ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/El condor pasa

El condor pasa

junior6 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
2006-05-11 14:00
El condor pasa
H καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, ήταν έτοιμη να σπάσει! Προσπάθησε να μιλήσει μα δεν έβγαιναν λόγια. Παράξενο, το μυαλό του πλημμύριζε από λέξεις που δεν μπορούσε να πει δυνατά! Ένιωσε και πάλι την μελωδική φωνή του ινδιάνου να του μιλά. «Καθάρισε το μυαλό σου από τις άχρηστες σκέψεις. Δεν χρειάζεται να μιλάς για να σε ακούσω. Τι ζητάς να βρεις εδώ, γιατί ήρθες ξανά;»

- «Σε μένα Νίκο, τα μάτια σε εμένα! Δώσε μου το όπλο και άνοιξε τα μάτια! Τι έχεις πάρει ρε μαλάκα, πες μου ότι δεν έχεις πάρει τίποτα! Έλα ρε φίλε!» -

«Κλείσε τα αυτιά σου, κλείσε τα μάτια και άνοιξε το μυαλό σου. Δεν υπάρχει τίποτα και κανείς γύρω μας. Τί σε φέρνει πάλι εδώ, είσαι μακριά από το σπίτι σου.»
Γαλήνεψε.. Οι χτύποι της καρδιάς του επανήλθαν, οι φωνές στα αυτιά του σταμάτησαν να ηχούν. Ήταν μόνος του, μετέωρος στα απόκρημνα βράχια ενός βουνού, ησυχία παντού. Κοίταξε γύρω του αχόρταγα. Στο βάθος έβλεπε την καταιγίδα να απομακρύνεται, τα μαύρα σύννεφα να χάνονται, λάμποντας πότε πότε από τις αστραπές. Κάτω από τα πόδια του σκόρπιζε ζωή και χρώμα το ουράνιο τόξο που τον έφερε εδώ. Η γη μύριζε υπέροχα, μπορούσε να ακούσει νερό να κυλάει. Δεν είχε ιδέα που ήταν, μα δεν θα ήθελε να είναι πουθενά αλλού!
Μια σκέψη τράβηξε την προσοχή του. Γύρισε ξαφνικά και κοίταξε πίσω του.
«Λοιπόν;»
«Ποιοι είναι αυτοί δάσκαλε; Πως έφτασαν μέχρι εδώ; Ας τους σταματήσουμε, γιατί μου πήρες το όπλο μου;»
Ο ινδιάνος κοίταξε τον Νίκο βαθειά στα μάτια και του χαμογέλασε κοιτάζοντάς τον με αγάπη. Σαν με το βλέμμα ενός πατέρα στο παιδί του.
«Γεννημένος μαχητής πιτσιρίκο ε; Ένα σπουργίτι με καρδιά γερακιού! Ηρέμησε μικρέ, δεν είναι ίδιες όλες οι μάχες, δεν πολεμάμε πάντα με τα όπλα. Υπάρχουν μάχες πιο δύσκολες, πιο σκληρές. Σκέψου!»
Η πρώτη σκέψη που έκανε ήταν ότι δεν αισθάνεται σπουργίτι και είδε ξανά ένα χαμόγελο να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του ινδιάνου.
«Πως αλλιώς να πολεμήσω τον εχθρό μου αν όχι με τα όπλα μου;» αναρωτήθηκε.
Η φωνή του ινδιάνου ήρθε πάλι να διακόψει τις σκέψεις του.

«Υπήρχε μια ιστορία πολύ παλιά που λεγόταν από στόμα σε στόμα, μια ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ σε χαρτί. Την άκουσα και εγώ όταν ήμουν πολύ νέος ακόμα. Ήταν η ιστορία ενός νεαρού ινδιάνου, που ήταν στη δούλευση ενός σκληρού και βάναυσου κτηματία. Από παιδί μεγάλωνε στο φόβο και την καταπίεση, στην κακουχία, υπηρετούσε και εξυπηρετούσε τους άλλους από το πρώτο χάραμα μέχρι το δείλι. Μόνο τότε, όταν έπεφταν οι σκιές και το σκοτάδι ξεγλιστρούσε κρυφά από το μικροσκοπικό παραθυράκι της υγρής, υπόγειας κάμαρής του και χανόταν στο κοντινό δάσος. Εκεί περνούσε ώρες μιλώντας με την φύση, εκεί δεν φοβόταν τίποτα, οι σκιές ήταν το φως του.
Κάποτε συνάντησε έναν γέροντα να ξαποσταίνει κάτω από ένα δέντρο, δίπλα σε μια λαμπρή φωτιά. Σκέφτηκε να πλησιάσει, μα έμεινε να τον παρατηρεί στα κρυφά. Απέναντί του, όχι μακριά από την φωτιά, καθόταν ένας λύκος και τον κοιτούσε. Αδύνατον!, σκέφτηκε.
Πλησίασε μικρέ, ακούστηκε η φωνή του γέροντα, που όμως δεν γύρισε καθόλου το κεφάλι του προς το μέρος του παρά ψαχούλευε το μικρό δισάκι του για να βγάλει τελικά από μέσα έναν μικρό, αστραφτερό σουγιά. Πήρε ένα κομμάτι ξύλο στα χέρια του και άρχισε να το σκαλίζει. Ο νεαρός ξαφνιάστηκε μα πλησίασε και κάθισε κοντά στην φωτιά χαζεύοντας πότε τα επιδέξια χέρια του γέροντα και πότε το θηρίο.
Aν τον φοβάσαι, έχει ήδη κερδίσει την μάχη, ψιθύρισε ο γέροντας. Του την έχεις χαρίσει εσύ. Ο νεαρός κοιτούσε τώρα το όμορφο ζώο που χανόταν πίσω από τις φυλλωσιές.
Ο φόβος μπορεί να είναι φίλος σου ξέρεις.. συνέχισε μετά από ώρα και έβαλε στα χέρια του μικρού το κομμάτι ξύλου που σκάλιζε, είχε πια την μορφή ενός λύκου. Δένεσαι με αυτό που φοβάσαι… Μπορείς όμως να δέσεις και εσύ τον άλλον…»


Ο Νίκος άκουγε τον δάσκαλό του με προσοχή αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει. Γιατί του έλεγε αυτήν την παλιά ιστορία, γιατί δεν απαντούσε στις ερωτήσεις του, γιατί είχε πει ότι φοβόταν και εκείνος; Ποιοι ήταν αυτοί που άνοιγαν δρόμους στο δάσος τους;
Ο ινδιάνος σταμάτησε την αφήγησή του και έστρεψε το βλέμμα του στον Νίκο.
«Πάλι βιάζεσαι πιτσιρίκο;»

....

- «Νίκο άνοιξε τα μάτια σου, είσαι καλά, όλα τέλειωσαν. Είσαι καλά καθίκι αλλά την έχεις άσχημα! Τι σκεφτόσουν ήθελα να ‘ξερα; Με ακούς; Άνοιξε τα μάτια σου!» -
Άφησε το ποτήρι του βιαστικά στο τραπέζι και άρχισε να ψαχουλεύει τα ρούχα του..
«Νόμιζα ότι βιαζόσουν, ότι θέλεις να μάθεις τους ψαρότοπους! Σήκω, τελείωνε, είναι ήδη 9.30 η ώρα, δε θα περιμένουν εμάς τα ψάρια!»
«Με δουλεύεις ρε φίλε;», αναφώνησε ο Μάρκος, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το γέλιο του. Ήξερε τι σημαίνει αυτό, δε χρειαζόταν να πει κάτι άλλο. Άφησε με τη σειρά του το ποτήρι του και πήγε στην πόρτα.
«Που θα με πας;»
«Θα δεις!»
Για αρκετή ώρα δε μιλούσε κανείς τους μέσα στο αμάξι. Χαμένοι στις σκέψεις τους.
«Πάντως», είπε κάποια στιγμή ο Μάρκος «αν εξαιρέσεις ότι ζευγαρώνουν για πάντα, δεν είναι κακό να είσαι λύκος..». Έβαλαν και οι δυο τα γέλια.
«Πως ξυπνάς έτσι αδελφέ μου! Αλλά τι να περιμένει κανείς άμα κοιμάσαι και παίζει ο Νεοέλληνας!»
«Σοβαρά τώρα» συνέχισε ο Μάρκος «νομίζω ότι όλοι μας έχουμε έναν λύκο μέσα μας.. Ή ένα σαλιγκάρι, ένα σπουργίτι, έναν αετό. Είμαστε δρόμος αλλά γινόμαστε και δάσος.»
«Όλοι;»
«Όλοι, ναι.. Κάθε φορά είμαστε κάτι άλλο και ψάχνουμε. Ψάχνουμε να βρούμε τι από όλα είμαστε τελικά και να δεχτούμε την φύση μας αυτή. Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, ψάχνουμε και κάποιοι τυχεροί, μάλλον λίγοι, βρίσκουν αυτό που είναι πραγματικά..»
Ο Νίκος δεν είπε τίποτα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί, δεν μπορούσε καλά καλά να ακούσει τον φίλο του. Άκουγε στο ραδιόφωνο να παίζει το el condor pasa και έψαχνε να βρει εκείνη την λεπτή γραμμή που χωρίζει την σύμπτωση από την συνωμοσία του σύμπαντος!
«Που ταξιδεύεις πάλι; Μόνος μου μιλάω;»
2006-05-12 21:25
El condor pasa.
Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει όταν ο Νίκος είδε ένα φως να τρεμοπαίζει κοντά στα βράχια. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, ήταν ακόμα καθισμένος στην θέση του οδηγού και άκουγε τα τραγούδια του. Άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και περίμενε. Σκέφτηκε αρκετές φορές να φύγει αλλά παρόλα αυτά περίμενε.
Σε λίγο είδε την φιγούρα του Μάρκου να ξεπροβάλει. Κρατούσε στο ένα του χέρι τον φακό και στο άλλο το καλάμι του. Κοντοστάθηκε για λίγο εκεί στην άκρη του γκρεμού και κοίταξε από μακριά τον φίλο του. Έπειτα πλησίασε κοντά στην θέση του οδηγού και άνοιξε την πόρτα.
«Δεν περίμενα να σε βρω εδώ» είπε με τόνο που ο Νίκος δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι έκρυβε από πίσω.
«Δεν θα σε άφηνα στην ερημιά» του απάντησε..
«Γιατί όχι, λίγο περπάτημα θα μου έκανε καλό.»
«Είμαστε τουλάχιστον τρεις ώρες μακριά με τα πόδια, Μάρκο. Και είναι χαράματα! Πως πήγε η ψαριά;» είπε και κοίταξε την άδεια σακούλα που κρατούσε τυλιγμένη γύρω από το χέρι του.
«Καλύτερα τρεις ώρες περπάτημα παρά 30 χρόνια αναμονής, δεν βρίσκεις;»
Κοίταξε τον φίλο του και μετά από δυο ανάσες μίλησε ξανά.
«Μια χαρά πήγε, καλύτερα από κάθε άλλη φορά. Τελικά όταν δεν είσαι τριγύρω τα ψάρια τσιμπούν περισσότερο!» χαμογέλασε.
Ο Νίκος κοίταξε με μια μικρή απογοήτευση τον φίλο του αλλά ανταπόδωσε το χαμόγελο. Ήταν ο ίδιος Μάρκος που ήξερε. Έκανε να κλείσει την πόρτα.
«Έλα, μπες μέσα να φύγουμε, ξυρίζει το κρύο!»
Ο Μάρκος κράτησε την πόρτα ανοιχτή και ο Νίκος έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος του.
«Αυτή τη φορά θα οδηγήσω εγώ..»
«Πως και αυτό; Δεν χρειάζεται, άλλωστε είμαι πιο ξεκούραστος από εσένα.»
Ο Μάρκος κρατούσε ακόμα την πόρτα και κοιτούσε τον φίλο του χωρίς να πει κουβέντα. Ο Νίκος σηκώθηκε, μάλλον απρόθυμα, και πήγε να καθίσει στην θέση του συνοδηγού.
Πρέπει να οδηγούσε για αρκετή ώρα, είχε χαράξει για τα καλά. Ο Νίκος είχε αποκοιμηθεί για λίγο. Τώρα έβλεπε δέντρα γύρω του, ήταν σε ένα μικρό, επαρχιακό δρόμο, στροφές. Ανέβαιναν σε κάποιο βουνό.
«Που πάμε πρωινιάτικα ρε μαλάκα;» Ο Μάρκος σαν να χαμογέλασε λίγο αλλά δεν είπε κουβέντα. Θα πρέπει να είχαν φτάσει στη ράχη όταν έκανε δεξιά και άραξε το αυτοκίνητο σίρριζα σε μια μικρή χαράδρα. Ο Νίκος βγήκε και αυτός από την θέση του οδηγού. Η μυρωδιά του πρωινού στο βουνό γέμιζε πάντα τα πνευμόνια και την ψυχή του με ζωή!
«Από εδώ θα συνεχίσουμε με τα πόδια. Ελπίζω να έχεις όρεξη για περπάτημα.»
Πέρασε τον δρόμο και χώθηκε ανάμεσα στα έλατα. Ακολούθησε και ο Νίκος, με αρκετό εκνευρισμό που όμως έκρυψε καλά. Σε λίγο βρέθηκαν να ακολουθούν ένα μονοπάτι που οδηγούσε, όπως μπορούσε να διακρίνει, κοντά στην κορυφή. Ο Μάρκος όμως βγήκε από το μονοπάτι και κατευθύνθηκε προς κάτι βράχια που οδηγούσαν αρκετά ψηλότερα από ότι εκείνο. Υπήρχαν φρέσκιες πατημασιές γύρω αλλά ήταν προφανές ότι δεν περνούσε κόσμος από κει. Περπατούσαν κοντά 40 λεπτά, αμίλητοι, βρέθηκαν μάλιστα να σκαρφαλώνουν σε απόκρημνα βράχια, κάτι που ανέβασε στα ύψη την αδρεναλίνη του Νίκου. Έφτασαν στην κορυφή, από εκεί μπορούσε να δει τα πάντα. Ένα μικρό σύννεφο σκέπαζε με το άσπρο του πέπλο τα έλατα που ήταν στην πλαγιά.
Κοίταξε τον Μάρκο. Είχε γύρει πίσω το κεφάλι του και κρατούσε κλειστά τα μάτια. Όταν τα άνοιξε έλαμπαν παράξενα.
«Εδώ καθόμουν εχθές και κοιτούσα το ουράνιο τόξο» είπε. «Είχα έρθει νωρίτερα με έπιασε και η καταιγίδα, δεν πρόσεξα τα μαύρα σύννεφα που μαζεύονταν από νωρίς. Όπως καταλαβαίνεις δεν ήταν εύκολο να την αποφύγω, δύσκολο να επιστρέψω έγκαιρα. Φοβήθηκα, ξέρεις. Στεκόμουν στην κορυφή ενός βουνού και είδα μια καταιγίδα να έρχεται, κεραυνούς να χτυπούν. Φοβήθηκα. Έπειτα με βρήκαν οι πρώτες ψιχάλες. Και έπαψα να φοβάμαι. Στάθηκα εδώ και άφησα την καταιγίδα να τυλιχτεί γύρω μου. Είναι παράξενη η δύναμη που νιώθεις όταν δεν φοβάσαι πια κάτι που πριν σε τρόμαζε. Είδα την καταιγίδα να φεύγει, είδα τον ήλιο να ξεπροβάλει πίσω από τα σύννεφα, το ουράνιο τόξο να γεννιέται. Είδα την φύση να ξεδιπλώνει και πάλι τα φύλλα της στο χάδι του ήλιου. Είδα και τα σαλιγκάρια να βγαίνουν σιγά σιγά από το όστρακό τους και να έρπονται σε φωτεινά σημεία. Και ένιωσα λύπη και πόνο. Πως κοιτούσα το ουράνιο τόξο τόσα χρόνια χωρίς πιο πριν να έχω ζήσει την καταιγίδα;»
Ο Μάρκος σταμάτησε για λίγο.
«Το είδες εχθές το ουράνιο τόξο;»