομπρελά μου αρέσει να πέφτει η βροχή στον σώμα μου κάθε σταγόνα της είναι και ένα πρόβλημα μου,κάθε σταγόνα και ένα δάκρυ μου γι αυτή την άδικη ζωή που έχω ζήσει μέχρι τώρα,προχωρω και νιώθω καλύτερα όλοι είναι τυλιγμένοι στα παλτά τους το κρύο τους πιρουνιάζει μέχρι το κόκαλο θα πάω να δω την θάλασσα σκέφτομαι και αρχίζω να κατεβαίνω στο κέντρο της πόλης και μετά κατευθείαν στην παραλια.Στο κέντρο γίνεται χαμός φωνές ,αυτοκίνητα σταματημενα.κορνες,φωνες και μέσα σε όλα αυτά παιδάκια να ζητιανεύουνε ή να πουλάνε λουλούδια άτυχα σκέφτομαι πληρώνουν το τίμημα κάποιων επιπόλαιων γονιών τι φταινε αυτά που γεννήθηκαν σε δύσκολους καιρός,δίπλα είναι και ένας σέρβος που ζητιανεύει γιατί δεν έχει να φάει έτσι γράφει στο μικρό χαρτόνι που κρατάει στα χέρια του γιατί εγώ έχω σκέφτομαι και φεύγω κατηφοριζω.είμαι ήδη στην παράλια έχω γίνει μούσκεμα κάθομαι σε ένα παγκάκι η βροχή χτυπάει με ορμή την θάλασσα λες και έχει κάνει κάτι κακό και θέλει να την τιμωρήσει αμέτρητες σταγόνες πέφτουν είμαι μούσκεμα μέχρι και το εσώρουχο μου αλλά η ευφορία που αισθάνομαι είναι μεγάλη, μια δύναμη πλημμυρίζει το σώμα μου η καρδιά μου χτυπά δυνατά,Ξαφνικά βλέπω έναν γέρο μου κάνει εντύπωση και που περπατά πέφτει σηκώνεται και ξαναπέφτει τρέχω αμέσως κοντά του και τον σηκώνω όχι πως είμαι καλός αλλά η μορφή του είχε κάτι που σε τραβουσε.Ελα τον λέω σήκω που θες να σε πάω,
Άσε με εδώ παλικάρι με λέει να δω την βροχή για τελευταία φορά μπορεί αύριο να μην ζω γιατί δηλαδή να μην ζήσω αυτό το υπέροχο τοπίο που μόνο εμείς οι απλοί άνθρωποι ξέρουμε να το ζούμε.
Παππού τον λέω με επιβλητικό τόνο είσαι μούσκεμα πρέπει να πας σπίτι σου και επειδή δεν μπορείς θα σε πάω εγώ του λέω και τον κοιτάω μέσα στα μάτια του.Μενει λίγο πιο κάτω τον ακουμπάω στον ωμό μου και κατηφορίζουμε για το σπίτι του όσο περπατάμε δεν μιλάει καθόλου μόνο έχει κολλημένα τα μάτια του στη θάλασσα και με κρατάει σφιχτά το χέρι.Φτανουμε εκεί που μένει μου δίνει τα κλειδιά να ανοίξω την πόρτα κατεβαίνουμε 10 σκαλοπάτια και φτάνουμε χτυπάω το κουδούνι δεν ακούγεται τίποτα
Έλα αγόρι άνοιξε με λέει δεν θα έχει έρθει ακόμα η συγκάτοικος μου με άπαντα με χιούμορ ο γερακος και αρχίζει να γελάει με την εκφράσει του προσώπου μου.
Ανοίγω το σπίτι είναι πολύ μικρό έχει ένα χωλακι που πηγαίνει σε ένα δωμάτιο μι μικρή κουζινιτσα που μοσχοβολάει.
Φασολιά έχει κάνει η Μαριάννα αγόρι μου λέει ο παππούς θα καθίσεις να φας και να την γνωρίσεις ε;
Με ρωτάει και είναι σαν να μου λέει θέλω να κάτσεις.
Το δωμάτιο έχει ένα κρεβάτι δυο πολυθρονιτσες μια μικρούλα τηλεοραση,ένα ραδιόφωνο από τα παλιά και μια βιβλιοθήκη με τόσα βιβλία που το ένα είναι πάνω στο άλλο και σε ένα σημείο έχει μια στοίβα από βιβλια,πιανει κατευθείαν την μάτια μου ο παππούλης και με ρωτάει
Σου αρέσουν τα βιβλία παιδί μου;
Πολύ του απαντάω μέσα στα βιβλία ζεις τα δικά σου όνειρα είσαι ο πρωταγωνιστής κανείς ότι θες και πάντα έχει σένα λόγο γιατί το κανείς.Όμως να σου πω κάτι του λέω με παραπάνω έχω διαβάσει πολλά βιβλία όλα έχουν μιλήσει για τον ερωτά με υπέροχα λόγια,για γυναίκες που ξέρουν να αγαπάνε και να ζούνε την ζωή τους με έναν άνθρωπο χωρίς να τον προδωσουνε,όλα ψέματα άδικα ψάχνω να βρω και εγώ κάτι τόσο όμορφο όπως το περιγράφουν τα βιβλια.Την κρίση ματαιοδοξίας μου την σταμάτησε το κλειδί στην πόρτα και ο ερχομός της Μαριάννας,
Ήρθε η συγκάτοικος με είπε ο παππούς άνοιξε η πόρτα και είδα μια γριούλα ντυμένη στα μαύρα χοντρούλα με γυαλάκια μαζεμένα μαλλιά αλλά είχε ένα πολύ γλυκό βλέμμα μου θύμισε εκείνες τις γιαγιάδες του χωριού που είναι τόσο καλές κάθονται στο τζάκι και λένε παραμυθία στα εγγονάκια τους.Μαριαννα
Να σε γνωρισω,και σταμάτησε δεν γνωριστήκαμε αγόρι μου με λέει
Eμένα με λένε Γιώργο
Νίκος του απαντώ και δίνουμε τα χέρια
Ωραία τώρα που τελειώσαμε με τις συστάσεις είπε ο Γιώργοs,
Μιράντα ο Νικολάκης σήμερα με έφερε στο σπίτι πήγα να δω την θάλασσα όταν έβρεχε και λιποθύμησα αν δεν ήταν το παλικάρι τώρα μπορεί να ήμουν και νεκρός.
Η Μαριάννα γύρισε και τον είπε θυμωμένη καλά δεν τα έχουμε πει αυτά δεν είναι καιρός για παλικαριές τουλάχιστον ας ζήσουμε όσο ακόμα φέγγει το καντήλι μας χωρίς να προσπαθούμε να σβήσουμε το φως μας με αθέμιτους παραγοντες,συμφωνω ότι σου αρέσει η θάλασσα αλλά οι γιατροί έχουν άλλοι άποψη.
Έλα μην τον μαλώνεις την είπα και συγνώμη για το θάρρος αλλά κάποιοι έχουν μερικά πάθη στην ζωή τους δεν μπορούμε να τα απαγορεύσουμε.
Έχεις δίκαιο αγόρι μου με είπε θα καθίσεις να φάμε;
Θα καθίσει είπε ο Γιώργος και με κοίταξε στα μάτια άλλωστε με έσωσε σήμερα.
Καλά είπα αν και δεν με αρέσουν τα φασολιά τα έφαγα όλα και ήταν τόσο νόστιμα λες και έτρωγα αστακούς και γαρίδες ο Γιώργος έβγαλε και τουρσί που έκανε μόνος του εκεί πάνω στην συζήτηση έμαθα ότι ήταν ναυτικός είχε χάσει την γυναίκα πάνω στην γεννά και μετά από δυο χρόνια και το παιδί του από μια ανίατη αρρωστια,την Μαριάννα την είχε γνωρίσει σε ένα του ταξίδι του όταν πήγαινε στην Τουρκία ήταν μια χαροκαμένη μανά έψαχνε να βρει το παιδί της αλλά τίποτα το είχε πάρει ο άντρας της μαζί του όταν χώρισαν άδικα είχε ειδοποιήσει της αρχές δεν βρέθηκε τίποτα εδώ και 22 χρόνια την πήρε μαζί του 5χρόνων όταν μια μέρα ήταν στον κήπο μαζί με την γιαγιά της.Μετά η Μαριάννα έπαθε νευρικό κλονισμό και την είχαν βάλει στο ψυχιατρείο ευτυχώς τώρα ήταν καλύτερα αλλά 1φορά τον μήνα επισκεφτοταν την κλινική για να την δουν.Αποφασισαν να μείνουν μαζί για λόγους οικονομικούς και για να έχουν έναν λόγο να πούνε και οι δυο ήταν πολύ πικραμένοι από την ζωή και είχαν χάσει αγαπημένα τους προσωπα.Ήταν μαζί περίπου 2χρόνια και η συγκατοίκηση πήγαινε πολύ καλά στον κόσμο λέγανε ότι ήταν παντρεμένοι και δεν είχαν παιδάκια επειδή ο Γιώργος ήταν στείρος δεν τον πείραζε τον Γιώργο που λέγανε αυτό το ψέμα άλλωστε δεν ισχυε.Αφού φάγαμε η Μαριάννα μας έφερε και γλυκό ήταν γλυκό του κουταλιού με πορτοκαλί ήταν μια παραδοσιακή της συνταγή που της είχε δώσει η γιαγιά της και αυτό της το είχε δώσει η προγιαγιά της και η Μαριάννα έπρεπε να το δώσει στην κόρη της,ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει στο μάτι της,
Έλα σταματά την μάλωσε ο Γιώργος έχουμε ξένο άνθρωπο στο σπίτι και δεν πρέπει να κάνουμε έτσι συγκάτοικε την είπε πειραχτικά.Έφυγα από το σπίτι αργά είχα καθίσει τουλάχιστον 4ώρες μαζί τους και ήταν σαν να πέρασαν μόνο λίγα λεπτα,τελικά τα πιο ωραία πράγματα συμβαίνουν τυχαια,σκεφτομουν καθώς πήγαινα στο σπίτι μου.Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει με ορμή και ο ουρανός ήταν τόσο μελανχολικος σαν την καρδιά των δύο καινούργιων φίλων που απεκτησα.Όταν έφυγα από το σπίτι τους με ευχαρίστησαν για την καλή παρέα και μου είπαν ότι έχουν πολύ καιρό να έρθει άνθρωπος στο σπίτι τους μου είπαν αν ήθελα να ξανάπαω και δέχτηκα με χαρά άλλωστε ήταν τόσο ενδιαφέροντα άτομα και οι δυο που ήθελα πολύ γίνω φίλος τους.Ο Γιώργος μου έδωσε και ένα βιβλίο (Τα εκατό χρόνια μοναξιά) δεν ξέρω αν ο τίτλος ήταν τυχαίος και η Μαριάννα μου έδωσε ποίηση του Καρυωτάκη.
Και τα δυο βιβλία έκρυβαν μια μελανχολια σαν τα μάτια των φίλων μου,αλλά μέσα σε αυτά έβλεπα την ζωή πόσο άδικη είναι για μερικούς ανθρώπους.
ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ ΄ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ΄
ΠΙΣΤΕΥΩ ΝΑ ΒΡΩ ΤΗΝ ΜΟΥΣΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΞΑΝΑΡΧΙΣΩ ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ ΓΙΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ,ΠΑΡΑΚΜΗ,ΝΑΔΙΡ ΣΑΝ ΤΟΝ ΜΑΓΕΙΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΕΠΙΝΟΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΓΕΥΣΗ ΓΑΙΤΙ ΟΛΑ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑ...ΣΝΙΦ,ΚΛΑΨ
nikos albanos