ΒΑΜΠΙΡ (ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ)
Συνεχίζω το θέμα..
Να κάνω μια αναφορά για το θέμα που το θεωρώ πολύ σημαντικό και θα πρέπει
ό όποιος αναζητητής ή απλός αναγνώστης να το γνωρίζει...
Οι Ρουμάνοι δεν ασπάζονται την ιστορία του Βλαντ του Δράκουλα ως
αιμοδιψή δολοφόνου και τον θεωρούν ήρωα που έσωσε την πατρίδα....
Η ρουμανική γένεσις και ο πρόγονος των βαμπίρ
Η γένεσις στη μυθολογία της Ρουμανίας, πολύ πριν ο χριστιανισμός σκεπάσει ή
'εκχριστιανίσει' πολλά από τα έθιμα και τις παραδόσεις της χώρας
(βλέπετε ο σταυρός και ο αγιασμός ως όπλα κατά του βαμπιρισμού δεν ήταν
πάντα στη φαρέτρα των "βαμπιροφονιάδων"),
είναι πλούσια και ενδιαφέρουσα. Πριν ξεκινήσουν όλα, υπήρχε η ατέλειωτη
θάλασσα, ο ωκεανός Apa Sambetei.
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε η γη, ο ουρανός και τέλος η ζωή.
Τα αδέρφια Fitrat και Nefitrat, δημιουργοί του κόσμου και του καλού και του
κακού αντίστοιχα διαγκωνίστηκαν στη δημιουργία της ζωής.
Ο πρώτος έφτιαχνε ζώα εξαιρετικής ομορφιάς και πρακτικότητας, με τον
δεύτερο να βάζει την οργιώδη φαντασία του στη δημιουργία τεράτων,
γιγάντων, πλασμάτων που μπορούσαν να αλλάζουν μορφή.
Κάπως έτσι, το κακό ανέβηκε στον κόσμο από τα έγκατα της γης και ξεκίνησαν τα προβλήματα.
Ανάμεσα στα τρομερά πλάσματα λοιπόν της νύχτας είναι και τα Strigoi.
Πρόκειται για τρομακτικά τέρατα που μπορούν να αλλάζουν μορφή σε όποιο
ζώο επιθυμούν, να γίνονται αόρατα και έχουν ακόρεστη δίψα για ανθρώπινο αίμα.
Θεωρούνται πρόγονοι τόσο των Βαμπίρ, όσο και των λυκανθρώπων.
Ο μύθος τους επιβιώνει μάλιστα ως και τις ημέρες μας στη Ρουμανία, με
τελευταία μαρτυρία που ισχυρίζεται πως είδε ένα τέτοιο πλάσμα να χρονολογείται το 2004.
Ένα κορίτσι ειδοποίησε έντρομη τους γονείς της πως την επισκέφτηκε ο νεκρός θείος της.
Εκείνοι, για να προστατευτούν από το αιμοδιψές τέρας, άνοιξαν τον τάφο του
συγγενή τους και ξερίζωσαν την καρδιά του.
Στη συνέχεια, έκαψαν τη σορό του, ανάμειξαν τη στάχτη με νερό και το ήπιαν.
Αυτός ήταν και ο παραδοσιακός τρόπος καταστροφής ενός Strigoi.
Μια διαδικασία που εκτός από το - αηδιαστικό ομολογουμένως - αφέψημα της
στάχτης, μοιάζει πάρα πολύ με τον τρόπο εξόντωσης ενός βαμπίρ.
Χτύπημα στην καρδιά και φωτιά!!
Φημολογείται μάλιστα πως ακόμη και σήμερα, Ρουμάνοι συνηθίζουν να
παλουκώνουν τους νεκρούς στο φέρετρο πριν τους θάψουν ώστε να μην
επιστρέψουν ως strigoi ή βρυκόλακες.
Οι Αρπυίες και τα Βαμπίρ
Η σύνδεση όμως της ρουμανικής παράδοσης με την αρχαία ελληνική έχει πολλαπλές αναφορές.
Η πρώτη αφορά στις Αρπυίες, τέρατα με σώμα πουλιού και ανθρωπόμορφο
κεφάλι που πήραν το όνομά τους από το "αρπάζω" μιας και φέρονταν να έχουν
την ιδιότητα να αρπάζουν τις ψυχές των ανθρώπων.
Κόρες του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας, έχουν την καταστροφική
δύναμη των καταιγίδων και των θυελλών.
Άλλωστε, τα μυθικά αυτά πλάσματα επικαλείται και η Πηνελόπη, όταν ζητά να
την πάρουν οι Θύελλες και να πεθάνει μιας και δεν επιστρέφει στην Ιθάκη ο
άνδρας της, Οδυσσέας.
"Τα πτηνά με μορφή ανθρώπου τιμωρούσαν του κοινούς θνητούς και άρπαζαν τις ψυχές των ανθρώπων"
Οι Αρπυίες βέβαια, όπως και σχεδόν όλα τα πλάσματα της ελληνικής
μυθολογίας δεν ήταν απλώς τρομακτικά, χαιρέκακα τέρατα.
Ήταν και όργανα των Θεών, που απέδιδαν τιμωρίες στους κοινούς θνητούς.
Ένα από τα θύματά τους άλλωστε υπήρξε και ο Φινέας που τυφλώθηκε από τις
Αρπυίες, που δεν τον άφηναν σε ησυχία, ενώ λέρωναν με τις κουτσουλιές
τους το φαγητό του, προκειμένου να τον αφήσουν αδύναμο και νηστικό.
Τα τέρατα αυτά κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι Αργοναύτες, αφού αυτό
αιτήθηκε ο σοφός άνδρας, προκειμένου να τους δείξει το δρόμο για την Κολχίδα.
Το δύσκολο έργο ανέλαβαν οι αδερφοί Βορεάδες, γρήγοροι όσο και τα τέρατα,
ως γιοι του ανέμου Βοριά.
Τελικά, με την παρέμβαση της Ίριδας, αγγελιοφόρου των Θεών και
ενσάρκωση του ουράνιου τόξου, τα ανθρωπόμορφα πτηνά που σύμφωνα με
κάποιες αναφορές ήταν αδερφές της, σώθηκαν.
Ποια όμως η σχέση τους με τα βαμπίρ;
Φαίνεται πως, όπως και οι Αρπυίες άρπαζαν ψυχές, έτσι και τα βαμπίρ που ως
νεκροί άνθρωποι στερούνταν ψυχής, χρειάζονταν το αίμα και κατά συνέπεια
την ψυχή των θνητών για να επιβιώσουν.
Όμως η σχέση των δύο πολιτισμών και μύθων δεν μένει απλά εκεί.
Η Στριγξ...
Αν δεν σας έχει ακόμη χτυπήσει κάποιο καμπανάκι από το όνομα των πατέρων
του βρυκόλακα strigoi, τότε θα σας βοηθήσουμε.
Προέρχεται από το ελληνικό όνομα στριγξ, που αρχικά αναφέρεται στο πτηνό,
ένα είδος κουκουβάγιας.
Το όνομα προέκυψε στην αρχαιότητα από την κραυγή του πτηνού, ενώ από
την ίδια πήραν το όνομά τους μυθικά πλάσματα της νεότερης ελληνικής
φαντασίας, οι Στρίγγλες.
Στρίγγλες ονομάζονταν οι μάγισσες, γυναίκες μοχθηρές που μπορούσαν να
κάνουν κακό σε ανθρώπους, κατά κύριο λόγο σε γυναίκες και μωρά παιδιά.
Σε κείμενο του Νικόλαου Πολίτη, λαογράφου και καθηγητή του Πανεπιστημίου
Αθηνών που έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα, περιγράφεται με μεγάλη ακρίβεια
η μορφή και ο ρόλος των μαγισσών αυτών:
"Οι Στρίγγλες είναι γριές φτωχιές και ελεεινές που δεν μπορούν να κάμουν
καλό σε άνθρωπο και όλο σε μαγικά είναι παραδομένες.
Κάνουν πράγματα που αρέσουν του διαβόλου, όπως σκόνες, αλοιφές , βότανα και άλλα τέτοια.
Τους άντρες δεν τους πολυπειράζουν ,αλλά πολύ κακό κάνουν στις γυναίκες
και τα παιδιά, αν τους φέρουνε κανένα εμπόδιο στα μάγια τους.
Με την ανάσα τους μόνο και το φύσημά τους, μπορούν ή να τα κάνουν
παλαβά ή και να τα θανατώσουν.
Πηγαίνουν στα μωρά τα νεογέννητα που κλαίνε και τους βυζαίνουν το αίμα
τους και τα αφήνουν σαν ξερά!
Αυτά, αν δεν πεθάνουν, μεινέσκουν ελεεινά και αρρωστιάρικα όλη τους τη ζωή.
Γι’ αυτό, προτού να βαφτιστεί το παιδί, ποτέ δεν το αφήνουν μοναχό.
Αν προτού να του ρουφήξουν οι Στρίγγλες όλο το αίμα καταλάβουν οι γονείς
πως το παιδί κινδυνεύει από αυτές, τις διώχνουν με κρότους και χτυπώντας τα χέρια!".
ΠΗΓΉ..https://www.news247.gr/afieromata/ay...a.6449255.html
Ευχαριστώ.
Να κάνω μια αναφορά για το θέμα που το θεωρώ πολύ σημαντικό και θα πρέπει
ό όποιος αναζητητής ή απλός αναγνώστης να το γνωρίζει...
Οι Ρουμάνοι δεν ασπάζονται την ιστορία του Βλαντ του Δράκουλα ως
αιμοδιψή δολοφόνου και τον θεωρούν ήρωα που έσωσε την πατρίδα....
Η ρουμανική γένεσις και ο πρόγονος των βαμπίρ
Η γένεσις στη μυθολογία της Ρουμανίας, πολύ πριν ο χριστιανισμός σκεπάσει ή
'εκχριστιανίσει' πολλά από τα έθιμα και τις παραδόσεις της χώρας
(βλέπετε ο σταυρός και ο αγιασμός ως όπλα κατά του βαμπιρισμού δεν ήταν
πάντα στη φαρέτρα των "βαμπιροφονιάδων"),
είναι πλούσια και ενδιαφέρουσα. Πριν ξεκινήσουν όλα, υπήρχε η ατέλειωτη
θάλασσα, ο ωκεανός Apa Sambetei.
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε η γη, ο ουρανός και τέλος η ζωή.
Τα αδέρφια Fitrat και Nefitrat, δημιουργοί του κόσμου και του καλού και του
κακού αντίστοιχα διαγκωνίστηκαν στη δημιουργία της ζωής.
Ο πρώτος έφτιαχνε ζώα εξαιρετικής ομορφιάς και πρακτικότητας, με τον
δεύτερο να βάζει την οργιώδη φαντασία του στη δημιουργία τεράτων,
γιγάντων, πλασμάτων που μπορούσαν να αλλάζουν μορφή.
Κάπως έτσι, το κακό ανέβηκε στον κόσμο από τα έγκατα της γης και ξεκίνησαν τα προβλήματα.
Ανάμεσα στα τρομερά πλάσματα λοιπόν της νύχτας είναι και τα Strigoi.
Πρόκειται για τρομακτικά τέρατα που μπορούν να αλλάζουν μορφή σε όποιο
ζώο επιθυμούν, να γίνονται αόρατα και έχουν ακόρεστη δίψα για ανθρώπινο αίμα.
Θεωρούνται πρόγονοι τόσο των Βαμπίρ, όσο και των λυκανθρώπων.
Ο μύθος τους επιβιώνει μάλιστα ως και τις ημέρες μας στη Ρουμανία, με
τελευταία μαρτυρία που ισχυρίζεται πως είδε ένα τέτοιο πλάσμα να χρονολογείται το 2004.
Ένα κορίτσι ειδοποίησε έντρομη τους γονείς της πως την επισκέφτηκε ο νεκρός θείος της.
Εκείνοι, για να προστατευτούν από το αιμοδιψές τέρας, άνοιξαν τον τάφο του
συγγενή τους και ξερίζωσαν την καρδιά του.
Στη συνέχεια, έκαψαν τη σορό του, ανάμειξαν τη στάχτη με νερό και το ήπιαν.
Αυτός ήταν και ο παραδοσιακός τρόπος καταστροφής ενός Strigoi.
Μια διαδικασία που εκτός από το - αηδιαστικό ομολογουμένως - αφέψημα της
στάχτης, μοιάζει πάρα πολύ με τον τρόπο εξόντωσης ενός βαμπίρ.
Χτύπημα στην καρδιά και φωτιά!!
Φημολογείται μάλιστα πως ακόμη και σήμερα, Ρουμάνοι συνηθίζουν να
παλουκώνουν τους νεκρούς στο φέρετρο πριν τους θάψουν ώστε να μην
επιστρέψουν ως strigoi ή βρυκόλακες.
Οι Αρπυίες και τα Βαμπίρ
Η σύνδεση όμως της ρουμανικής παράδοσης με την αρχαία ελληνική έχει πολλαπλές αναφορές.
Η πρώτη αφορά στις Αρπυίες, τέρατα με σώμα πουλιού και ανθρωπόμορφο
κεφάλι που πήραν το όνομά τους από το "αρπάζω" μιας και φέρονταν να έχουν
την ιδιότητα να αρπάζουν τις ψυχές των ανθρώπων.
Κόρες του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας, έχουν την καταστροφική
δύναμη των καταιγίδων και των θυελλών.
Άλλωστε, τα μυθικά αυτά πλάσματα επικαλείται και η Πηνελόπη, όταν ζητά να
την πάρουν οι Θύελλες και να πεθάνει μιας και δεν επιστρέφει στην Ιθάκη ο
άνδρας της, Οδυσσέας.
"Τα πτηνά με μορφή ανθρώπου τιμωρούσαν του κοινούς θνητούς και άρπαζαν τις ψυχές των ανθρώπων"
Οι Αρπυίες βέβαια, όπως και σχεδόν όλα τα πλάσματα της ελληνικής
μυθολογίας δεν ήταν απλώς τρομακτικά, χαιρέκακα τέρατα.
Ήταν και όργανα των Θεών, που απέδιδαν τιμωρίες στους κοινούς θνητούς.
Ένα από τα θύματά τους άλλωστε υπήρξε και ο Φινέας που τυφλώθηκε από τις
Αρπυίες, που δεν τον άφηναν σε ησυχία, ενώ λέρωναν με τις κουτσουλιές
τους το φαγητό του, προκειμένου να τον αφήσουν αδύναμο και νηστικό.
Τα τέρατα αυτά κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι Αργοναύτες, αφού αυτό
αιτήθηκε ο σοφός άνδρας, προκειμένου να τους δείξει το δρόμο για την Κολχίδα.
Το δύσκολο έργο ανέλαβαν οι αδερφοί Βορεάδες, γρήγοροι όσο και τα τέρατα,
ως γιοι του ανέμου Βοριά.
Τελικά, με την παρέμβαση της Ίριδας, αγγελιοφόρου των Θεών και
ενσάρκωση του ουράνιου τόξου, τα ανθρωπόμορφα πτηνά που σύμφωνα με
κάποιες αναφορές ήταν αδερφές της, σώθηκαν.
Ποια όμως η σχέση τους με τα βαμπίρ;
Φαίνεται πως, όπως και οι Αρπυίες άρπαζαν ψυχές, έτσι και τα βαμπίρ που ως
νεκροί άνθρωποι στερούνταν ψυχής, χρειάζονταν το αίμα και κατά συνέπεια
την ψυχή των θνητών για να επιβιώσουν.
Όμως η σχέση των δύο πολιτισμών και μύθων δεν μένει απλά εκεί.
Η Στριγξ...
Αν δεν σας έχει ακόμη χτυπήσει κάποιο καμπανάκι από το όνομα των πατέρων
του βρυκόλακα strigoi, τότε θα σας βοηθήσουμε.
Προέρχεται από το ελληνικό όνομα στριγξ, που αρχικά αναφέρεται στο πτηνό,
ένα είδος κουκουβάγιας.
Το όνομα προέκυψε στην αρχαιότητα από την κραυγή του πτηνού, ενώ από
την ίδια πήραν το όνομά τους μυθικά πλάσματα της νεότερης ελληνικής
φαντασίας, οι Στρίγγλες.
Στρίγγλες ονομάζονταν οι μάγισσες, γυναίκες μοχθηρές που μπορούσαν να
κάνουν κακό σε ανθρώπους, κατά κύριο λόγο σε γυναίκες και μωρά παιδιά.
Σε κείμενο του Νικόλαου Πολίτη, λαογράφου και καθηγητή του Πανεπιστημίου
Αθηνών που έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα, περιγράφεται με μεγάλη ακρίβεια
η μορφή και ο ρόλος των μαγισσών αυτών:
"Οι Στρίγγλες είναι γριές φτωχιές και ελεεινές που δεν μπορούν να κάμουν
καλό σε άνθρωπο και όλο σε μαγικά είναι παραδομένες.
Κάνουν πράγματα που αρέσουν του διαβόλου, όπως σκόνες, αλοιφές , βότανα και άλλα τέτοια.
Τους άντρες δεν τους πολυπειράζουν ,αλλά πολύ κακό κάνουν στις γυναίκες
και τα παιδιά, αν τους φέρουνε κανένα εμπόδιο στα μάγια τους.
Με την ανάσα τους μόνο και το φύσημά τους, μπορούν ή να τα κάνουν
παλαβά ή και να τα θανατώσουν.
Πηγαίνουν στα μωρά τα νεογέννητα που κλαίνε και τους βυζαίνουν το αίμα
τους και τα αφήνουν σαν ξερά!
Αυτά, αν δεν πεθάνουν, μεινέσκουν ελεεινά και αρρωστιάρικα όλη τους τη ζωή.
Γι’ αυτό, προτού να βαφτιστεί το παιδί, ποτέ δεν το αφήνουν μοναχό.
Αν προτού να του ρουφήξουν οι Στρίγγλες όλο το αίμα καταλάβουν οι γονείς
πως το παιδί κινδυνεύει από αυτές, τις διώχνουν με κρότους και χτυπώντας τα χέρια!".
ΠΗΓΉ..https://www.news247.gr/afieromata/ay...a.6449255.html
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Στην Ελλάδα έχουμε μια πληθώρα δοξασιών για Βρικόλακες/Απέθαντους/Βαμπίρ.
Βέβαια πολλά έχουν αποσιοποιηθεί σχετικά με τα στοιχεία αλλα και πληροφορίες....
Οι Βρυκόλακες ζούσαν από πάντοτε στην Παράξενη Ελλάδα σε πολύ μεγάλους
αριθμούς, πυροδοτώντας τους πιο επίμονους θρύλους και περιστατικά.
Η Ελλάδα είναι από τις βασικές γενέτειρες των δοξασιών και των αμέτρητων
ιστοριών για Βρυκόλακες (ίσως μάλιστα να είναι και η πρώτη), μαζί με τη
Σερβία, τη Μικρά Ασία, τη Γερμανία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την
Ουγγαρία, και τη Ρωσία.
Ειδικά τα νησιά του Αιγαίου, είναι γεμάτα από Βρυκόλακες όλων των ειδών.
Οι Βρυκόλακες, νεκροζώντανοι που στοιχειώνουν τα μέρη και τους
ανθρώπους, βγαίνουν από τους τάφους τους κάθε νύχτα, συνήθως τα
μεσάνυχτα, προτιμούν όμως τις νύχτες χωρίς φεγγάρι για να μπορούν να
γίνονται ένα με το σκοτάδι και ν’ αρπάζουν τα θύματα τους.
Βγαίνουν κάθε νύχτα
αλλά στη Σαντορίνη δεν βγαίνουν ποτέ το Σάββατο,
στην Πρέβεζα δεν βγαίνουν ποτέ την Κυριακή,
στην Τήνο δεν βγαίνουν ποτέ την Παρασκευή
στη Σέριφο φοβούνται να βγουν από τα μνήματα τους μόνο την Τρίτη
(εκτός αν πέφτει Τρίτη και 13, οπότε έχουν γλέντι)
στην Κάλυμνο προτιμούν να βγαίνουν τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες γιατί
τους αρέσει ο παγωμένος βοριάς που φυσά, καβαλούν πάνω του και
ταξιδεύουν από σκεπή σε σκεπή, και κανένας δεν πρόκειται να βγει για να δει
τί είναι αυτός ο θόρυβος που ακούγεται στα κεραμίδια μια νύχτα του χειμώνα
(κι αν είναι μια μαύρη γάτα, είναι σίγουρα Βρυκόλακας, γιατί μπορούν να
μεταμφιέζονται σε μαύρες γάτες και μαύρα κοράκια).
Στη Μάνη ξεχωρίζουν τους βρυκόλακες σε «Ριχτούς»...
είναι αυτοί που δεν ησυχάζουν ποτέ–
σε «Σαββατιανούς» που βγαίνουν από το μνήμα τους μόνο τα Σάββατα.
'οποτε κι αν βγαίνουν για τη νυχτερινή τους περιπλάνηση, είναι σίγουρο ότι
όλη την ημέρα κοιμούνται μέσα στους τάφους τους.
Επιστρέφουν εκεί το ξημέρωμα, πριν να προλάβει να βγει ο ήλιος, συνήθως
όταν λαλήσει ο μαύρος κόκορας (που οι νησιώτες δεν τον σφάζουν ποτέ, γι’ αυτόν τον λόγο),
κι αν δεν προλάβουν γίνονται σκόνη και στάχτες.
Τη στιγμή που αποχωρούν από ένα μέρος, για να πάνε να κρυφτούν,
ακούγεται ένα δυνατό «μπαμ!» χάνονται κι αφήνουν πίσω τους έναν καπνό και
κανείς δεν τολμά να βγει από το σπίτι για να δει τί ήταν αυτό το «μπαμ!» που
ακούστηκε -από «σύμπτωση», αυτή η δοξασία βολεύει πάρα πολύ τους
παράνομους εκείνους ψαράδες που ψαρεύουν με δυναμίτη τα χαράματα.
Στη Σάμο πιστεύουν ότι παρουσιάζονται μετά τα μεσάνυχτα μέχρι να λαλήσει ο
κόκορας, αλλά βγαίνουν και ακριβώς στις 12.00 το μεσημέρι, μόνο που δεν
μπορούν να απομακρυνθούν από τον τάφο τους.
Στις παραδόσεις της Χίου, οι βρυκόλακες αποχωρούν μόνο όταν λαλήσει τρεις
φορές ο λευκός κόκορας.
Στην Αμοργό επίσης πιστεύουν ότι οι «βουρκόλακες» βγαίνουν ακόμη και την ημέρα.
Στη Μακεδονία πιστεύουν ότι βγαίνουν μόνο τις νύχτες με πανσέληνο.
Είναι τόσες πολλές οι ελληνικές παραδόσεις και οι δοξασίες για το ποιοι
άνθρωποι βρυκολακιάζουν όταν πεθάνουν, που αν ισχύουν όλες τους, τότε
κανείς δεν είναι «υπεράνω πάσης υποψίας» στα νησιά του Αιγαίου.
Στη Μυτιλήνη πιστεύουν ότι βρυκολακιάζουν όσοι έχουν κάνει μεγάλα
εγκλήματα, αλλά και όσοι χτυπούν τους γονείς τους, οι τοκογλύφοι, οι
μεθύστακες, αυτοί που αυτοκτονούν, όσοι έχουν αλλάξει την πίστη τους και
όσοι δεν πηγαίνουν ποτέ στην εκκλησία.
Στην Άνδρο, βρυκόλακες γίνονται εκείνοι που όταν πέθαιναν κάποιος τους
βλαστήμησε ή τους καταράστηκε για κάτι κακό που έκαναν στη ζωή τους, γι’
αυτό στην Ελλάδα ο ετοιμοθάνατος πάντα ζητά συγχώρεση από όσους ανθρώπους έβλαψε στη ζωή του.
Οι αδικοσκοτωμένοι, οι ταλαιπωρημένοι, οι μαγεμένοι από κακές μάγισσες,
αυτοί που αργούν να ξεψυχήσουν, όσοι δεν πρόλαβαν να εκπληρώσουν μια
ιερή υπόσχεση που έδωσαν, αυτοί που για κάποιο λόγο μένουν άταφοι, τα
αβάφτιστα μωρά που πέθαναν πριν προλάβουν να τα βαφτίσουν κι αυτοί που
πεθαίνουν μόνοι τους τη νύχτα με πανσέληνο, όλοι αυτοί βρυκολακιάζουν
σύμφωνα με τις δοξασίες πολλών νησιών του Αιγαίου.
Στη Σκύρο πιστεύουν ότι βρυκολακιάζουν μόνο οι άταφοι και οι «άψαλτοι» το ίδιο και στη Θράκη.
Συνεχίζεται...
Ευχαριστώ.
Στην Ελλάδα έχουμε μια πληθώρα δοξασιών για Βρικόλακες/Απέθαντους/Βαμπίρ.
Βέβαια πολλά έχουν αποσιοποιηθεί σχετικά με τα στοιχεία αλλα και πληροφορίες....
Οι Βρυκόλακες ζούσαν από πάντοτε στην Παράξενη Ελλάδα σε πολύ μεγάλους
αριθμούς, πυροδοτώντας τους πιο επίμονους θρύλους και περιστατικά.
Η Ελλάδα είναι από τις βασικές γενέτειρες των δοξασιών και των αμέτρητων
ιστοριών για Βρυκόλακες (ίσως μάλιστα να είναι και η πρώτη), μαζί με τη
Σερβία, τη Μικρά Ασία, τη Γερμανία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την
Ουγγαρία, και τη Ρωσία.
Ειδικά τα νησιά του Αιγαίου, είναι γεμάτα από Βρυκόλακες όλων των ειδών.
Οι Βρυκόλακες, νεκροζώντανοι που στοιχειώνουν τα μέρη και τους
ανθρώπους, βγαίνουν από τους τάφους τους κάθε νύχτα, συνήθως τα
μεσάνυχτα, προτιμούν όμως τις νύχτες χωρίς φεγγάρι για να μπορούν να
γίνονται ένα με το σκοτάδι και ν’ αρπάζουν τα θύματα τους.
Βγαίνουν κάθε νύχτα
αλλά στη Σαντορίνη δεν βγαίνουν ποτέ το Σάββατο,
στην Πρέβεζα δεν βγαίνουν ποτέ την Κυριακή,
στην Τήνο δεν βγαίνουν ποτέ την Παρασκευή
στη Σέριφο φοβούνται να βγουν από τα μνήματα τους μόνο την Τρίτη
(εκτός αν πέφτει Τρίτη και 13, οπότε έχουν γλέντι)
στην Κάλυμνο προτιμούν να βγαίνουν τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες γιατί
τους αρέσει ο παγωμένος βοριάς που φυσά, καβαλούν πάνω του και
ταξιδεύουν από σκεπή σε σκεπή, και κανένας δεν πρόκειται να βγει για να δει
τί είναι αυτός ο θόρυβος που ακούγεται στα κεραμίδια μια νύχτα του χειμώνα
(κι αν είναι μια μαύρη γάτα, είναι σίγουρα Βρυκόλακας, γιατί μπορούν να
μεταμφιέζονται σε μαύρες γάτες και μαύρα κοράκια).
Στη Μάνη ξεχωρίζουν τους βρυκόλακες σε «Ριχτούς»...
είναι αυτοί που δεν ησυχάζουν ποτέ–
σε «Σαββατιανούς» που βγαίνουν από το μνήμα τους μόνο τα Σάββατα.
'οποτε κι αν βγαίνουν για τη νυχτερινή τους περιπλάνηση, είναι σίγουρο ότι
όλη την ημέρα κοιμούνται μέσα στους τάφους τους.
Επιστρέφουν εκεί το ξημέρωμα, πριν να προλάβει να βγει ο ήλιος, συνήθως
όταν λαλήσει ο μαύρος κόκορας (που οι νησιώτες δεν τον σφάζουν ποτέ, γι’ αυτόν τον λόγο),
κι αν δεν προλάβουν γίνονται σκόνη και στάχτες.
Τη στιγμή που αποχωρούν από ένα μέρος, για να πάνε να κρυφτούν,
ακούγεται ένα δυνατό «μπαμ!» χάνονται κι αφήνουν πίσω τους έναν καπνό και
κανείς δεν τολμά να βγει από το σπίτι για να δει τί ήταν αυτό το «μπαμ!» που
ακούστηκε -από «σύμπτωση», αυτή η δοξασία βολεύει πάρα πολύ τους
παράνομους εκείνους ψαράδες που ψαρεύουν με δυναμίτη τα χαράματα.
Στη Σάμο πιστεύουν ότι παρουσιάζονται μετά τα μεσάνυχτα μέχρι να λαλήσει ο
κόκορας, αλλά βγαίνουν και ακριβώς στις 12.00 το μεσημέρι, μόνο που δεν
μπορούν να απομακρυνθούν από τον τάφο τους.
Στις παραδόσεις της Χίου, οι βρυκόλακες αποχωρούν μόνο όταν λαλήσει τρεις
φορές ο λευκός κόκορας.
Στην Αμοργό επίσης πιστεύουν ότι οι «βουρκόλακες» βγαίνουν ακόμη και την ημέρα.
Στη Μακεδονία πιστεύουν ότι βγαίνουν μόνο τις νύχτες με πανσέληνο.
Είναι τόσες πολλές οι ελληνικές παραδόσεις και οι δοξασίες για το ποιοι
άνθρωποι βρυκολακιάζουν όταν πεθάνουν, που αν ισχύουν όλες τους, τότε
κανείς δεν είναι «υπεράνω πάσης υποψίας» στα νησιά του Αιγαίου.
Στη Μυτιλήνη πιστεύουν ότι βρυκολακιάζουν όσοι έχουν κάνει μεγάλα
εγκλήματα, αλλά και όσοι χτυπούν τους γονείς τους, οι τοκογλύφοι, οι
μεθύστακες, αυτοί που αυτοκτονούν, όσοι έχουν αλλάξει την πίστη τους και
όσοι δεν πηγαίνουν ποτέ στην εκκλησία.
Στην Άνδρο, βρυκόλακες γίνονται εκείνοι που όταν πέθαιναν κάποιος τους
βλαστήμησε ή τους καταράστηκε για κάτι κακό που έκαναν στη ζωή τους, γι’
αυτό στην Ελλάδα ο ετοιμοθάνατος πάντα ζητά συγχώρεση από όσους ανθρώπους έβλαψε στη ζωή του.
Οι αδικοσκοτωμένοι, οι ταλαιπωρημένοι, οι μαγεμένοι από κακές μάγισσες,
αυτοί που αργούν να ξεψυχήσουν, όσοι δεν πρόλαβαν να εκπληρώσουν μια
ιερή υπόσχεση που έδωσαν, αυτοί που για κάποιο λόγο μένουν άταφοι, τα
αβάφτιστα μωρά που πέθαναν πριν προλάβουν να τα βαφτίσουν κι αυτοί που
πεθαίνουν μόνοι τους τη νύχτα με πανσέληνο, όλοι αυτοί βρυκολακιάζουν
σύμφωνα με τις δοξασίες πολλών νησιών του Αιγαίου.
Στη Σκύρο πιστεύουν ότι βρυκολακιάζουν μόνο οι άταφοι και οι «άψαλτοι» το ίδιο και στη Θράκη.
Συνεχίζεται...
Ευχαριστώ.
Συνέχεια...
Πολλοί πιστεύουν ότι βρυκολακιάζει και ο νεκρός εκείνος που τον έθαψαν
χωρίς να περάσουν εικοσιτέσσερις ώρες από τον θάνατο του κι αυτό μας
φέρνει στον νού περιπτώσεις Νεκροφάνειας.
Πολλοί άνθρωποι έχουν θανατωθεί ως «βρυκόλακες» γιατί είχαν νεκροφάνεια
και ξαφνικά «ζωντάνεψαν» πολλές ώρες ή και μέρες μετά το θάνατο τους.
Αλλά βρυκολακιάζουν και όσοι έχουν την ατυχία να περάσει μια γάτα από πάνω
τους μόλις ξεψυχήσουν, γι’ αυτό και οι άνθρωποι φυλούν πολύ καλά το
δωμάτιο του νεκρού μέχρι να τον πάρουν για την ταφή του.
Για τη μορφή και την εμφάνιση του Βρυκόλακα, όλοι οι νησιώτες διαφωνούν
και οι πεποιθήσεις ποικίλουν από νησί σε νησί.
Στη Σκόπελο δεν έχουν καθόλου σάρκες αλλά είναι σκελετοί που περπατούν
και στην Αλόννησο έχουν σάρκες μαύρες και γυαλιστερές, που λάμπουν στο σκοτάδι.
Στο Πήλιο είναι λαμπεροί,
και στα Άγραφα είναι αόρατοι εκτός από τις νύχτες με φεγγάρι.
Στη Σαμοθράκη πιστεύουν ότι το σώμα τους είναι από φωτιά, αλλά μπορεί να
είναι και σκιές ή να είναι τελείως αόρατοι.
Στις Σπέτσες, στην Ύδρα και στα Κύθηρα, είναι κακόσχημοι καμπούρηδες με
κατάμαυρα χέρια και μεγάλα νύχια.
Στην Τήνο έχουν την μορφή του νεκρού, αλλά με μακριά γένια, μακριά
μαλλιά, και γαμψά μακριά νύχια.
Στη Χίο είναι λευκοντυμένοι –με τα σάβανά τους– αλλά έχουν και έναν
αρχηγό, που είναι τριπλάσιος σε μέγεθος και κατάμαυρος κι ολόγυρα του χοροπηδούν οι άλλοι.
Στη Λέσβο έχουν πρόσωπο κατακόκκινο και πολύ άγριο, κι έχουν δόντια σαν του σκύλου ή σαν της γάτας.
Πολλές φορές περπατούν με τα τέσσερα και ουρλιάζουν σαν λύκοι.
Στη Χίο φοβούνται να κοιτάξουν τη νύχτα σ’ έναν καθρέφτη γιατί είναι
σίγουρο ότι αν το κάνουν, θα δουν στον ύπνο τους ένα βρυκόλακα.
Στη Λέσβο πιστεύουν το ίδιο για κάποιον που θα κάνει το λάθος να σφυρίξει
μετά τα μεσάνυχτα.
Στη Θάσο, εμφανίζεται στα όνειρα των κακοκοιμισμένων και τους τυραννά, και
τότε του δίνουν το όνομα «Βραχνάς».
Στη Σκιάθο πιστεύουν ότι ο Βρυκόλακας κυνηγά μόνο τους συγγενείς του.
Στην Αμοργό πιστεύουν ότι τα τέρατα αυτά τρώνε και κρέας:
επιτίθενται στα αιγοπρόβατα, μπαίνουν στα σπίτια και τρώνε ό,τι φαγώσιμο
βρουν και πίνουν το λάδι από τα καντήλια στα εικονίσματα, πίνουν ακόμη και
νερό (γι’ αυτό και δεν πρέπει ποτέ να αφήσεις ένα ποτήρι με νερό δίπλα σου όταν κοιμάσαι).
Με μία μεγάλη μαγκούρα στο χέρι, γυρίζουνε μετά τα μεσάνυχτα στους
δρόμους και ενοχλούν και τρομάζουν τους ανθρώπους, ειδικά τις γυναίκες και
τα παιδιά, πετάνε πέτρες στους περαστικούς ή τους κυνηγούν για να τους
πιάσουν, κι αυτοί τρελαίνονται από το φόβο τους.
Πολλές φορές οι βρυκόλακες φεύγουν από τον τόπο τους που είναι θαμμένοι
και πηγαίνουν σε άλλα μακρινά μέρη, παίρνοντας τη μορφή ζωντανών ανθρώπων.
Ζουν ανάμεσα στους ζωντανούς, κάνουν φίλους και συμμετέχουν στα γλέντια, αλλά δεν πίνουν ποτέ κρασί.
Κάνουν και διάφορες δουλειές, ζώντας μια συνηθισμένη ζωή.
Η περισσότερο διαδεδομένη είναι «παπουτσής» ή «τσαγκάρης».
Ως «παπουτσήδες» αναφέρονται συχνά στη Σαντορίνη, στη Λαμία, στη Σάμο,
στην Άρτα, στη Ρόδο και στη Μάνη. Πολλές φορές ακόμη και παντρεύονται ή κάνουν παιδιά.
Στην Κρήτη, τα παλιά χρόνια, αν έμενε έγκυος η γυναίκα κάποιου που ήταν
στείρα, τότε έλεγαν πως κοιμήθηκε την νύχτα με τον «Καταχανά».
Τα παιδιά που κάνουν είναι χωρίς κόκαλα, δεν κοιμούνται τις νύχτες,
φοβούνται το θυμιατό και δεν κλαίνε ποτέ.
Στην Κρήτη, αν περπατάς μόνος σου τη νύχτα και ακούσεις κάποιον να
φωνάζει το όνομα σου, δεν πρέπει να απαντήσεις γιατί είναι κάποιος
βρυκόλακας και αν αποκριθείς θα σε πάρει μαζί του.
Αυτή η πεποίθηση συγγενεύει με εκείνη περί του «αμίλητου νερού», το νερό
που πρέπει να πάρεις μια συγκεκριμένη ώρα της νύχτας από τη βρύση και να
μη μιλήσεις καθόλου στη διαδρομή για το σπίτι, ό,τι κι αν ακούσεις, για να μη
σε πάρουν οι νεράιδες.
Συνεχίζεται....
Ευχαριστώ.
Πολλοί πιστεύουν ότι βρυκολακιάζει και ο νεκρός εκείνος που τον έθαψαν
χωρίς να περάσουν εικοσιτέσσερις ώρες από τον θάνατο του κι αυτό μας
φέρνει στον νού περιπτώσεις Νεκροφάνειας.
Πολλοί άνθρωποι έχουν θανατωθεί ως «βρυκόλακες» γιατί είχαν νεκροφάνεια
και ξαφνικά «ζωντάνεψαν» πολλές ώρες ή και μέρες μετά το θάνατο τους.
Αλλά βρυκολακιάζουν και όσοι έχουν την ατυχία να περάσει μια γάτα από πάνω
τους μόλις ξεψυχήσουν, γι’ αυτό και οι άνθρωποι φυλούν πολύ καλά το
δωμάτιο του νεκρού μέχρι να τον πάρουν για την ταφή του.
Για τη μορφή και την εμφάνιση του Βρυκόλακα, όλοι οι νησιώτες διαφωνούν
και οι πεποιθήσεις ποικίλουν από νησί σε νησί.
Στη Σκόπελο δεν έχουν καθόλου σάρκες αλλά είναι σκελετοί που περπατούν
και στην Αλόννησο έχουν σάρκες μαύρες και γυαλιστερές, που λάμπουν στο σκοτάδι.
Στο Πήλιο είναι λαμπεροί,
και στα Άγραφα είναι αόρατοι εκτός από τις νύχτες με φεγγάρι.
Στη Σαμοθράκη πιστεύουν ότι το σώμα τους είναι από φωτιά, αλλά μπορεί να
είναι και σκιές ή να είναι τελείως αόρατοι.
Στις Σπέτσες, στην Ύδρα και στα Κύθηρα, είναι κακόσχημοι καμπούρηδες με
κατάμαυρα χέρια και μεγάλα νύχια.
Στην Τήνο έχουν την μορφή του νεκρού, αλλά με μακριά γένια, μακριά
μαλλιά, και γαμψά μακριά νύχια.
Στη Χίο είναι λευκοντυμένοι –με τα σάβανά τους– αλλά έχουν και έναν
αρχηγό, που είναι τριπλάσιος σε μέγεθος και κατάμαυρος κι ολόγυρα του χοροπηδούν οι άλλοι.
Στη Λέσβο έχουν πρόσωπο κατακόκκινο και πολύ άγριο, κι έχουν δόντια σαν του σκύλου ή σαν της γάτας.
Πολλές φορές περπατούν με τα τέσσερα και ουρλιάζουν σαν λύκοι.
Στη Χίο φοβούνται να κοιτάξουν τη νύχτα σ’ έναν καθρέφτη γιατί είναι
σίγουρο ότι αν το κάνουν, θα δουν στον ύπνο τους ένα βρυκόλακα.
Στη Λέσβο πιστεύουν το ίδιο για κάποιον που θα κάνει το λάθος να σφυρίξει
μετά τα μεσάνυχτα.
Στη Θάσο, εμφανίζεται στα όνειρα των κακοκοιμισμένων και τους τυραννά, και
τότε του δίνουν το όνομα «Βραχνάς».
Στη Σκιάθο πιστεύουν ότι ο Βρυκόλακας κυνηγά μόνο τους συγγενείς του.
Στην Αμοργό πιστεύουν ότι τα τέρατα αυτά τρώνε και κρέας:
επιτίθενται στα αιγοπρόβατα, μπαίνουν στα σπίτια και τρώνε ό,τι φαγώσιμο
βρουν και πίνουν το λάδι από τα καντήλια στα εικονίσματα, πίνουν ακόμη και
νερό (γι’ αυτό και δεν πρέπει ποτέ να αφήσεις ένα ποτήρι με νερό δίπλα σου όταν κοιμάσαι).
Με μία μεγάλη μαγκούρα στο χέρι, γυρίζουνε μετά τα μεσάνυχτα στους
δρόμους και ενοχλούν και τρομάζουν τους ανθρώπους, ειδικά τις γυναίκες και
τα παιδιά, πετάνε πέτρες στους περαστικούς ή τους κυνηγούν για να τους
πιάσουν, κι αυτοί τρελαίνονται από το φόβο τους.
Πολλές φορές οι βρυκόλακες φεύγουν από τον τόπο τους που είναι θαμμένοι
και πηγαίνουν σε άλλα μακρινά μέρη, παίρνοντας τη μορφή ζωντανών ανθρώπων.
Ζουν ανάμεσα στους ζωντανούς, κάνουν φίλους και συμμετέχουν στα γλέντια, αλλά δεν πίνουν ποτέ κρασί.
Κάνουν και διάφορες δουλειές, ζώντας μια συνηθισμένη ζωή.
Η περισσότερο διαδεδομένη είναι «παπουτσής» ή «τσαγκάρης».
Ως «παπουτσήδες» αναφέρονται συχνά στη Σαντορίνη, στη Λαμία, στη Σάμο,
στην Άρτα, στη Ρόδο και στη Μάνη. Πολλές φορές ακόμη και παντρεύονται ή κάνουν παιδιά.
Στην Κρήτη, τα παλιά χρόνια, αν έμενε έγκυος η γυναίκα κάποιου που ήταν
στείρα, τότε έλεγαν πως κοιμήθηκε την νύχτα με τον «Καταχανά».
Τα παιδιά που κάνουν είναι χωρίς κόκαλα, δεν κοιμούνται τις νύχτες,
φοβούνται το θυμιατό και δεν κλαίνε ποτέ.
Στην Κρήτη, αν περπατάς μόνος σου τη νύχτα και ακούσεις κάποιον να
φωνάζει το όνομα σου, δεν πρέπει να απαντήσεις γιατί είναι κάποιος
βρυκόλακας και αν αποκριθείς θα σε πάρει μαζί του.
Αυτή η πεποίθηση συγγενεύει με εκείνη περί του «αμίλητου νερού», το νερό
που πρέπει να πάρεις μια συγκεκριμένη ώρα της νύχτας από τη βρύση και να
μη μιλήσεις καθόλου στη διαδρομή για το σπίτι, ό,τι κι αν ακούσεις, για να μη
σε πάρουν οι νεράιδες.
Συνεχίζεται....
Ευχαριστώ.
Συνέχεια...
Στις παλιές εποχές, στην Χίο, υπήρχε τόσος μεγάλος φόβος και τρόμος για
τους βρυκόλακες ώστε κανείς δεν τολμούσε να βγει τη νύχτα έξω μόνος του
(κι ίσως αυτός ο φόβος να είναι η αληθινή ρίζα της πεποίθησης ότι οι «Χιώτες πηγαίνουν δυο-δυο»).
Οι βρυκόλακες παίρνουν τα εφταμηνίτικα παιδιά μαζί τους στους χορούς τους
και τα αναγκάζουν να τραγουδούν.
Πειράζουν τους παπάδες πετώντας τους πέτρες, κάνουν ζημιές στα σπίτια των
χωρικών σπάζοντας τα παράθυρα και τα έπιπλα, ενώ στα περισσότερα νησιά
συνήθως παραμονεύουν τις νύχτες στα σταυροδρόμια.
Ο περιηγητής γιατρός Zallony, έχει καταγράψει σε χειρόγραφο του 19ου
αιώνα, αυτά που άκουσε και είδε για τους Βρυκόλακες στα νησιά του Αιγαίου:
«Παράξενες ιστορίες αρχίζουν να κυκλοφορούν στα νησιά.
Κάποιοι διηγούνται ότι είδαν τάχα τον πεθαμένο να περιφέρεται στο σκοτάδι της νύχτας ουρλιάζοντας.
Άλλος τον είδε να περνά στον αέρα το μεσημέρι πάνω σ’ ένα σύννεφο φωτιάς.
Άλλος πάλι βεβαιώνει ότι ξύπνησε τα μεσάνυχτα από σπαρακτικούς
αναστεναγμούς και αντίκρισε ανάμεσα σε καπνούς και σε φλόγες ένα
φάντασμα σαβανωμένο, δεμένο με αλυσίδες να βασανίζεται από ένα ολόκληρο κοπάδι διαβόλων.
Άλλοι φοβούνται να πάνε στα πηγάδια μόλις πέσει ο ήλιος, για να μην τους
αρπάξει και τους τραβήξει μέσα στην τρύπα ο βρυκόλακας.
Και άλλοι αφήνουν μια δεμένη κότα στο κατώφλι του σπιτιού, για να την φάνε
οι βρυκόλακες και να μην μπούνε μέσα στο σπίτι το βράδυ.
Όλες αυτές οι τερατώδεις διαδόσεις, συσσωρεύονται μέρα με την ημέρα,
μεγαλώνουν κι όλοι πιστεύουν ότι ο βρυκόλακας τυραννά με όλους τους
τρόπους τους ζωντανούς για να λυτρωθεί από τις αμαρτίες του, ότι σέρνει από
τα πόδια τους κοιμισμένους αν τ’ αφήνουν να προεξέχουν από τα σκεπάσματα
στο κρεββάτι, ότι τρέχει σαν σίφουνας στα χωράφια και στις αγκαθιές.
Μεταμορφώνονται σε μαύρο σκύλο, μαύρο κοράκι ή μαύρη γάτα και
ουρλιάζουν όλη τη νύχτα, παγώνοντας το αίμα των ανθρώπων.
Και οι παπάδες, αντί να διαφωτίσουν το ποίμνιο για τις πλάνες του, το βυθίζουν
βαθύτερα σ’ αυτές, προστάζοντας να διαβάζεται κάθε μέρα χαιρετισμός της
Παναγίας και δέηση υπερ της αναπαύσεως της ψυχής του βρυκόλακα, να
Kλειδαμπαρώνονται οι κάτοικοι στα σπίτια τους και να τοποθετούν κέρινους
σταυρούς στις πόρτες τους.
Αλλά απ’ αυτόν τον γενικό τρόμο επωφελούνται οι ερωτευμένοι.
Συναντιούνται τις νύχτες χωρίς να φοβούνται ότι θα τους δουν και
καταφεύγουν σε πονηρά τεχνάσματα.
Έχουν φανάρια σκεπασμένα με μαύρο ύφασμα, ώστε να σκοτεινιάζει η λάμψη
τους και τρέχουν τη νύχτα ουρλιάζοντας και σέρνοντας μεγάλες αλυσίδες.
Οι περίεργοι τρέχουν για να κλειστούν στα σπίτια τους.
Έτσι οι εραστές βρίσκουν την ευκαιρία να σκαρφαλώνουν στα δώματα και να
μπαίνουν στις κάμαρες των κοριτσιών από τα παράθυρα, ή τρέχουν μαζί και
κρύβονται στους θάμνους ή στους στάβλους ή κάτω από τις βάρκες, ενώ οι
άλλοι χωρικοί τρυπώνουν βαθιά στο κρεβάτι τους τρέμοντας, και
κουκουλώνονται με τα παπλώματα !!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Αυτό το συγκεκριμένο μα βάζει να σκέπτομαι πονηρά μια και
ΊΣΩΣ ΚΆΠΟΙΑ ΑΠΌ ΑΥΤΆ ΝΑ ΤΑ ΈΚΑΝΑΝ "ΚΆΠΟΙΟΙ" ΕΠΙΤΗΔΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΎΝ
ΑΝΕΝΌΧΛΗΤΟΙ ΤΑ ΒΡΆΔΙΑ...
Ο G. F. Abbot, στο έργο του Macedonian Folklore, σημειώνει κάτι ενδιαφέρον:
«Στη Βόρειο Ελλάδα, οι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί το Σάββατο, οι οποίοι
αποκαλούνται Σαββατιανοί ή Σαββατογεννημένοι, πιστεύεται ότι έχουν το
αμφιλεγόμενο προνόμιο να βλέπουν τα φαντάσματα και τα κακά πνεύματα και
να κατέχουν μεγάλη επιρροή πάνω στους Βρυκόλακες.
Ένας κάτοικος του Σοχού, διαβεβαίωσε τον γράφοντα ότι ένας Σαββατιανός
είχε παγιδέψει έναν βρυκόλακα σε έναν αχυρώνα και τον έβαλε να μετράει τα
στάχυα και τους κόκκους του σταριού.
Καθώς ο δαίμονας ήταν απασχολημένος με το μέτρημα, ο Σαββατιανός
κατάφερε να τον καρφώσει στον τοίχο.
Στα Λιακοβίκια, πιστεύεται ότι ο Σαββατιανός χρωστά τη δύναμή του σε ένα
μικρό σκυλάκι, που τον ακολουθεί κάθε απόγευμα και διώχνει μακριά τους βρυκόλακες!
Και λέγεται επίσης, ότι σ’ αυτές τις περιστάσεις ο Σαββατιανός είναι αόρατος σε όλους εκτός από το μικρό σκυλάκι»
Ο Γάλλος γιατρός D. Icard, στη μελέτη του La Mort reelle et la Mort apparente (1897)
και σε σχετικό άρθρο του στο ιατρικό περιοδικό La Presse Medicale (Aug. 1904)
αναφέρεται στις συχνότατες περιπτώσεις νεκροφάνειας στην Ελλάδα και σε
πολλά ελληνικά παράξενα περιστατικά.
Μεταξύ άλλων γράφει:
«Έχω στα αρχεία μου για την Ελλάδα 22 περιπτώσεις ανεξήγητης αναβίωσης
ανθρώπων που είχαν διαγνωστεί ως νεκροί από τους γιατρούς τους και
μάλιστα σε μία απ’ αυτές ένα πτώμα “συνήλθε” από το θάνατό του και
σηκώθηκε απότομα όρθιο, με την παρουσία δεκάδων γιατρών αφού ήταν
γιατρός, κατά τη διάρκεια της κηδείας του.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Δρ. Μ. Κ. Μπουσσάκης (Boussakis) καθηγητής
της Φυσιολογίας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, ήταν αυτόπτης μάρτυρας σ’
αυτό το εξωφρενικό περιστατικό, όπως επίσης και ο διακεκριμένος γιατρός
Δρ. Ζάχος Λουζιτάνος (Luzitanus).
Πρέπει να υπενθυμίσω ότι η Ελλάδα είναι η χώρα στην οποία η πίστη στα
Βαμπίρ, στους Βρυκόλακες, συνεχίζει να επιβιώνει και μάλιστα έντονα»
Συνεχίζεται....
Ευχαριστώ.
Στις παλιές εποχές, στην Χίο, υπήρχε τόσος μεγάλος φόβος και τρόμος για
τους βρυκόλακες ώστε κανείς δεν τολμούσε να βγει τη νύχτα έξω μόνος του
(κι ίσως αυτός ο φόβος να είναι η αληθινή ρίζα της πεποίθησης ότι οι «Χιώτες πηγαίνουν δυο-δυο»).
Οι βρυκόλακες παίρνουν τα εφταμηνίτικα παιδιά μαζί τους στους χορούς τους
και τα αναγκάζουν να τραγουδούν.
Πειράζουν τους παπάδες πετώντας τους πέτρες, κάνουν ζημιές στα σπίτια των
χωρικών σπάζοντας τα παράθυρα και τα έπιπλα, ενώ στα περισσότερα νησιά
συνήθως παραμονεύουν τις νύχτες στα σταυροδρόμια.
Ο περιηγητής γιατρός Zallony, έχει καταγράψει σε χειρόγραφο του 19ου
αιώνα, αυτά που άκουσε και είδε για τους Βρυκόλακες στα νησιά του Αιγαίου:
«Παράξενες ιστορίες αρχίζουν να κυκλοφορούν στα νησιά.
Κάποιοι διηγούνται ότι είδαν τάχα τον πεθαμένο να περιφέρεται στο σκοτάδι της νύχτας ουρλιάζοντας.
Άλλος τον είδε να περνά στον αέρα το μεσημέρι πάνω σ’ ένα σύννεφο φωτιάς.
Άλλος πάλι βεβαιώνει ότι ξύπνησε τα μεσάνυχτα από σπαρακτικούς
αναστεναγμούς και αντίκρισε ανάμεσα σε καπνούς και σε φλόγες ένα
φάντασμα σαβανωμένο, δεμένο με αλυσίδες να βασανίζεται από ένα ολόκληρο κοπάδι διαβόλων.
Άλλοι φοβούνται να πάνε στα πηγάδια μόλις πέσει ο ήλιος, για να μην τους
αρπάξει και τους τραβήξει μέσα στην τρύπα ο βρυκόλακας.
Και άλλοι αφήνουν μια δεμένη κότα στο κατώφλι του σπιτιού, για να την φάνε
οι βρυκόλακες και να μην μπούνε μέσα στο σπίτι το βράδυ.
Όλες αυτές οι τερατώδεις διαδόσεις, συσσωρεύονται μέρα με την ημέρα,
μεγαλώνουν κι όλοι πιστεύουν ότι ο βρυκόλακας τυραννά με όλους τους
τρόπους τους ζωντανούς για να λυτρωθεί από τις αμαρτίες του, ότι σέρνει από
τα πόδια τους κοιμισμένους αν τ’ αφήνουν να προεξέχουν από τα σκεπάσματα
στο κρεββάτι, ότι τρέχει σαν σίφουνας στα χωράφια και στις αγκαθιές.
Μεταμορφώνονται σε μαύρο σκύλο, μαύρο κοράκι ή μαύρη γάτα και
ουρλιάζουν όλη τη νύχτα, παγώνοντας το αίμα των ανθρώπων.
Και οι παπάδες, αντί να διαφωτίσουν το ποίμνιο για τις πλάνες του, το βυθίζουν
βαθύτερα σ’ αυτές, προστάζοντας να διαβάζεται κάθε μέρα χαιρετισμός της
Παναγίας και δέηση υπερ της αναπαύσεως της ψυχής του βρυκόλακα, να
Kλειδαμπαρώνονται οι κάτοικοι στα σπίτια τους και να τοποθετούν κέρινους
σταυρούς στις πόρτες τους.
Αλλά απ’ αυτόν τον γενικό τρόμο επωφελούνται οι ερωτευμένοι.
Συναντιούνται τις νύχτες χωρίς να φοβούνται ότι θα τους δουν και
καταφεύγουν σε πονηρά τεχνάσματα.
Έχουν φανάρια σκεπασμένα με μαύρο ύφασμα, ώστε να σκοτεινιάζει η λάμψη
τους και τρέχουν τη νύχτα ουρλιάζοντας και σέρνοντας μεγάλες αλυσίδες.
Οι περίεργοι τρέχουν για να κλειστούν στα σπίτια τους.
Έτσι οι εραστές βρίσκουν την ευκαιρία να σκαρφαλώνουν στα δώματα και να
μπαίνουν στις κάμαρες των κοριτσιών από τα παράθυρα, ή τρέχουν μαζί και
κρύβονται στους θάμνους ή στους στάβλους ή κάτω από τις βάρκες, ενώ οι
άλλοι χωρικοί τρυπώνουν βαθιά στο κρεβάτι τους τρέμοντας, και
κουκουλώνονται με τα παπλώματα !!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Αυτό το συγκεκριμένο μα βάζει να σκέπτομαι πονηρά μια και
ΊΣΩΣ ΚΆΠΟΙΑ ΑΠΌ ΑΥΤΆ ΝΑ ΤΑ ΈΚΑΝΑΝ "ΚΆΠΟΙΟΙ" ΕΠΙΤΗΔΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΎΝ
ΑΝΕΝΌΧΛΗΤΟΙ ΤΑ ΒΡΆΔΙΑ...
Ο G. F. Abbot, στο έργο του Macedonian Folklore, σημειώνει κάτι ενδιαφέρον:
«Στη Βόρειο Ελλάδα, οι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί το Σάββατο, οι οποίοι
αποκαλούνται Σαββατιανοί ή Σαββατογεννημένοι, πιστεύεται ότι έχουν το
αμφιλεγόμενο προνόμιο να βλέπουν τα φαντάσματα και τα κακά πνεύματα και
να κατέχουν μεγάλη επιρροή πάνω στους Βρυκόλακες.
Ένας κάτοικος του Σοχού, διαβεβαίωσε τον γράφοντα ότι ένας Σαββατιανός
είχε παγιδέψει έναν βρυκόλακα σε έναν αχυρώνα και τον έβαλε να μετράει τα
στάχυα και τους κόκκους του σταριού.
Καθώς ο δαίμονας ήταν απασχολημένος με το μέτρημα, ο Σαββατιανός
κατάφερε να τον καρφώσει στον τοίχο.
Στα Λιακοβίκια, πιστεύεται ότι ο Σαββατιανός χρωστά τη δύναμή του σε ένα
μικρό σκυλάκι, που τον ακολουθεί κάθε απόγευμα και διώχνει μακριά τους βρυκόλακες!
Και λέγεται επίσης, ότι σ’ αυτές τις περιστάσεις ο Σαββατιανός είναι αόρατος σε όλους εκτός από το μικρό σκυλάκι»
Ο Γάλλος γιατρός D. Icard, στη μελέτη του La Mort reelle et la Mort apparente (1897)
και σε σχετικό άρθρο του στο ιατρικό περιοδικό La Presse Medicale (Aug. 1904)
αναφέρεται στις συχνότατες περιπτώσεις νεκροφάνειας στην Ελλάδα και σε
πολλά ελληνικά παράξενα περιστατικά.
Μεταξύ άλλων γράφει:
«Έχω στα αρχεία μου για την Ελλάδα 22 περιπτώσεις ανεξήγητης αναβίωσης
ανθρώπων που είχαν διαγνωστεί ως νεκροί από τους γιατρούς τους και
μάλιστα σε μία απ’ αυτές ένα πτώμα “συνήλθε” από το θάνατό του και
σηκώθηκε απότομα όρθιο, με την παρουσία δεκάδων γιατρών αφού ήταν
γιατρός, κατά τη διάρκεια της κηδείας του.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Δρ. Μ. Κ. Μπουσσάκης (Boussakis) καθηγητής
της Φυσιολογίας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, ήταν αυτόπτης μάρτυρας σ’
αυτό το εξωφρενικό περιστατικό, όπως επίσης και ο διακεκριμένος γιατρός
Δρ. Ζάχος Λουζιτάνος (Luzitanus).
Πρέπει να υπενθυμίσω ότι η Ελλάδα είναι η χώρα στην οποία η πίστη στα
Βαμπίρ, στους Βρυκόλακες, συνεχίζει να επιβιώνει και μάλιστα έντονα»
Συνεχίζεται....
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Συνεχίζεται...
Ο Lawson, στο Modern Greek Folklore, γράφει:
«Στη Θεσσαλία, μου είπαν για μια οικογένεια που ζει στη Δομοκό, που
αναγνωρίζουν έναν Βρυκόλακα ανάμεσα στους προγόνους τους πριν από δύο
ή τρεις γενιές, και πως μέσω της γενεαλογίας του κληρονόμησαν μια
συγκεκριμένη ιδιότητα που τους καθιστά ικανούς να αντιμετωπίζουν πολύ
δραστικά τους Βρυκόλακες που στοιχειώνουν κατά περιόδους την εξοχή.
Και μάλιστα, τόσο πολύ οι άνθρωποι αναγνώριζαν και σέβονταν τις ικανότητες
της οικογένειας αυτής, που καλούσαν τα μέλη της ως ειδικούς συμβουλάτορες
όταν απομακρυσμένες περιοχές είχαν προβλήματα με Βρυκόλακες»
Στη Λέσβο, αν δουν κάποιοι φάντασμα στην αυλή τους πρέπει να το
πετροβολήσουν με το αριστερό χέρι.
Ακόμη βάζουν πίσω από την πόρτα τους ένα σταυρό από καλάμια ή ένα δίχτυ
ψαρέματος δεμένο με κόκκινη κλωστή.
Πολλές φορές έβαζαν σε πολλά νησιά, ένα κομμάτι χοιρινή γλώσσα πάνω στην
πόρτα, καρφωμένο με καρφί που ήταν βγαλμένο από φέρετρο.
Στην Κρήτη ζωγραφίζουν στην πόρτα τους μία «μούντζα».
Στη Σαντορίνη σφράγιζαν τις νύχτες τις κλειδαρότρυπες με αντίδωρο από την
εκκλησία και έβαζαν μικρούς σταυρούς στο γείσο των παραθύρων.
Η πιο διάσημη προστασία είναι το γνωστό ξόρκι:
«Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά», ή ακόμη κι εκείνο το «έξω από
‘δώ, στα όρη στα άγρια βουνά»
που πρέπει πάντα να το λέει μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Στη Νίσυρο, για να προστατευτούν τις νύχτες από τους «Βαρδάλακες»
κουβαλούσαν μαζί τους ένα «μαυρομάνικο» μαχαίρι, βρεγμένο τουλάχιστον μία φορά με αγιασμό.
Το ίδιο και στην Εύβοια, που επιπλέον πίστευαν ότι ο Βρυκόλακας δεν μπορεί
να μπει στο σπίτι αν υπάρχουν τοποθετημένα μερικά πιάτα σε σχηματισμό
σταυρού πάνω στον τοίχο.
Στη Μυτιλήνη βάζουν ένα μικρό σταυρό μέσα στο στόμα του νεκρού μόλις
ξεψυχήσει και ρίχνουν στον τάφο του αγιασμό και λάδι.
Στην Τήνο κάνουν το ίδιο, μόνο που ο σταυρός πρέπει να είναι από κερί του Επιτάφιου.
Στην Κρήτη όμως, σφράγιζαν το στόμα του νεκρού με λιωμένο κερί
φτιάχνοντας το σχήμα του σταυρού.
Στο Καστελόριζο, αφήνουν δίπλα στο καντήλι του σπιτιού του νεκρού, ένα
ποτήρι με νερό για σαράντα μέρες «για να πίνει η ψυχή του νεκρού να ξεδιψά, μην αποζητήσει αίμα».
Στη Σκιάθο πιστεύουν ότι ο Βρυκόλακας «φοβάται πολύ το αλμυρό νερό» και
γενικώς σε όλα τα νησιά πιστεύουν ότι δεν πλησιάζει ποτέ στη θάλασσα.
ΟΠΛΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΒΡΥΚΟΛΑΚΩΝ
Ασβέστης, αλμυρό νερό, βρασμένο λάδι, ξύδι, σκόρδα και κρεμμύδια, κερί
εκκλησίας, σταυρός, αγιασμός, μαυρομάνικα μαχαίρια, ξύλο συκιάς και ξύλο
ελιάς, καρφιά από φέρετρο, στειλιάρι από φτυάρι νεκροθάφτη, καινούργια
ψαροδίχτυα, φωτιά, θειάφι, λευκά κεριά, καρδιά από γουρούνι, στάχτη από το
τζάκι του παπά, βραστό νερό και πέτρες με ζωγραφισμένους σταυρούς πάνω
τους, λένε ότι είναι αποτελεσματικά όπλα εναντίον του Βρυκόλακα.
Αλλά ο πιο συνηθισμένος και αποτελεσματικός τρόπος για την πλήρη εξόντωση
του –στις λαϊκές παραδόσεις– είναι το κάρφωμα του λειψάνου του με έναν σιδερένιο λοστό.
Σε πολλά μέρη πίστευαν πως για να εξοντωθεί σίγουρα ο βρυκόλακας, έπρεπε
να τον βγάλουν από τον τάφο του και να τρυπήσουν την κοιλιά.
Έπειτα αφαιρούσαν την καρδιά του, την καίγανε σε φωτιά από ξύλο ελιάς, και
τον ξαναθάβανε σε άλλο μέρος.
Σε άλλα μέρη πιστεύουν ότι πρέπει να πάει στον τάφο και να τον ξεθάψει ένας Σαββατογεννημένος.
Του βγάζει την καρδιά, την τρυπά με ένα σιδερένιο σουβλί και την ρίχνει σε
καυτό ξύδι που βράζει σε μια κατσαρόλα εκεί δίπλα του.
Έπειτα ρίχνει το βραστό ξύδι πάνω στον νεκρό και τον θάβει πάλι.
Πολλές φορές τον ξαναθάβουν σε λιωμένο καυτό ασβέστη και του χύνουν
στον αφαλό ζεματιστό νερό.
Είναι πολύ διαδεδομένο πως στο νεκροταφείο του χωριού Βουρκωτή στην
Άνδρο, κανενός νεκρού το λείψανο δεν είναι απείραχτο.
Τον παλιό καιρό όλων των νεκρών οι καρδιές ήταν καρφωμένες με μαυρομάνικο μαχαίρι.
Στην Εύβοια, το 1791, πιστεύοντας ότι οι βρυκόλακες ήταν υπεύθυνοι για μία
πολύ μεγάλη επιδημία, ξέθαψαν όλους τους νεκρούς και τους έκαιγαν με ένα
πυρωμένο σίδερο στην καρδιά, το περιστατικό έχει καταγραφεί στο σπάνιο
ταξιδιωτικό βιβλίο Voyageen Grece de Xavie Scrofani, το οποίο θεωρείται
πολύτιμο σύγγραμμα για τους μελετητές των παράξενων ελληνικών
παραδόσεων, γιατί είναι γεμάτο από καταγραφές παράξενων περιστατικών και δοξασιών.
Στις παραδόσεις των νησιών του Αιγαίου συναντούμε την πληροφορία, ξανά
και ξανά, ότι όταν οι άνθρωποι κατόρθωναν να πιάσουν έναν βρυκόλακα, τον
έβαζαν μέσα σ’ ένα σακί και πριν λαλήσει ο κόκορας, τον πήγαιναν και τον
πετούσαν πάνω σε ένα ξερονήσι.
Από εκεί δεν μπορούσε να φύγει και τελικά έλιωνε.
Το Ποντικονήσι στην Κέρκυρα, που πολλοί το αποκαλούν «το απολιθωμένο
καράβι των Φαιάκων», απεικονίζεται στον περίφημο πίνακα του Μπαίκλιν Το
Νησί των Νεκρών, διασώζοντας έτσι, κάτι από το παρελθόν του ως νησί-
νεκροταφείο, που όλοι το φοβόντουσαν όταν έδυε ο ήλιος.
Στα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, ο πιο ισχυρός μυστικός τόπος εξορίας των
βρυκολάκων είναι το νησάκι Καμένη (ή Καημένη) της Σαντορίνης.
Και είναι, λένε, ο πιο αποτελεσματικός τόπος εξ’ αιτίας της ύπαρξης του
ηφαιστείου και της μεγάλης ποσότητας θειαφιού που έχει η περιοχή.
Μάλιστα πιστευόταν ότι ήταν τόσοι πολλοί οι βρυκόλακες που είχαν εξοριστεί
εκεί, που είχαν φτιάξει και μια μικρή δική τους κοινωνία πάνω στο νησάκι, και
γι’ αυτό δεν τολμούσε ποτέ κανείς να το πλησιάσει.
Στη Μύκονο τους εξόριζαν στο νησάκι του Άη Γιώργη και στο παράξενο νησάκι
Μπάου, που λένε μέχρι σήμερα ότι τα βράχια του έχουν αποτυπωμένα πάνω
τους τα πρόσωπα βρυκολάκων, και ότι κάποια από αυτά έχουν σχήμα
νεκροκεφαλής (που μπορεί όμως να είναι τεχνητό, σαν σημάδι για να το
αποφεύγουν οι βάρκες και τα πλοία).
Στα Χανιά, τους εξόριζαν στο νησάκι Καλαθάς, στα βόρεια του ακρωτηρίου.
Στη Λέσβο τους εξόριζαν στο νησάκι Λαγός, απέναντι από τη Μήθυμνα
(Μόλυβος) και μάλιστα μέχρι σήμερα οι κάτοικοι αρνούνται να στήσουν
τουριστικές εγκαταστάσεις εκεί γιατί το φοβούνται από τις ιστορίες που έχουν
ακούσει από τους παππούδες τους, (το όμορφο αυτό νησάκι είναι γεμάτο
λαγούς, απ’ όπου και το τοπικό του όνομα, και πολλοί πιστεύουν ότι οι λαγοί
αυτοί είναι «βρυκολακιασμένοι»!).
Το νησάκι Δασκαλιό κοντά στην Κύθνο, θεωρείται επίσης ένας τόπος εξορίας βρυκολάκων.
Το νησάκι Λειψοί, ανάμεσα στην Πάτμο και στη Λέρο, ήταν γνωστό ως το
«Νησί των Νεκρών» κι όποιος έβγαινε πάνω του δεν ξανάφευγε ποτέ.
Στην ίδια περιοχή, το Φαρμακονήσι ήταν τρομερός τόπος κατοικίας βρυκολάκων.
Συνεχίζεται...
Ευχαριστώ.
Συνεχίζεται...
Ο Lawson, στο Modern Greek Folklore, γράφει:
«Στη Θεσσαλία, μου είπαν για μια οικογένεια που ζει στη Δομοκό, που
αναγνωρίζουν έναν Βρυκόλακα ανάμεσα στους προγόνους τους πριν από δύο
ή τρεις γενιές, και πως μέσω της γενεαλογίας του κληρονόμησαν μια
συγκεκριμένη ιδιότητα που τους καθιστά ικανούς να αντιμετωπίζουν πολύ
δραστικά τους Βρυκόλακες που στοιχειώνουν κατά περιόδους την εξοχή.
Και μάλιστα, τόσο πολύ οι άνθρωποι αναγνώριζαν και σέβονταν τις ικανότητες
της οικογένειας αυτής, που καλούσαν τα μέλη της ως ειδικούς συμβουλάτορες
όταν απομακρυσμένες περιοχές είχαν προβλήματα με Βρυκόλακες»
Στη Λέσβο, αν δουν κάποιοι φάντασμα στην αυλή τους πρέπει να το
πετροβολήσουν με το αριστερό χέρι.
Ακόμη βάζουν πίσω από την πόρτα τους ένα σταυρό από καλάμια ή ένα δίχτυ
ψαρέματος δεμένο με κόκκινη κλωστή.
Πολλές φορές έβαζαν σε πολλά νησιά, ένα κομμάτι χοιρινή γλώσσα πάνω στην
πόρτα, καρφωμένο με καρφί που ήταν βγαλμένο από φέρετρο.
Στην Κρήτη ζωγραφίζουν στην πόρτα τους μία «μούντζα».
Στη Σαντορίνη σφράγιζαν τις νύχτες τις κλειδαρότρυπες με αντίδωρο από την
εκκλησία και έβαζαν μικρούς σταυρούς στο γείσο των παραθύρων.
Η πιο διάσημη προστασία είναι το γνωστό ξόρκι:
«Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά», ή ακόμη κι εκείνο το «έξω από
‘δώ, στα όρη στα άγρια βουνά»
που πρέπει πάντα να το λέει μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Στη Νίσυρο, για να προστατευτούν τις νύχτες από τους «Βαρδάλακες»
κουβαλούσαν μαζί τους ένα «μαυρομάνικο» μαχαίρι, βρεγμένο τουλάχιστον μία φορά με αγιασμό.
Το ίδιο και στην Εύβοια, που επιπλέον πίστευαν ότι ο Βρυκόλακας δεν μπορεί
να μπει στο σπίτι αν υπάρχουν τοποθετημένα μερικά πιάτα σε σχηματισμό
σταυρού πάνω στον τοίχο.
Στη Μυτιλήνη βάζουν ένα μικρό σταυρό μέσα στο στόμα του νεκρού μόλις
ξεψυχήσει και ρίχνουν στον τάφο του αγιασμό και λάδι.
Στην Τήνο κάνουν το ίδιο, μόνο που ο σταυρός πρέπει να είναι από κερί του Επιτάφιου.
Στην Κρήτη όμως, σφράγιζαν το στόμα του νεκρού με λιωμένο κερί
φτιάχνοντας το σχήμα του σταυρού.
Στο Καστελόριζο, αφήνουν δίπλα στο καντήλι του σπιτιού του νεκρού, ένα
ποτήρι με νερό για σαράντα μέρες «για να πίνει η ψυχή του νεκρού να ξεδιψά, μην αποζητήσει αίμα».
Στη Σκιάθο πιστεύουν ότι ο Βρυκόλακας «φοβάται πολύ το αλμυρό νερό» και
γενικώς σε όλα τα νησιά πιστεύουν ότι δεν πλησιάζει ποτέ στη θάλασσα.
ΟΠΛΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΒΡΥΚΟΛΑΚΩΝ
Ασβέστης, αλμυρό νερό, βρασμένο λάδι, ξύδι, σκόρδα και κρεμμύδια, κερί
εκκλησίας, σταυρός, αγιασμός, μαυρομάνικα μαχαίρια, ξύλο συκιάς και ξύλο
ελιάς, καρφιά από φέρετρο, στειλιάρι από φτυάρι νεκροθάφτη, καινούργια
ψαροδίχτυα, φωτιά, θειάφι, λευκά κεριά, καρδιά από γουρούνι, στάχτη από το
τζάκι του παπά, βραστό νερό και πέτρες με ζωγραφισμένους σταυρούς πάνω
τους, λένε ότι είναι αποτελεσματικά όπλα εναντίον του Βρυκόλακα.
Αλλά ο πιο συνηθισμένος και αποτελεσματικός τρόπος για την πλήρη εξόντωση
του –στις λαϊκές παραδόσεις– είναι το κάρφωμα του λειψάνου του με έναν σιδερένιο λοστό.
Σε πολλά μέρη πίστευαν πως για να εξοντωθεί σίγουρα ο βρυκόλακας, έπρεπε
να τον βγάλουν από τον τάφο του και να τρυπήσουν την κοιλιά.
Έπειτα αφαιρούσαν την καρδιά του, την καίγανε σε φωτιά από ξύλο ελιάς, και
τον ξαναθάβανε σε άλλο μέρος.
Σε άλλα μέρη πιστεύουν ότι πρέπει να πάει στον τάφο και να τον ξεθάψει ένας Σαββατογεννημένος.
Του βγάζει την καρδιά, την τρυπά με ένα σιδερένιο σουβλί και την ρίχνει σε
καυτό ξύδι που βράζει σε μια κατσαρόλα εκεί δίπλα του.
Έπειτα ρίχνει το βραστό ξύδι πάνω στον νεκρό και τον θάβει πάλι.
Πολλές φορές τον ξαναθάβουν σε λιωμένο καυτό ασβέστη και του χύνουν
στον αφαλό ζεματιστό νερό.
Είναι πολύ διαδεδομένο πως στο νεκροταφείο του χωριού Βουρκωτή στην
Άνδρο, κανενός νεκρού το λείψανο δεν είναι απείραχτο.
Τον παλιό καιρό όλων των νεκρών οι καρδιές ήταν καρφωμένες με μαυρομάνικο μαχαίρι.
Στην Εύβοια, το 1791, πιστεύοντας ότι οι βρυκόλακες ήταν υπεύθυνοι για μία
πολύ μεγάλη επιδημία, ξέθαψαν όλους τους νεκρούς και τους έκαιγαν με ένα
πυρωμένο σίδερο στην καρδιά, το περιστατικό έχει καταγραφεί στο σπάνιο
ταξιδιωτικό βιβλίο Voyageen Grece de Xavie Scrofani, το οποίο θεωρείται
πολύτιμο σύγγραμμα για τους μελετητές των παράξενων ελληνικών
παραδόσεων, γιατί είναι γεμάτο από καταγραφές παράξενων περιστατικών και δοξασιών.
Στις παραδόσεις των νησιών του Αιγαίου συναντούμε την πληροφορία, ξανά
και ξανά, ότι όταν οι άνθρωποι κατόρθωναν να πιάσουν έναν βρυκόλακα, τον
έβαζαν μέσα σ’ ένα σακί και πριν λαλήσει ο κόκορας, τον πήγαιναν και τον
πετούσαν πάνω σε ένα ξερονήσι.
Από εκεί δεν μπορούσε να φύγει και τελικά έλιωνε.
Το Ποντικονήσι στην Κέρκυρα, που πολλοί το αποκαλούν «το απολιθωμένο
καράβι των Φαιάκων», απεικονίζεται στον περίφημο πίνακα του Μπαίκλιν Το
Νησί των Νεκρών, διασώζοντας έτσι, κάτι από το παρελθόν του ως νησί-
νεκροταφείο, που όλοι το φοβόντουσαν όταν έδυε ο ήλιος.
Στα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, ο πιο ισχυρός μυστικός τόπος εξορίας των
βρυκολάκων είναι το νησάκι Καμένη (ή Καημένη) της Σαντορίνης.
Και είναι, λένε, ο πιο αποτελεσματικός τόπος εξ’ αιτίας της ύπαρξης του
ηφαιστείου και της μεγάλης ποσότητας θειαφιού που έχει η περιοχή.
Μάλιστα πιστευόταν ότι ήταν τόσοι πολλοί οι βρυκόλακες που είχαν εξοριστεί
εκεί, που είχαν φτιάξει και μια μικρή δική τους κοινωνία πάνω στο νησάκι, και
γι’ αυτό δεν τολμούσε ποτέ κανείς να το πλησιάσει.
Στη Μύκονο τους εξόριζαν στο νησάκι του Άη Γιώργη και στο παράξενο νησάκι
Μπάου, που λένε μέχρι σήμερα ότι τα βράχια του έχουν αποτυπωμένα πάνω
τους τα πρόσωπα βρυκολάκων, και ότι κάποια από αυτά έχουν σχήμα
νεκροκεφαλής (που μπορεί όμως να είναι τεχνητό, σαν σημάδι για να το
αποφεύγουν οι βάρκες και τα πλοία).
Στα Χανιά, τους εξόριζαν στο νησάκι Καλαθάς, στα βόρεια του ακρωτηρίου.
Στη Λέσβο τους εξόριζαν στο νησάκι Λαγός, απέναντι από τη Μήθυμνα
(Μόλυβος) και μάλιστα μέχρι σήμερα οι κάτοικοι αρνούνται να στήσουν
τουριστικές εγκαταστάσεις εκεί γιατί το φοβούνται από τις ιστορίες που έχουν
ακούσει από τους παππούδες τους, (το όμορφο αυτό νησάκι είναι γεμάτο
λαγούς, απ’ όπου και το τοπικό του όνομα, και πολλοί πιστεύουν ότι οι λαγοί
αυτοί είναι «βρυκολακιασμένοι»!).
Το νησάκι Δασκαλιό κοντά στην Κύθνο, θεωρείται επίσης ένας τόπος εξορίας βρυκολάκων.
Το νησάκι Λειψοί, ανάμεσα στην Πάτμο και στη Λέρο, ήταν γνωστό ως το
«Νησί των Νεκρών» κι όποιος έβγαινε πάνω του δεν ξανάφευγε ποτέ.
Στην ίδια περιοχή, το Φαρμακονήσι ήταν τρομερός τόπος κατοικίας βρυκολάκων.
Συνεχίζεται...
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Συνέχεια...
Στις δοξασίες για βρυκόλακες οφείλουν οι Βόρειες Σποράδες το παλιό τους όνομα:
«Δαιμονονήσοι».
Επίσης, τα νησάκια Νεκρό και Νεκροθήκες στην Κάλυμνο.
Το νησάκι Δαιμονόπετρα της Ικαρίας, και το φοβερό Διαβολολίμανο της Σάμου.
Επίσης είναι πολύ παράξενο ότι στο Αιγαίο υπάρχουν πολλά νησάκια-νεκροταφεία,
στα οποία οι κάτοικοι έθαβαν τους νεκρούς τους, για να μην κινδυνεύουν αν
κάποιοι από αυτούς βρυκολάκιαζαν.
Μερικά απ’ αυτά είναι η Παναγία η Νησιώτισα στην Εύβοια, ο Άγιος Φωκάς έξω
από την Μονεμβασιά, η Εκάτη της Δήλου, η νησίδα Ιλισσού, η Απολλωνία και
τα Δαιμονονήσια έξω από την Κάρπαθο.
Ο θρύλος λέει για τρία-τέσσερα νησάκια που ήταν κάποτε κοντά στην Κω,
αλλά οι βρυκόλακες τα πήρανε (!) και εξαφανίστηκαν, για να εμφανίζονται
στους ναυτικούς σε σημεία που δεν υπάρχουν νησάκια στο χάρτη, τα οποία τα
λένε «Φαντασματονήσια».
Στην Μύκονο υπάρχει ένα μικρό ακρωτήριο που λέγεται Βουρβούλακας, γιατί
εκεί στοίχειωνε το μέρος ένας πολύ άγριος βρυκόλακας και μάλιστα από μακριά
το ακρωτήριο μοιάζει σαν κώνος που προεξέχει σαν τον πύργο του βρυκόλακα
που είναι το «βροκολακόσπιτό» του.
Τα τρομερά Βρυκολακονήσια, είναι έξι μικρά νησάκια κοντά στις
βορειοανατολικές ακτές της Σκύρου, τα οποία βέβαια κατοικούνται από
βρυκόλακες που πίνουν το αίμα των ψαράδων που θα τολμήσουν να βγουν στην ακρογιαλιά τους.
Στην Κάρπαθο (που έτσι κι αλλιώς το όνομα της θυμίζει Καρπάθια) υπάρχει ένα
μέρος που λέγεται Χας, όπου τα παλιά χρόνια πίστευαν ότι υπάρχει ένα χωριό βρυκολάκων.
Στην Κρήτη πίστευαν το ίδιο για ένα μέρος που λέγεται..
Καταχανάς (που στα κρητικά σημαίνει βρυκόλακας, περιπλανώμενος ή αόρατος).
Στο χωριό Κλειδί της Άρτας υπάρχει μια μοναδική στο είδος της δοξασία:
πιστεύουν ότι όταν ο νεκρός είναι αμαρτωλός, τότε το μνήμα του σηκώνεται
από την κανονική του θέση και πάει αλλού (!) κι αλλάζει συνέχεια θέση, και
πρέπει να διαβαστούν ευχές για να σταματήσει αυτή η δαιμονική κατάσταση.
Στη Θράκη, πιστεύουν ότι οι βρυκόλακες περιπλανιούνται στα όνειρα των
ανθρώπων, εμφανίζονται στα όνειρα των κοιμισμένων και φέρνουν εφιάλτες,
και τότε τους ονομάζουν «Μόρα».
Μια άλλη εξήγηση για την γνωστή ΜΌΡΑ...
Τα νεκροζώντανα αυτά τέρατα τυραννούσαν για πολλά χρόνια τους Έλληνες.
Και είχε τόσα μα τόσα ονόματα ο Βρυκόλακας από μέρος σε μέρος:
Βρικόακας στη Σαμοθράκη,
Βροκόλασκας στη Μήλο και στη Νάξο,
Ζούλακας στη Θήβα,
Βρυκολάκι στην Αμοργό,
Βίλις στις Σέρρες,
Βρουκόακας στη Σάμο,
Βορκόλακας στην Κύθνο και στην Τήλο,
Βουρκόλακας στην Λέσβο, Κάρπαθο, Κρήτη, Μήλο και Κύθηρα,
Βουρβούλακας στην Άνδρο και στην Κω,
Βαρθάκαλας στη Νίσυρο και στη Σήμη,
Βουρβουλακίνα στην Χίο,
Κατράμης στον Έβρο,
Βελιγκέκας στα Ιωάννινα,
Καταχανάς στην Κρήτη…
Κι ονόματα άλλα που δεν έχουν τέλος:
Βάρθακας, Βυρκόλασκας, Βουλκούλακας, Βρυόλακας, Βρύλακας, Βαρβάλακχας,
Βούρλοκας, Βούρδουλας, Βρικουλάκιας, Βουρκσόλακας, κλπ, κλπ.
Ακόμη, τον συναντά κανείς σε όλη την Ελλάδα και με τα ονόματα: Λάμπασμα,
Λάμια, Φάντακας, Στημένος, Κατσικάς, Βραχνάς, Κατραχανάς, Καταχθόνιος,
Γούστρελλος, Ντουσμάνης, Καλαμπάουρας, Καραμπουσμπούκης.
Όποια κι αν είναι η εξήγηση για τις αληθινά αμέτρητες δοξασίες για
βρυκόλακες στην Ελλάδα, ήταν η αφορμή για να γραφούν εκατοντάδες
συγγράμματα για την αντιμετώπιση τους, όπως αυτής της Ιεράς Μονής
Βλαχέρνου, Περί Βουλκολάκων:
«Ο θείος Πατριάρχης Ιωάννης ο Νηστευτής, ούτως λέγει ότι ήκουσα εις
πολλούς νήσους και πόλεις γίνεται φρικτόν και παράνομον πράγμα από
μεγάλης αγνωσίας των ανθρώπων και ενεργείας σατανικής, και λέγουν όταν
αποθάνουν εξ αυτών τινές, σηκώνονται και γίνονται καταχθόνιοι, τους οποίους
αποκαλούν βουλκολάκους και αυτοί λέγουν πως θανατώνουν τους ζωντανούς.
Πλανώνται και καίουν τους αδελφούς τους κακόν το έπαθαν, δεν ξεύρουν πως
ο διάβολος γίνεται και ωσάν άγγελος και καλόγερος και κοσμικός άνδρας, και
γυναίκα και παιδί και ξύλον και ραβδί και δάκτυλον και νερό και αίμα και δίσκος
λαμπρός και φωτιά και άνθρωπος αποθαμένος – και πάσα άλλον πράγμα όπου
να είναι γίνεται κατά φαντασίαν και διά τούτο δεν πρέπει να το πιστεύει τινάς
αυτό που βλέπετε εις το κορμί του αποθαμένου, διατί ο άνθρωπος ωσάν
αποθάνη αίμα δεν έχει και μην πλανάσθε εις του διαβόλου τας φαντασίας.»
Ει δε, όποιος βουληθεί και κάψει τον αδελφό του ως βουλκόλακα, αν είναι
κληρικός να είναι καθηρημένος και να μην μεταλάβει έως τον θάνατο του, ει
δε κοσμικός συνεργήσει, είκοσι χρόνους ακοινώνητος. Παύσατε επιτέλους
τοιαύτες βλάσφημες πράξεις»
Το φανταστικό βαμπιρικό ρομάντσο του 1870 με τίτλο Varney the
Vampire, or The Feast of Blood (ένα από τα πρώτα βιβλία –ίσως και το πρώτο
βιβλίο– του Φανταστικού για Βαμπίρ) μεταξύ πολλών άλλων διηγείται την
ιστορία ενός ανθρώπου ο οποίος περνά μια απίστευτη περιπέτεια στα τρομερά
Βρυκολακονήσια της Σκύρου.
Στην Ιστορία των Φραγκικών Δουκάτων του Αιγαίου που κυκλοφόρησε πριν
από τρεις αιώνες στο Παρίσι από τον Sauger, καταγράφονται τα εξής για τη Σαντορίνη:
«Σ’ αυτό το νησί συμβαίνει κάτι ασύλληπτο για μένα, μα που φαίνεται εκεί συνηθισμένο.
Μερικοί από τους πεθαμένους ξαναγυρίζουν στα σπίτια τους λίγες μέρες
ύστερα από την ταφή τους και κανείς δεν ξέρει τί είναι αυτό που τους ξαναζωντανεύει.
Οι Σαντορινιοί τους λένε Βουκόλακες»
Συνεχίζεται....
Ευχαριστώ.
Συνέχεια...
Στις δοξασίες για βρυκόλακες οφείλουν οι Βόρειες Σποράδες το παλιό τους όνομα:
«Δαιμονονήσοι».
Επίσης, τα νησάκια Νεκρό και Νεκροθήκες στην Κάλυμνο.
Το νησάκι Δαιμονόπετρα της Ικαρίας, και το φοβερό Διαβολολίμανο της Σάμου.
Επίσης είναι πολύ παράξενο ότι στο Αιγαίο υπάρχουν πολλά νησάκια-νεκροταφεία,
στα οποία οι κάτοικοι έθαβαν τους νεκρούς τους, για να μην κινδυνεύουν αν
κάποιοι από αυτούς βρυκολάκιαζαν.
Μερικά απ’ αυτά είναι η Παναγία η Νησιώτισα στην Εύβοια, ο Άγιος Φωκάς έξω
από την Μονεμβασιά, η Εκάτη της Δήλου, η νησίδα Ιλισσού, η Απολλωνία και
τα Δαιμονονήσια έξω από την Κάρπαθο.
Ο θρύλος λέει για τρία-τέσσερα νησάκια που ήταν κάποτε κοντά στην Κω,
αλλά οι βρυκόλακες τα πήρανε (!) και εξαφανίστηκαν, για να εμφανίζονται
στους ναυτικούς σε σημεία που δεν υπάρχουν νησάκια στο χάρτη, τα οποία τα
λένε «Φαντασματονήσια».
Στην Μύκονο υπάρχει ένα μικρό ακρωτήριο που λέγεται Βουρβούλακας, γιατί
εκεί στοίχειωνε το μέρος ένας πολύ άγριος βρυκόλακας και μάλιστα από μακριά
το ακρωτήριο μοιάζει σαν κώνος που προεξέχει σαν τον πύργο του βρυκόλακα
που είναι το «βροκολακόσπιτό» του.
Τα τρομερά Βρυκολακονήσια, είναι έξι μικρά νησάκια κοντά στις
βορειοανατολικές ακτές της Σκύρου, τα οποία βέβαια κατοικούνται από
βρυκόλακες που πίνουν το αίμα των ψαράδων που θα τολμήσουν να βγουν στην ακρογιαλιά τους.
Στην Κάρπαθο (που έτσι κι αλλιώς το όνομα της θυμίζει Καρπάθια) υπάρχει ένα
μέρος που λέγεται Χας, όπου τα παλιά χρόνια πίστευαν ότι υπάρχει ένα χωριό βρυκολάκων.
Στην Κρήτη πίστευαν το ίδιο για ένα μέρος που λέγεται..
Καταχανάς (που στα κρητικά σημαίνει βρυκόλακας, περιπλανώμενος ή αόρατος).
Στο χωριό Κλειδί της Άρτας υπάρχει μια μοναδική στο είδος της δοξασία:
πιστεύουν ότι όταν ο νεκρός είναι αμαρτωλός, τότε το μνήμα του σηκώνεται
από την κανονική του θέση και πάει αλλού (!) κι αλλάζει συνέχεια θέση, και
πρέπει να διαβαστούν ευχές για να σταματήσει αυτή η δαιμονική κατάσταση.
Στη Θράκη, πιστεύουν ότι οι βρυκόλακες περιπλανιούνται στα όνειρα των
ανθρώπων, εμφανίζονται στα όνειρα των κοιμισμένων και φέρνουν εφιάλτες,
και τότε τους ονομάζουν «Μόρα».
Μια άλλη εξήγηση για την γνωστή ΜΌΡΑ...
Τα νεκροζώντανα αυτά τέρατα τυραννούσαν για πολλά χρόνια τους Έλληνες.
Και είχε τόσα μα τόσα ονόματα ο Βρυκόλακας από μέρος σε μέρος:
Βρικόακας στη Σαμοθράκη,
Βροκόλασκας στη Μήλο και στη Νάξο,
Ζούλακας στη Θήβα,
Βρυκολάκι στην Αμοργό,
Βίλις στις Σέρρες,
Βρουκόακας στη Σάμο,
Βορκόλακας στην Κύθνο και στην Τήλο,
Βουρκόλακας στην Λέσβο, Κάρπαθο, Κρήτη, Μήλο και Κύθηρα,
Βουρβούλακας στην Άνδρο και στην Κω,
Βαρθάκαλας στη Νίσυρο και στη Σήμη,
Βουρβουλακίνα στην Χίο,
Κατράμης στον Έβρο,
Βελιγκέκας στα Ιωάννινα,
Καταχανάς στην Κρήτη…
Κι ονόματα άλλα που δεν έχουν τέλος:
Βάρθακας, Βυρκόλασκας, Βουλκούλακας, Βρυόλακας, Βρύλακας, Βαρβάλακχας,
Βούρλοκας, Βούρδουλας, Βρικουλάκιας, Βουρκσόλακας, κλπ, κλπ.
Ακόμη, τον συναντά κανείς σε όλη την Ελλάδα και με τα ονόματα: Λάμπασμα,
Λάμια, Φάντακας, Στημένος, Κατσικάς, Βραχνάς, Κατραχανάς, Καταχθόνιος,
Γούστρελλος, Ντουσμάνης, Καλαμπάουρας, Καραμπουσμπούκης.
Όποια κι αν είναι η εξήγηση για τις αληθινά αμέτρητες δοξασίες για
βρυκόλακες στην Ελλάδα, ήταν η αφορμή για να γραφούν εκατοντάδες
συγγράμματα για την αντιμετώπιση τους, όπως αυτής της Ιεράς Μονής
Βλαχέρνου, Περί Βουλκολάκων:
«Ο θείος Πατριάρχης Ιωάννης ο Νηστευτής, ούτως λέγει ότι ήκουσα εις
πολλούς νήσους και πόλεις γίνεται φρικτόν και παράνομον πράγμα από
μεγάλης αγνωσίας των ανθρώπων και ενεργείας σατανικής, και λέγουν όταν
αποθάνουν εξ αυτών τινές, σηκώνονται και γίνονται καταχθόνιοι, τους οποίους
αποκαλούν βουλκολάκους και αυτοί λέγουν πως θανατώνουν τους ζωντανούς.
Πλανώνται και καίουν τους αδελφούς τους κακόν το έπαθαν, δεν ξεύρουν πως
ο διάβολος γίνεται και ωσάν άγγελος και καλόγερος και κοσμικός άνδρας, και
γυναίκα και παιδί και ξύλον και ραβδί και δάκτυλον και νερό και αίμα και δίσκος
λαμπρός και φωτιά και άνθρωπος αποθαμένος – και πάσα άλλον πράγμα όπου
να είναι γίνεται κατά φαντασίαν και διά τούτο δεν πρέπει να το πιστεύει τινάς
αυτό που βλέπετε εις το κορμί του αποθαμένου, διατί ο άνθρωπος ωσάν
αποθάνη αίμα δεν έχει και μην πλανάσθε εις του διαβόλου τας φαντασίας.»
Ει δε, όποιος βουληθεί και κάψει τον αδελφό του ως βουλκόλακα, αν είναι
κληρικός να είναι καθηρημένος και να μην μεταλάβει έως τον θάνατο του, ει
δε κοσμικός συνεργήσει, είκοσι χρόνους ακοινώνητος. Παύσατε επιτέλους
τοιαύτες βλάσφημες πράξεις»
Το φανταστικό βαμπιρικό ρομάντσο του 1870 με τίτλο Varney the
Vampire, or The Feast of Blood (ένα από τα πρώτα βιβλία –ίσως και το πρώτο
βιβλίο– του Φανταστικού για Βαμπίρ) μεταξύ πολλών άλλων διηγείται την
ιστορία ενός ανθρώπου ο οποίος περνά μια απίστευτη περιπέτεια στα τρομερά
Βρυκολακονήσια της Σκύρου.
Στην Ιστορία των Φραγκικών Δουκάτων του Αιγαίου που κυκλοφόρησε πριν
από τρεις αιώνες στο Παρίσι από τον Sauger, καταγράφονται τα εξής για τη Σαντορίνη:
«Σ’ αυτό το νησί συμβαίνει κάτι ασύλληπτο για μένα, μα που φαίνεται εκεί συνηθισμένο.
Μερικοί από τους πεθαμένους ξαναγυρίζουν στα σπίτια τους λίγες μέρες
ύστερα από την ταφή τους και κανείς δεν ξέρει τί είναι αυτό που τους ξαναζωντανεύει.
Οι Σαντορινιοί τους λένε Βουκόλακες»
Συνεχίζεται....
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας...
Συνεχίζεται....
Η παλιά τουριστική έκδοση Murray’s Handbook for Travellers in Greece,
πληροφορεί τους αναγνώστες της:
«Λένε ότι στη Σαντορίνη οι νεκροί δεν λιώνουν.
Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στη θειούχο σύσταση του εδάφους, που
αποτρέπει ή καθυστερεί το λιώσιμο, μουμιοποιώντας τους πεθαμένους.
Η αντισηπτική ιδιότητα του εδάφους και η συχνή ανακάλυψη αναλλοίωτων
πτωμάτων έγιναν αιτίες να γεννηθούν πολλές δεισιδαιμονίες ανάμεσα στους
κατοίκους του νησιού.
Έτσι, η Σαντορίνη απέκτησε την φήμη του ιδανικότερου τόπου διαμονής για τους Βρυκόλακες.
Όπως λένε “κομίζει γλαύκαν ες Αθήνας”, σ’ αυτά τα μέρη ακούγεται το ‘στέλνει βρυκόλακες στη Σαντορίνη’».
Ο Άγγλος περιηγητής Robert Peshley, γράφει το 1837:
«Πολλοί Υδραίοι μου διηγήθηκαν την ιστορία για το πως ένα διάστημα το νησί
τους είχε γεμίσει βρυκόλακες.
Η εξαφάνιση τους ήταν αποκλειστικά έργο της σωτήριας δράσης του επισκόπου τους.
Αυτός κατάφερε να τους στείλει όλους στη Σαντορίνη, όπου βρίσκονται ακόμη
σε πολύ μεγάλους αριθμούς.
Εκεί, πάνω σ’ αυτό το έρημο νησί, περιπλανώνται μέχρι τις άκρες των
απόκρημνων γκρεμών του, χωρίς ελπίδα διαφυγής, κι αγριεμένοι σπρώχνουν
τεράστιους βράχους να κυλήσουν στο νερό.
Όποιος είναι αρκετά θαρραλέος και βρεθεί κοντά στην ακτή, ίσως ν’ ακούσει τις
διαπεραστικές κραυγές και τ’ απόκοσμα ουρλιαχτά τους, φωνές που πάντα
προμηνύουν μιά επερχόμενη καταιγίδα ή κάποια ακόμη χειρότερη φυσική καταστροφή»
Στα νεκροταφεία πολλών περιοχών της Ελλάδας, έχουν βρεθεί εκατοντάδες
λείψανα καρφωμένα στο φέρετρο τους, για να μην μπορούν να βγουν από τον τάφο.
Το 1960, ανακαλύφθηκε στη Μυτιλήνη ένας σκελετός, γερά στερεωμένος στο
χώμα με ατσαλόπροκες πολύ μεγάλης διαμέτρου.
Το 1990, κατά την διάρκεια αρχαιολογικών ανασκαφών στην Άνω Σκάλα
Λέσβου, οι Καναδοί αρχαιολόγοι που ερευνούσαν ένα τουρκικό νεκροταφείο
του 19ου αιώνα, ανακάλυψαν μέσα σε μιά πέτρινη κρύπτη το λείψανο ενός
άγνωστου Μωαμεθανού, μάλλον μεσήλικα, ο οποίος θάφτηκε καρφωμένος στο
λαιμό, στα χέρια, στη λεκάνη και στους αστραγάλους με μεγάλα καρφιά σαράντα εκατοστών.
Πολύ παρόμοια ευρήματα υπάρχουν στη Ναύπακτο, στην Άρτα, στη Ζάκυνθο και στη Δράμα.
Οι βρυκόλακες στοιχειώνουν τα όνειρα και τις νύχτες της χώρας, ταξιδιώτες
μέσα στο χρόνο που μεταδίδουν τις νεκροζώντανες ιστορίες τους σαν επιδημία.
ΠΗΓΉ..https://theancientwebgreece.wordpres...A%CE%B5%CF%82/
Η ιστοσελίδα που παρέθεσα πήρε σαν πηγή...
Παράξενη Ελλάδα” / Παντελής Γιαννουλάκη
Ευχαριστώ.
Συνεχίζεται....
Η παλιά τουριστική έκδοση Murray’s Handbook for Travellers in Greece,
πληροφορεί τους αναγνώστες της:
«Λένε ότι στη Σαντορίνη οι νεκροί δεν λιώνουν.
Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στη θειούχο σύσταση του εδάφους, που
αποτρέπει ή καθυστερεί το λιώσιμο, μουμιοποιώντας τους πεθαμένους.
Η αντισηπτική ιδιότητα του εδάφους και η συχνή ανακάλυψη αναλλοίωτων
πτωμάτων έγιναν αιτίες να γεννηθούν πολλές δεισιδαιμονίες ανάμεσα στους
κατοίκους του νησιού.
Έτσι, η Σαντορίνη απέκτησε την φήμη του ιδανικότερου τόπου διαμονής για τους Βρυκόλακες.
Όπως λένε “κομίζει γλαύκαν ες Αθήνας”, σ’ αυτά τα μέρη ακούγεται το ‘στέλνει βρυκόλακες στη Σαντορίνη’».
Ο Άγγλος περιηγητής Robert Peshley, γράφει το 1837:
«Πολλοί Υδραίοι μου διηγήθηκαν την ιστορία για το πως ένα διάστημα το νησί
τους είχε γεμίσει βρυκόλακες.
Η εξαφάνιση τους ήταν αποκλειστικά έργο της σωτήριας δράσης του επισκόπου τους.
Αυτός κατάφερε να τους στείλει όλους στη Σαντορίνη, όπου βρίσκονται ακόμη
σε πολύ μεγάλους αριθμούς.
Εκεί, πάνω σ’ αυτό το έρημο νησί, περιπλανώνται μέχρι τις άκρες των
απόκρημνων γκρεμών του, χωρίς ελπίδα διαφυγής, κι αγριεμένοι σπρώχνουν
τεράστιους βράχους να κυλήσουν στο νερό.
Όποιος είναι αρκετά θαρραλέος και βρεθεί κοντά στην ακτή, ίσως ν’ ακούσει τις
διαπεραστικές κραυγές και τ’ απόκοσμα ουρλιαχτά τους, φωνές που πάντα
προμηνύουν μιά επερχόμενη καταιγίδα ή κάποια ακόμη χειρότερη φυσική καταστροφή»
Στα νεκροταφεία πολλών περιοχών της Ελλάδας, έχουν βρεθεί εκατοντάδες
λείψανα καρφωμένα στο φέρετρο τους, για να μην μπορούν να βγουν από τον τάφο.
Το 1960, ανακαλύφθηκε στη Μυτιλήνη ένας σκελετός, γερά στερεωμένος στο
χώμα με ατσαλόπροκες πολύ μεγάλης διαμέτρου.
Το 1990, κατά την διάρκεια αρχαιολογικών ανασκαφών στην Άνω Σκάλα
Λέσβου, οι Καναδοί αρχαιολόγοι που ερευνούσαν ένα τουρκικό νεκροταφείο
του 19ου αιώνα, ανακάλυψαν μέσα σε μιά πέτρινη κρύπτη το λείψανο ενός
άγνωστου Μωαμεθανού, μάλλον μεσήλικα, ο οποίος θάφτηκε καρφωμένος στο
λαιμό, στα χέρια, στη λεκάνη και στους αστραγάλους με μεγάλα καρφιά σαράντα εκατοστών.
Πολύ παρόμοια ευρήματα υπάρχουν στη Ναύπακτο, στην Άρτα, στη Ζάκυνθο και στη Δράμα.
Οι βρυκόλακες στοιχειώνουν τα όνειρα και τις νύχτες της χώρας, ταξιδιώτες
μέσα στο χρόνο που μεταδίδουν τις νεκροζώντανες ιστορίες τους σαν επιδημία.
ΠΗΓΉ..https://theancientwebgreece.wordpres...A%CE%B5%CF%82/
Η ιστοσελίδα που παρέθεσα πήρε σαν πηγή...
Παράξενη Ελλάδα” / Παντελής Γιαννουλάκη
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Συνεχίζω το θέμα...
Οἱ πρῶτοι χριστιανικοὶ αἰῶνες ἀναφέρουν περιπτώσεις βρυκολάκων μὲ τὸ ὃνομα
«δαιμόνια» καὶ μὲ τὴν ἐξήγηση ὃτι εἶναι ὰποτελέσματα μαγεῖας τῶν Ἐθνικῶν
προκειμένου νὰ κάνουν κακὸ στοὺς Χριστιανούς.
Ἡ Μορμῶ καὶ ἡ Λάμια ἦταν δύο τρομερὰ πλάσματα τῆς νύχτας.
Οἱ Στρίγγλες οἱ ὁποῖες ἒπαιρναν τὴν μορφὴ μαύρων πουλιὼν, ἐπιτίθονταν καὶ
ρούφαγαν τὸ αἶμα τῶν μωρῶν στὴν κούνια τους.
Ὁ Παυσανίας στὰ Κορινθιακά του ἀναφέρει ὃτι τὰ παιδιὰ τῆς Μήδειας μετὰ τὸν
θάνατὸ τους ἒγιναν ἀπαίσια δαιμονικὰ πλάσματα ποὺ σκότωναν τὰ βρέφη.
Ὁ χρησμὸς ποὺ πῆραν οἱ Κορίνθιοι ἀπὸ τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν τοὺς
συμβούλευε νὰ τὰ κατευνάσουν γιατὶ ἦταν δύσκολο νὰ τὰ καταστρέψουν.
Ὁ Ὁδυσσέας γιὰ νὰ συναντήσῃ καὶ νὰ συνομιλήσῃ μὲ τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ
ἦταν νεκρὸς, ἀναγκάζεται νὰ κατέβῃ στὸ βασίλειο τῶν Κιμμερίων, ποὺ ἦταν ἡ
χώρα ποὺ χώριζε τὸ βασίλειο τῶν ζωντανῶν μὲ τῶν νεκρῶν.
Ὁ Ὁδυσσέας ἐπικαλεῖται τὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν καὶ γιὰ νὰ τοὺς δώσῃ ἐνέργεια
καὶ ζωτικότητα σὲ ἓνα βαθὺ λάκκο χύνει τὸ αἶμα ἀρκετῶν προβάτων.
Ὁ Τειρεσίας πίνει καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει τὸ χρησμό του.
Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικὸ ὃτι ἐξέχουσα θέση κατέχει ἡ σκιὰ τοῦ Ἀχιλλέα, ο
ὁποῖος στὴν «Ἐκάβη» τοῦ Εὐριπίδη ἀπαιτεῖ νὰ θυσιαστῇ ἡ Πολυξένη ἐπάνω στὸν τάφο του.
Ἐξάλλου στὸν «Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ», ὁ μυστηριώδης Οἰδίπους προβλέπει μία
τρομακτικὴ ἦττα τῶν Θηβαίων σὲ μία μάχη ποὺ γινόταν κοντὰ στὸν τάφο του
καὶ περιγράφει πῶς
«το παγωμένο πτῶμα του, ρουφᾶ ἀχόρταγα τὸ ζεστὸ αἶμα
ποὺ κυλᾶ στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πληγωμένους τῆς μάχης».
Τὸ πλῆθος τῶν ὀνομάτων τῶν βρυκολάκων, (ήδη τα έχω αναφέρει σε προηγούμενη
απάντησή μου...
ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς περιηγητές καὶ τοὺς πολλοὺς λαογράφους μας
(Ν. Πολίτης, Καμπούρογλου κ.ἂ.), ἀκόμη καὶ ἀπὸ παλαιοὺς ἱστορικούς, δείχνει
πόσο συχνὲς ἦταν οἱ περιπτώσεις και πόσο συζητιόνταν αὐτές οἱ ἱστορίες…
Ὁ Alfred Maury ἀνέφερε στὴν “Encyclopedie modern, art. Vampire” ὃτι οἱ
βρυκόλακες ἦταν ἂγνωστοι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ ὃτι ἡ πρόληψη αὐτὴ
εἰσήχθη ἀπὸ τοὺς Σλάβους, κάτι ποὺ δὲν εὐσταθεῖ.
Ἀντίθετα ὁ Βολταῖρος “Dict. Philosoph, art. Vampire” ἀποφαίνεται ὃτι ἡ περὶ
αἱματοῤῥόφων ἰδέα προῆλθε ἀπὸ τὸν λαὸ τῆς Ἑλλάδος
Γιὰ τὴν προέλευση τῆς λέξεως «βρυκόλακας» ὑπάρχουν πολλὲς ἀναφορὲς.
Ὁ Κοραῆς γράφοντας «βορβόλακας»τὴν παράγει ἀπὸ τὸ Μορμολύκη καὶ τὴν
λέξη βρυκόλακας ἀπὸ τὸ βρίκελα, εἶδος προσωπείου.
Ὁ Ἀλλάτιος καὶ ὁ Pouqueville ἀπὸ τὸ βοῦρκα (ἓλος) καὶ λάκκος.
Ὁ Tomaseo, ὁ Pashley καὶ ὁ Maury, ἀπὸ τὸ σλαβικὸ vukozlak, ἢ wukodlak, ἢ ἀπὸ
τὸ βοημικό wlkodlak, καὶ τέλος ὁ Leake νομίζει τὴν λέξη ἰλλυρική.
Τὸ πιὸ πιθανὸ ὃμως εἶναι νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη «βρύκομαι» ποὺ
σημαίνει ἐσθίομαι (τρώγομαι), καταναλίσκομαι, ἢ τὴν «βρῦξαι» ποὺ ὁ Ἡσύχιος
ἑρμηνεύει «δακεῖν κατασφαγεῖν».
Οἱ βρυκόλακες στὴν φαντασία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦταν ἂνθρωποι μὲ τόσο
ἂσχημο βίο, ἀσεβεῖς καὶ κακοῦργοι, ὣστε ἡ γῆ δὲν τοὺς δέχεται στοὺς κόλπους
της ὃταν πεθαίνουν καὶ τοὺς ξερνάει.
Οἱ προλήψεις αὐτὲς πιθανότατα ἒλκουν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα
ὃπου «οἱ μὴ τυχόντες ταφῆς περιπλανῶντο περὶ τὰ ὓδατα τῆς Στυγός».
Ὁ Λουκιανὸς ἀναφέρει....
«Τὰς τῶν βιαίως ἀποθανόντων μόνας ψυχὰς περινοστεῖν»,
οἱ ἒχοντες βίαιο καὶ ἀπότομο θάνατο, δὲν ἒχουν τὴν μοῖρα τῶν ἀποθανόντων…
Κατὰ τὸν Ἡλιόδωρον, οἱ ψυχὲς ὃσων πεθάνουν βίαια ἢ τῶν ἂταφων, περιπλανοῦνται στὴν γῆ.
Ἀλλὰ ἡ κυριότερη αἰτία ποὺ καθιστᾷ ἓναν νεκρὸ βρυκόλακα, εἶναι ὁ ἀφορισμός.
Οἱ βυζαντινοὶ μοναχοὶ δημιούργησαν τὸν ἀφορισμὸ ἐπωφελούμενοι άπὸ τὶς
προλήψεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων περὶ βρυκολάκων, καὶ πρόσθεσαν στὸ
εὐχολόγιο τὴν εὐχὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, κάνοντας ἒτσι τὴν θρησκεία ὑπηρέτριά τους.
Καὶ ὃσα πτώματα εἲτε λόγω καταστάσεως τῆς γῆς εἲτε ἂλλων χημικῶν αἰτιῶν
δὲν ἀποσυντίθεντο εὒκολα… «βρυκολάκιαζαν»…
Ὃσοι εἶχαν τὸ δυστύχημα νὰ ὑποπέσουν στὴν δυσμένεια ἐπισκόπου ἢ νὰ
κλέψουν ζῶα, ἀκέραιοι ἒμεναν στὸν τάφο καὶ τὶς νύχτες περιπλανοῦνταν στὶς
πόλεις καὶ τοὺς ἀγρούς, τὸν τρόμο καὶ τὸν θάνατο σκορπῶντας…
Αὐτὴ ἡ πρόληψη διαδόθηκε καὶ στὰ Σλαβικὰ φύλα ἀπὸ τοὺς Μαυροβουνιῶτες
(ὃπως ἀναφέρει ὁ περιηγητὴς Vialla de Sommiers) καὶ οἱ ἀφορισμένοι
βρυκόλακες σκόρπισαν καὶ σὲ αὐτοὺς τὸν τρόμο.
Καὶ μόνο ἡ ἂφεση τοῦ ἐπισκόπου διαβασμένη πάνω ἀπὸ τὸν τάφο, Σάββατο
ἡμέρα, χάριζε τὴν ἡρεμία στὸν δυστυχῆ βρυκόλακα…
Συνεχίζεται.....
Ευχαριστώ.
Συνεχίζω το θέμα...
Οἱ πρῶτοι χριστιανικοὶ αἰῶνες ἀναφέρουν περιπτώσεις βρυκολάκων μὲ τὸ ὃνομα
«δαιμόνια» καὶ μὲ τὴν ἐξήγηση ὃτι εἶναι ὰποτελέσματα μαγεῖας τῶν Ἐθνικῶν
προκειμένου νὰ κάνουν κακὸ στοὺς Χριστιανούς.
Ἡ Μορμῶ καὶ ἡ Λάμια ἦταν δύο τρομερὰ πλάσματα τῆς νύχτας.
Οἱ Στρίγγλες οἱ ὁποῖες ἒπαιρναν τὴν μορφὴ μαύρων πουλιὼν, ἐπιτίθονταν καὶ
ρούφαγαν τὸ αἶμα τῶν μωρῶν στὴν κούνια τους.
Ὁ Παυσανίας στὰ Κορινθιακά του ἀναφέρει ὃτι τὰ παιδιὰ τῆς Μήδειας μετὰ τὸν
θάνατὸ τους ἒγιναν ἀπαίσια δαιμονικὰ πλάσματα ποὺ σκότωναν τὰ βρέφη.
Ὁ χρησμὸς ποὺ πῆραν οἱ Κορίνθιοι ἀπὸ τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν τοὺς
συμβούλευε νὰ τὰ κατευνάσουν γιατὶ ἦταν δύσκολο νὰ τὰ καταστρέψουν.
Ὁ Ὁδυσσέας γιὰ νὰ συναντήσῃ καὶ νὰ συνομιλήσῃ μὲ τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ
ἦταν νεκρὸς, ἀναγκάζεται νὰ κατέβῃ στὸ βασίλειο τῶν Κιμμερίων, ποὺ ἦταν ἡ
χώρα ποὺ χώριζε τὸ βασίλειο τῶν ζωντανῶν μὲ τῶν νεκρῶν.
Ὁ Ὁδυσσέας ἐπικαλεῖται τὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν καὶ γιὰ νὰ τοὺς δώσῃ ἐνέργεια
καὶ ζωτικότητα σὲ ἓνα βαθὺ λάκκο χύνει τὸ αἶμα ἀρκετῶν προβάτων.
Ὁ Τειρεσίας πίνει καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει τὸ χρησμό του.
Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικὸ ὃτι ἐξέχουσα θέση κατέχει ἡ σκιὰ τοῦ Ἀχιλλέα, ο
ὁποῖος στὴν «Ἐκάβη» τοῦ Εὐριπίδη ἀπαιτεῖ νὰ θυσιαστῇ ἡ Πολυξένη ἐπάνω στὸν τάφο του.
Ἐξάλλου στὸν «Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ», ὁ μυστηριώδης Οἰδίπους προβλέπει μία
τρομακτικὴ ἦττα τῶν Θηβαίων σὲ μία μάχη ποὺ γινόταν κοντὰ στὸν τάφο του
καὶ περιγράφει πῶς
«το παγωμένο πτῶμα του, ρουφᾶ ἀχόρταγα τὸ ζεστὸ αἶμα
ποὺ κυλᾶ στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πληγωμένους τῆς μάχης».
Τὸ πλῆθος τῶν ὀνομάτων τῶν βρυκολάκων, (ήδη τα έχω αναφέρει σε προηγούμενη
απάντησή μου...
ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς περιηγητές καὶ τοὺς πολλοὺς λαογράφους μας
(Ν. Πολίτης, Καμπούρογλου κ.ἂ.), ἀκόμη καὶ ἀπὸ παλαιοὺς ἱστορικούς, δείχνει
πόσο συχνὲς ἦταν οἱ περιπτώσεις και πόσο συζητιόνταν αὐτές οἱ ἱστορίες…
Ὁ Alfred Maury ἀνέφερε στὴν “Encyclopedie modern, art. Vampire” ὃτι οἱ
βρυκόλακες ἦταν ἂγνωστοι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ ὃτι ἡ πρόληψη αὐτὴ
εἰσήχθη ἀπὸ τοὺς Σλάβους, κάτι ποὺ δὲν εὐσταθεῖ.
Ἀντίθετα ὁ Βολταῖρος “Dict. Philosoph, art. Vampire” ἀποφαίνεται ὃτι ἡ περὶ
αἱματοῤῥόφων ἰδέα προῆλθε ἀπὸ τὸν λαὸ τῆς Ἑλλάδος
Γιὰ τὴν προέλευση τῆς λέξεως «βρυκόλακας» ὑπάρχουν πολλὲς ἀναφορὲς.
Ὁ Κοραῆς γράφοντας «βορβόλακας»τὴν παράγει ἀπὸ τὸ Μορμολύκη καὶ τὴν
λέξη βρυκόλακας ἀπὸ τὸ βρίκελα, εἶδος προσωπείου.
Ὁ Ἀλλάτιος καὶ ὁ Pouqueville ἀπὸ τὸ βοῦρκα (ἓλος) καὶ λάκκος.
Ὁ Tomaseo, ὁ Pashley καὶ ὁ Maury, ἀπὸ τὸ σλαβικὸ vukozlak, ἢ wukodlak, ἢ ἀπὸ
τὸ βοημικό wlkodlak, καὶ τέλος ὁ Leake νομίζει τὴν λέξη ἰλλυρική.
Τὸ πιὸ πιθανὸ ὃμως εἶναι νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη «βρύκομαι» ποὺ
σημαίνει ἐσθίομαι (τρώγομαι), καταναλίσκομαι, ἢ τὴν «βρῦξαι» ποὺ ὁ Ἡσύχιος
ἑρμηνεύει «δακεῖν κατασφαγεῖν».
Οἱ βρυκόλακες στὴν φαντασία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦταν ἂνθρωποι μὲ τόσο
ἂσχημο βίο, ἀσεβεῖς καὶ κακοῦργοι, ὣστε ἡ γῆ δὲν τοὺς δέχεται στοὺς κόλπους
της ὃταν πεθαίνουν καὶ τοὺς ξερνάει.
Οἱ προλήψεις αὐτὲς πιθανότατα ἒλκουν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα
ὃπου «οἱ μὴ τυχόντες ταφῆς περιπλανῶντο περὶ τὰ ὓδατα τῆς Στυγός».
Ὁ Λουκιανὸς ἀναφέρει....
«Τὰς τῶν βιαίως ἀποθανόντων μόνας ψυχὰς περινοστεῖν»,
οἱ ἒχοντες βίαιο καὶ ἀπότομο θάνατο, δὲν ἒχουν τὴν μοῖρα τῶν ἀποθανόντων…
Κατὰ τὸν Ἡλιόδωρον, οἱ ψυχὲς ὃσων πεθάνουν βίαια ἢ τῶν ἂταφων, περιπλανοῦνται στὴν γῆ.
Ἀλλὰ ἡ κυριότερη αἰτία ποὺ καθιστᾷ ἓναν νεκρὸ βρυκόλακα, εἶναι ὁ ἀφορισμός.
Οἱ βυζαντινοὶ μοναχοὶ δημιούργησαν τὸν ἀφορισμὸ ἐπωφελούμενοι άπὸ τὶς
προλήψεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων περὶ βρυκολάκων, καὶ πρόσθεσαν στὸ
εὐχολόγιο τὴν εὐχὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, κάνοντας ἒτσι τὴν θρησκεία ὑπηρέτριά τους.
Καὶ ὃσα πτώματα εἲτε λόγω καταστάσεως τῆς γῆς εἲτε ἂλλων χημικῶν αἰτιῶν
δὲν ἀποσυντίθεντο εὒκολα… «βρυκολάκιαζαν»…
Ὃσοι εἶχαν τὸ δυστύχημα νὰ ὑποπέσουν στὴν δυσμένεια ἐπισκόπου ἢ νὰ
κλέψουν ζῶα, ἀκέραιοι ἒμεναν στὸν τάφο καὶ τὶς νύχτες περιπλανοῦνταν στὶς
πόλεις καὶ τοὺς ἀγρούς, τὸν τρόμο καὶ τὸν θάνατο σκορπῶντας…
Αὐτὴ ἡ πρόληψη διαδόθηκε καὶ στὰ Σλαβικὰ φύλα ἀπὸ τοὺς Μαυροβουνιῶτες
(ὃπως ἀναφέρει ὁ περιηγητὴς Vialla de Sommiers) καὶ οἱ ἀφορισμένοι
βρυκόλακες σκόρπισαν καὶ σὲ αὐτοὺς τὸν τρόμο.
Καὶ μόνο ἡ ἂφεση τοῦ ἐπισκόπου διαβασμένη πάνω ἀπὸ τὸν τάφο, Σάββατο
ἡμέρα, χάριζε τὴν ἡρεμία στὸν δυστυχῆ βρυκόλακα…
Συνεχίζεται.....
Ευχαριστώ.
Συνέχεια....
Ὁ Ἱταλός περιηγητὴς Scrofani ἐπισκέφτηκε τὴν Ἑλλάδα τὰ ἓτη 1794-1795 καὶ
ἦταν αὐτόπτης μάρτυρας μίας τέτοιας τελετῆς:
«Οἱ Ἓλληνες, πιστεύουσιν ὃτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀναθέματα καθιστῶσιν
ἀδιάλυτον τὸ σῶμα τοῦ ἀφωρισμένου, καὶ ὃτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ περὶ τὸν τάφο
πλανώμενη, θανατοῖ τοὺς διαβᾶτες καὶ τρέφεται δι’ἀνθρωπίνου αἳματος.
Ἡ παράλογος αὓτη δεισιδαιμονία ἐπολλαπλασίασε τοὺς ἀφορισμοὺς καὶ
ἐπλῆθυνε τὰ νεκροταφεῖα ἐκ φασμάτων, ἃτινα «βρικόλακας» οἱ Ἓλληνες καλοῦσιν.
Ἂν τυχὸν κατὰ τὴν νύκτα ἀκούσει τις κραυγὴν ἢ θόρυβο τινα, ἂν Τοῦρκος ἢ
κλέπτης προσβάλῃ Ἓλληνα, χωρὶς καμίαν ἀμφιβολίαν αὐτὰ τὰ κάμνει ὁ
βρικόλακας νεκροῦ, πρὸ μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν τεθαμμένου.
Ἃμα τοιαύτη εἲδησις διαδοθῇ, ἂνδρες γυναῖκες καὶ παιδία τρέχουσιν εἰς τὸν
τάφον του καὶ ἀνορύττουσι (ξεθάβουν) τὸ πτῶμα.
Δυστυχία εἰς αὐτὸ ἂν τὸ εὓρωσιν (βροῦν) ἀκόμη ἀκέραιον!
Δὲν χρειάζεται ἂλλον τεκμήριο ὃπως φανῇ ὃτι ὁ νεκρὸς εἶναι ἀφωρισμένος
ἀπευθύνονται λοιπὸν πάραυτα πρὸς τὸν ἐπίσκοπον ὃπως τὸν ξορκίσῃ.
Ὁ ἐξορκισμὸς τελεῖται κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον.
Κατὰ πρῶτον τίθεται εἰς τὸ μέρος ὃπου διαμένει ὁ βρυκόλακας χρηματικὸν
ποσὸν ἀφιέμενον εἰς τὸν ἐπίσκοπον,οἱ συγγενεῖς τοῦ νεκροῦ ἒπειτα, εἰσὶν
ὑποχρεωμένοι νὰ παραθέσωσι μεγαλοπρεπές συμπόσιον ἐν τῷ νεκροταφεῖῳ, ἂν
δ’οὗτοι εἶναι πτωχοί, ἐπειδή οἱ τοιοῦτοι τῦποι εἶναι ἀναγκαιότατοι εἰς τὸν
ἐξορκισμόν, τὰ ἒξοδα εἶναι εἰς βάρος τοῦ πλουσιωτέρου τοῦ χωρίου.
Ὁ ἐπίσκοπος ἠμφιεσμένος τὰ ἱερά αὐτοῦ ἃμφια, προστάσσει, ἐν ὀνόματι τοῦ
Θεοῦ, τὸν νεκρὸν νὰ φάγῃ ἀπὸ τὰ παρατιθέμενα φαγητά.
Ἐκ τῆς ἀρνήσεως, ἣτις φυσικὰ παρακολουθεῖ τὴν τοιαύτην προσταγήν, γίνεται
φανερόν ὃτι εἶναι ἀφωρισμένος καὶ διεπράξατο τὰ διάφορα κακουργήματα, δι’ἂ κατηγορεῖτο.
Θέτει ἐκολούθως τὴν μίτραν του ἐπὶ κεφαλῆς, σπάζει εἰς μίαν λεκάνην
τριάκοντα ἓν (31) ὠά, καὶ θέτει ἐντὸς αὐτῆς μίγμα τι ἀνθέων πορτοκαλλέας,
ἀλεύρου καὶ ἐξαίρετου οἲνου, καὶ ἀνακατόνων αὐτὰ διὰ δέσμης μύρτων, χρίει
ἑπτάκις τὸ πτῶμα καὶ διατάσσει νὰ τὸ θάψωσιν ἒμπροσθέν του, ἀπειλῶν διὰ
τρομεροῦ ἀναθέματος τὸν τολμήσαντα νὰ τὸ ἐκθάψῃ.
Μετὰ τὸ τέλος τῆς τελετῆς πίνει μετὰ τῶν παπάδων τὸ ἀνωτέρω μίγμα καὶ
τρώγει μετ’αὐτῶν τὰ φαγητά, ποὺ ἂτινα ὁ βρυκόλαξ ἠρνήθη.
Ὑπῆρξα μάρτυς αὐτὸπτης τοιαύτης τελετῆς».
Ἑὰν μετά τὴν τελετὴν ποὺ ἢδη οὐδόλως γίνεται δὲν ἡσυχάσῃ ὁ βρυκόλακας
«ἀποφασίζουν ἢ νὰ κάψουν τὸ πτῶμα ἢ νὰ τὸ μεταφέρουν εἰς κανὲν ἐρημονῆσι,
διὰ νὰ περάσῃ θάλασσαν, ὡς τὸ μόνον ἀντιφάρμακόν του».
Μερικὲς φορὲς οἱ βρυκόλακες περιγράφονται ἀβλαβεῖς καὶ βρυκολάκιασαν γιατὶ δὲν τάφηκαν.
Ὁ Σάθας (Χρονικὸν Γαλαξειδίου, 1865, σελ. 163) ἀναφέρει τὴν χαρακτηριστικὴ
περίπτωση τοῦ βρυκόλακα Μαραβέλη:
«Ὁ ἀρματωλός Νίκος Μαραβέλης, πληγωθείς ἒν τινι συμπλοκῇ κατὰ τῶν
Τούρκων ἀπεσύρθη πρὸς Σάλωνα ἀγούσης βράχων.
Ἐκεῖ δε καταβασανιζόμενος ὑπὸ τῶν πληγῶν, παρέδωκε τὸ πνεῦμα.
Τὸ σπήλαιον ὠνομάσθη ἒκτοτε «Σπηλιὰ τοῦ Μαραβέλη» και διάφοροι δε περὶ
τοῦτου δεισιδαιμονικαὶ παραδοξολογίαι ἐπικρατοῦσι παρὰ τῷ λαῷ.
Πολλάκις διερχόμενος κάτωθεν τοῦ σπηλαίου ἢκουσα τοὺς νεανίας ἀγωγιάτας ἀνακράζοντας,
«Νίκο Μαραβέλη
Μὴ τρῶς τὸ μέλι».
Πιστεύεται, ὃτι εἰς τὸ σπήλαιον τοῦτο ἀποταμιεύουσι τὰ ἐκεῖ διαιτώμενα σμήνη
μελισσῶν πολὺ μέλι, ἀλλ’οὐδεὶς τολμᾷ νὰ εἰσέλθῃ, διότι δαιμόνια φυλάττουσι τὴν εἲσοδον.
Ὁ Μαραβέλης μόλις ἀναβάς, ἐφονεύθη ὑπὸ τῶν δαιμόνων, καὶ μείνας ἂταφος ἒγινε βρυκόλακας».
Ὁ Μανιάτης ποιητὴς Νικήτας Νηφάκης (1748-1818), ἒγραψε σὲ ποίημά του γιὰ τοὺς ἀρματωλοὺς:
«Τοὺς βλέπεις μὲ τὰ γένεια καὶ καταλερωμένους
Σὰν βρυκολάκους ἂγριους, καὶ πάντ’ἀρματωμένους…»
Οἱ βρυκόλακες θεωροῦνταν μαὺροι στὸ σῶμα καὶ φοβεροὶ στὴν ὂψη.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν, ὁ ἀρματωλός τὴς Λοκρίδος, Κατζώνης, λόγω τοὺ
μελαχρινοῦ δέρματός του καὶ τῆς ὠμότητας ποὺ ἒδειχνε πρὸς τοὺς Τοὺρκους,
ὀνομάσθηκε Βρυκόλακας…
Συνεχίζεται....
Ευχαριστώ.
Ὁ Ἱταλός περιηγητὴς Scrofani ἐπισκέφτηκε τὴν Ἑλλάδα τὰ ἓτη 1794-1795 καὶ
ἦταν αὐτόπτης μάρτυρας μίας τέτοιας τελετῆς:
«Οἱ Ἓλληνες, πιστεύουσιν ὃτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀναθέματα καθιστῶσιν
ἀδιάλυτον τὸ σῶμα τοῦ ἀφωρισμένου, καὶ ὃτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ περὶ τὸν τάφο
πλανώμενη, θανατοῖ τοὺς διαβᾶτες καὶ τρέφεται δι’ἀνθρωπίνου αἳματος.
Ἡ παράλογος αὓτη δεισιδαιμονία ἐπολλαπλασίασε τοὺς ἀφορισμοὺς καὶ
ἐπλῆθυνε τὰ νεκροταφεῖα ἐκ φασμάτων, ἃτινα «βρικόλακας» οἱ Ἓλληνες καλοῦσιν.
Ἂν τυχὸν κατὰ τὴν νύκτα ἀκούσει τις κραυγὴν ἢ θόρυβο τινα, ἂν Τοῦρκος ἢ
κλέπτης προσβάλῃ Ἓλληνα, χωρὶς καμίαν ἀμφιβολίαν αὐτὰ τὰ κάμνει ὁ
βρικόλακας νεκροῦ, πρὸ μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν τεθαμμένου.
Ἃμα τοιαύτη εἲδησις διαδοθῇ, ἂνδρες γυναῖκες καὶ παιδία τρέχουσιν εἰς τὸν
τάφον του καὶ ἀνορύττουσι (ξεθάβουν) τὸ πτῶμα.
Δυστυχία εἰς αὐτὸ ἂν τὸ εὓρωσιν (βροῦν) ἀκόμη ἀκέραιον!
Δὲν χρειάζεται ἂλλον τεκμήριο ὃπως φανῇ ὃτι ὁ νεκρὸς εἶναι ἀφωρισμένος
ἀπευθύνονται λοιπὸν πάραυτα πρὸς τὸν ἐπίσκοπον ὃπως τὸν ξορκίσῃ.
Ὁ ἐξορκισμὸς τελεῖται κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον.
Κατὰ πρῶτον τίθεται εἰς τὸ μέρος ὃπου διαμένει ὁ βρυκόλακας χρηματικὸν
ποσὸν ἀφιέμενον εἰς τὸν ἐπίσκοπον,οἱ συγγενεῖς τοῦ νεκροῦ ἒπειτα, εἰσὶν
ὑποχρεωμένοι νὰ παραθέσωσι μεγαλοπρεπές συμπόσιον ἐν τῷ νεκροταφεῖῳ, ἂν
δ’οὗτοι εἶναι πτωχοί, ἐπειδή οἱ τοιοῦτοι τῦποι εἶναι ἀναγκαιότατοι εἰς τὸν
ἐξορκισμόν, τὰ ἒξοδα εἶναι εἰς βάρος τοῦ πλουσιωτέρου τοῦ χωρίου.
Ὁ ἐπίσκοπος ἠμφιεσμένος τὰ ἱερά αὐτοῦ ἃμφια, προστάσσει, ἐν ὀνόματι τοῦ
Θεοῦ, τὸν νεκρὸν νὰ φάγῃ ἀπὸ τὰ παρατιθέμενα φαγητά.
Ἐκ τῆς ἀρνήσεως, ἣτις φυσικὰ παρακολουθεῖ τὴν τοιαύτην προσταγήν, γίνεται
φανερόν ὃτι εἶναι ἀφωρισμένος καὶ διεπράξατο τὰ διάφορα κακουργήματα, δι’ἂ κατηγορεῖτο.
Θέτει ἐκολούθως τὴν μίτραν του ἐπὶ κεφαλῆς, σπάζει εἰς μίαν λεκάνην
τριάκοντα ἓν (31) ὠά, καὶ θέτει ἐντὸς αὐτῆς μίγμα τι ἀνθέων πορτοκαλλέας,
ἀλεύρου καὶ ἐξαίρετου οἲνου, καὶ ἀνακατόνων αὐτὰ διὰ δέσμης μύρτων, χρίει
ἑπτάκις τὸ πτῶμα καὶ διατάσσει νὰ τὸ θάψωσιν ἒμπροσθέν του, ἀπειλῶν διὰ
τρομεροῦ ἀναθέματος τὸν τολμήσαντα νὰ τὸ ἐκθάψῃ.
Μετὰ τὸ τέλος τῆς τελετῆς πίνει μετὰ τῶν παπάδων τὸ ἀνωτέρω μίγμα καὶ
τρώγει μετ’αὐτῶν τὰ φαγητά, ποὺ ἂτινα ὁ βρυκόλαξ ἠρνήθη.
Ὑπῆρξα μάρτυς αὐτὸπτης τοιαύτης τελετῆς».
Ἑὰν μετά τὴν τελετὴν ποὺ ἢδη οὐδόλως γίνεται δὲν ἡσυχάσῃ ὁ βρυκόλακας
«ἀποφασίζουν ἢ νὰ κάψουν τὸ πτῶμα ἢ νὰ τὸ μεταφέρουν εἰς κανὲν ἐρημονῆσι,
διὰ νὰ περάσῃ θάλασσαν, ὡς τὸ μόνον ἀντιφάρμακόν του».
Μερικὲς φορὲς οἱ βρυκόλακες περιγράφονται ἀβλαβεῖς καὶ βρυκολάκιασαν γιατὶ δὲν τάφηκαν.
Ὁ Σάθας (Χρονικὸν Γαλαξειδίου, 1865, σελ. 163) ἀναφέρει τὴν χαρακτηριστικὴ
περίπτωση τοῦ βρυκόλακα Μαραβέλη:
«Ὁ ἀρματωλός Νίκος Μαραβέλης, πληγωθείς ἒν τινι συμπλοκῇ κατὰ τῶν
Τούρκων ἀπεσύρθη πρὸς Σάλωνα ἀγούσης βράχων.
Ἐκεῖ δε καταβασανιζόμενος ὑπὸ τῶν πληγῶν, παρέδωκε τὸ πνεῦμα.
Τὸ σπήλαιον ὠνομάσθη ἒκτοτε «Σπηλιὰ τοῦ Μαραβέλη» και διάφοροι δε περὶ
τοῦτου δεισιδαιμονικαὶ παραδοξολογίαι ἐπικρατοῦσι παρὰ τῷ λαῷ.
Πολλάκις διερχόμενος κάτωθεν τοῦ σπηλαίου ἢκουσα τοὺς νεανίας ἀγωγιάτας ἀνακράζοντας,
«Νίκο Μαραβέλη
Μὴ τρῶς τὸ μέλι».
Πιστεύεται, ὃτι εἰς τὸ σπήλαιον τοῦτο ἀποταμιεύουσι τὰ ἐκεῖ διαιτώμενα σμήνη
μελισσῶν πολὺ μέλι, ἀλλ’οὐδεὶς τολμᾷ νὰ εἰσέλθῃ, διότι δαιμόνια φυλάττουσι τὴν εἲσοδον.
Ὁ Μαραβέλης μόλις ἀναβάς, ἐφονεύθη ὑπὸ τῶν δαιμόνων, καὶ μείνας ἂταφος ἒγινε βρυκόλακας».
Ὁ Μανιάτης ποιητὴς Νικήτας Νηφάκης (1748-1818), ἒγραψε σὲ ποίημά του γιὰ τοὺς ἀρματωλοὺς:
«Τοὺς βλέπεις μὲ τὰ γένεια καὶ καταλερωμένους
Σὰν βρυκολάκους ἂγριους, καὶ πάντ’ἀρματωμένους…»
Οἱ βρυκόλακες θεωροῦνταν μαὺροι στὸ σῶμα καὶ φοβεροὶ στὴν ὂψη.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν, ὁ ἀρματωλός τὴς Λοκρίδος, Κατζώνης, λόγω τοὺ
μελαχρινοῦ δέρματός του καὶ τῆς ὠμότητας ποὺ ἒδειχνε πρὸς τοὺς Τοὺρκους,
ὀνομάσθηκε Βρυκόλακας…
Συνεχίζεται....
Ευχαριστώ.
Συνέχεια...
Τίποτε δὲν ἒδωσε ποτὲ τόση χαρὰ καὶ ἀνακούφιση στοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ
ὃσο τὸ πρῶτο φῶς τοῦ πρωινοῦ, ἐκείνη τὴν ἡμέρα τοῦ 1768.
Ὃλοι ἦταν στὸ πόδι, κανένας ὃμως δὲν βγῆκε ἒξω μέχρι νὰ φανῆ ἡ πρώτη ἀχτίδα τοῦ ἡλίου.
Περίπου τὴν ἲδια στιγμὴ ἀκούστηκε ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας ποὺ καλοῦσε τοὺς
ἀνθρώπους ἒξω γιὰ νὰ μετρήσουν τὶς καταστροφὲς καὶ τὶς ἀπώλειες τῆς νύχτας.
Ὁ καθένας ποὺ ἐρχόταν ἒλεγε τὴν δική του ἱστορία γιὰ τὰ χθεσινοβραδινά.
Τελικὰ κάποια ζῶα βρέθηκαν μὲ ἀνοιγμένες τὶς κοιλιές, καταστροφὲς ἒγιναν
στὰ σπίτια, στὰ παράθυρα καὶ στὶς στέγες, ἀλλὰ τίποτε ἂλλο συνταρακτικό,
τουλάχιστον μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ τὰ νέα ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἂλλο χωριό!
Ἐκεῖ δυστυχῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καταστροφὲς στὰ σπίτια καὶ τὶς ἀπώλειες
ὁρισμένων ζώων, ὑπῆρχε ἀνθρώπινο θῦμα. Ὁ ἂτυχος νεκρὸς ἦταν ὁ ἲδιος ὁ παπάς!
Ποιός ξέρει πῶς κατόρθωσε νὰ μπῇ μέσα στὸ σπιτάκι του ὁ βρυκόλακας.
Ὁ μισὸς λαιμὸς τοῦ φτωχικοῦ ἱερέα ἒλειπε καὶ τὸ πρόσωπό του ἒδειχνε τρομερὴ
ἀγωνία, τρόμο καὶ πόνο.
Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν ἂνω-κάτω και ὃλα σχισμένα καὶ σπασμένα,
ροῦχα, κουβέρτες, πιάτα, καρέκλες τὰ πάντα.
Ἲχνη αἳματος παντοῦ καὶ οἱ τροφές, τὸ νερό, τὸ ψωμί, μαγαρισμένα καὶ πεταμένα καταγῆς.
Ἒτσι ἦταν τὰ πράγματα ἐκεῖνο τὸ πρωί.
Ὃλοι καταλάβαιναν ὃτι κάτι ἒπρεπε νὰ κάνουν ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ περιμένουν πάλι
τὴ νύχτα προσπαθῶντας νὰ ἀμυνθοῦν.
Ἒτσι ὃταν ὁ παπάς τοὺς κάλεσε στὸ χάνι, πῆγαν ὃλοι οἱ ἂντρες.
Ἐκεῖ ὁ ἱερέας τοὺς ἐξήγησε ὃτι δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν τίποτε ἂλλο, παρὰ
ὃσο διαρκοῦσε ἡ ἡμέρα νὰ ψάξουν νὰ βροῦν τὸ βρυκόλακα καὶ νὰ κάνουν ὃ,τι ἒπρεπε.
Θὰ’πρεπε ν’ ἀρχίσουν ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο τοῦ δικοῦ τους χωριοῦ.
Θὰ ἂνοιγαν τοὺς τάφους αὐτῶν ποὺ εἶχαν πεθάνει τελευταῖα γιὰ νὰ
διαπιστώσουν ἂν τὰ σώματα ἦταν ὃπως τὰ εἶχαν θάψει ἢ εἶχε ἀρχίσει πλέον ἡ ἀποσύνθεση.
Αὐτό τὸ πτῶμα ποὺ θὰ εἶχε τὰ γνωρίσματα τῶν βρυκολάκων – πρησμένο σῶμα,
ὀρθάνοιχτο στόμα, τεντωμένα χέρια – καὶ ποὺ δὲν εἶχε ἲχνη σήψης, αὐτὸς θὰ
ἦταν καὶ ὁ βρυκόλακας.
Βέβαια κανεῖς δὲν ἦθελε νὰ πάρῃ μέρος.
Τελικὰ μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητος γιὰ νὰ πῇ τὰ λόγια τὰ
χρειαζούμενα γι’ αὐτὲς τὶς περιστάσεις, ἂλλοι ἓξι χωριανοὶ τὸ πῆραν ἀπόφαση
καὶ ἐτοιμάστηκαν.
Αὐτὸς ποὺ θά ‘πρεπε νὰ παίξῃ τὸν κύριο ρόλο σ’ αὐτὴ τὴ μακάβρια ἱεροτελεστία
ἒπρεπε νὰ ἦταν σαββατογεννημένος, ἀλλιῶς τὰ πάντα θὰ ἒληγαν σὲ ἀποτυχία –
ἒτσι εἶπαν οἱ πιὸ παλιοί.
Ἡ συνοδεία προχωροῦσε σιωπηλὰ μὲ τὸν παπὰ νὰ κρατῇ τὸν σταυρὸ ἐμπρὸς καὶ
τοὺς ἂλλους νὰ ἒχουν τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια.
Εἶχαν ἐτοιμάσει δύο κουβᾶδες μὲ ξύδι, πύρωσαν ἓνα αἰχμηρὸ σίδερο στὴν φωτιὰ
καὶ μετὰ τὸ ἒφτιαξαν σὰν ἀκόντιο τοποθετῶντας το στὴν ἂκρη ἑνὸς ξύλου,
πῆραν δύο κασμᾶδες, ἓνα φτυάρι καὶ ἓνα τσεκοῦρι καὶ ὁ σιδηρουργὸς τοὺς
ἒφτιαξε τέσσερα μεγάλα καρφιά, περίπου 25 ἑκατοστὰ τὸ κάθε ἓνα.
Ἀφοῦ πῆραν καὶ μιὰ κάπα ποὺ φοροῦσαν οἱ τσοπάνηδες ξεκίνησαν γιὰ τὸ
κοιμητήριο ποὺ ἦταν σὲ ἓνα λόφο μετὰ τὴν ἒξοδο τοῦ χωριοῦ.
Ἒφτασαν γύρω στὶς τέσσερεις τὸ ἀπόγευμα κοντὰ στὸν τάφο τοῦ πιὸ πρόσφατα πεθαμένου.
Ἦταν λογικὸ νὰ ἀρχίσουν τὸ ψάξιμο ἀπ’ αὐτόν.
Ἂναψαν μιὰ φωτιὰ ἐκεῖ δίπλα καὶ ἒβαλαν τοὺς κουβᾶδες μὲ τὸ ξύδι νὰ βράζῃ,
ἐνῶ δύο ἂλλοι μὲ τοὺς κασμᾶδες καὶ ἓνας τρίτος μὲ τὸ φτυάρι ἂνοιγαν τὸν λάκκο.
Ἀκολούθως, ὁ σαββατογεννημένος ἒπλυνε τὸ πρόσωπο καὶ τὰ χέρια του μὲ τὸ ὑπόλοιπο ξύδι.
Μετὰ πῆρε τῆν κάπα καὶ τὴν ἒστησε σ’ ἓνα δένδρο ἀπέναντι ἀπὸ τὸν τάφο, νὰ φαίνεται σὰν ἂνθρωπος.
Σὲ λίγο οἱ σκαφτιᾶδες εἶχαν βγάλει τὸ χῶμα καὶ ἂρχισε νὰ φαίνεται τὸ ξύλινο φέρετρο.
Ὃταν φάνηκε τελείως, τὸ ξέχωσαν καὶ ὁ σαββατογεννημένος ἂρχισε νὰ βγάζῃ
μὲ τὸ τσεκοῦρι τὰ καρφιὰ ποὺ ἦταν πρόχειρα κλεισμένο τὸ καπάκι.
Ἐπικρατοῦσε σιγὴ ἀπόλυτη.
Μόνο ὁ παπὰς ἀκουγόταν ποὺ ἒψελνε.
Ξαφνικὰ ἀκούστηκαν μουγκρίσματα καὶ οὐρλιαχτά!
Ὁ βρυκόλακας μέσα στὴν κάσα βογκοῦσε καὶ ἀπειλοῦσε μὲ ἀκατονόμαστες βρισιές.
Ὃλοι πάγωσαν!
Ἡ φωνὴ τοῦ παπᾶ «ἒσπασε» γιὰ λίγο, ἀλλὰ συνέχισε πάλι.
Ὁ σαββατογεννημένος κοίταξε τοὺς ὑπόλοιπους.
Αὐτοὶ παρ’ ὃλο τὸν τρόμο, τοῦ ἒγνεψαν ὃτι ἦταν ἒτοιμοι κι ἀποφασισμένοι.
Μὲ μία τελευταῖα προσπάθεια σήκωσε τὸ σκέπασμα καὶ τὸ πέταξε δίπλα.
Ὁ Βρυκόλακας ἦταν πρησμένος στὸ σῶμα καὶ τὰ χέρια του ἦταν τεντωμένα.
Τὸ δέρμα του εἶχε χρῶμα μαῦρο καὶ μπλὲ καὶ ἦταν τεντωμένο σὰ τύμπανο.
Τὰ μάτια του κόκκινα καὶ ἀνοιχτὰ καὶ τὸ στόμα του ὀρθάνοιχτο.
Μιὰ ἀπαίσια μυρωδιὰ ἀναδυόταν.
Ἢδη ἒκανε προσπάθεια νὰ σηκωθῆ, βγάζοντας κόκκινους ἀφρούς ἀπὸ τὸ τρομερό του στόμα.
Ἓνας ἀπὸ τοὺς χωριανούς σήκωσε τὸ «ἀκόντιο» καὶ μὲ πρωτόγονη δύναμη καὶ
φόβο τὸ κατέβασε μπήγοντάς το στὸ κέντρο τοῦ στήθους.
Δὲν τὸ τράβηξε, τὸ κράτησε ἐκεῖ καθηλώνοντας ταυτόχρονα τὸ βρικόλακα
καρφωμένο κάτω, ἐμποδίζοντάς τον νὰ σηκωθῇ.
Ὁ σαββατογεννημένος ἐτοίμασε τὸ μαχαῖρι του.
Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὁ βρυκόλακας ρώτησε ποιός τὸν εἶχε προδώσει.
Οἱ χωριανοὶ μὲ μἰα κίνηση τοῦ ἒδειξαν τὴν κάπα ποὺ ἒμοιαζε μὲ ἂνθρωπο.
Δὲν εἶχαν τελειώσει τὴν κίνησή τους καὶ ἡ κάπα καιγόταν σὰν χαρτί.
Τὸ μαχαῖρι τοῦ σαββατογεννημένου τρύπησε τῆν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ στήθους,
τὸ ἂνοιξε καὶ μὲ γρήγορες κινήσεις βρῆκε τὴν ἀνέπαφη καρδιὰ και την έκοψε.
Γρήγορα τὴν πῆρε καὶ τὴν πέταξε στὸν ἓνα κουβά ποὺ ἒβραζε τὸ ξύδι, μετὰ
πῆρε τὸ ἓνα καρφὶ καὶ μὲ τὴν ἀνάποδη τοῦ τσεκουριοῦ ἂρχισε νὰ τὸ καρφώνῃ
στὸ λαιμὸ τοῦ πλάσματος.
Ἀκολούθως τὰ ἂλλα καρφιὰ τὰ κάρφωσε ἓνα-ἓνα στὴν λεκάνη καὶ στοὺς
ἀστραγάλους τῶν ποδιῶν τοῦ βρυκόλακα.
Πῆρε τὸν ἂλλο κουβά μὲ τὸ βραστὸ ξύδι καὶ περιέλουσε ὃλο τὸ πτῶμα.
Πέταξε μετὰ τὸ ξύδι μὲ τὴν καρδιὰ μέσα καὶ γρήγορα-γρήγορα οἱ ὑπόλοιποι
ἒκλεισαν, κάρφωσαν τὸ σκέπασμα στὸ φέρετρο καὶ τὸ ξανάχωσαν μέσα στὴ γῆ.
Τὸ τσεκοῦρι καὶ τὸ μαχαῖρι τὰ πέταξαν μέσα στὴ φωτιά.
Ὁ Σαββατογεννημένος πλύθηκε πάλι προσεκτικὰ μὲ τὸ ξύδι ποὺ εἶχε
περισσέψει, στὸ πρόσωπο καὶ στὰ χέρια καὶ ἀφοῦ ὁ ἱερέας ζήτησε συγχώρεση
γιὰ ὃλους, ἒφυγαν τὸ ἲδιο σιωπηλοὶ ὃπως ἦρθαν.
Ἀπό τότε ὁ βρυκόλακας δὲν ξαναφάνηκε καὶ τὰ δὐο χωριὰ βρῆκαν τῆν προηγουμένη γαλήνη τους.
Διακόσια δέκα τρία χρόνια πέρασαν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θλιβερὸ ἀπόγευμα.
Ἦταν τὸ 1981ποὺ ἀνακαλύφθηκε ὁ τάφος τοῦ βρυκόλακα ὃταν σκάβαν γιὰ τὰ θεμέλια οἱκοδομῆς.
Οἱ ἐργασίες σταμάτησαν προσωρινῶς ἀλλὰ συνεχίστηκαν λίγο ἀργότερα.
Τὰ καρφιὰ βρίσκονταν καρφωμένα ἀκόμα στὴν θέση τους.
Ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ βρέθηκε ὁ τάφος εἶναι χτισμένο τώρα ἓνα ὂμορφο σπιτάκι.
Ἐκεῖ, στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ Ὑμηττοῦ…
ΠΗΓΈΣ..http://www.24grammata.com/?p=33589
– «Αἰ περὶ βρυκολάκων προλήψεις παρά τῷ λαῷ τῆς Ἑλλάδος», ἂρθρο τοῦ Ν. Γ. Πολίτης,
ΙΛΙΣΣΟΣ, Σύγκραμμα περιοδικὸν, ἐν ΑΘΗΝΑΙΣ, 15 Μαρτίου 1870.
– http://xantho.lis.upatras.gr
– «Μυστικὴ Ἀθήνα & Ἀττική», Ἰωάννης Θ. Γιαννόπουλος, ἐκδ. ΕΣΟΠΤΡΟΝ, ΑΘΗΝΑ 1999.
– Φωτογραφίες
http://entirimitulogu.blogspot.com/2...blog-post.html
http://anihneftes.forumotion.com
http://kymvala.blogspot.com/2009/08/blog-post_3699.html
http://anihneftes.forumotion.com
Ευχαριστώ.
Τίποτε δὲν ἒδωσε ποτὲ τόση χαρὰ καὶ ἀνακούφιση στοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ
ὃσο τὸ πρῶτο φῶς τοῦ πρωινοῦ, ἐκείνη τὴν ἡμέρα τοῦ 1768.
Ὃλοι ἦταν στὸ πόδι, κανένας ὃμως δὲν βγῆκε ἒξω μέχρι νὰ φανῆ ἡ πρώτη ἀχτίδα τοῦ ἡλίου.
Περίπου τὴν ἲδια στιγμὴ ἀκούστηκε ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας ποὺ καλοῦσε τοὺς
ἀνθρώπους ἒξω γιὰ νὰ μετρήσουν τὶς καταστροφὲς καὶ τὶς ἀπώλειες τῆς νύχτας.
Ὁ καθένας ποὺ ἐρχόταν ἒλεγε τὴν δική του ἱστορία γιὰ τὰ χθεσινοβραδινά.
Τελικὰ κάποια ζῶα βρέθηκαν μὲ ἀνοιγμένες τὶς κοιλιές, καταστροφὲς ἒγιναν
στὰ σπίτια, στὰ παράθυρα καὶ στὶς στέγες, ἀλλὰ τίποτε ἂλλο συνταρακτικό,
τουλάχιστον μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ τὰ νέα ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἂλλο χωριό!
Ἐκεῖ δυστυχῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καταστροφὲς στὰ σπίτια καὶ τὶς ἀπώλειες
ὁρισμένων ζώων, ὑπῆρχε ἀνθρώπινο θῦμα. Ὁ ἂτυχος νεκρὸς ἦταν ὁ ἲδιος ὁ παπάς!
Ποιός ξέρει πῶς κατόρθωσε νὰ μπῇ μέσα στὸ σπιτάκι του ὁ βρυκόλακας.
Ὁ μισὸς λαιμὸς τοῦ φτωχικοῦ ἱερέα ἒλειπε καὶ τὸ πρόσωπό του ἒδειχνε τρομερὴ
ἀγωνία, τρόμο καὶ πόνο.
Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν ἂνω-κάτω και ὃλα σχισμένα καὶ σπασμένα,
ροῦχα, κουβέρτες, πιάτα, καρέκλες τὰ πάντα.
Ἲχνη αἳματος παντοῦ καὶ οἱ τροφές, τὸ νερό, τὸ ψωμί, μαγαρισμένα καὶ πεταμένα καταγῆς.
Ἒτσι ἦταν τὰ πράγματα ἐκεῖνο τὸ πρωί.
Ὃλοι καταλάβαιναν ὃτι κάτι ἒπρεπε νὰ κάνουν ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ περιμένουν πάλι
τὴ νύχτα προσπαθῶντας νὰ ἀμυνθοῦν.
Ἒτσι ὃταν ὁ παπάς τοὺς κάλεσε στὸ χάνι, πῆγαν ὃλοι οἱ ἂντρες.
Ἐκεῖ ὁ ἱερέας τοὺς ἐξήγησε ὃτι δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν τίποτε ἂλλο, παρὰ
ὃσο διαρκοῦσε ἡ ἡμέρα νὰ ψάξουν νὰ βροῦν τὸ βρυκόλακα καὶ νὰ κάνουν ὃ,τι ἒπρεπε.
Θὰ’πρεπε ν’ ἀρχίσουν ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο τοῦ δικοῦ τους χωριοῦ.
Θὰ ἂνοιγαν τοὺς τάφους αὐτῶν ποὺ εἶχαν πεθάνει τελευταῖα γιὰ νὰ
διαπιστώσουν ἂν τὰ σώματα ἦταν ὃπως τὰ εἶχαν θάψει ἢ εἶχε ἀρχίσει πλέον ἡ ἀποσύνθεση.
Αὐτό τὸ πτῶμα ποὺ θὰ εἶχε τὰ γνωρίσματα τῶν βρυκολάκων – πρησμένο σῶμα,
ὀρθάνοιχτο στόμα, τεντωμένα χέρια – καὶ ποὺ δὲν εἶχε ἲχνη σήψης, αὐτὸς θὰ
ἦταν καὶ ὁ βρυκόλακας.
Βέβαια κανεῖς δὲν ἦθελε νὰ πάρῃ μέρος.
Τελικὰ μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητος γιὰ νὰ πῇ τὰ λόγια τὰ
χρειαζούμενα γι’ αὐτὲς τὶς περιστάσεις, ἂλλοι ἓξι χωριανοὶ τὸ πῆραν ἀπόφαση
καὶ ἐτοιμάστηκαν.
Αὐτὸς ποὺ θά ‘πρεπε νὰ παίξῃ τὸν κύριο ρόλο σ’ αὐτὴ τὴ μακάβρια ἱεροτελεστία
ἒπρεπε νὰ ἦταν σαββατογεννημένος, ἀλλιῶς τὰ πάντα θὰ ἒληγαν σὲ ἀποτυχία –
ἒτσι εἶπαν οἱ πιὸ παλιοί.
Ἡ συνοδεία προχωροῦσε σιωπηλὰ μὲ τὸν παπὰ νὰ κρατῇ τὸν σταυρὸ ἐμπρὸς καὶ
τοὺς ἂλλους νὰ ἒχουν τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια.
Εἶχαν ἐτοιμάσει δύο κουβᾶδες μὲ ξύδι, πύρωσαν ἓνα αἰχμηρὸ σίδερο στὴν φωτιὰ
καὶ μετὰ τὸ ἒφτιαξαν σὰν ἀκόντιο τοποθετῶντας το στὴν ἂκρη ἑνὸς ξύλου,
πῆραν δύο κασμᾶδες, ἓνα φτυάρι καὶ ἓνα τσεκοῦρι καὶ ὁ σιδηρουργὸς τοὺς
ἒφτιαξε τέσσερα μεγάλα καρφιά, περίπου 25 ἑκατοστὰ τὸ κάθε ἓνα.
Ἀφοῦ πῆραν καὶ μιὰ κάπα ποὺ φοροῦσαν οἱ τσοπάνηδες ξεκίνησαν γιὰ τὸ
κοιμητήριο ποὺ ἦταν σὲ ἓνα λόφο μετὰ τὴν ἒξοδο τοῦ χωριοῦ.
Ἒφτασαν γύρω στὶς τέσσερεις τὸ ἀπόγευμα κοντὰ στὸν τάφο τοῦ πιὸ πρόσφατα πεθαμένου.
Ἦταν λογικὸ νὰ ἀρχίσουν τὸ ψάξιμο ἀπ’ αὐτόν.
Ἂναψαν μιὰ φωτιὰ ἐκεῖ δίπλα καὶ ἒβαλαν τοὺς κουβᾶδες μὲ τὸ ξύδι νὰ βράζῃ,
ἐνῶ δύο ἂλλοι μὲ τοὺς κασμᾶδες καὶ ἓνας τρίτος μὲ τὸ φτυάρι ἂνοιγαν τὸν λάκκο.
Ἀκολούθως, ὁ σαββατογεννημένος ἒπλυνε τὸ πρόσωπο καὶ τὰ χέρια του μὲ τὸ ὑπόλοιπο ξύδι.
Μετὰ πῆρε τῆν κάπα καὶ τὴν ἒστησε σ’ ἓνα δένδρο ἀπέναντι ἀπὸ τὸν τάφο, νὰ φαίνεται σὰν ἂνθρωπος.
Σὲ λίγο οἱ σκαφτιᾶδες εἶχαν βγάλει τὸ χῶμα καὶ ἂρχισε νὰ φαίνεται τὸ ξύλινο φέρετρο.
Ὃταν φάνηκε τελείως, τὸ ξέχωσαν καὶ ὁ σαββατογεννημένος ἂρχισε νὰ βγάζῃ
μὲ τὸ τσεκοῦρι τὰ καρφιὰ ποὺ ἦταν πρόχειρα κλεισμένο τὸ καπάκι.
Ἐπικρατοῦσε σιγὴ ἀπόλυτη.
Μόνο ὁ παπὰς ἀκουγόταν ποὺ ἒψελνε.
Ξαφνικὰ ἀκούστηκαν μουγκρίσματα καὶ οὐρλιαχτά!
Ὁ βρυκόλακας μέσα στὴν κάσα βογκοῦσε καὶ ἀπειλοῦσε μὲ ἀκατονόμαστες βρισιές.
Ὃλοι πάγωσαν!
Ἡ φωνὴ τοῦ παπᾶ «ἒσπασε» γιὰ λίγο, ἀλλὰ συνέχισε πάλι.
Ὁ σαββατογεννημένος κοίταξε τοὺς ὑπόλοιπους.
Αὐτοὶ παρ’ ὃλο τὸν τρόμο, τοῦ ἒγνεψαν ὃτι ἦταν ἒτοιμοι κι ἀποφασισμένοι.
Μὲ μία τελευταῖα προσπάθεια σήκωσε τὸ σκέπασμα καὶ τὸ πέταξε δίπλα.
Ὁ Βρυκόλακας ἦταν πρησμένος στὸ σῶμα καὶ τὰ χέρια του ἦταν τεντωμένα.
Τὸ δέρμα του εἶχε χρῶμα μαῦρο καὶ μπλὲ καὶ ἦταν τεντωμένο σὰ τύμπανο.
Τὰ μάτια του κόκκινα καὶ ἀνοιχτὰ καὶ τὸ στόμα του ὀρθάνοιχτο.
Μιὰ ἀπαίσια μυρωδιὰ ἀναδυόταν.
Ἢδη ἒκανε προσπάθεια νὰ σηκωθῆ, βγάζοντας κόκκινους ἀφρούς ἀπὸ τὸ τρομερό του στόμα.
Ἓνας ἀπὸ τοὺς χωριανούς σήκωσε τὸ «ἀκόντιο» καὶ μὲ πρωτόγονη δύναμη καὶ
φόβο τὸ κατέβασε μπήγοντάς το στὸ κέντρο τοῦ στήθους.
Δὲν τὸ τράβηξε, τὸ κράτησε ἐκεῖ καθηλώνοντας ταυτόχρονα τὸ βρικόλακα
καρφωμένο κάτω, ἐμποδίζοντάς τον νὰ σηκωθῇ.
Ὁ σαββατογεννημένος ἐτοίμασε τὸ μαχαῖρι του.
Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὁ βρυκόλακας ρώτησε ποιός τὸν εἶχε προδώσει.
Οἱ χωριανοὶ μὲ μἰα κίνηση τοῦ ἒδειξαν τὴν κάπα ποὺ ἒμοιαζε μὲ ἂνθρωπο.
Δὲν εἶχαν τελειώσει τὴν κίνησή τους καὶ ἡ κάπα καιγόταν σὰν χαρτί.
Τὸ μαχαῖρι τοῦ σαββατογεννημένου τρύπησε τῆν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ στήθους,
τὸ ἂνοιξε καὶ μὲ γρήγορες κινήσεις βρῆκε τὴν ἀνέπαφη καρδιὰ και την έκοψε.
Γρήγορα τὴν πῆρε καὶ τὴν πέταξε στὸν ἓνα κουβά ποὺ ἒβραζε τὸ ξύδι, μετὰ
πῆρε τὸ ἓνα καρφὶ καὶ μὲ τὴν ἀνάποδη τοῦ τσεκουριοῦ ἂρχισε νὰ τὸ καρφώνῃ
στὸ λαιμὸ τοῦ πλάσματος.
Ἀκολούθως τὰ ἂλλα καρφιὰ τὰ κάρφωσε ἓνα-ἓνα στὴν λεκάνη καὶ στοὺς
ἀστραγάλους τῶν ποδιῶν τοῦ βρυκόλακα.
Πῆρε τὸν ἂλλο κουβά μὲ τὸ βραστὸ ξύδι καὶ περιέλουσε ὃλο τὸ πτῶμα.
Πέταξε μετὰ τὸ ξύδι μὲ τὴν καρδιὰ μέσα καὶ γρήγορα-γρήγορα οἱ ὑπόλοιποι
ἒκλεισαν, κάρφωσαν τὸ σκέπασμα στὸ φέρετρο καὶ τὸ ξανάχωσαν μέσα στὴ γῆ.
Τὸ τσεκοῦρι καὶ τὸ μαχαῖρι τὰ πέταξαν μέσα στὴ φωτιά.
Ὁ Σαββατογεννημένος πλύθηκε πάλι προσεκτικὰ μὲ τὸ ξύδι ποὺ εἶχε
περισσέψει, στὸ πρόσωπο καὶ στὰ χέρια καὶ ἀφοῦ ὁ ἱερέας ζήτησε συγχώρεση
γιὰ ὃλους, ἒφυγαν τὸ ἲδιο σιωπηλοὶ ὃπως ἦρθαν.
Ἀπό τότε ὁ βρυκόλακας δὲν ξαναφάνηκε καὶ τὰ δὐο χωριὰ βρῆκαν τῆν προηγουμένη γαλήνη τους.
Διακόσια δέκα τρία χρόνια πέρασαν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θλιβερὸ ἀπόγευμα.
Ἦταν τὸ 1981ποὺ ἀνακαλύφθηκε ὁ τάφος τοῦ βρυκόλακα ὃταν σκάβαν γιὰ τὰ θεμέλια οἱκοδομῆς.
Οἱ ἐργασίες σταμάτησαν προσωρινῶς ἀλλὰ συνεχίστηκαν λίγο ἀργότερα.
Τὰ καρφιὰ βρίσκονταν καρφωμένα ἀκόμα στὴν θέση τους.
Ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ βρέθηκε ὁ τάφος εἶναι χτισμένο τώρα ἓνα ὂμορφο σπιτάκι.
Ἐκεῖ, στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ Ὑμηττοῦ…
ΠΗΓΈΣ..http://www.24grammata.com/?p=33589
– «Αἰ περὶ βρυκολάκων προλήψεις παρά τῷ λαῷ τῆς Ἑλλάδος», ἂρθρο τοῦ Ν. Γ. Πολίτης,
ΙΛΙΣΣΟΣ, Σύγκραμμα περιοδικὸν, ἐν ΑΘΗΝΑΙΣ, 15 Μαρτίου 1870.
– http://xantho.lis.upatras.gr
– «Μυστικὴ Ἀθήνα & Ἀττική», Ἰωάννης Θ. Γιαννόπουλος, ἐκδ. ΕΣΟΠΤΡΟΝ, ΑΘΗΝΑ 1999.
– Φωτογραφίες
http://entirimitulogu.blogspot.com/2...blog-post.html
http://anihneftes.forumotion.com
http://kymvala.blogspot.com/2009/08/blog-post_3699.html
http://anihneftes.forumotion.com
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Συνεχίζω το θέμα...
Φαντάσματα, βρικόλακες, λυκάνθρωποι, δαίμονες, μάγοι και κάθε είδους
τέρατα κοσμούν τους αρχαίους ελληνικούς μύθους.
Τα παραπάνω όντα είναι τώρα συνδεδεμένα κυρίως με την παράδοση της
κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης, ωστόσο υπάρχουν αρκετές αναφορές
τους και στην αρχαία ελληνική γραμματεία.
Ας θυμηθούμε π.χ. τις ψυχές στον Άδη, που για να μιλήσουν στον Οδυσσέα
έπρεπε να πιουν αίμα από τα ζώα που είχε σφάξει ο Οδυσσέας γι’ αυτόν τον
λόγο. Κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που έπρεπε να κάνει ο κόμης Δράκουλας
των Καρπαθίων, προκειμένου να αναζωογονηθεί.
Εξάλλου η λέξη «νοσφεράτου» που αποδίδεται στον βρικόλακα, δεν είναι παρά
παραφθορά της ελληνικής λέξης «νοσοφόρος», δηλαδή αυτός που με το
δάγκωμά του μεταδίδει στα θύματά του το μικρόβιό του.
Ο μύθος των βρικολάκων χάνεται στα βάθη των χρόνων, εκεί όπου η ιστορική
πραγματικότητα συσκοτίζεται από θρύλους και δοξασίες.
Είναι πάντως σίγουρο ότι στους λαούς όλου του κόσμου και σε όλες τις
εποχές, παρατηρούμε έναν παράξενο φόβο για τους νεκρούς προγόνους, τον
φόβο ότι αυτοί μπορούσαν να βλάψουν τους ζωντανούς.
Οι αρχαίοι Έλληνες σε πολλές περιπτώσεις έδεναν τα σώματα των νεκρών
πολεμιστών και λύγιζαν τις αιχμές των όπλων τους υπό τον φόβο μιας πιθανής νεκρανάστασης.
Ο Μεσαίωνας υπήρξε η «χρυσή εποχή» των βρικολάκων, κυρίως λόγω της
εμφάνισης αιμοσταγών φεουδαρχών όπως ο Βλάντ Τσέπες, ο γνωστός «Δράκουλας».
Στην εξάπλωση του πανάρχαιου αυτού μύθου φαίνεται πως συμμετείχε, έστω
ακούσια, η χριστιανική θρησκεία.
Μέχρι το Σχίσμα του 1054 η Εκκλησία δεν είχε καταλήξει σε μια συγκεκριμένη στάση για το ζήτημα αυτό.
Τελικά και τα δύο δόγματα υποστήριξαν ότι ο βρικόλακας αποτελεί όργανο του
Σατανά και μπορεί να καταπολεμηθεί με τα σύμβολα της Πίστης, τον Αγιασμό,
το Αντίδωρο και τον Εσταυρωμένο.
Με αυτό τον τρόπο όμως, η Εκκλησία παραδεχόταν την ύπαρξη βρικολάκων
και αντί να εκριζώσει αυτή την ειδωλολατρική δεισιδαιμονία, τη διέσπειρε σε
ολόκληρη την Ευρώπη.
Εκατοντάδες κληρικοί αναπαρήγαγαν τον μύθο με μελέτες και συγγράμματα
για την καταπολέμηση των βρικολάκων προκαλώντας μαζική υστερία, κυρίως
κατά το διάστημα 1600-1800, με μαζικές εκταφές, πυρπολήσεις και «παλουκώματα» πτωμάτων....
Μοιραία ο πανάρχαιος μύθος του βρικόλακα αναζωπυρώθηκε και στην Ελλάδα,
κυρίως στα νησιά του Αιγαίου που γνώρισαν τη φραγκική κυριαρχία.
Ένα πραγματικό κυνηγητό των σατανικών αυτών πλασμάτων άρχισε τότε στα
ελληνικά νησιά, ιδιαίτερα στη Σαντορίνη, όπου η θειούχος σύσταση του
εδάφους καθυστερούσε ή και απέτρεπε την αποσύνθεση των νεκρών.
Τα νεκροταφεία ανασκάπτονταν στην κυριολεξία, οι καρδιές των δύστυχων
νεκρών αφαιρούνταν και βράζονταν σε ξίδι, ενώ τα λείψανα καίγονταν και οι
στάχτες πετάγονταν στη θάλασσα....
Υπάρχουν και φαντάσματα-Βρυκόλακες.....
Υπάρχει μια πολλή πλούσια παράδοση για τα φαντάσματα-Βρυκόλακες σε όλο τον κόσμο.
Αυτή η παράδοση δεν αφορά τους ανθρώπους με Βαμπιρισμό, αλλά ένα άλλο
είδος Βαμπίρ που δημιουργείται μετά τον φυσικό θάνατο του σώματος.
Οι παραδόσεις βρίθουν και οι θρύλοι είναι πάμπολλοι για το πώς και το γιατί
γίνονται Βρυκόλακες μερικοί άνθρωποι μετά τον θάνατό τους.
Παραπέμπω τον αναγνώστη στο βιβλίο «Βρυκόλακες» (εκδόσεις Αρχέτυπο) για
μια εξαιρετικά ενημερωμένη συλλογή από τέτοιες παραδόσεις και γενικά μια
άριστη πραγματεία με θέμα τους Βρυκόλακες.
Παραθέτω μερικά μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο:
<<… Είναι τόσες πολλές οι ελληνικές παραδόσεις και οι δοξασίες για το ποιοι
άνθρωποι βρυκολακιάζουν όταν πεθάνουν, που αν ισχύουν όλες τους, τότε
κανείς δεν είναι «υπεράνω υποψίας» στα νησιά του Αιγαίου.
Στην Μυτιλήνη πιστεύουν ότι βρυκολακιάζουν όσοι έχουν κάνει μεγάλα
εγκλήματα, αλλά και όσοι χτυπούν τους γονείς τους, οι τοκογλύφοι, οι
μεθύστακες, αυτοί που αυτοκτονούν, όσοι έχουν αλλάξει την πίστη τους και
όσοι δεν πηγαίνουν ποτέ στην εκκλησία.
Στην Άνδρο, βρυκόλακες γίνονται εκείνοι που όταν πέθαιναν κάποιος τους
βλαστήμησε ή τους καταράστηκε… […] Οι αδικοσκοτωμένοι, οι ταλαιπωρημένοι,
οι μαγεμένοι από κακές μάγισσες, αυτοί που αργούν να ξεψυχήσουν, όσοι δεν
πρόλαβαν να εκπληρώσουν μια ιερή υπόσχεση που έδωσαν, αυτοί που για
κάποιο λόγο μένουν άταφοι, τα αβάφτιστα μωρά που πέθαναν πριν προλάβουν
να τα βαφτίσουν, κι αυτοί που πεθαίνουν μόνοι τους την νύχτα με πανσέληνο,
όλοι αυτοί βρυκολακιάζουν σύμφωνα με τις δοξασίες πολλών νησιών του Αιγαίου. […]
Αλλά βρυκολακιάζουν και όσοι έχουν την ατυχία να περάσει μια γάτα από πάνω
τους μόλις ξεψυχήσουν, γι’ αυτό και οι άνθρωποι φυλούν πολύ καλά το
δωμάτιο του νεκρού μέχρι να τον πάρουν για την ταφή του…>>
(«Βρυκόλακες», εκδόσεις Αρχέτυπο, σελ. 206)
<<… Οι Βρυκόλακες […] βγαίνουν από τους τάφους τους κάθε νύχτα,
συνήθως τα μεσάνυχτα, προτιμούν όμως τις νύχτες χωρίς φεγγάρι για να
μπορούν να γίνονται ένα με το σκοτάδι και να αρπάζουν τα θύματά τους.
Βγαίνουν κάθε νύχτα, αλλά στην Σαντορίνη δεν βγαίνουν ποτέ το Σάββατο,
στην Πρέβεζα δεν βγαίνουν ποτέ την Κυριακή, στην Τήνο δεν βγαίνουν ποτέ
την Παρασκευή […] στην Σέριφο φοβούνται να βγουν από τα μνήματά τους
μόνο την Τρίτη (εκτός αν πέφτει Τρίτη και 13, οπότε έχουν γλέντι), στην
Κάλυμνο προτιμούν να βγαίνουν τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες γιατί τους
αρέσει ο παγωμένος βοριάς που φυσά, καβαλούν πάνω του και ταξιδεύουν από
σκεπή σε σκεπή…>>
(«Βρυκόλακες», εκδόσεις Αρχέτυπο, σελ. 205)
<<… Για την μορφή και την εμφάνιση του Βρυκόλακα, όλοι οι νησιώτες
διαφωνούν και οι πεποιθήσεις ποικίλουν από νησί σε νησί.
Στην Σκόπελο δεν έχουν καθόλου σάρκες αλλά είναι σκελετοί που περπατούν
και στην Αλόννησο έχουν σάρκες μαύρες και γυαλιστερές, που λάμπουν στο σκοτάδι.
Στο Πήλιο είναι λαμπεροί, και στα Άγραφα είναι αόρατοι εκτός από τις νύχτες με φεγγάρι.
Στη Σαμοθράκη πιστεύουν ότι το σώμα τους είναι από φωτιά, αλλά μπορεί να
είναι και σκιές ή να είναι τελείως αόρατοι.
Στις Σπέτσες, στην Ύδρα και στα Κύθηρα, είναι κακόσχημοι καμπούρηδες με
κατάμαυρα χέρια και μεγάλα νύχια.
Στην Τήνο έχουν τη μορφή του νεκρού, αλλά με μακριά γένια, μακριά μαλλιά
και μακριά γαμψά νύχια.
Στην Χίο είναι λευκοντυμένοι -με τα σάβανά τους- αλλά έχουν και ένα
αρχηγό, που είναι τριπλάσιος σε μέγεθος και κατάμαυρος κι ολόγυρά του χοροπηδούν οι άλλοι.
Στη Λέσβο έχουν πρόσωπο κατακκόκινο και πολύ άγριο, κι έχουν δόντια σαν
του σκύλου ή σαν της γάτας.
Πολλές φορές περπατούν με τα τέσσερα και ουρλιάζουν σαν λύκοι…>>
(«Βρυκόλακες», εκδόσεις Αρχέτυπο, σελ. 206-207)
Οι θρύλοι επίσης λένε ότι επιτίθονται μόνο στους συγγενείς τους και κατά
προτίμηση στους άμεσους απογόνους τους (παιδιά και εγγόνια).
Το πιο πιθανό όμως για το πώς βρυκολακιάζουν οι νεκροί, είναι ότι το σώμα
του νεκρού καταλαμβάνεται από Δαίμονα αμέσως μετά την «αποχώρηση» της ψυχής του.
Δεν πρόκειται δηλαδή για αυτόν καθ’ αυτόν τον νεκρό, αλλά για Δαίμονα-μυζητήρα.
Ο μόνος τρόπος για να απελευθερωθεί το σώμα από τον Δαίμονα και να πάψει
να περιφέρεται στον δικό μας κόσμο τρομοκρατώντας και φονεύοντας τους
ζωντανούς, είναι να καεί το σώμα του νεκρού, να εξορκιστεί ο Δαίμονας, και
να καθαγιαστεί ο τάφος.
Και πάλι, οι μύθοι περί παλουκιών, αποκεφαλισμών, σκόρδων κλπ, δεν είναι
τίποτε άλλο παρά… μύθοι!
ΠΗΓΈΣ
http://thesecretrealtruth.blogspot.c...-post_547.html
http://www.mixanitouxronou.gr/vrikol...demonika-onta/
https://theancientwebgreece.wordpres...3%CE%B5%CE%B9/
Συνεχίζεται...
Ευχαριστώ.
Συνεχίζω το θέμα...
Φαντάσματα, βρικόλακες, λυκάνθρωποι, δαίμονες, μάγοι και κάθε είδους
τέρατα κοσμούν τους αρχαίους ελληνικούς μύθους.
Τα παραπάνω όντα είναι τώρα συνδεδεμένα κυρίως με την παράδοση της
κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης, ωστόσο υπάρχουν αρκετές αναφορές
τους και στην αρχαία ελληνική γραμματεία.
Ας θυμηθούμε π.χ. τις ψυχές στον Άδη, που για να μιλήσουν στον Οδυσσέα
έπρεπε να πιουν αίμα από τα ζώα που είχε σφάξει ο Οδυσσέας γι’ αυτόν τον
λόγο. Κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που έπρεπε να κάνει ο κόμης Δράκουλας
των Καρπαθίων, προκειμένου να αναζωογονηθεί.
Εξάλλου η λέξη «νοσφεράτου» που αποδίδεται στον βρικόλακα, δεν είναι παρά
παραφθορά της ελληνικής λέξης «νοσοφόρος», δηλαδή αυτός που με το
δάγκωμά του μεταδίδει στα θύματά του το μικρόβιό του.
Ο μύθος των βρικολάκων χάνεται στα βάθη των χρόνων, εκεί όπου η ιστορική
πραγματικότητα συσκοτίζεται από θρύλους και δοξασίες.
Είναι πάντως σίγουρο ότι στους λαούς όλου του κόσμου και σε όλες τις
εποχές, παρατηρούμε έναν παράξενο φόβο για τους νεκρούς προγόνους, τον
φόβο ότι αυτοί μπορούσαν να βλάψουν τους ζωντανούς.
Οι αρχαίοι Έλληνες σε πολλές περιπτώσεις έδεναν τα σώματα των νεκρών
πολεμιστών και λύγιζαν τις αιχμές των όπλων τους υπό τον φόβο μιας πιθανής νεκρανάστασης.
Ο Μεσαίωνας υπήρξε η «χρυσή εποχή» των βρικολάκων, κυρίως λόγω της
εμφάνισης αιμοσταγών φεουδαρχών όπως ο Βλάντ Τσέπες, ο γνωστός «Δράκουλας».
Στην εξάπλωση του πανάρχαιου αυτού μύθου φαίνεται πως συμμετείχε, έστω
ακούσια, η χριστιανική θρησκεία.
Μέχρι το Σχίσμα του 1054 η Εκκλησία δεν είχε καταλήξει σε μια συγκεκριμένη στάση για το ζήτημα αυτό.
Τελικά και τα δύο δόγματα υποστήριξαν ότι ο βρικόλακας αποτελεί όργανο του
Σατανά και μπορεί να καταπολεμηθεί με τα σύμβολα της Πίστης, τον Αγιασμό,
το Αντίδωρο και τον Εσταυρωμένο.
Με αυτό τον τρόπο όμως, η Εκκλησία παραδεχόταν την ύπαρξη βρικολάκων
και αντί να εκριζώσει αυτή την ειδωλολατρική δεισιδαιμονία, τη διέσπειρε σε
ολόκληρη την Ευρώπη.
Εκατοντάδες κληρικοί αναπαρήγαγαν τον μύθο με μελέτες και συγγράμματα
για την καταπολέμηση των βρικολάκων προκαλώντας μαζική υστερία, κυρίως
κατά το διάστημα 1600-1800, με μαζικές εκταφές, πυρπολήσεις και «παλουκώματα» πτωμάτων....
Μοιραία ο πανάρχαιος μύθος του βρικόλακα αναζωπυρώθηκε και στην Ελλάδα,
κυρίως στα νησιά του Αιγαίου που γνώρισαν τη φραγκική κυριαρχία.
Ένα πραγματικό κυνηγητό των σατανικών αυτών πλασμάτων άρχισε τότε στα
ελληνικά νησιά, ιδιαίτερα στη Σαντορίνη, όπου η θειούχος σύσταση του
εδάφους καθυστερούσε ή και απέτρεπε την αποσύνθεση των νεκρών.
Τα νεκροταφεία ανασκάπτονταν στην κυριολεξία, οι καρδιές των δύστυχων
νεκρών αφαιρούνταν και βράζονταν σε ξίδι, ενώ τα λείψανα καίγονταν και οι
στάχτες πετάγονταν στη θάλασσα....
Υπάρχουν και φαντάσματα-Βρυκόλακες.....
Υπάρχει μια πολλή πλούσια παράδοση για τα φαντάσματα-Βρυκόλακες σε όλο τον κόσμο.
Αυτή η παράδοση δεν αφορά τους ανθρώπους με Βαμπιρισμό, αλλά ένα άλλο
είδος Βαμπίρ που δημιουργείται μετά τον φυσικό θάνατο του σώματος.
Οι παραδόσεις βρίθουν και οι θρύλοι είναι πάμπολλοι για το πώς και το γιατί
γίνονται Βρυκόλακες μερικοί άνθρωποι μετά τον θάνατό τους.
Παραπέμπω τον αναγνώστη στο βιβλίο «Βρυκόλακες» (εκδόσεις Αρχέτυπο) για
μια εξαιρετικά ενημερωμένη συλλογή από τέτοιες παραδόσεις και γενικά μια
άριστη πραγματεία με θέμα τους Βρυκόλακες.
Παραθέτω μερικά μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο:
<<… Είναι τόσες πολλές οι ελληνικές παραδόσεις και οι δοξασίες για το ποιοι
άνθρωποι βρυκολακιάζουν όταν πεθάνουν, που αν ισχύουν όλες τους, τότε
κανείς δεν είναι «υπεράνω υποψίας» στα νησιά του Αιγαίου.
Στην Μυτιλήνη πιστεύουν ότι βρυκολακιάζουν όσοι έχουν κάνει μεγάλα
εγκλήματα, αλλά και όσοι χτυπούν τους γονείς τους, οι τοκογλύφοι, οι
μεθύστακες, αυτοί που αυτοκτονούν, όσοι έχουν αλλάξει την πίστη τους και
όσοι δεν πηγαίνουν ποτέ στην εκκλησία.
Στην Άνδρο, βρυκόλακες γίνονται εκείνοι που όταν πέθαιναν κάποιος τους
βλαστήμησε ή τους καταράστηκε… […] Οι αδικοσκοτωμένοι, οι ταλαιπωρημένοι,
οι μαγεμένοι από κακές μάγισσες, αυτοί που αργούν να ξεψυχήσουν, όσοι δεν
πρόλαβαν να εκπληρώσουν μια ιερή υπόσχεση που έδωσαν, αυτοί που για
κάποιο λόγο μένουν άταφοι, τα αβάφτιστα μωρά που πέθαναν πριν προλάβουν
να τα βαφτίσουν, κι αυτοί που πεθαίνουν μόνοι τους την νύχτα με πανσέληνο,
όλοι αυτοί βρυκολακιάζουν σύμφωνα με τις δοξασίες πολλών νησιών του Αιγαίου. […]
Αλλά βρυκολακιάζουν και όσοι έχουν την ατυχία να περάσει μια γάτα από πάνω
τους μόλις ξεψυχήσουν, γι’ αυτό και οι άνθρωποι φυλούν πολύ καλά το
δωμάτιο του νεκρού μέχρι να τον πάρουν για την ταφή του…>>
(«Βρυκόλακες», εκδόσεις Αρχέτυπο, σελ. 206)
<<… Οι Βρυκόλακες […] βγαίνουν από τους τάφους τους κάθε νύχτα,
συνήθως τα μεσάνυχτα, προτιμούν όμως τις νύχτες χωρίς φεγγάρι για να
μπορούν να γίνονται ένα με το σκοτάδι και να αρπάζουν τα θύματά τους.
Βγαίνουν κάθε νύχτα, αλλά στην Σαντορίνη δεν βγαίνουν ποτέ το Σάββατο,
στην Πρέβεζα δεν βγαίνουν ποτέ την Κυριακή, στην Τήνο δεν βγαίνουν ποτέ
την Παρασκευή […] στην Σέριφο φοβούνται να βγουν από τα μνήματά τους
μόνο την Τρίτη (εκτός αν πέφτει Τρίτη και 13, οπότε έχουν γλέντι), στην
Κάλυμνο προτιμούν να βγαίνουν τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες γιατί τους
αρέσει ο παγωμένος βοριάς που φυσά, καβαλούν πάνω του και ταξιδεύουν από
σκεπή σε σκεπή…>>
(«Βρυκόλακες», εκδόσεις Αρχέτυπο, σελ. 205)
<<… Για την μορφή και την εμφάνιση του Βρυκόλακα, όλοι οι νησιώτες
διαφωνούν και οι πεποιθήσεις ποικίλουν από νησί σε νησί.
Στην Σκόπελο δεν έχουν καθόλου σάρκες αλλά είναι σκελετοί που περπατούν
και στην Αλόννησο έχουν σάρκες μαύρες και γυαλιστερές, που λάμπουν στο σκοτάδι.
Στο Πήλιο είναι λαμπεροί, και στα Άγραφα είναι αόρατοι εκτός από τις νύχτες με φεγγάρι.
Στη Σαμοθράκη πιστεύουν ότι το σώμα τους είναι από φωτιά, αλλά μπορεί να
είναι και σκιές ή να είναι τελείως αόρατοι.
Στις Σπέτσες, στην Ύδρα και στα Κύθηρα, είναι κακόσχημοι καμπούρηδες με
κατάμαυρα χέρια και μεγάλα νύχια.
Στην Τήνο έχουν τη μορφή του νεκρού, αλλά με μακριά γένια, μακριά μαλλιά
και μακριά γαμψά νύχια.
Στην Χίο είναι λευκοντυμένοι -με τα σάβανά τους- αλλά έχουν και ένα
αρχηγό, που είναι τριπλάσιος σε μέγεθος και κατάμαυρος κι ολόγυρά του χοροπηδούν οι άλλοι.
Στη Λέσβο έχουν πρόσωπο κατακκόκινο και πολύ άγριο, κι έχουν δόντια σαν
του σκύλου ή σαν της γάτας.
Πολλές φορές περπατούν με τα τέσσερα και ουρλιάζουν σαν λύκοι…>>
(«Βρυκόλακες», εκδόσεις Αρχέτυπο, σελ. 206-207)
Οι θρύλοι επίσης λένε ότι επιτίθονται μόνο στους συγγενείς τους και κατά
προτίμηση στους άμεσους απογόνους τους (παιδιά και εγγόνια).
Το πιο πιθανό όμως για το πώς βρυκολακιάζουν οι νεκροί, είναι ότι το σώμα
του νεκρού καταλαμβάνεται από Δαίμονα αμέσως μετά την «αποχώρηση» της ψυχής του.
Δεν πρόκειται δηλαδή για αυτόν καθ’ αυτόν τον νεκρό, αλλά για Δαίμονα-μυζητήρα.
Ο μόνος τρόπος για να απελευθερωθεί το σώμα από τον Δαίμονα και να πάψει
να περιφέρεται στον δικό μας κόσμο τρομοκρατώντας και φονεύοντας τους
ζωντανούς, είναι να καεί το σώμα του νεκρού, να εξορκιστεί ο Δαίμονας, και
να καθαγιαστεί ο τάφος.
Και πάλι, οι μύθοι περί παλουκιών, αποκεφαλισμών, σκόρδων κλπ, δεν είναι
τίποτε άλλο παρά… μύθοι!
ΠΗΓΈΣ
http://thesecretrealtruth.blogspot.c...-post_547.html
http://www.mixanitouxronou.gr/vrikol...demonika-onta/
https://theancientwebgreece.wordpres...3%CE%B5%CE%B9/
Συνεχίζεται...
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Συνεχίζω το θέμα....
Ο βρικόλακας των Παξών
Στις 5 του μηνός διερχόμενος ο διευθυντής της Παξινής εφημερίδας «Παξοί»
κ. Χαρ. Μιτσιάλης γεννημένος στο χωριό Μποϊκάτικα Γαίου, φιλοξενήθηκε από
τον κ. Ιωάννη Σ. Μπογδάνου του οποίου η σύζυγος του Μαρία δέχθηκε να του
δείξει το απέναντι από το σπίτι τους ερειπωμένο οίκημα του θρυλικού
βρικόλακα των Παξών Γεωργάκη της Αντονέλλας.
Επιπλέον του έδειξε και τρία μεγάλα πλατυκέφαλα καρφιά τα οποία πήρε κάτω
από το κατώφλι της πόρτας του σπιτιού.
Αυτά είναι τα καρφιά τα οποία σύμφωνα με την παράδοση κάποιος Σκλαβούνος,
υπάλληλος της Ενετικής Κυβέρνησης, κάρφωσε τον βρικόλακα στο επάνω μέρος της πόρτας.
Με την ευκαιρία αυτή οι «Παξοί» δημοσίευσαν την ιστορία του Γιωργάκη της
Αντονέλλας η οποία έχει ως εξής :
Το έτος 1603 ήρθε στους Παξούς ένας Βενετσιάνος τροβαδούρος και πήγε
στην τότε πρωτεύουσα, το σημερινό χωριουδάκι Κουκούλια.
Εκεί έμεινε στο σπίτι του Καπετάν Δουφλή ο οποίος τον περιποιήθηκε τόσο
πολύ ώστε ο Βενετσιάνος ενέργησε στην κυβέρνησή του να του παραχωρηθεί
το μισό από τις εισπράξεις του τελωνείου και των άλλων δημόσιων εσόδων.
Κατά το Ενετικό σύστημα της εποχής εκείνης, τέτοιοι ενοικιαστές είχαν
δικτατορικά δικαιώματα.
Όταν έπιαναν κάποιο λαθρέμπορο είχαν πάνω του δικαίωμα ζωής και θανάτου.
Λεγόταν τότε λοιπόν ότι ένας από τους απογόνους του Δουφλή, συνεχίζοντας
το έργο των πατέρων του της ενοικίασης δηλαδή των δημοσίων εσόδων,
έπιασε μια μέρα ένα καΐκι με λαθρεμπόριο.
Πλοίαρχός του ήταν ένα από ομορφότερα παλικάρια του νησιού, ο Μπόικος.
Ο σκληρός απόγονος του Δουφλή δεν δίστασε καθόλου.
Διέταξε και του κόψανε για τιμωρία και τα δύο χέρια.
Σε λίγη ώρα από τους φρικτούς πόνους και την αιμορραγία το παλικάρι ξεψύχησε.
Ο γιος του Μπόικου λεγότανε Γιωργάκης και ήταν μόλις δέκα χρονών όταν
ορφάνεψε με τον τρόπο που διηγηθήκαμε.
Η μητέρα του Αντονέλλα, η χήρα του Μπόικου, νέα ακόμα και πολύ όμορφη,
αγάπησε τρελά έναν ναυτικό και του παραδόθηκε λίγο καιρό μετά τον τραγικό θάνατο του άντρα της.
Ο ναυτικός αυτός όμως ενώ είχε υποσχεθεί να την παντρευτεί, διαρκώς
ανέβαλλε το γάμο βρίσκοντας εμπόδιο την ύπαρξη του παιδιού που
κληρονομούσε την πατρική του περιουσία.
Τέλος της δήλωσε καθαρά πως δεν θα την πάρει αν δεν του δώσει προίκα όλα
τα κτήματα που άφησε ο Μπόικος.
Από την μέρα εκείνη η Αντονέλλα έβαλε σκοπό να εξαφανίσει το παιδί της.
Δεν υπήρξε βάσανο, στέρηση, κακομεταχείριση που να μην έκανε του Γιωργάκη.
Η σκληρή μητέρα θα μπορούσε βέβαια να το σκοτώσει μια και καλή, φαίνεται
όμως πως οι συγγενείς του άντρα της την είχαν καταστήσει υπεύθυνη για τον θάνατό του.
Όλα όμως τα μαρτύρια και τα βάσανα που του έκανε η μάνα του απεναντίας τον δυνάμωναν.
Ο καιρός περνούσε και η Αντονέλλα που φημιζόταν άλλοτε για την καλλονή
της, έβλεπε τα νιάτα της να μαραίνονται και τον εραστή της να μην θέλει τον γάμο.
Και τότε αποφάσισε να πνίξει με τα ίδια της τα χέρια τον γιο της.
Αλλά ο Γιωργάκης δεν ήταν πια μικρός.
Είχε πατήσει τα δεκαπέντε.
Και είχε κληρονομήσει τη δυνατή κράση του πατέρα του, θέληση και ατσαλένια μπράτσα.
Η μητέρα του τον είχε καταδικάσει να κοιμάται στο αχούρι μαζί με τα γουρούνια.
Μια χειμωνιάτικη νύχτα λοιπόν ακούει ελαφρό θόρυβο.
Κατάλαβε ότι κάποιος μπήκε αλλά δεν σάλεψε.
Ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι νιώθει δύο χέρια να ζητούν ψαχουλευτά το λαιμό του.
Πετάγεται πάνω, αρπάζει ένα ξύλο και χτυπά τη μάνα του στο κεφάλι.
Ο Γιωργάκης άνοιξε τη πόρτα και χάθηκε στο σκοτάδι, κατέβηκε στο λιμάνι του
Γαίου και κρύφτηκε στο αμπάρι ενός εκεί αραγμένου καραβιού που την άλλη
μέρα έφευγε για Αυλώνα.
Αν και μπορούσε να δικαιολογήσει πολύ καλά την πράξη του, κατάλαβε ότι το
να σηκώσει χέρι στη μάνα του θεωρούνταν στο νησί κακούργημα που δεν θα
του το συγχωρούσε κανείς.
Συνεχίζεται το θέμα...
Ευχαριστώ.
Συνεχίζω το θέμα....
Ο βρικόλακας των Παξών
Στις 5 του μηνός διερχόμενος ο διευθυντής της Παξινής εφημερίδας «Παξοί»
κ. Χαρ. Μιτσιάλης γεννημένος στο χωριό Μποϊκάτικα Γαίου, φιλοξενήθηκε από
τον κ. Ιωάννη Σ. Μπογδάνου του οποίου η σύζυγος του Μαρία δέχθηκε να του
δείξει το απέναντι από το σπίτι τους ερειπωμένο οίκημα του θρυλικού
βρικόλακα των Παξών Γεωργάκη της Αντονέλλας.
Επιπλέον του έδειξε και τρία μεγάλα πλατυκέφαλα καρφιά τα οποία πήρε κάτω
από το κατώφλι της πόρτας του σπιτιού.
Αυτά είναι τα καρφιά τα οποία σύμφωνα με την παράδοση κάποιος Σκλαβούνος,
υπάλληλος της Ενετικής Κυβέρνησης, κάρφωσε τον βρικόλακα στο επάνω μέρος της πόρτας.
Με την ευκαιρία αυτή οι «Παξοί» δημοσίευσαν την ιστορία του Γιωργάκη της
Αντονέλλας η οποία έχει ως εξής :
Το έτος 1603 ήρθε στους Παξούς ένας Βενετσιάνος τροβαδούρος και πήγε
στην τότε πρωτεύουσα, το σημερινό χωριουδάκι Κουκούλια.
Εκεί έμεινε στο σπίτι του Καπετάν Δουφλή ο οποίος τον περιποιήθηκε τόσο
πολύ ώστε ο Βενετσιάνος ενέργησε στην κυβέρνησή του να του παραχωρηθεί
το μισό από τις εισπράξεις του τελωνείου και των άλλων δημόσιων εσόδων.
Κατά το Ενετικό σύστημα της εποχής εκείνης, τέτοιοι ενοικιαστές είχαν
δικτατορικά δικαιώματα.
Όταν έπιαναν κάποιο λαθρέμπορο είχαν πάνω του δικαίωμα ζωής και θανάτου.
Λεγόταν τότε λοιπόν ότι ένας από τους απογόνους του Δουφλή, συνεχίζοντας
το έργο των πατέρων του της ενοικίασης δηλαδή των δημοσίων εσόδων,
έπιασε μια μέρα ένα καΐκι με λαθρεμπόριο.
Πλοίαρχός του ήταν ένα από ομορφότερα παλικάρια του νησιού, ο Μπόικος.
Ο σκληρός απόγονος του Δουφλή δεν δίστασε καθόλου.
Διέταξε και του κόψανε για τιμωρία και τα δύο χέρια.
Σε λίγη ώρα από τους φρικτούς πόνους και την αιμορραγία το παλικάρι ξεψύχησε.
Ο γιος του Μπόικου λεγότανε Γιωργάκης και ήταν μόλις δέκα χρονών όταν
ορφάνεψε με τον τρόπο που διηγηθήκαμε.
Η μητέρα του Αντονέλλα, η χήρα του Μπόικου, νέα ακόμα και πολύ όμορφη,
αγάπησε τρελά έναν ναυτικό και του παραδόθηκε λίγο καιρό μετά τον τραγικό θάνατο του άντρα της.
Ο ναυτικός αυτός όμως ενώ είχε υποσχεθεί να την παντρευτεί, διαρκώς
ανέβαλλε το γάμο βρίσκοντας εμπόδιο την ύπαρξη του παιδιού που
κληρονομούσε την πατρική του περιουσία.
Τέλος της δήλωσε καθαρά πως δεν θα την πάρει αν δεν του δώσει προίκα όλα
τα κτήματα που άφησε ο Μπόικος.
Από την μέρα εκείνη η Αντονέλλα έβαλε σκοπό να εξαφανίσει το παιδί της.
Δεν υπήρξε βάσανο, στέρηση, κακομεταχείριση που να μην έκανε του Γιωργάκη.
Η σκληρή μητέρα θα μπορούσε βέβαια να το σκοτώσει μια και καλή, φαίνεται
όμως πως οι συγγενείς του άντρα της την είχαν καταστήσει υπεύθυνη για τον θάνατό του.
Όλα όμως τα μαρτύρια και τα βάσανα που του έκανε η μάνα του απεναντίας τον δυνάμωναν.
Ο καιρός περνούσε και η Αντονέλλα που φημιζόταν άλλοτε για την καλλονή
της, έβλεπε τα νιάτα της να μαραίνονται και τον εραστή της να μην θέλει τον γάμο.
Και τότε αποφάσισε να πνίξει με τα ίδια της τα χέρια τον γιο της.
Αλλά ο Γιωργάκης δεν ήταν πια μικρός.
Είχε πατήσει τα δεκαπέντε.
Και είχε κληρονομήσει τη δυνατή κράση του πατέρα του, θέληση και ατσαλένια μπράτσα.
Η μητέρα του τον είχε καταδικάσει να κοιμάται στο αχούρι μαζί με τα γουρούνια.
Μια χειμωνιάτικη νύχτα λοιπόν ακούει ελαφρό θόρυβο.
Κατάλαβε ότι κάποιος μπήκε αλλά δεν σάλεψε.
Ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι νιώθει δύο χέρια να ζητούν ψαχουλευτά το λαιμό του.
Πετάγεται πάνω, αρπάζει ένα ξύλο και χτυπά τη μάνα του στο κεφάλι.
Ο Γιωργάκης άνοιξε τη πόρτα και χάθηκε στο σκοτάδι, κατέβηκε στο λιμάνι του
Γαίου και κρύφτηκε στο αμπάρι ενός εκεί αραγμένου καραβιού που την άλλη
μέρα έφευγε για Αυλώνα.
Αν και μπορούσε να δικαιολογήσει πολύ καλά την πράξη του, κατάλαβε ότι το
να σηκώσει χέρι στη μάνα του θεωρούνταν στο νησί κακούργημα που δεν θα
του το συγχωρούσε κανείς.
Συνεχίζεται το θέμα...
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Συνεχιζω το θεμα.....
Μόλις έφτασε στην Ήπειρο έγινε υπηρέτης σ’ ένα κτηματία πλούσιο αλλά φιλάργυρο.
Τα βάσανα του Γιωργάκη συνεχίστηκαν εδώ.
Όλη τη μέρα δούλευε στα χωράφια του αφεντικού του και δεν είχε για τροφή
παρά κριθαρένιο ψωμί και λίγες ελιές.
Το βράδυ κοιμόταν σ’ ένα αχυρώνα και το πρωί πάλι στη δουλειά.
Πέντε χρόνια βάσταξε η σκληρή αυτή ζωή και μια μέρα ο Γιωργάκης αρρώστησε με πυρετό.
Γρήγορα φάνηκαν σπυριά στο κορμί του.
Γιατρός δεν υπήρχε στο χωριό εκείνο αλλά το αφεντικό του κατάλαβε αμέσως
ότι η αρρώστια του υπηρέτη του ήταν αραποβλογιά και τρόμαξε.
Το χωριό αναστατώθηκε και τον ανάγκασαν να φύγει από το χωριό, τον
έδιωξαν σαν τον σκύλο.
Ο δύστυχος Γιωργάκης κυνηγημένος, πεινασμένος και αξιολύπητος κατέφυγε
σε μια μικρή σπηλιά καταρώμενος τα πάντα και εκεί με φοβερά βάσανα
στερήσεις και πόνους πέθανε.
Το φάντασμά του τότε έγινε τύραννος και βασανιστής της μάνας του.
Όπου πήγαινε η Αντονέλλα έβλεπε μπροστά της το φάντασμα να την κοιτάζει
απειλητικά και εξαγριωμένα.
Την νύχτα το άκουγε να γυρίζει γύρω από το σπίτι της, να μουγκρίζει, να της
χτυπά την πόρτα, να τρέχει στα κεραμίδια, να της μετράει τα βάσανα που
τράβηξε εξαιτίας της και να την καταριέται.
Μέρες και νύχτες περνούσαν χωρίς η σκληρή μάνα να μπορέσει να κοιμηθεί.
Οι πιο στενοί της συγγενείς θέλησαν να την πάρουν στο σπίτι τους, αλλά την
άλλη μέρα αναγκάστηκαν να την διώξουν γιατί όλη νύχτα το σπίτι τους
κουνιότανε σαν από σεισμό και έξω ο βρικόλακας μούγκριζε λες και σηκώθηκε
κάποιος σίφουνας.
Με τον καιρό ο βρικόλακας άπλωσε τα κατορθώματά του σε όλο το νησί.
Τρομαγμένοι οι Παξινοί άκουγαν μουγκρίσματα, κατάρες, χτυπήματα στις
πόρτες τους, τρεχάματα στις στέγες τους, ξεριζώματα δέντρων.
Η κατάσταση αυτή έκανε άνω κάτω όλο το νησί.
Δεν μπορούσαν να ησυχάσουν οι άνθρωποι.
Αποφάσισαν να επικαλεστούν τη βοήθεια του Θεού.
Μαζεύτηκαν όλοι οι παπάδες του χωριού και αφού πρωτύτερα διετάχθη γενική
νηστεία τριών ημερών, τέλεσαν τη θεία λειτουργία και έπειτα μεγάλο αγιασμό.
Στη συνέχεια όλοι οι κάτοικοι, με τους παπάδες, τα εξαπτέρυγα, και τις ιερές
εικόνες, διέτρεξαν όλο το νησί ραντίζοντας και στήνοντας στα σταυροδρόμια
πέτρινους σταυρούς μερικοί από τους οποίους σώζονται ακόμη.
Συγχρόνως κάποιος Σκλαβούνος υπάλληλος της Ενετικής κυβέρνησης στους
Παξούς κάρφωσε στο πάνω μέρος του σπιτιού του βρικόλακα τρία
πλατυκέφαλα καρφιά και διαβεβαίωσε τους κατοίκους ότι μόνο ύστερα από
εκατό χρόνια θα μπορούσε ο βρικόλακας να ξαναφανεί στο νησί.
Έτσι έπαψε το κακό γιατί από εκείνη τη μέρα ο πολυβασανισμένος Γιωργάκης
δεν έδωσε σημείο παρουσίας.
Τα καρφιά που καρφώθηκαν στη πόρτα σώζονταν στη πόρτα του σπιτιού μέχρι
τα 1805 και πολλοί περίμεναν με αγωνία ότι με το πέσιμό τους θα ξαναγύριζε ο βρικόλακας στο νησί.
Τα καρφιά έπεσαν αλλά ο βρικόλακας δεν φάνηκε πουθενά.
Για την Αντονέλλα, την σκληρή αυτή μητέρα, η παράδοση λέει ότι
εγκαταλείφτηκε οριστικά από τον εραστή της και κυνηγημένη νύχτα και μέρα
από το φάντασμα του παιδιού της στο τέλος τρελάθηκε.
Και τρελή με σχισμένα ρούχα έτρεχε στα βουνά και στα περιγιάλια των Παξών
σε ελεεινή και τρισάθλια κατάσταση ώσπου μια μέρα έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε.
Πηγές: Ψυχικαί έρευναι, Έτος 9ο, Τεύχος 10ο, Τόμος 9ος,
Οκτώβριος 1933 σελ. 151-154
https://taxidistoanexigito.blogspot....g-post_29.html
Ευχαριστώ.
Συνεχιζω το θεμα.....
Μόλις έφτασε στην Ήπειρο έγινε υπηρέτης σ’ ένα κτηματία πλούσιο αλλά φιλάργυρο.
Τα βάσανα του Γιωργάκη συνεχίστηκαν εδώ.
Όλη τη μέρα δούλευε στα χωράφια του αφεντικού του και δεν είχε για τροφή
παρά κριθαρένιο ψωμί και λίγες ελιές.
Το βράδυ κοιμόταν σ’ ένα αχυρώνα και το πρωί πάλι στη δουλειά.
Πέντε χρόνια βάσταξε η σκληρή αυτή ζωή και μια μέρα ο Γιωργάκης αρρώστησε με πυρετό.
Γρήγορα φάνηκαν σπυριά στο κορμί του.
Γιατρός δεν υπήρχε στο χωριό εκείνο αλλά το αφεντικό του κατάλαβε αμέσως
ότι η αρρώστια του υπηρέτη του ήταν αραποβλογιά και τρόμαξε.
Το χωριό αναστατώθηκε και τον ανάγκασαν να φύγει από το χωριό, τον
έδιωξαν σαν τον σκύλο.
Ο δύστυχος Γιωργάκης κυνηγημένος, πεινασμένος και αξιολύπητος κατέφυγε
σε μια μικρή σπηλιά καταρώμενος τα πάντα και εκεί με φοβερά βάσανα
στερήσεις και πόνους πέθανε.
Το φάντασμά του τότε έγινε τύραννος και βασανιστής της μάνας του.
Όπου πήγαινε η Αντονέλλα έβλεπε μπροστά της το φάντασμα να την κοιτάζει
απειλητικά και εξαγριωμένα.
Την νύχτα το άκουγε να γυρίζει γύρω από το σπίτι της, να μουγκρίζει, να της
χτυπά την πόρτα, να τρέχει στα κεραμίδια, να της μετράει τα βάσανα που
τράβηξε εξαιτίας της και να την καταριέται.
Μέρες και νύχτες περνούσαν χωρίς η σκληρή μάνα να μπορέσει να κοιμηθεί.
Οι πιο στενοί της συγγενείς θέλησαν να την πάρουν στο σπίτι τους, αλλά την
άλλη μέρα αναγκάστηκαν να την διώξουν γιατί όλη νύχτα το σπίτι τους
κουνιότανε σαν από σεισμό και έξω ο βρικόλακας μούγκριζε λες και σηκώθηκε
κάποιος σίφουνας.
Με τον καιρό ο βρικόλακας άπλωσε τα κατορθώματά του σε όλο το νησί.
Τρομαγμένοι οι Παξινοί άκουγαν μουγκρίσματα, κατάρες, χτυπήματα στις
πόρτες τους, τρεχάματα στις στέγες τους, ξεριζώματα δέντρων.
Η κατάσταση αυτή έκανε άνω κάτω όλο το νησί.
Δεν μπορούσαν να ησυχάσουν οι άνθρωποι.
Αποφάσισαν να επικαλεστούν τη βοήθεια του Θεού.
Μαζεύτηκαν όλοι οι παπάδες του χωριού και αφού πρωτύτερα διετάχθη γενική
νηστεία τριών ημερών, τέλεσαν τη θεία λειτουργία και έπειτα μεγάλο αγιασμό.
Στη συνέχεια όλοι οι κάτοικοι, με τους παπάδες, τα εξαπτέρυγα, και τις ιερές
εικόνες, διέτρεξαν όλο το νησί ραντίζοντας και στήνοντας στα σταυροδρόμια
πέτρινους σταυρούς μερικοί από τους οποίους σώζονται ακόμη.
Συγχρόνως κάποιος Σκλαβούνος υπάλληλος της Ενετικής κυβέρνησης στους
Παξούς κάρφωσε στο πάνω μέρος του σπιτιού του βρικόλακα τρία
πλατυκέφαλα καρφιά και διαβεβαίωσε τους κατοίκους ότι μόνο ύστερα από
εκατό χρόνια θα μπορούσε ο βρικόλακας να ξαναφανεί στο νησί.
Έτσι έπαψε το κακό γιατί από εκείνη τη μέρα ο πολυβασανισμένος Γιωργάκης
δεν έδωσε σημείο παρουσίας.
Τα καρφιά που καρφώθηκαν στη πόρτα σώζονταν στη πόρτα του σπιτιού μέχρι
τα 1805 και πολλοί περίμεναν με αγωνία ότι με το πέσιμό τους θα ξαναγύριζε ο βρικόλακας στο νησί.
Τα καρφιά έπεσαν αλλά ο βρικόλακας δεν φάνηκε πουθενά.
Για την Αντονέλλα, την σκληρή αυτή μητέρα, η παράδοση λέει ότι
εγκαταλείφτηκε οριστικά από τον εραστή της και κυνηγημένη νύχτα και μέρα
από το φάντασμα του παιδιού της στο τέλος τρελάθηκε.
Και τρελή με σχισμένα ρούχα έτρεχε στα βουνά και στα περιγιάλια των Παξών
σε ελεεινή και τρισάθλια κατάσταση ώσπου μια μέρα έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε.
Πηγές: Ψυχικαί έρευναι, Έτος 9ο, Τεύχος 10ο, Τόμος 9ος,
Οκτώβριος 1933 σελ. 151-154
https://taxidistoanexigito.blogspot....g-post_29.html
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Ο στρατιωτικός Άρνολντ Πάολε που έγινε βρικόλακας μετά από επίθεση βαμπίρ στην Ελλάδα
H απίθανη πραγματικά ιστορία του Σέρβου βρικόλακα παραμένει μια από τις
ελάχιστες που έχουν καταγραφεί διεξοδικά και αυτή έχει μάλιστα και την
επίρρωση της επιστήμης στις πλάτες της!
Η επανεξέταση της υπόθεσης στους αιώνες που ακολούθησαν όχι μόνο δεν
κατέρριψε τον θρύλο του βρικόλακα, αλλά τον ενίσχυσε κιόλας με έξτρα
αξιοπιστία και ακόμα περισσότερο επιστημονικό κύρος.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Στις αρχές του 18ου αιώνα μια νέα επιδημία χτύπησε τη Νοτιοανατολική Ευρώπη:
η μάστιγα των βρικολάκων!
Παρά το αβίαστο χαμόγελο που προκαλεί σε μας σήμερα μια τέτοια είδηση,
στην εποχή της ήταν πραγματικότατη και αποτελούσε ένα από τα οξύτερα
κοινωνικά προβλήματα, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Τρανσυλβανία.
Οι πολίτες άρχισαν να ξεθάβουν μαζικά σορούς συγχωριανών τους και να τις
παλουκώνουν για να απαλλαγούν από τη μάστιγα των βρικολάκων.
Νεκροζώντανα πλάσματα αναφέρονταν συνεχώς να οργώνουν τους δρόμους
και να επιτίθενται σε ανθρώπους και ο πανικός κατέκλυσε τελικά όλη την
Ευρώπη, με τις μπροσούρες της εποχής να γενικεύουν τον τρόμο στα πέρατα
της Γηραιάς Ηπείρου.
Η ιστορία του Άρνολντ Πάολε, που έγινε γνωστός μετά τον θάνατό του, ήταν
η πλέον τρομακτική κι αυτή που μπήκε τελικά στο μικροσκόπιο της επιστήμης,
με κωμικοτραγικές συνέπειες για τον Ορθό Λόγο και την επιστημοσύνη του καιρού.
Ο Σέρβος στρατιωτικός πέθανε το 1725 σε χωριουδάκι πάνω στις όχθες του ποταμού Μοράβα.
Με το που πέθανε, όλοι στο χωριό τον έβλεπαν συνεχώς μπροστά τους και
σύντομα αναφέρθηκαν και οι πρώτοι θάνατοι που συνδέονταν με την υπερφυσική ύπαρξή του.
Η περίσταση προκάλεσε τέτοια λαϊκή αναταραχή που οι τοπικές Αρχές κάλεσαν
δυο αυστριακούς στρατιωτικούς γιατρούς για να διαλευκάνουν το μυστήριο.
Και τότε έγινε το αδιανόητο: η ιατροδικαστική εξέταση και η τελική έκθεση
των δύο γιατρών επιβεβαίωσαν την ύπαρξη των βαμπίρ!
Ούτε λίγο ούτε πολύ, η επιστημονική ετυμηγορία ισχυριζόταν ότι το νεκρό
σώμα του Πάολε ήταν υπεύθυνο για τον θάνατο τουλάχιστον τεσσάρων ανθρώπων.
Η νεκροψία έδειξε εξάλλου ότι το σώμα του «ήταν άθικτο και χωρίς σημάδια
αποσύνθεσης, με φρέσκο αίμα στα μάτια του, τη μύτη, το στόμα και τα αυτιά».
Με βάση αυτά, η υπόθεση κατέληξε ότι ο Πάολε ήταν βρικόλακας.
Η καρδιά του παλουκώθηκε και η σορός του παραδόθηκε στην πυρά, αν και η
ιστορία του δεν τελειώνει εδώ, μιας και πέντε χρόνια αργότερα άλλοι 17
θάνατοι θα αποδίδονταν στον βαμπιρισμό του Σέρβου!
Όλη η Ευρώπη πίστεψε την ιστορία, ακόμα και το μορφωμένο κοινό, αν και
σήμερα τη θεωρούμε ένα από τα σπαρταριστά -αν και μακάβρια- περιστατικά
των πρώιμων γνώσεων της ανθρωπότητας για τις συνθήκες αποσύνθεσης των πτωμάτων.
Η ιστορία του δημοσιεύτηκε σε επιστημονικές επιθεωρήσεις της Ευρώπης και
ήταν η πρώτη επιβεβαιωμένη περίπτωση αιμοδιψούς βρικόλακα που τρεφόταν
με το αίμα των ζωντανών.
Ακόμα πιο περίεργο είναι το γεγονός ότι ο ίδιος είχε ισχυριστεί, πολύ πριν γίνει
βρικόλακας μεταθανάτια, ότι κατά τη διάρκεια στρατιωτικής αποστολής με τον
στρατό της Αυστροουγγαρίας στην Ελλάδα την άνοιξη του 1724 είχε δεχτεί επίθεση βρικόλακα!
Συνεχίζεται το θέμα....
Ευχαριστώ.
Ο στρατιωτικός Άρνολντ Πάολε που έγινε βρικόλακας μετά από επίθεση βαμπίρ στην Ελλάδα
H απίθανη πραγματικά ιστορία του Σέρβου βρικόλακα παραμένει μια από τις
ελάχιστες που έχουν καταγραφεί διεξοδικά και αυτή έχει μάλιστα και την
επίρρωση της επιστήμης στις πλάτες της!
Η επανεξέταση της υπόθεσης στους αιώνες που ακολούθησαν όχι μόνο δεν
κατέρριψε τον θρύλο του βρικόλακα, αλλά τον ενίσχυσε κιόλας με έξτρα
αξιοπιστία και ακόμα περισσότερο επιστημονικό κύρος.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Στις αρχές του 18ου αιώνα μια νέα επιδημία χτύπησε τη Νοτιοανατολική Ευρώπη:
η μάστιγα των βρικολάκων!
Παρά το αβίαστο χαμόγελο που προκαλεί σε μας σήμερα μια τέτοια είδηση,
στην εποχή της ήταν πραγματικότατη και αποτελούσε ένα από τα οξύτερα
κοινωνικά προβλήματα, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Τρανσυλβανία.
Οι πολίτες άρχισαν να ξεθάβουν μαζικά σορούς συγχωριανών τους και να τις
παλουκώνουν για να απαλλαγούν από τη μάστιγα των βρικολάκων.
Νεκροζώντανα πλάσματα αναφέρονταν συνεχώς να οργώνουν τους δρόμους
και να επιτίθενται σε ανθρώπους και ο πανικός κατέκλυσε τελικά όλη την
Ευρώπη, με τις μπροσούρες της εποχής να γενικεύουν τον τρόμο στα πέρατα
της Γηραιάς Ηπείρου.
Η ιστορία του Άρνολντ Πάολε, που έγινε γνωστός μετά τον θάνατό του, ήταν
η πλέον τρομακτική κι αυτή που μπήκε τελικά στο μικροσκόπιο της επιστήμης,
με κωμικοτραγικές συνέπειες για τον Ορθό Λόγο και την επιστημοσύνη του καιρού.
Ο Σέρβος στρατιωτικός πέθανε το 1725 σε χωριουδάκι πάνω στις όχθες του ποταμού Μοράβα.
Με το που πέθανε, όλοι στο χωριό τον έβλεπαν συνεχώς μπροστά τους και
σύντομα αναφέρθηκαν και οι πρώτοι θάνατοι που συνδέονταν με την υπερφυσική ύπαρξή του.
Η περίσταση προκάλεσε τέτοια λαϊκή αναταραχή που οι τοπικές Αρχές κάλεσαν
δυο αυστριακούς στρατιωτικούς γιατρούς για να διαλευκάνουν το μυστήριο.
Και τότε έγινε το αδιανόητο: η ιατροδικαστική εξέταση και η τελική έκθεση
των δύο γιατρών επιβεβαίωσαν την ύπαρξη των βαμπίρ!
Ούτε λίγο ούτε πολύ, η επιστημονική ετυμηγορία ισχυριζόταν ότι το νεκρό
σώμα του Πάολε ήταν υπεύθυνο για τον θάνατο τουλάχιστον τεσσάρων ανθρώπων.
Η νεκροψία έδειξε εξάλλου ότι το σώμα του «ήταν άθικτο και χωρίς σημάδια
αποσύνθεσης, με φρέσκο αίμα στα μάτια του, τη μύτη, το στόμα και τα αυτιά».
Με βάση αυτά, η υπόθεση κατέληξε ότι ο Πάολε ήταν βρικόλακας.
Η καρδιά του παλουκώθηκε και η σορός του παραδόθηκε στην πυρά, αν και η
ιστορία του δεν τελειώνει εδώ, μιας και πέντε χρόνια αργότερα άλλοι 17
θάνατοι θα αποδίδονταν στον βαμπιρισμό του Σέρβου!
Όλη η Ευρώπη πίστεψε την ιστορία, ακόμα και το μορφωμένο κοινό, αν και
σήμερα τη θεωρούμε ένα από τα σπαρταριστά -αν και μακάβρια- περιστατικά
των πρώιμων γνώσεων της ανθρωπότητας για τις συνθήκες αποσύνθεσης των πτωμάτων.
Η ιστορία του δημοσιεύτηκε σε επιστημονικές επιθεωρήσεις της Ευρώπης και
ήταν η πρώτη επιβεβαιωμένη περίπτωση αιμοδιψούς βρικόλακα που τρεφόταν
με το αίμα των ζωντανών.
Ακόμα πιο περίεργο είναι το γεγονός ότι ο ίδιος είχε ισχυριστεί, πολύ πριν γίνει
βρικόλακας μεταθανάτια, ότι κατά τη διάρκεια στρατιωτικής αποστολής με τον
στρατό της Αυστροουγγαρίας στην Ελλάδα την άνοιξη του 1724 είχε δεχτεί επίθεση βρικόλακα!
Συνεχίζεται το θέμα....
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Συνεχίζω το θέμα.....
Βαμπιρισμός στους αιώνες
Η έλξη του αίματος (ετοιμολογία και ιστορική αναφορά)
Κατ' αρχάς, θα ήθελα να αναφέρω την διαφορά ανάμεσα στις λέξεις "βρυκόλακας" και "βαμπίρ".
Σύμφωνα με την ελληνική φολκλορική παράδοση, βρυκόλακας είναι αυτός ο
οποίος επιστρέφει από τον κόσμο των νεκρών, με κακόβουλες συνήθως προθέσεις.
Η λέξη βρυκόλακας, προέρχεται από τις λέξεις "βούρκος" και "λάκος", όπου
υποδηλώνει την σήψη του σώματος.
Δηλαδή, ο "βρυκόλακας" έχει πιο πολλή σχέση με το γνωστό ζόμπι, παρά με το βαμπίρ.
Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ονομάζεται και βουρκόλακας. Το βαμπίρ,
προέρχεται από τη Ρώσικη λέξη "vampir",όπου "ir" είναι ρήμα και σημαίνει πίνω.
Στις αρχές του 11ου αιώνα έχουμε την πρώτη γραπτή αναφορά στη λέξη, μια
πρώιμη λέξη του vampir, για ένα Ρώσο πρίγκιπα. Upir Lichy: κακό βαμπίρ.
Αλλά ο βαμπιρισμός εμφανίστηκε από πολύ παλιότερα.
Στην αρχαία Ρώμη, πίστευαν ότι μπορούσαν να θεραπεύσουν την επιληψία με
το να δώσουν στον ασθενή να πιει το αίμα ενός σκοτωμένου μονομάχου.
Ο Πλίνιος στο έργο του, Φυσική Ιστορία, έγραψε ότι μερικοί επιληπτικοί
πίστευαν ότι θα είχε καλύτερα αποτελέσματα αν πήγα fbcιναν και έπιναν το
αίμα του μονομάχου τη στιγμή που πέθαινε.
Επίσης υπήρχε η πεποίθηση ότι το αίμα ενός εγκληματία παρέχει προστασία από
ασθένειες και κακοτυχίες.
Το "μυθικό" βαμπίρ : περιγραφή σύμφωνα με τις φολκλορικές παραδόσεις Το
μυθικό βαμπίρ είναι σύμφωνα με τις φολκλορικές παραδόσεις ένα ον, ορατό ή
αόρατο, που προέρχεται από μετενσάρκωση, αφθαρσία ή νεκρανάσταση ενός ανθρώπου.
Το ον αυτό κατέχει μαγικές δυνάμεις, έχει την ικανότητα της μεταμόρφωσης
και επιπλέον κατέχει τεράστια μυϊκή δύναμη.
Μεταμορφωμένο, παρουσιάζεται με τη μορφή λύκου, πιθήκου, ή ακόμα και με
τη μορφή ενός τεράστιου φρικιαστικού ανθρώπου.
Μπορεί να πετάει, και γίνεται ορατό και αόρατο κατά βούληση.
Κατοικεί σε σπηλιές, παλιά σπίτια, παλιά φρέατα κτλ., και λέγεται ότι απομυζεί
το αίμα κάθε ζωντανού όντος, καθώς και τα υγρά των πτωμάτων.
Όποιος έρθει σε επαφή με βαμπίρ, νοσεί από άγνωστη νόσο και πεθαίνει, ενώ
τα πτώματα που χρησιμοποιούνται για τροφή από αυτό, μένουν άφθαρτα.
Σε μερικές περιπτώσεις, τα θύματα των βαμπίρ δεν πεθαίνουν, αλλά γίνονται
βαμπίρ και τα ίδια, διαιωνίζοντας το είδος.
Φυσικά το μυθικό βαμπίρ, υπάρχει μόνο στη σφαίρα της λαϊκής δεισιδαιμονίας.
Το "αληθινό" βαμπίρ : μια συνοπτική επιστημονική εξήγηση Βαμπιρισμός είναι
μια ψυχολογική ασθένεια, κατά την οποία, ο ασθενής πιστεύει ότι με το να
πίνει το αίμα των άλλων, μπορεί να του κλέψει τις δυνάμεις και τις γνώσεις του.
Γραπτή αναφορά γι' αυτήν την ασθένεια υπάρχει πρώτη φορά από αρχαίους Ρωμαίους γιατρούς.
Ο βαμπιρισμός είναι πολύ διαδεδομένος στη λατρεία του σατανισμού.
Πρόσφατο παράδειγμα, η δίκη των δύο νεαρών σατανιστών στη Γερμανία,
όπου παραδέχθηκαν ότι σκότωναν ανθρώπους και τους έπιναν το αίμα.
Το θέμα όμως είναι ένα: δεν τίθεται θέμα υπερφυσικού όντος βαμπίρ, παρά
μόνο του παράφρων βαμπίρ.
Dracula και Elizabeth Barthorv: Δεσμοί αίματος
α) Κόμης Dracula
Αλήθεια, και ποιος δεν ξέρει σήμερα τον Κόμη Dracula, το θρυλικότερο βαμπίρ
όλων των εποχών, που έδρασε το μεσαίωνα στην περιοχή της Τρανσυλβανίας
τρομοκρατώντας τον κόσμο της εποχής ακόμα και με το άκουσμα του ονόματός του;
Ακόμα και σήμερα, πολλοί άνθρωποι αισθάνονται δέος και τρόμο στο άκουσμα
του ονόματος του Κόμη Dracula.
Ποιός ήταν όμως ο πραγματικός Κόμης Dracula;
Για να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους, το βαμπίρ Dracula με τις
υπερφυσικές δυνάμεις και τους μακριούς και μυτερούς κυνόδοντες, που είχε
απομυζήσει το αίμα πολλών ανθρώπων, δεν υπήρξε ποτέ.
Ήταν το δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα BramStoker, που έγραψε
το ομώνυμο βιβλίο.
Ο Vlad Tepes Dracula, όπως ήταν το πραγματικό όνομά του, γεννήθηκε
τον Νοέμβριο του 1431 στο φρούριο του Sighisoara στη Ρουμανία.
Τον καιρό εκείνο, ο πατέρας του, Vlad Dracul, ήταν στρατιωτικός διοικητής της
Τρανσυλβανίας, και ένα χρόνο πιο πριν, είχε εισαχθεί στο Τάγμα του Δράκου, κάτι παρόμοιο με το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών.
Η είσοδος αυτή στο τάγμα έδωσε και το όνομα Dracula:
Οι μπογιάροι της Ρουμανίας που ήξεραν τον Vladκαι την είσοδό του στο Τάγμα,
τον έλεγαν με το όνομα Draculπου στα ρουμανικά σημαίνει δράκος.
Dracula στα ρουμάνικα σημαίνει "Ο ιός του Dracul" (το "a" δηλώνει κτητική).
To1442, o Dracula και ο αδερφός του Radu έπεσαν θύματα απαγωγής και
κρατήθηκαν στην Τουρκία από τον σουλτάνο Murad τον 2ο.
Ο Dracula κρατήθηκε στην Τουρκία μέχρι το 1448, ενώ ο αδερφός του έμεινα εκεί μέχρι το 1467.
Οι Τούρκοι ελευθέρωσαν τον Dracula το 1447, ενημερώνοντάς τον για τη
δολοφονία του πατέρα του από τον Vladislavτον 2ο.
Ο Dracula ανέλαβε το θρόνο της Wallachia το 1456, και κυβέρνησε για 6
χρόνια, κατά τα οποία λέγεται ότι διέπραξε πολλές αγριότητες.
Το Πάσχα του 1456 συνέλαβε τις οικογένειες των μπογιάρων που είχαν
παρευρεθεί στο πριγκιπικό δείπνο, παλούκωσε τους γηραιότερους, και τους
υπόλοιπους τους έβαλε να παρελάσουν από την πρωτεύουσα ως την πόλη του Poenari.
Εκεί όσους επέζησαν, τους έβαλε να του χτίσουν ένα φρούριο στα ερείπια ενός
παλιότερου προμαχώνα, που κοιτούσε στον ποταμό Arges.
Το φρούριο αυτό είναι σε ερείπια σήμερα, και είναι γνωστό ως το Κάστρο
Dracula (άσχετα αν το Κάστρο Branείναι πιο πολυδιαφημισμένο ως το Κάστρο
Dracula, κάτι το οποίο είναι λάθος).
Σύμφωνα με συγγράμματα εποχής, παλούκωνε τους εχθρούς του και τους
εγκληματίες και μάζευε το αίμα τους σε βαζάκια, ενώ έτρωγε άνετος μπροστά
στα πτώματά τους.
Λέγεται ότι χρησιμοποιούσε το αίμα τους για να ξεδιψάσει από το φαγητό.
Επίσης λέγεται ότι έπαιρνε τα μωρά των ειδωλολατρισσών, τα έψηνε και μετά
τα έδινε στις μανάδες τους να τα φάνε!!
Οι Ρουμάνοι βέβαια δεν τα παραδέχονται όλα αυτά, διότι γι' αυτούς ο Dracula
είναι ότι είναι ότι ο Κολοκοτρώνης για εμάς: ένας υπέρμαχος της πατρίδας και
της θρησκείας κατά των Τούρκων.
β) Elizabeth Bathory
Και περνάμε στο όνομα του πραγματικού τρόμου στην μεσαιωνική Ευρώπη.
Το όνομα το οποίο κατάφερε να επισκιάσει ακόμα και τον μέγα Κόμη Dracula
με τις σατανικές πράξεις του.
Το όνομα που αναβίωσε στις καρδιές των ανθρώπων τον τρόμο του βαμπίρ όσο κανένα άλλο, ElizabethBarthory!
Τα εγκλήματα της Ουγγαρέζας κόμισσας Elizabeth Barthory ήταν σατανικά
πέρα από κάθε ανθρώπινη φαντασία.
Όταν ο BramS toker έκανε έρευνες για το βιβλίο του, έπεσε στα χέρια του ένα
βιβλίο, το "Το Βιβλίο Των Λυκανθρώπων" του SabineBaring-Gouldστο οποίο
αναφερόταν τα εγκλήματα της «Ματωμένης Πριγκίπισσας», όπως την
αποκαλούσαν στην Ευρώπη.
Η Barthory έμαθε το πώς να βασανίζει, από τον άντρα της, στρατιωτικό,
(που βασάνιζε Τούρκους αιχμαλώτους).
Μετά από το θάνατο του συζύγου της, φοβούμενη για το δικό της θάνατο,
έγινε σαδίστρια απέναντι στους υπηρέτες της, και προσπάθησε να διατηρήσει
την ομορφιά της με το να κάνει μπάνιο σε αίμα(πιθανώς να προέβαινε στην
πράξη αυτή γιατί πίστευε ότι θα της έφερνε αθανασία ή μακροζωία,).
Έχει αναφερθεί ότι πάγωνε τα πτώματα στα χιόνια, κοντά στο σπίτι της, το
Κάστρο Csejthe, ρίχνοντάς τους κρύο νερό, ενώ ο καιρός ήταν παγωμένος.
Πιστεύεται ότι κάποτε δάγκωνε μπουκιές από το σώμα μιας ζωντανής
υπηρέτριας και ότι ήπιε το αίμα 650 παρθένων κοριτσιών.
Οι υπηρέτες της τα έβγαζαν έξω από το κάστρο τα "αφαιμαγμένα" πτώματα,
δίνοντας τροφή στην φαντασία των χωρικούς, ο οποίοι πίστευαν ότι αυτό είναι
έργο κάποιου βαμπίρ Μερικοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι έχουν δει ακόμα και
σήμερα την Bathoryνα πλανιέται στην πατρίδα της, στα Καρπάθια τα βράδια,
αναζητώντας αίμα!
Επίσης, κάποιοι συγγραφείς πιστεύουν ότι η Ματωμένη Κόμισσα ήταν συγγενής
με τον Dracula από την Ουγγαρέζικη πλευρά της οικογένειάς του.
Βιβλιογραφία:
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, 1953 On-line
μυστικιστική εγκυκλοπαίδεια MYstica,www.themYstica.com
Βιογραφία Dracula και Bartholy,
www.draculascastle.com
Βρυκόλακες, ΕκδόσειςΑρχέτυπο, Αθήνα, 2001
The vampire book, Sabine Baring-Gould, επανάκδοση από την Mithic Press
Worldwide
apo BelmontV
www.metafysiko.gr
https://thesecretrealtruth.blogspot.com/2011/11/blog-post_123.html
Συνεχίζεται το θέμα..
Ευχαριστώ.
Συνεχίζω το θέμα.....
Βαμπιρισμός στους αιώνες
Η έλξη του αίματος (ετοιμολογία και ιστορική αναφορά)
Κατ' αρχάς, θα ήθελα να αναφέρω την διαφορά ανάμεσα στις λέξεις "βρυκόλακας" και "βαμπίρ".
Σύμφωνα με την ελληνική φολκλορική παράδοση, βρυκόλακας είναι αυτός ο
οποίος επιστρέφει από τον κόσμο των νεκρών, με κακόβουλες συνήθως προθέσεις.
Η λέξη βρυκόλακας, προέρχεται από τις λέξεις "βούρκος" και "λάκος", όπου
υποδηλώνει την σήψη του σώματος.
Δηλαδή, ο "βρυκόλακας" έχει πιο πολλή σχέση με το γνωστό ζόμπι, παρά με το βαμπίρ.
Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ονομάζεται και βουρκόλακας. Το βαμπίρ,
προέρχεται από τη Ρώσικη λέξη "vampir",όπου "ir" είναι ρήμα και σημαίνει πίνω.
Στις αρχές του 11ου αιώνα έχουμε την πρώτη γραπτή αναφορά στη λέξη, μια
πρώιμη λέξη του vampir, για ένα Ρώσο πρίγκιπα. Upir Lichy: κακό βαμπίρ.
Αλλά ο βαμπιρισμός εμφανίστηκε από πολύ παλιότερα.
Στην αρχαία Ρώμη, πίστευαν ότι μπορούσαν να θεραπεύσουν την επιληψία με
το να δώσουν στον ασθενή να πιει το αίμα ενός σκοτωμένου μονομάχου.
Ο Πλίνιος στο έργο του, Φυσική Ιστορία, έγραψε ότι μερικοί επιληπτικοί
πίστευαν ότι θα είχε καλύτερα αποτελέσματα αν πήγα fbcιναν και έπιναν το
αίμα του μονομάχου τη στιγμή που πέθαινε.
Επίσης υπήρχε η πεποίθηση ότι το αίμα ενός εγκληματία παρέχει προστασία από
ασθένειες και κακοτυχίες.
Το "μυθικό" βαμπίρ : περιγραφή σύμφωνα με τις φολκλορικές παραδόσεις Το
μυθικό βαμπίρ είναι σύμφωνα με τις φολκλορικές παραδόσεις ένα ον, ορατό ή
αόρατο, που προέρχεται από μετενσάρκωση, αφθαρσία ή νεκρανάσταση ενός ανθρώπου.
Το ον αυτό κατέχει μαγικές δυνάμεις, έχει την ικανότητα της μεταμόρφωσης
και επιπλέον κατέχει τεράστια μυϊκή δύναμη.
Μεταμορφωμένο, παρουσιάζεται με τη μορφή λύκου, πιθήκου, ή ακόμα και με
τη μορφή ενός τεράστιου φρικιαστικού ανθρώπου.
Μπορεί να πετάει, και γίνεται ορατό και αόρατο κατά βούληση.
Κατοικεί σε σπηλιές, παλιά σπίτια, παλιά φρέατα κτλ., και λέγεται ότι απομυζεί
το αίμα κάθε ζωντανού όντος, καθώς και τα υγρά των πτωμάτων.
Όποιος έρθει σε επαφή με βαμπίρ, νοσεί από άγνωστη νόσο και πεθαίνει, ενώ
τα πτώματα που χρησιμοποιούνται για τροφή από αυτό, μένουν άφθαρτα.
Σε μερικές περιπτώσεις, τα θύματα των βαμπίρ δεν πεθαίνουν, αλλά γίνονται
βαμπίρ και τα ίδια, διαιωνίζοντας το είδος.
Φυσικά το μυθικό βαμπίρ, υπάρχει μόνο στη σφαίρα της λαϊκής δεισιδαιμονίας.
Το "αληθινό" βαμπίρ : μια συνοπτική επιστημονική εξήγηση Βαμπιρισμός είναι
μια ψυχολογική ασθένεια, κατά την οποία, ο ασθενής πιστεύει ότι με το να
πίνει το αίμα των άλλων, μπορεί να του κλέψει τις δυνάμεις και τις γνώσεις του.
Γραπτή αναφορά γι' αυτήν την ασθένεια υπάρχει πρώτη φορά από αρχαίους Ρωμαίους γιατρούς.
Ο βαμπιρισμός είναι πολύ διαδεδομένος στη λατρεία του σατανισμού.
Πρόσφατο παράδειγμα, η δίκη των δύο νεαρών σατανιστών στη Γερμανία,
όπου παραδέχθηκαν ότι σκότωναν ανθρώπους και τους έπιναν το αίμα.
Το θέμα όμως είναι ένα: δεν τίθεται θέμα υπερφυσικού όντος βαμπίρ, παρά
μόνο του παράφρων βαμπίρ.
Dracula και Elizabeth Barthorv: Δεσμοί αίματος
α) Κόμης Dracula
Αλήθεια, και ποιος δεν ξέρει σήμερα τον Κόμη Dracula, το θρυλικότερο βαμπίρ
όλων των εποχών, που έδρασε το μεσαίωνα στην περιοχή της Τρανσυλβανίας
τρομοκρατώντας τον κόσμο της εποχής ακόμα και με το άκουσμα του ονόματός του;
Ακόμα και σήμερα, πολλοί άνθρωποι αισθάνονται δέος και τρόμο στο άκουσμα
του ονόματος του Κόμη Dracula.
Ποιός ήταν όμως ο πραγματικός Κόμης Dracula;
Για να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους, το βαμπίρ Dracula με τις
υπερφυσικές δυνάμεις και τους μακριούς και μυτερούς κυνόδοντες, που είχε
απομυζήσει το αίμα πολλών ανθρώπων, δεν υπήρξε ποτέ.
Ήταν το δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα BramStoker, που έγραψε
το ομώνυμο βιβλίο.
Ο Vlad Tepes Dracula, όπως ήταν το πραγματικό όνομά του, γεννήθηκε
τον Νοέμβριο του 1431 στο φρούριο του Sighisoara στη Ρουμανία.
Τον καιρό εκείνο, ο πατέρας του, Vlad Dracul, ήταν στρατιωτικός διοικητής της
Τρανσυλβανίας, και ένα χρόνο πιο πριν, είχε εισαχθεί στο Τάγμα του Δράκου, κάτι παρόμοιο με το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών.
Η είσοδος αυτή στο τάγμα έδωσε και το όνομα Dracula:
Οι μπογιάροι της Ρουμανίας που ήξεραν τον Vladκαι την είσοδό του στο Τάγμα,
τον έλεγαν με το όνομα Draculπου στα ρουμανικά σημαίνει δράκος.
Dracula στα ρουμάνικα σημαίνει "Ο ιός του Dracul" (το "a" δηλώνει κτητική).
To1442, o Dracula και ο αδερφός του Radu έπεσαν θύματα απαγωγής και
κρατήθηκαν στην Τουρκία από τον σουλτάνο Murad τον 2ο.
Ο Dracula κρατήθηκε στην Τουρκία μέχρι το 1448, ενώ ο αδερφός του έμεινα εκεί μέχρι το 1467.
Οι Τούρκοι ελευθέρωσαν τον Dracula το 1447, ενημερώνοντάς τον για τη
δολοφονία του πατέρα του από τον Vladislavτον 2ο.
Ο Dracula ανέλαβε το θρόνο της Wallachia το 1456, και κυβέρνησε για 6
χρόνια, κατά τα οποία λέγεται ότι διέπραξε πολλές αγριότητες.
Το Πάσχα του 1456 συνέλαβε τις οικογένειες των μπογιάρων που είχαν
παρευρεθεί στο πριγκιπικό δείπνο, παλούκωσε τους γηραιότερους, και τους
υπόλοιπους τους έβαλε να παρελάσουν από την πρωτεύουσα ως την πόλη του Poenari.
Εκεί όσους επέζησαν, τους έβαλε να του χτίσουν ένα φρούριο στα ερείπια ενός
παλιότερου προμαχώνα, που κοιτούσε στον ποταμό Arges.
Το φρούριο αυτό είναι σε ερείπια σήμερα, και είναι γνωστό ως το Κάστρο
Dracula (άσχετα αν το Κάστρο Branείναι πιο πολυδιαφημισμένο ως το Κάστρο
Dracula, κάτι το οποίο είναι λάθος).
Σύμφωνα με συγγράμματα εποχής, παλούκωνε τους εχθρούς του και τους
εγκληματίες και μάζευε το αίμα τους σε βαζάκια, ενώ έτρωγε άνετος μπροστά
στα πτώματά τους.
Λέγεται ότι χρησιμοποιούσε το αίμα τους για να ξεδιψάσει από το φαγητό.
Επίσης λέγεται ότι έπαιρνε τα μωρά των ειδωλολατρισσών, τα έψηνε και μετά
τα έδινε στις μανάδες τους να τα φάνε!!
Οι Ρουμάνοι βέβαια δεν τα παραδέχονται όλα αυτά, διότι γι' αυτούς ο Dracula
είναι ότι είναι ότι ο Κολοκοτρώνης για εμάς: ένας υπέρμαχος της πατρίδας και
της θρησκείας κατά των Τούρκων.
β) Elizabeth Bathory
Και περνάμε στο όνομα του πραγματικού τρόμου στην μεσαιωνική Ευρώπη.
Το όνομα το οποίο κατάφερε να επισκιάσει ακόμα και τον μέγα Κόμη Dracula
με τις σατανικές πράξεις του.
Το όνομα που αναβίωσε στις καρδιές των ανθρώπων τον τρόμο του βαμπίρ όσο κανένα άλλο, ElizabethBarthory!
Τα εγκλήματα της Ουγγαρέζας κόμισσας Elizabeth Barthory ήταν σατανικά
πέρα από κάθε ανθρώπινη φαντασία.
Όταν ο BramS toker έκανε έρευνες για το βιβλίο του, έπεσε στα χέρια του ένα
βιβλίο, το "Το Βιβλίο Των Λυκανθρώπων" του SabineBaring-Gouldστο οποίο
αναφερόταν τα εγκλήματα της «Ματωμένης Πριγκίπισσας», όπως την
αποκαλούσαν στην Ευρώπη.
Η Barthory έμαθε το πώς να βασανίζει, από τον άντρα της, στρατιωτικό,
(που βασάνιζε Τούρκους αιχμαλώτους).
Μετά από το θάνατο του συζύγου της, φοβούμενη για το δικό της θάνατο,
έγινε σαδίστρια απέναντι στους υπηρέτες της, και προσπάθησε να διατηρήσει
την ομορφιά της με το να κάνει μπάνιο σε αίμα(πιθανώς να προέβαινε στην
πράξη αυτή γιατί πίστευε ότι θα της έφερνε αθανασία ή μακροζωία,).
Έχει αναφερθεί ότι πάγωνε τα πτώματα στα χιόνια, κοντά στο σπίτι της, το
Κάστρο Csejthe, ρίχνοντάς τους κρύο νερό, ενώ ο καιρός ήταν παγωμένος.
Πιστεύεται ότι κάποτε δάγκωνε μπουκιές από το σώμα μιας ζωντανής
υπηρέτριας και ότι ήπιε το αίμα 650 παρθένων κοριτσιών.
Οι υπηρέτες της τα έβγαζαν έξω από το κάστρο τα "αφαιμαγμένα" πτώματα,
δίνοντας τροφή στην φαντασία των χωρικούς, ο οποίοι πίστευαν ότι αυτό είναι
έργο κάποιου βαμπίρ Μερικοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι έχουν δει ακόμα και
σήμερα την Bathoryνα πλανιέται στην πατρίδα της, στα Καρπάθια τα βράδια,
αναζητώντας αίμα!
Επίσης, κάποιοι συγγραφείς πιστεύουν ότι η Ματωμένη Κόμισσα ήταν συγγενής
με τον Dracula από την Ουγγαρέζικη πλευρά της οικογένειάς του.
Βιβλιογραφία:
Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, 1953 On-line
μυστικιστική εγκυκλοπαίδεια MYstica,www.themYstica.com
Βιογραφία Dracula και Bartholy,
www.draculascastle.com
Βρυκόλακες, ΕκδόσειςΑρχέτυπο, Αθήνα, 2001
The vampire book, Sabine Baring-Gould, επανάκδοση από την Mithic Press
Worldwide
apo BelmontV
www.metafysiko.gr
https://thesecretrealtruth.blogspot.com/2011/11/blog-post_123.html
Συνεχίζεται το θέμα..
Ευχαριστώ.
Παράθεση:
| Το "αληθινό" βαμπίρ : μια συνοπτική επιστημονική εξήγηση Βαμπιρισμός είναι μια ψυχολογική ασθένεια, κατά την οποία, ο ασθενής πιστεύει ότι με το να πίνει το αίμα των άλλων, μπορεί να του κλέψει τις δυνάμεις και τις γνώσεις του. |
Δεν υπάρχει καμία σύντομη επιστημονική εξήγηση για ανοησίες και δεισιδαιμονίες. Προσπάθησε να καταλάβεις ότι άλλο τα επιστημονικά βιβλία και συγγράμματα και άλλο οι σαβουροσελίδες που κάθεσαι και σαπίζεις.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Οι πραγματικές ασθένειες που συνέβαλαν στην εξάπλωση του μύθου για τους βρυκόλακες..
Οι ασθένειες προκαλούσαν φόβο πριν την εμφάνιση της ιατρικής επιστήμης.
Η πανούκλα που είχε πάρει μορφή επιδημίας εμφανίζονταν χωρίς καμία
προειδοποίηση και οδηγούσαν στον θάνατο και στη δυστυχία.
Αλλά δεν ήταν μόνο η πανούκλα.
Και άλλες ασθένειες που μεταδίδονταν από τα ζώα ή μέσω γονιδίων κυρίευαν
τα σώματα των ανθρώπων προκαλώντας διάφορες παθήσεις για τις οποίες δεν
υπήρχε κάποια εξήγηση.
Γι' αυτό και οι άνθρωποι στρέφονταν πάντα στο μεταφυσικό.
Κάποιες από αυτές τις ασθένειες συνέβαλαν στη διάδοση του πιο διαχρονικού
και γνωστού μύθου σε όλους τους πολιτισμούς - αυτόν του βρυκόλακα.
Ο βρυκόλακας, μια φιγούρα ζωντανού-νεκρού, που κάθε βράδυ βγαίνει από
τον τάφο του για να ρουφήξει το αίμα των ζωντανών, εμφανίστηκε από την
εποχή των Αρχαίων Ελλήνων.
Παρά το γεγονός ότι μερικοί από τους πιο παλιούς φιλόσοφους που
θαυμάζουμε μέχρι σήμερα έζησαν μέχρι τα 70 τους, οι αρχαίοι Έλληνες
πίστευαν ότι το προσδόκιμο ζωής ήταν περίπου τα 28χρόνια και αυτό γιατί πριν
τη δημιουργία του αποχετευτικού συστήματος, την κατασκευή του συστήματος
ψύξης, την ανακάλυψη των αντιβιοτικών οι ασθένειες ήταν πιο εύκολο να
μεταδοθούν και οδηγούσαν τους ανθρώπους σε πρόωρο θάνατο.
Αλλά χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα για μια εκτενή μελέτη επί του
φαινομένου, η κοινωνία αιτιολόγησε πολλές ασθένειες κάνοντας στροφή στο μεταφυσικό.
Πάρτε για παράδειγμα τη πορφυρία που προκαλείται από τη συσσώρευση
πορφυρινών μέσα στο σώμα σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα.
Όσοι νοσούν από αυτή την ασθένεια υποφέρουν από φαγούρα, εξανθήματα και
φουσκάλες κάθε φορά που το δέρμα τους εκτίθεται στο φως του ήλιου.
Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις τα ούλα υποχωρούν από τα δόντια, τα σωματικά
απόβλητα παίρνουν μοβ χρώμα, όπως και το αίμα.
Οι επιπτώσεις του φωτός σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να είναι τόσο σοβαρές
ώστε οι πάσχοντες να χάσουν τελικά τα αυτιά και τη μύτη τους, απηχώντας σε
μία πολύ γνωστή φυσιογνωμία από τον χώρο των βαμπίρ, όπως ο Νοσφεράτου.
Οι περισσότεροι από τους πάσχοντες ωστόσο θα εμφανίσουν λιγότερο σοβαρά συμπτώματα από τα προαναφερθέντα.
Το Αμερικανικό Ίδρυμα Πορφυρίας «Desiree Lyon Howe» υποστηρίζει ότι
σήμερα πρέπει να υπάρχουν λιγότερα από 100 τέτοιου είδους περιστατικά σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η συχνότητα τέτοιων σοβαρών περιστατικών στο μεσαίωνα ωστόσο πρέπει να
ήταν μεγαλύτερη σε απομακρυσμένες κοινότητες, που είχαν λιγότερο συχνή
επαφή με τον έξω κόσμο και ως εκ τούτου λιγότερη ποικιλία γονιδίων.
Τα αγροτικά χωριουδάκια και οι αγροικίες στην Τρανσυλβανία, που σήμερα
αποτελεί μέρος της Ρουμανίας συμπεριλαμβάνονται σε αυτές τις απομακρυσμένες κοινότητες.
Και είναι από εκείνο το μέρος της ανατολικής Ευρώπης, όπως η Τρανσυλβανία,
από όπου και άρχισε να διαδίδεται ο μύθος του βρικόλακα και στη συνέχεια εξαπλώθηκε προς τα δυτικά.
Συνεχίζεται...
Ευχαριστώ.
Οι πραγματικές ασθένειες που συνέβαλαν στην εξάπλωση του μύθου για τους βρυκόλακες..
Οι ασθένειες προκαλούσαν φόβο πριν την εμφάνιση της ιατρικής επιστήμης.
Η πανούκλα που είχε πάρει μορφή επιδημίας εμφανίζονταν χωρίς καμία
προειδοποίηση και οδηγούσαν στον θάνατο και στη δυστυχία.
Αλλά δεν ήταν μόνο η πανούκλα.
Και άλλες ασθένειες που μεταδίδονταν από τα ζώα ή μέσω γονιδίων κυρίευαν
τα σώματα των ανθρώπων προκαλώντας διάφορες παθήσεις για τις οποίες δεν
υπήρχε κάποια εξήγηση.
Γι' αυτό και οι άνθρωποι στρέφονταν πάντα στο μεταφυσικό.
Κάποιες από αυτές τις ασθένειες συνέβαλαν στη διάδοση του πιο διαχρονικού
και γνωστού μύθου σε όλους τους πολιτισμούς - αυτόν του βρυκόλακα.
Ο βρυκόλακας, μια φιγούρα ζωντανού-νεκρού, που κάθε βράδυ βγαίνει από
τον τάφο του για να ρουφήξει το αίμα των ζωντανών, εμφανίστηκε από την
εποχή των Αρχαίων Ελλήνων.
Παρά το γεγονός ότι μερικοί από τους πιο παλιούς φιλόσοφους που
θαυμάζουμε μέχρι σήμερα έζησαν μέχρι τα 70 τους, οι αρχαίοι Έλληνες
πίστευαν ότι το προσδόκιμο ζωής ήταν περίπου τα 28χρόνια και αυτό γιατί πριν
τη δημιουργία του αποχετευτικού συστήματος, την κατασκευή του συστήματος
ψύξης, την ανακάλυψη των αντιβιοτικών οι ασθένειες ήταν πιο εύκολο να
μεταδοθούν και οδηγούσαν τους ανθρώπους σε πρόωρο θάνατο.
Αλλά χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα για μια εκτενή μελέτη επί του
φαινομένου, η κοινωνία αιτιολόγησε πολλές ασθένειες κάνοντας στροφή στο μεταφυσικό.
Πάρτε για παράδειγμα τη πορφυρία που προκαλείται από τη συσσώρευση
πορφυρινών μέσα στο σώμα σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα.
Όσοι νοσούν από αυτή την ασθένεια υποφέρουν από φαγούρα, εξανθήματα και
φουσκάλες κάθε φορά που το δέρμα τους εκτίθεται στο φως του ήλιου.
Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις τα ούλα υποχωρούν από τα δόντια, τα σωματικά
απόβλητα παίρνουν μοβ χρώμα, όπως και το αίμα.
Οι επιπτώσεις του φωτός σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να είναι τόσο σοβαρές
ώστε οι πάσχοντες να χάσουν τελικά τα αυτιά και τη μύτη τους, απηχώντας σε
μία πολύ γνωστή φυσιογνωμία από τον χώρο των βαμπίρ, όπως ο Νοσφεράτου.
Οι περισσότεροι από τους πάσχοντες ωστόσο θα εμφανίσουν λιγότερο σοβαρά συμπτώματα από τα προαναφερθέντα.
Το Αμερικανικό Ίδρυμα Πορφυρίας «Desiree Lyon Howe» υποστηρίζει ότι
σήμερα πρέπει να υπάρχουν λιγότερα από 100 τέτοιου είδους περιστατικά σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η συχνότητα τέτοιων σοβαρών περιστατικών στο μεσαίωνα ωστόσο πρέπει να
ήταν μεγαλύτερη σε απομακρυσμένες κοινότητες, που είχαν λιγότερο συχνή
επαφή με τον έξω κόσμο και ως εκ τούτου λιγότερη ποικιλία γονιδίων.
Τα αγροτικά χωριουδάκια και οι αγροικίες στην Τρανσυλβανία, που σήμερα
αποτελεί μέρος της Ρουμανίας συμπεριλαμβάνονται σε αυτές τις απομακρυσμένες κοινότητες.
Και είναι από εκείνο το μέρος της ανατολικής Ευρώπης, όπως η Τρανσυλβανία,
από όπου και άρχισε να διαδίδεται ο μύθος του βρικόλακα και στη συνέχεια εξαπλώθηκε προς τα δυτικά.
Συνεχίζεται...
Ευχαριστώ.
Συνέχεια του θέματος.
Ο συγγραφέας Ρότζερ Λουκχαρστ, που επιμελήθηκε την επανέκδοση του βιβλίου
του Δράκουλα, του Μπαμ Στόκερ, από τις Oxford World’s Classic’s εξέτασε τις
συνθήκες κάτω από τις οποίες ο μύθος απέκτησε φήμη στις αρχές του 18ου αιώνα.
Η πρώτη αναφορά της λέξης βαμπίρ στα αγγλικά έγινε το 1730, στις
εφημερίδες που ανέφεραν πληροφορίες για σώματα που έβγαιναν από τον
τάφο και είχαν φρέσκο αίμα γύρω από το στόμα τους.
Στα ρεπορτάζ τους επισήμαιναν ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες
μεταφέρθηκαν σε αυτούς από αγρότες, αλλά τόνιζαν ωστόσο ότι τους ακούγονταν αληθινές.
Όταν διάφορες ασθενείς έπληξαν αυτές τις αγροτικές περιοχές, όπως η
πανούκλα, τα βοοειδή ζώα πέθαιναν και τότε όλοι θεωρούσαν ότι τα ζόμπι
καιροφυλακτούν για τους ζωντανούς.
Συχνά το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να ψάχνουν τον τάφο του
τελευταίου ατόμου που είχε πεθάνει στο χωριό.
Και αυτή είναι ακόμη μία απόδειξη που φανερώνει το πόσο πρώιμη ήταν η
ιατρική επιστήμη εκείνα τα χρόνια, αφού οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να
αποδείξουν 100% με επιχειρήματα ότι ένα άτομο έχει πεθάνει.
Ασθένειες, όπως η καταληψία, που υποβάλλει τους ανθρώπους σε μία
κατατονική κατάσταση τόσο βαθιά που ο παλμός τους είναι δύσκολο να γίνει
αντιληπτός, αποδεικνύουν ότι εκείνη την εποχή κάποιοι άνθρωποι θάφτηκαν ζωντανοί.
Όταν ξυπνούσαν μερικοί συμπεριφέρονταν σαν τρελοί από τον φόβο τους και
την πείνα που ένιωθαν και αυτό αποτελεί μια εξήγηση για το λόγο που
ενδεχομένως μερικοί από αυτούς εμφανίζονταν με φρέσκο αίμα γύρω από το στόμα τους.
Οι περισσότεροι από τους χωρικούς κρατούσαν τα ζώα τα οποία δεν ήταν εμβολιασμένα.
Και ήταν εκείνη επίσης την περίοδο που εμφανίστηκε η λύσσα.
Μια νόσος που χαρακτηρίζεται από την αποστροφή για το φως και το νερό,
την επιθετικότητα, το δάγκωμα και το παραλήρημα.
«Η λύσσα σχετίστηκε με τον μύθο του λυκανθρώπου», λέει ο Λουκχαρστ.
«Υπήρχε ένας μύθος που προειδοποιούσε τους ανθρώπους έτσι ώστε να μην
έρχονται σε επαφή με τα ζώα και να στρέφονται περισσότερο προς την ανθρωπότητα», συνεχίζει.
Η απομόνωση αυτών των κοινοτήτων από πολιτισμένες πόλεις όπως το Παρίσι
και το Λονδίνο είχε άλλες επιπτώσεις.
«Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν διατροφική ποικιλία και ειδικά όσοι ζούσαν στα βουνά υπέφεραν συχνά από βρογχοκήλη.
Η έλλειψη θρεπτικών συστατικών, όχι μόνο έκανε τους ανθρώπους πιο
επιρρεπείς σε διάφορες ασθένειες αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις επιδείνωσε
τους ήδη υπάρχοντες κρυμμένους κινδύνους που υπήρχαν στα γονίδιά τους»
προσθέτει ο συγγραφέας.
«Η λειτουργία λοιπόν που επιτέλεσαν οι ιστορίες για βαμπίρ στους ανθρώπους
του 18ου αιώνα που ζούσαν στο Λονδίνο και στο Παρίσι ήταν να τους
υπενθυμίζουν πόσο πολιτισμένοι και προχωρημένοι είναι σε σχέση με τους
δεισιδαίμονες καθολικούς αγρότες που ζούσαν στα σύνορα της Ευρώπης».
«Είναι ενδιαφέρον ωστόσο ότι πολλοί πολιτισμοί σε όλον τον κόσμο, με
διαφορετικό κάθε φορά τρόπο και περιεχόμενο μοιράστηκαν τον μύθο των ζωντανών νεκρών.
Από το manananggal στις Φιλιππίνες και το peuchen της Χιλής, το Baobhan
Sith της Σκωτίας και το Yara-ma-yha-who των ιθαγενών της Αυστραλίας ο
μύθος του βρικόλακα επικρατούσε παντού.
Ουσιαστικά ο μύθος του βαμπίρ δεν προήλθε μόνο από τις πραγματικές
ασθένειες, αλλά και από την ανάγκη να εξηγήσουν οι άνθρωποι κάτι που ήταν
εκτός των σπιτιών τους.
Ακόμη και στη Νότια Αμερική, οι Ίνκας πίστευαν ότι τα βαμπίρ προέρχονταν από τις ερημιές.
Τα βαμπίρ φαίνονται ότι αποτέλεσαν το κατάλληλο «όχημα» όχι μόνο για να
εξηγήσουν κάποιες ασθένεια αλλά και καθετί περίεργο που συνέβαινε εκείνα τα χρόνια.
Πηγές: https://www.huffingtonpost.gr/entry/...es_gr_12727802
BBC
Ευχαριστώ.
Ο συγγραφέας Ρότζερ Λουκχαρστ, που επιμελήθηκε την επανέκδοση του βιβλίου
του Δράκουλα, του Μπαμ Στόκερ, από τις Oxford World’s Classic’s εξέτασε τις
συνθήκες κάτω από τις οποίες ο μύθος απέκτησε φήμη στις αρχές του 18ου αιώνα.
Η πρώτη αναφορά της λέξης βαμπίρ στα αγγλικά έγινε το 1730, στις
εφημερίδες που ανέφεραν πληροφορίες για σώματα που έβγαιναν από τον
τάφο και είχαν φρέσκο αίμα γύρω από το στόμα τους.
Στα ρεπορτάζ τους επισήμαιναν ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες
μεταφέρθηκαν σε αυτούς από αγρότες, αλλά τόνιζαν ωστόσο ότι τους ακούγονταν αληθινές.
Όταν διάφορες ασθενείς έπληξαν αυτές τις αγροτικές περιοχές, όπως η
πανούκλα, τα βοοειδή ζώα πέθαιναν και τότε όλοι θεωρούσαν ότι τα ζόμπι
καιροφυλακτούν για τους ζωντανούς.
Συχνά το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να ψάχνουν τον τάφο του
τελευταίου ατόμου που είχε πεθάνει στο χωριό.
Και αυτή είναι ακόμη μία απόδειξη που φανερώνει το πόσο πρώιμη ήταν η
ιατρική επιστήμη εκείνα τα χρόνια, αφού οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να
αποδείξουν 100% με επιχειρήματα ότι ένα άτομο έχει πεθάνει.
Ασθένειες, όπως η καταληψία, που υποβάλλει τους ανθρώπους σε μία
κατατονική κατάσταση τόσο βαθιά που ο παλμός τους είναι δύσκολο να γίνει
αντιληπτός, αποδεικνύουν ότι εκείνη την εποχή κάποιοι άνθρωποι θάφτηκαν ζωντανοί.
Όταν ξυπνούσαν μερικοί συμπεριφέρονταν σαν τρελοί από τον φόβο τους και
την πείνα που ένιωθαν και αυτό αποτελεί μια εξήγηση για το λόγο που
ενδεχομένως μερικοί από αυτούς εμφανίζονταν με φρέσκο αίμα γύρω από το στόμα τους.
Οι περισσότεροι από τους χωρικούς κρατούσαν τα ζώα τα οποία δεν ήταν εμβολιασμένα.
Και ήταν εκείνη επίσης την περίοδο που εμφανίστηκε η λύσσα.
Μια νόσος που χαρακτηρίζεται από την αποστροφή για το φως και το νερό,
την επιθετικότητα, το δάγκωμα και το παραλήρημα.
«Η λύσσα σχετίστηκε με τον μύθο του λυκανθρώπου», λέει ο Λουκχαρστ.
«Υπήρχε ένας μύθος που προειδοποιούσε τους ανθρώπους έτσι ώστε να μην
έρχονται σε επαφή με τα ζώα και να στρέφονται περισσότερο προς την ανθρωπότητα», συνεχίζει.
Η απομόνωση αυτών των κοινοτήτων από πολιτισμένες πόλεις όπως το Παρίσι
και το Λονδίνο είχε άλλες επιπτώσεις.
«Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν διατροφική ποικιλία και ειδικά όσοι ζούσαν στα βουνά υπέφεραν συχνά από βρογχοκήλη.
Η έλλειψη θρεπτικών συστατικών, όχι μόνο έκανε τους ανθρώπους πιο
επιρρεπείς σε διάφορες ασθένειες αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις επιδείνωσε
τους ήδη υπάρχοντες κρυμμένους κινδύνους που υπήρχαν στα γονίδιά τους»
προσθέτει ο συγγραφέας.
«Η λειτουργία λοιπόν που επιτέλεσαν οι ιστορίες για βαμπίρ στους ανθρώπους
του 18ου αιώνα που ζούσαν στο Λονδίνο και στο Παρίσι ήταν να τους
υπενθυμίζουν πόσο πολιτισμένοι και προχωρημένοι είναι σε σχέση με τους
δεισιδαίμονες καθολικούς αγρότες που ζούσαν στα σύνορα της Ευρώπης».
«Είναι ενδιαφέρον ωστόσο ότι πολλοί πολιτισμοί σε όλον τον κόσμο, με
διαφορετικό κάθε φορά τρόπο και περιεχόμενο μοιράστηκαν τον μύθο των ζωντανών νεκρών.
Από το manananggal στις Φιλιππίνες και το peuchen της Χιλής, το Baobhan
Sith της Σκωτίας και το Yara-ma-yha-who των ιθαγενών της Αυστραλίας ο
μύθος του βρικόλακα επικρατούσε παντού.
Ουσιαστικά ο μύθος του βαμπίρ δεν προήλθε μόνο από τις πραγματικές
ασθένειες, αλλά και από την ανάγκη να εξηγήσουν οι άνθρωποι κάτι που ήταν
εκτός των σπιτιών τους.
Ακόμη και στη Νότια Αμερική, οι Ίνκας πίστευαν ότι τα βαμπίρ προέρχονταν από τις ερημιές.
Τα βαμπίρ φαίνονται ότι αποτέλεσαν το κατάλληλο «όχημα» όχι μόνο για να
εξηγήσουν κάποιες ασθένεια αλλά και καθετί περίεργο που συνέβαινε εκείνα τα χρόνια.
Πηγές: https://www.huffingtonpost.gr/entry/...es_gr_12727802
BBC
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Μία μαρτυρία για την ύπαρξη βρυκολάκων υπάρχει στο έργο του Φιλόστρατου
που αναφέρεται στη ζωή του Απολλώνιου Τυανέα....
(Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον, βιβλίον 4, παράγραφος 25).
Στο έργο του αυτό ο Φιλόστρατος κάνει λόγο για μία λάμια, ή μορμολυκία
όπως αλλιώς λέγεται, έναν θηλυκό βρυκόλακα με ερπετοειδή χαρακτηριστικά:
«Έτυχε εκείνο τον καιρό στην Κόρινθο να ασχολείται με τη φιλοσοφία ο
Δημήτριος, ένας άνδρας που είχε συμπεριλάβει στη φιλοσοφία του όλη τη
δύναμη των Κυνικών.
Σ’ αυτόν αργότερα αναφέρθηκε ο Φαβωρίνος σε πολλά έργα με πολύ καλά λόγια.
Όταν συνάντησε τον Απολλώνιο, έπαθε αυτό που είχε πάθει ο Αντισθένης όταν
γνώρισε τη σοφία του Σωκράτη.
Έτσι τον ακολούθησε και έγινε μαθητής του και υποστηρικτής των λόγων του.
Τους πιο σημαντικούς από τους μαθητές του τους έκανε οπαδούς του Απολλώνιου.
Μεταξύ αυτών ήταν και ο Μένιππος ο Λύκιος, άνδρας είκοσι πέντε ετών, με
ορθή κρίση και ωραίο σώμα, με εμφάνιση αθλητή όμορφου και ευγενούς.
Οι περισσότεροι πίστευαν ότι τον Μένιππο τον είχε ερωτευτεί μία ξένη γυναίκα,
γυναίκα όμορφη, κατά τα φαινόμενα, και αρκετά κομψή, λεγόταν μάλιστα πως ήταν και πλούσια.
Ωστόσο τίποτα από αυτά δεν ήταν αλήθεια, παρά μόνο έτσι φαίνονταν.
Διότι μία μέρα, καθώς προχωρούσε ο Μένιππος στον δρόμο προς τις Κεγχριές,
συνάντησε ένα φάσμα που έγινε γυναίκα και τον έπιασε λέγοντάς του ότι τον αγαπάει από παλιά.
Του είπε ακόμα ότι είναι Φοίνισσα και κατοικεί στο τάδε προάστιο της Κορίνθου.
«Αν έρθεις εκεί», του είπε, «το βράδι, θα σου τραγουδήσω, θα σου δώσω
κρασί που όμοιό του δεν έχεις πιεί, κανένας αντεραστής δεν θα σε ενοχλήσει
και θα ζήσουμε μαζί, όμορφος εσύ μ’ εμένα την όμορφη».
Ο νέος, που ήταν σθεναρός φιλόσοφος αλλά είχε μικρά όρια αντίστασης στον
έρωτα, παρασύρθηκε από αυτά, πήγε εκείνο το βράδυ και συνέχισε να
πηγαίνει, ως εραστής της, χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι πρόκειται για φάσμα.
Ο Απολλώνιος κοίταξε τον νέο προσεκτικά σαν γλύπτης, τον παρατηρούσε και
τον σκιαγραφούσε και, όταν κατανόησε τον χαρακτήρα του, του είπε,
«Εσύ ο καλός, που σε λαχταρούν καλές γυναίκες, ζεσταίνεις φίδι και φίδι ζεσταίνει εσένα».
Ο Μένιππος φάνηκε να απορεί και ο Απολλώνιος του εξήγησε....
«Αυτή τη γυναίκα δεν μπορείς να την παντρευτείς.
Τί; Νομίζεις πως είναι ερωτευμένη μαζί σου;»
«Ναι, μα τον Δία», απάντησε, «τουλάχιστον έτσι μου φέρεται».
«Και θα την παντρευόσουνα;» Ρώτησε.
«Θα ήταν ωραίο να παντρευτώ κάποια που με αγαπάει».
«Πότε θα γίνουν οι γάμοι;» Ρώτησε.
«Σύντομα, μπορεί και αύριο», απάντησε.
Ο Απολλώνιος περίμενε ως την ώρα του γαμήλιου δείπνου και τότε στάθηκε
μπροστά από τους καλεσμένους, που μόλις είχαν φτάσει, και είπε,
«Πού είναι αυτή η χαριτωμένη, που για χάρη της ήρθατε;»
«Εδώ’», είπε ο Μένιππος και την ίδια στιγμή σηκώθηκε κατακόκκινος.
Ο Απολλώνιος ρώτησε,.....
«Τίνος από σας είναι ο χρυσός και το ασήμι και όλα τα υπόλοιπα με τα οποία στολίστηκε ο ανδρώνας;»
«Της γυναίκας», είπε ο Μένιππος, «τα δικά μου υπάρχοντα είναι μόνο αυτά».
Λέγοντας αυτά, έδειξε το ευτελές πανωφόρι του.
Ο Απολλώνιος είπε,
«Γνωρίζετε για τους κήπους του Ταντάλου ότι, ενώ υπάρχουν, δεν υπάρχουν;»
«Από τον `Ομηρο», είπαν, «γιατί βέβαια δεν κατεβήκαμε στον `Αδη».
«Αυτή την άποψη», είπε ο Απολλώνιος....
πρέπει να έχετε και για τούτον εδώ τον στολισμό, γιατί δεν είναι ύλη αλλά ιδέα της ύλης.
Για να καταλάβετε τί λέω, αυτή η ενάρετη νύφη είναι μία από αυτά τα στοιχειά
που οι περισσότεροι τα θεωρούν λάμιες και μορμολυκίες.
Ερωτεύονται ανθρώπους και αφιερώνονται στις ερωτικές απολαύσεις, αλλά πιο
πολύ αγαπούν την ανθρώπινη σάρκα και με τις ηδονές καταβάλλουν αυτούς
που θέλουν να φάνε.
Τότε η νύφη είπε.....
«Σταμάτα τις άσχημες κουβέντες σου και φύγε», και φαινόταν αηδιασμένη με αυτά που άκουγε.
Παράλληλα ήταν έτοιμη να κοροϊδέψει τους φιλόσοφους γιατί τάχα λένε πάντα ανοησίες.
‘Οταν όμως τα χρυσά ποτήρια και τα ψεύτικα ασήμια αποδείχτηκαν άνεμος και
πέταξαν όλα από τα μάτια τους, εξαφανίστηκαν και οι οινοχόοι και οι μάγειροι
κι όλοι γενικά οι δούλοι με τις κατηγορίες του Απολλώνιου, το φάσμα
φαινόταν δακρυσμένο και τον παρακαλούσε να μην το βασανίσει ούτε να το
αναγκάσει να ομολογήσει τί πραγματικά ήταν.
Κάτω όμως από την επιμονή του Απολλώνιου ομολόγησε ότι είναι στοιχειό και
χορταίνει τον Μένιππο με ηδονές για να του φάει το σώμα.
Θεωρούσε ωφέλιμο να τρέφεται με νέα και γερά κορμιά, επειδή το αίμα τους είναι άβλαβο και καθαρό.
Με όλα αυτά δείχνει πως (κάποιοι Βρικόλακες/Βαμπίρ ή οτιδήποτε άλλο ) που τρέφεται
με αίμα και έχει την δυνατότητα να προκαλεί και παραισθήσεις ώστε να παρασύρει τα θύματά τους...
Επίσης βλέπουμε για μια άλλη φορά την προτίμηση σε νεα άτομα υγιεί και νέα
που το αίμα είναι άβλαβο και υγιές....
Το απόσπασμα από τον Φιλόστρατου που αναφέρεται στη ζωή του
Απολλώνιου Τυανέα το βρήκα από έργο Μυθολογίες και οι Θρησκείες του Μιχάλη Μπατή....
Ευχαριστώ.
Μία μαρτυρία για την ύπαρξη βρυκολάκων υπάρχει στο έργο του Φιλόστρατου
που αναφέρεται στη ζωή του Απολλώνιου Τυανέα....
(Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον, βιβλίον 4, παράγραφος 25).
Στο έργο του αυτό ο Φιλόστρατος κάνει λόγο για μία λάμια, ή μορμολυκία
όπως αλλιώς λέγεται, έναν θηλυκό βρυκόλακα με ερπετοειδή χαρακτηριστικά:
«Έτυχε εκείνο τον καιρό στην Κόρινθο να ασχολείται με τη φιλοσοφία ο
Δημήτριος, ένας άνδρας που είχε συμπεριλάβει στη φιλοσοφία του όλη τη
δύναμη των Κυνικών.
Σ’ αυτόν αργότερα αναφέρθηκε ο Φαβωρίνος σε πολλά έργα με πολύ καλά λόγια.
Όταν συνάντησε τον Απολλώνιο, έπαθε αυτό που είχε πάθει ο Αντισθένης όταν
γνώρισε τη σοφία του Σωκράτη.
Έτσι τον ακολούθησε και έγινε μαθητής του και υποστηρικτής των λόγων του.
Τους πιο σημαντικούς από τους μαθητές του τους έκανε οπαδούς του Απολλώνιου.
Μεταξύ αυτών ήταν και ο Μένιππος ο Λύκιος, άνδρας είκοσι πέντε ετών, με
ορθή κρίση και ωραίο σώμα, με εμφάνιση αθλητή όμορφου και ευγενούς.
Οι περισσότεροι πίστευαν ότι τον Μένιππο τον είχε ερωτευτεί μία ξένη γυναίκα,
γυναίκα όμορφη, κατά τα φαινόμενα, και αρκετά κομψή, λεγόταν μάλιστα πως ήταν και πλούσια.
Ωστόσο τίποτα από αυτά δεν ήταν αλήθεια, παρά μόνο έτσι φαίνονταν.
Διότι μία μέρα, καθώς προχωρούσε ο Μένιππος στον δρόμο προς τις Κεγχριές,
συνάντησε ένα φάσμα που έγινε γυναίκα και τον έπιασε λέγοντάς του ότι τον αγαπάει από παλιά.
Του είπε ακόμα ότι είναι Φοίνισσα και κατοικεί στο τάδε προάστιο της Κορίνθου.
«Αν έρθεις εκεί», του είπε, «το βράδι, θα σου τραγουδήσω, θα σου δώσω
κρασί που όμοιό του δεν έχεις πιεί, κανένας αντεραστής δεν θα σε ενοχλήσει
και θα ζήσουμε μαζί, όμορφος εσύ μ’ εμένα την όμορφη».
Ο νέος, που ήταν σθεναρός φιλόσοφος αλλά είχε μικρά όρια αντίστασης στον
έρωτα, παρασύρθηκε από αυτά, πήγε εκείνο το βράδυ και συνέχισε να
πηγαίνει, ως εραστής της, χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι πρόκειται για φάσμα.
Ο Απολλώνιος κοίταξε τον νέο προσεκτικά σαν γλύπτης, τον παρατηρούσε και
τον σκιαγραφούσε και, όταν κατανόησε τον χαρακτήρα του, του είπε,
«Εσύ ο καλός, που σε λαχταρούν καλές γυναίκες, ζεσταίνεις φίδι και φίδι ζεσταίνει εσένα».
Ο Μένιππος φάνηκε να απορεί και ο Απολλώνιος του εξήγησε....
«Αυτή τη γυναίκα δεν μπορείς να την παντρευτείς.
Τί; Νομίζεις πως είναι ερωτευμένη μαζί σου;»
«Ναι, μα τον Δία», απάντησε, «τουλάχιστον έτσι μου φέρεται».
«Και θα την παντρευόσουνα;» Ρώτησε.
«Θα ήταν ωραίο να παντρευτώ κάποια που με αγαπάει».
«Πότε θα γίνουν οι γάμοι;» Ρώτησε.
«Σύντομα, μπορεί και αύριο», απάντησε.
Ο Απολλώνιος περίμενε ως την ώρα του γαμήλιου δείπνου και τότε στάθηκε
μπροστά από τους καλεσμένους, που μόλις είχαν φτάσει, και είπε,
«Πού είναι αυτή η χαριτωμένη, που για χάρη της ήρθατε;»
«Εδώ’», είπε ο Μένιππος και την ίδια στιγμή σηκώθηκε κατακόκκινος.
Ο Απολλώνιος ρώτησε,.....
«Τίνος από σας είναι ο χρυσός και το ασήμι και όλα τα υπόλοιπα με τα οποία στολίστηκε ο ανδρώνας;»
«Της γυναίκας», είπε ο Μένιππος, «τα δικά μου υπάρχοντα είναι μόνο αυτά».
Λέγοντας αυτά, έδειξε το ευτελές πανωφόρι του.
Ο Απολλώνιος είπε,
«Γνωρίζετε για τους κήπους του Ταντάλου ότι, ενώ υπάρχουν, δεν υπάρχουν;»
«Από τον `Ομηρο», είπαν, «γιατί βέβαια δεν κατεβήκαμε στον `Αδη».
«Αυτή την άποψη», είπε ο Απολλώνιος....
πρέπει να έχετε και για τούτον εδώ τον στολισμό, γιατί δεν είναι ύλη αλλά ιδέα της ύλης.
Για να καταλάβετε τί λέω, αυτή η ενάρετη νύφη είναι μία από αυτά τα στοιχειά
που οι περισσότεροι τα θεωρούν λάμιες και μορμολυκίες.
Ερωτεύονται ανθρώπους και αφιερώνονται στις ερωτικές απολαύσεις, αλλά πιο
πολύ αγαπούν την ανθρώπινη σάρκα και με τις ηδονές καταβάλλουν αυτούς
που θέλουν να φάνε.
Τότε η νύφη είπε.....
«Σταμάτα τις άσχημες κουβέντες σου και φύγε», και φαινόταν αηδιασμένη με αυτά που άκουγε.
Παράλληλα ήταν έτοιμη να κοροϊδέψει τους φιλόσοφους γιατί τάχα λένε πάντα ανοησίες.
‘Οταν όμως τα χρυσά ποτήρια και τα ψεύτικα ασήμια αποδείχτηκαν άνεμος και
πέταξαν όλα από τα μάτια τους, εξαφανίστηκαν και οι οινοχόοι και οι μάγειροι
κι όλοι γενικά οι δούλοι με τις κατηγορίες του Απολλώνιου, το φάσμα
φαινόταν δακρυσμένο και τον παρακαλούσε να μην το βασανίσει ούτε να το
αναγκάσει να ομολογήσει τί πραγματικά ήταν.
Κάτω όμως από την επιμονή του Απολλώνιου ομολόγησε ότι είναι στοιχειό και
χορταίνει τον Μένιππο με ηδονές για να του φάει το σώμα.
Θεωρούσε ωφέλιμο να τρέφεται με νέα και γερά κορμιά, επειδή το αίμα τους είναι άβλαβο και καθαρό.
Με όλα αυτά δείχνει πως (κάποιοι Βρικόλακες/Βαμπίρ ή οτιδήποτε άλλο ) που τρέφεται
με αίμα και έχει την δυνατότητα να προκαλεί και παραισθήσεις ώστε να παρασύρει τα θύματά τους...
Επίσης βλέπουμε για μια άλλη φορά την προτίμηση σε νεα άτομα υγιεί και νέα
που το αίμα είναι άβλαβο και υγιές....
Το απόσπασμα από τον Φιλόστρατου που αναφέρεται στη ζωή του
Απολλώνιου Τυανέα το βρήκα από έργο Μυθολογίες και οι Θρησκείες του Μιχάλη Μπατή....
Ευχαριστώ.
Φίλοι μου καλησπέρα σας.
Οι Βρυκόλακες στα χρόνια του Βυζαντίου…
Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς υπήρξε ένας από τους κορυφαίους
Έλληνες λόγιους των τελών του 19ου αιώνα.
Ήταν εξέχων Βυζαντινολόγος και Πανεπιστημιακός, υφηγητής της Μεσαιωνικής
και Νεοελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης.
Το πόνημα που ακολουθεί, φέρει την υπογραφή του.
Η δεισιδαιμονική πεποίθηση για την ύπαρξη των Βρυκολάκων ανάγεται σε χρόνους αρχαιότατους.
Ο Αδαμάντιος Κοραής, σε διάφορες γραμματειακές του πραγματείες, απέδειξε
ότι η λέξη “Βορβόλακας” παράγεται από τη “Μορμολύκη”, κατά μετάπτωση και
των δυο “μ” σε “β”, όπως συνέβη, άλλωστε, και σε πολλές άλλες λέξεις της
ελληνικής γλώσσας.
Η “Μορμολύκη”, η λύκαινα Μορμώ, ήταν κι αυτή ένα φόβητρο για τα παιδιά
των αρχαίων, όπως και η Λάμια.
Θεωρούνταν τροφός του Αχέροντα, του θεού ποταμού του Κάτω Κόσμου.
Επομένως, η Μορμολύκη σχετιζόταν με τον κόσμο των νεκρών και των φαντασμάτων.
Επίσης, μορμολύκειον ονομαζόταν και το τρομακτικό προσωπείο, που
έφτιαχναν οι πρόγονοί μας, με σκοπό να φοβίζουν τα άτακτα παιδιά.
Κατά συνέπεια, μορμολύκεια αποκλήθηκαν γενικά τα προσωπεία των τραγωδών.
Πολλοί νεότεροι μυθογράφοι, αγνοώντας την πλουσιότατη ιστορία των
αρχαίων ελληνικών δεισιδαιμονιών, θεώρησαν ότι ο Βρυκόλακας ήταν ένα πολύ κατοπινό δημιούργημα.
Ο έγκριτος μυθογράφος Alfred Maury, διατρανώνοντας αυτήν την άστοχη
άποψη, προσπάθησε να αποδείξει ότι η παράδοση περί βρυκολάκων επικράτησε
στην Ευρώπη από τον 17ο αιώνα και μετά και ότι όφειλε την καταγωγή της
στους Σλάβους, από τους οποίους διαδόθηκε εν συνεχεία και στους υπόλοιπους λαούς.
Φρονούσε ότι η λέξη “βουρκόλακας” (βούρκος και λάκκος) παραγόταν από τη
σλαβική “vukorlak”, από παραφθορά της λέξης “oupire”, που σήμαινε “βδέλλα”.
Αλλά, ο ελλόγιμος καθηγητής Αντώνιος Καραγιάννης, ο οποίος συνέταξε
αξιολογότατο επιστημονικό έργο περί των ελληνικών δεισιδαιμονιών, κατέδειξε
το σαθρό υπόβαθρο του σκεπτικού του Alfred Maury και απέδειξε ότι η
δεισιδαιμονία αυτή είναι αρχαιότατη και ελληνικότατη.
Αυτή ακριβώς η πρόληψη των αρχαίων Ελλήνων παρέμεινε αναλλοίωτη και στα Βυζαντινά Χρόνια.
Μάλιστα, οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τους Βρυκόλακες “καταχθόνιους”, όπως
αναγράφονταν σε πληθώρα ανέκδοτων χειρόγραφων νομοκανόνων.
Οι νομοκανόνες αυτοί, των οποίων σχεδόν όλες οι αξιόλογες βιβλιοθήκες του
κόσμου περιέχουν αντίτυπα, διασώθηκαν από τους ακατάβλητους Βυζαντινούς
συγγραφείς, εκκλησιαστικών και νομικών έργων.
Το επόμενο εδάφιο ανήκει στο υπ’ αριθμό Β-25 χειρόγραφο της Βιβλιοθήκης
της Ευαγγελικής Σχολής, στη Σμύρνη, με τίτλο “Περί των καιόντων τους Βουρκολάκους”,
στο οποίο περιληπτικά αναφέρονταν τα εξής:
Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης
Εκείνοι που έκαιγαν τους Βρυκόλακες και εμποτίζονταν από την καπνιά τους,
δε θα έπρεπε να κοινωνήσουν για τουλάχιστον έξι χρόνια.
Oι Βρυκόλακες ήταν τα πειθήνια όργανα του Διαβόλου, που εμφανίζονταν τις
νύχτες να περιφέρονται εδώ κι εκεί, βλάπτοντας, καταστρέφοντας και
προφητεύοντας συχνά τα μελλούμενα.
Έτσι, ο πολυήμερος, αλλά και ο πολυχρόνιος νεκρός επανερχόταν πίσω στους
ζωντανούς, ωσάν νεαρός με σάρκα και οστά.
Όταν, λοιπόν, οι άνθρωποι έσπευδαν να κάψουν έναν απέθαντο, αφού
προηγουμένως είχαν σκάψει το μνήμα του κι είχαν δει τον Βρυκόλακα γεμάτο
αίμα, με μακριά μαλλιά και νύχια, έπρεπε να γνωρίζουν ότι το καταραμένο
λείψανό του θα αναστηθεί κι αυτό την Ημέρα της Κρίσεως.
Κι αφού βρεθεί ενώπιον του φοβερού κι αδέκαστου Κριτή, τότε πλέον θα
σταλεί στο αιώνιο πυρ το εξώτερο, αθάνατα κολαζόμενος, εκτός αν μετανοήσει
γνησίως για τα ανοσιουργήματά του.
Όταν εντοπιζόταν ένα τέτοιο σατανικό δαιμόνιο, θα έπρεπε να κληθούν οι
ιερείς, για να πραγματοποιήσουν παράκληση στη Θεοτόκο και αγιασμό.
Έπειτα, να λειτουργήσουν και να ζητήσουν τη βοήθεια της Παναγίας για όλους
τους, αλλά και να τελέσουν μνημόσυνο με κόλλυβα, να ψάλλουν τους
αφορκισμούς της Βάπτισης και τους αφορκισμούς του Μεγάλου Βασιλείου και
κατόπιν, να ράνουν το συγκεντρωμένο πλήθος με τον αγιασμό και με το
περίσσευμά του να ραντίσουν τον Βρυκόλακα και με τη χάρη του Θεού, να
φυγαδευτεί το ακάθαρτο δαιμόνιο…”
Ο Ιωάννης ο Νηστευτής έλεγε:
(Πατριάρχης Ιωάννης Δ΄ Νηστευτής (άγνωστη ημερομηνία γέννησης, πέθανε το 595 μ.Χ.)
“Άκουσα σε πολλές χώρες και πόλεις, εξαιτίας της αγνωσίας και της αμάθειας,
να γίνεται λόγος για τους Βρυκόλακες από μερικούς ανθρώπους.
Οι άποιοι ανόητοι ισχυρίζονται ότι πολλά σώματα ανθρώπων, μετά την ταφή
τους, δε λιώνουν, όπως είναι φυσικό, αλλά παραμένουν ακέραια, γεμάτα αίμα.
Τούτο είναι μόνο φαντασία σατανική, για να κολάζει τους ευσεβείς και να δοκιμάζει την πίστη τους…”
Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΟΜΗΡΟΣ”, στο τεύχος Δεκεμβρίου 1877…
Πηγή:https://strangepress.gr/2018/10/14/o...tou-byzantiou/
Ευχαριστώ.
ΥΓ. Κάποια στοιχεία τα έχω αναφέρει και σε παλιότερη αναρτησή μου στο παρόν
θέμα τα οποία τα βρήκα χωρίς να αναφέρουν την πηγή τους.
Οι Βρυκόλακες στα χρόνια του Βυζαντίου…
Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς υπήρξε ένας από τους κορυφαίους
Έλληνες λόγιους των τελών του 19ου αιώνα.
Ήταν εξέχων Βυζαντινολόγος και Πανεπιστημιακός, υφηγητής της Μεσαιωνικής
και Νεοελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης.
Το πόνημα που ακολουθεί, φέρει την υπογραφή του.
Η δεισιδαιμονική πεποίθηση για την ύπαρξη των Βρυκολάκων ανάγεται σε χρόνους αρχαιότατους.
Ο Αδαμάντιος Κοραής, σε διάφορες γραμματειακές του πραγματείες, απέδειξε
ότι η λέξη “Βορβόλακας” παράγεται από τη “Μορμολύκη”, κατά μετάπτωση και
των δυο “μ” σε “β”, όπως συνέβη, άλλωστε, και σε πολλές άλλες λέξεις της
ελληνικής γλώσσας.
Η “Μορμολύκη”, η λύκαινα Μορμώ, ήταν κι αυτή ένα φόβητρο για τα παιδιά
των αρχαίων, όπως και η Λάμια.
Θεωρούνταν τροφός του Αχέροντα, του θεού ποταμού του Κάτω Κόσμου.
Επομένως, η Μορμολύκη σχετιζόταν με τον κόσμο των νεκρών και των φαντασμάτων.
Επίσης, μορμολύκειον ονομαζόταν και το τρομακτικό προσωπείο, που
έφτιαχναν οι πρόγονοί μας, με σκοπό να φοβίζουν τα άτακτα παιδιά.
Κατά συνέπεια, μορμολύκεια αποκλήθηκαν γενικά τα προσωπεία των τραγωδών.
Πολλοί νεότεροι μυθογράφοι, αγνοώντας την πλουσιότατη ιστορία των
αρχαίων ελληνικών δεισιδαιμονιών, θεώρησαν ότι ο Βρυκόλακας ήταν ένα πολύ κατοπινό δημιούργημα.
Ο έγκριτος μυθογράφος Alfred Maury, διατρανώνοντας αυτήν την άστοχη
άποψη, προσπάθησε να αποδείξει ότι η παράδοση περί βρυκολάκων επικράτησε
στην Ευρώπη από τον 17ο αιώνα και μετά και ότι όφειλε την καταγωγή της
στους Σλάβους, από τους οποίους διαδόθηκε εν συνεχεία και στους υπόλοιπους λαούς.
Φρονούσε ότι η λέξη “βουρκόλακας” (βούρκος και λάκκος) παραγόταν από τη
σλαβική “vukorlak”, από παραφθορά της λέξης “oupire”, που σήμαινε “βδέλλα”.
Αλλά, ο ελλόγιμος καθηγητής Αντώνιος Καραγιάννης, ο οποίος συνέταξε
αξιολογότατο επιστημονικό έργο περί των ελληνικών δεισιδαιμονιών, κατέδειξε
το σαθρό υπόβαθρο του σκεπτικού του Alfred Maury και απέδειξε ότι η
δεισιδαιμονία αυτή είναι αρχαιότατη και ελληνικότατη.
Αυτή ακριβώς η πρόληψη των αρχαίων Ελλήνων παρέμεινε αναλλοίωτη και στα Βυζαντινά Χρόνια.
Μάλιστα, οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τους Βρυκόλακες “καταχθόνιους”, όπως
αναγράφονταν σε πληθώρα ανέκδοτων χειρόγραφων νομοκανόνων.
Οι νομοκανόνες αυτοί, των οποίων σχεδόν όλες οι αξιόλογες βιβλιοθήκες του
κόσμου περιέχουν αντίτυπα, διασώθηκαν από τους ακατάβλητους Βυζαντινούς
συγγραφείς, εκκλησιαστικών και νομικών έργων.
Το επόμενο εδάφιο ανήκει στο υπ’ αριθμό Β-25 χειρόγραφο της Βιβλιοθήκης
της Ευαγγελικής Σχολής, στη Σμύρνη, με τίτλο “Περί των καιόντων τους Βουρκολάκους”,
στο οποίο περιληπτικά αναφέρονταν τα εξής:
Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης
Εκείνοι που έκαιγαν τους Βρυκόλακες και εμποτίζονταν από την καπνιά τους,
δε θα έπρεπε να κοινωνήσουν για τουλάχιστον έξι χρόνια.
Oι Βρυκόλακες ήταν τα πειθήνια όργανα του Διαβόλου, που εμφανίζονταν τις
νύχτες να περιφέρονται εδώ κι εκεί, βλάπτοντας, καταστρέφοντας και
προφητεύοντας συχνά τα μελλούμενα.
Έτσι, ο πολυήμερος, αλλά και ο πολυχρόνιος νεκρός επανερχόταν πίσω στους
ζωντανούς, ωσάν νεαρός με σάρκα και οστά.
Όταν, λοιπόν, οι άνθρωποι έσπευδαν να κάψουν έναν απέθαντο, αφού
προηγουμένως είχαν σκάψει το μνήμα του κι είχαν δει τον Βρυκόλακα γεμάτο
αίμα, με μακριά μαλλιά και νύχια, έπρεπε να γνωρίζουν ότι το καταραμένο
λείψανό του θα αναστηθεί κι αυτό την Ημέρα της Κρίσεως.
Κι αφού βρεθεί ενώπιον του φοβερού κι αδέκαστου Κριτή, τότε πλέον θα
σταλεί στο αιώνιο πυρ το εξώτερο, αθάνατα κολαζόμενος, εκτός αν μετανοήσει
γνησίως για τα ανοσιουργήματά του.
Όταν εντοπιζόταν ένα τέτοιο σατανικό δαιμόνιο, θα έπρεπε να κληθούν οι
ιερείς, για να πραγματοποιήσουν παράκληση στη Θεοτόκο και αγιασμό.
Έπειτα, να λειτουργήσουν και να ζητήσουν τη βοήθεια της Παναγίας για όλους
τους, αλλά και να τελέσουν μνημόσυνο με κόλλυβα, να ψάλλουν τους
αφορκισμούς της Βάπτισης και τους αφορκισμούς του Μεγάλου Βασιλείου και
κατόπιν, να ράνουν το συγκεντρωμένο πλήθος με τον αγιασμό και με το
περίσσευμά του να ραντίσουν τον Βρυκόλακα και με τη χάρη του Θεού, να
φυγαδευτεί το ακάθαρτο δαιμόνιο…”
Ο Ιωάννης ο Νηστευτής έλεγε:
(Πατριάρχης Ιωάννης Δ΄ Νηστευτής (άγνωστη ημερομηνία γέννησης, πέθανε το 595 μ.Χ.)
“Άκουσα σε πολλές χώρες και πόλεις, εξαιτίας της αγνωσίας και της αμάθειας,
να γίνεται λόγος για τους Βρυκόλακες από μερικούς ανθρώπους.
Οι άποιοι ανόητοι ισχυρίζονται ότι πολλά σώματα ανθρώπων, μετά την ταφή
τους, δε λιώνουν, όπως είναι φυσικό, αλλά παραμένουν ακέραια, γεμάτα αίμα.
Τούτο είναι μόνο φαντασία σατανική, για να κολάζει τους ευσεβείς και να δοκιμάζει την πίστη τους…”
Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΟΜΗΡΟΣ”, στο τεύχος Δεκεμβρίου 1877…
Πηγή:https://strangepress.gr/2018/10/14/o...tou-byzantiou/
Ευχαριστώ.
ΥΓ. Κάποια στοιχεία τα έχω αναφέρει και σε παλιότερη αναρτησή μου στο παρόν
θέμα τα οποία τα βρήκα χωρίς να αναφέρουν την πηγή τους.