ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ ~ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ I-VIII ~

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ ~ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ I-VIII ~

LuX7 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
[B]Θεόφραστος, ὁ φιλόσοφος, Λέσβιος ἦν τὸ γένος. ἐγένετο δὲ περὶ τὸ ἔτος 371. μαθητὴς ἦν Ἀριστοτέλους. καὶ ἐκείνου εἰς Χαλκίδα ὑποχωρήσαντος Θεόφραστος διεδέξατο τὴν σχολήν (322). γηραιὸς ἐτελεύτησε περὶ τὸ ἔτος 287 πρὸ Χριστοῦ.[/B]

Μετάφραση-Σχόλια: Εμμανουήλ Δαϋίδ

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Καὶ προηγουμένως ἤδη πολλάκις ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου καὶ ἠπόρησα, ἴσως δὲ καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ ἀπορῶ, διατί ἆρά γε, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ αὐτὸ κλῖμα καὶ ἐνῷ ὅλοι οἱ Ἕλληνες λαμβάνουν τὴν ἰδίαν ἀγωγήν, συμβαίνει νὰ μὴ ἔχωμεν ὅλοι τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα. Ἐγὼ λοιπόν, Πολυκλῆ, ἐπειδὴ ἐξήτασα πρὸ πολλοῦ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ ἔχω ζήσει ἐνενῆντα ἐννέα ἔτη, προσέτι δὲ ἔχω συναναστραφῆ πολλὰς καὶ διαφόρους φύσεις ἀνθρώπων καὶ ἔχω παρατηρήσει μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν πολλοὺς καὶ καλοὺς καὶ κακούς, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ περιγράψω τὴν συμπεριφορὰν ποὺ ἔχουν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εἰς τὸν βίον των. Θὰ σοῦ ἐκθέσω δὲ χωριστὰ καὶ ὅσα γένη ἀνήκουν εἰς τοὺς χαρακτῆρας τούτους καὶ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τοὺς ἐφαρμόζουν εἰς τὴν καθημερινὴν ζωήν των. Διότι νομίζω, Πολυκλῆ, ὅτι οἱ υἱοί μας θὰ γίνουν καλύτεροι, ἂν ἀφήσωμεν εἰς αὐτοὺς τοιαύτας ὑποδείξεις, τὰς ὁποίας μεταχειριζόμενοι ὡς παραδείγματα θὰ προτιμοῦν νὰ συναναστρέφωνται τοὺς πάρα πολὺ ἀξιοπρεπεῖς, διὰ νὰ μὴ εἶναι κατώτεροί των. Καὶ τώρα θὰ ἔλθω εἰς τὸ προκείμενον, ἰδικόν σου δέ ἔργον εἶναι καὶ νὰ παρακολουθήσῃς ὀρθῶς καὶ νὰ ἴδῃς ἂν ὀρθῶς λέγω. Πρῶτον μὲν λοιπὸν θὰ ἀναφέρω ἐκείνους ποὺ ἐξασκοῦν μέ ζῆλον τὴν εἰρωνείαν, ἀφοῦ ἀφήσω κατὰ μέρος τὰ προοίμια καὶ τὴν πολυλογίαν περὶ τοῦ ζητήματος· θὰ ἀρχίσω πρῶτον ἀπὸ τὴν εἰρωνείαν καὶ θὰ δώσω εἰς αὐτὴν ὁρισμόν, ἔπειτα κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον θὰ περιγράψω τὸν εἴρωνα, τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι καὶ εἰς ποῖον χαρακτῆρα κατατάσσεται· καὶ τὰ ἄλλα δὲ πάθη (ἐλαττώματα ) θὰ προσπαθήσω νὰ τὰ καταστήσω φανερὰ εἰς κάθε γένος, καθὼς ὑπεσχέθην.

I-ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ
Ἡ εἰρωνεία, διὰ νὰ τὴν ὁρίσωμεν γενικῶς, ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι προσποιητὴ ἐλάττωσις πράξεων καὶ λόγων [1]. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ εἴρων. Πλησιάζει τοὺς ἐχθρούς του καὶ θέλει νά μὴ φανῇ ὅτι τοὺς μισεῖ·— ἐπαινεῖ, ὅταν εἶναι παρόντα, ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ποὺ κρυφὰ τὰ ἔχει προσβάλει·— ἐὰν ἔχουν χάσει δίκην εἰς τὸ δικαστήριον τοὺς συλλυπεῖται·— φαίνεται ὅτι συγχωρεῖ ἐκείνους ποὺ τὸν κακολογοῦν καὶ ὅτι δὲν θυμώνει δι' ὅσα λέγονται ἐναντίον του·—εἰς ἐκείνους που ἔχουν ἀδικηθῆ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἔρχονται νὰ παραπονεθοῦν ὁμιλεῖ μὲ πραότητα· —εἰς τοὺς ἐπιμένοντας νὰ τὸν ἶδουν ἀμέσως λέγει νὰ ἐπιστρέψουν ἀργότερα.—Διὰ τὰς ὑποθέσεις του δὲν φανερώνει τίποτε, ἀλλὰ λέγει ὅτι δὲν ἔλαβε ἀκόμη ἀπόφασιν καὶ προσποιεῖται ὅτι δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς ποὺ ἐπανῆλθε, ὅτι ἔφθασε ἀργά, ὅτι ἦτο ἀσθενής·—εἰς ἐκείνους ποὺ ζητοῦν δανεικὰ χρήματα ἢ ἔρανον [2] ... .— Ὅταν εἰς τὴν ἀγορὰν πωλῇ κάτι, λέγει ὅτι δὲν πωλεῖ· ὅταν δὲ πάλιν δὲν πωλεῖ, λέγει ὅτι πωλεῖ.
— Ἂν ἤκουσε κάτι, προσποιεῖται ὅτι δὲν ἤκουσε, ἂν εἶδεν, ὅτι δὲν εἶδεν, ἂν ἐσυμφώνησε, λέγει ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται.— Ἄλλοτε λέγει ὅτι θὰ σκεφθῇ, ἄλλοτε ὅτι δὲν γνωρίζει, ἄλλοτε ὅτι ἀπορεῖ, ἄλλοτε ὅτι καὶ αὐτός ἔκαμε αὐτὴν τὴν σκέψιν.
—Καὶ ἐν γένει εἶναι ἄνθρωπος ποὺ μεταχειρίζεται μὲ ἰδιαιτέραν τέχνην τὰς φράσεις· “δὲν πιστεύω”, “δὲν νομίζω”, “θαυμάζω”, “φαίνεται κατὰ τὰ λόγια σου ὅτι αὐτὸς ἤλλαξε πολὺ”, “καὶ ὅμως δὲν μοῦ παρέστησε ἔτσι τὸ πρᾶγμα”, “μοῦ φαίνεται παράδοξον”, “εἰς ἄλλον νὰ τὰ πῇς”, “εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν πῶς νὰ μὴ σὲ πιστεύσω ἢ νὰ καταδικάσω ἐκεῖνον”, “πρόσεξε μήπως εἶσαι εὐκολόπιστος”.
Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα καὶ τὰ κλωθογυρίσματα καὶ αἱ ἀντιλογίαι ποὺ εὑρίσκει κανεὶς εἰς τὸν εἴρωνα· ἀπὸ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ὄχι ἁπλοὺς ἀλλὰ πονηροὺς χαρακτῆρας πρέπει νὰ προφυλάττεσαι περισσότερον παρ' ὅσον ἀπὸ τὰς ἐχίδνας [3].

II-ΚΟΛΑΚΕΙΑΣ
Τὴν κολακείαν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς ἐξευτελιστικὴν συναναστροφὴν ποὺ ὠφελεῖ τὸν κόλακα [1]. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι αὐτὁς· ὅταν εὑρίσκεται εἰς περίπατον μὲ ἐκεῖνον ποὺ κολακεύει, τοῦ λέγει “παρατηρεῖς ὅτι ὅλος ὁ κόσμος ἔχει τὰ βλέμματά του ἐπάνω σου; τοῦτο εἰς κανένα ἄλλον ἀπὸ τοὺς πολίτας δὲν γίνεται.— Χθὲς εἰς τὴν (Ποικίλην) στοὰν [2] ἤκουσα νὰ σὲ ἐπαινοῦν· ἐκάθηντο ἐκεῖ περισσότεροι ἀπὸ 30 ἄνθρωποι· ὅταν δὲ συνέπεσε λόγος, ποῖος εἶναι ὁ καλύτερος τῶν πολιτῶν, ὅλοι, ἀφοῦ ἔκαμα ἐγω τὴν ἀρχήν, ἐσυμφώνησαν εἰς τὁ ὄνομά σου”· καὶ ἐνῷ λέγει αὐτά, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ἐπανωφόρι του νημάτιον ἢ συλλέγει ἀπὸ τὸ γένειόν του κανὲν ἄχυρον ποὺ ἐφύσησεν ἐκεῖ ὁ ἀέρας καὶ γελώντας λέγει· “βλέπεις; δυὸ ἡμέρας δὲν σὲ συνήντησα καὶ ἐγέμισαν τὰ γένεια σου ἀπὸ λευκὰς τρίχας, ἂν καὶ σχετικῶς μὲ τὴν ἡλικίαν σου ἔχεις μαῦρα τὰ μαλλιὰ περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον”· —ὅταν ἐκεῖνος (ὁ κολακευόμενος) ὁμιλῇ, ὁ κόλαξ προστάζει ὅλους τοὺς ἄλλους νὰ σιωπήσουν·—ὅταν τραγουδῇ, τὸν ἐπαινεῖ καὶ κάθε φορὰν ποὺ θὰ σταματήσῃ, ἐπικροτεῖ φωνάζων “εὗγε!” — ἂν κάμῃ κανένα ἄνοστο χωρατό, γελᾷ καὶ σπρώχνει τὸ φόρεμα του εἰς τὸ στόμα του, διότι τάχα δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὰ γέλια.— Ὅσους συναντᾷ εἰς τὸν δρόμον προστάζει νὰ σταματήσουν, ἕως ὅτου περάσῃ ὁ κύριος [3].— Ἀφοῦ ἀγοράσῃ μῆλα καὶ ἀπίδια διὰ τὰ τέκνα τοῦ προσώπου ποὺ κολακεύει, τὰ φέρει εἰς τὸ σπίτι, τὰ προσφέρει εἰς αὐτὰ ἐμπρός του καὶ ἀφοῦ τὰ φιλήσῃ λέγει· “πουλάκια ἀπὸ καλὸν πατερα”·—ὅταν ἀγοραζῃ μαζί του ὑποδήματα, λέγει ὅτι τὸ πόδι του εἶναι κανονικώτερον ἀπὸ τὸ ὑπόδημα· — ὅταν ἐκεῖνος (ὁ κολακευόμενος) πηγαίνῃ να ἐπισκεφθῇ φίλον του, ὁ κόλαξ τρέχει πρωτύτερα καὶ λέγει “εἰς τὸ σπίτι σου ἔρχεται”, ἔπειτα ἐπιστρέφει καὶ του λέγει “τὸν εἰδοποίησα”.—Ἐννοεῖται ὅτι ὁ κόλαξ εἶναι ἱκανὸς νὰ μεταφέρῃ καὶ ἐκ τῆς γυναικείας ἀγορᾶς [4] τὰ ἀγορασθέντα χωρὶς νὰ πάρῃ τὴν ἀναπνοήν του·— ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους εἰς εὐωχίαν πρῶτος ἐπαινεῖ τὸ κρασὶ καὶ λέγει εἰς τὸν κολακευόμενον “πόσον ἀνόρεκτα τρώγεις”, ἀφοῦ δὲ πάρῃ κάτι ἀπὸ τα εὑρισκόμενα εἰς τὸ τραπέζι, τὸ προσφέρει εἰς αὐτὸν καὶ λέγει “κοίταξε τὶ λαμπρὸ κομμάτι!”— τὸν ἐρωτᾷ μήπως κρυώνει καὶ ἂν θέλει νὰ τοῦ δώσῃ τὸ ἐπανωφόρι του, λέγοντας δὲ αὐτὰ τὸ παίρνει καὶ τὸ ρίπτει εἰς τοὺς ὤμους του· προσέτι σκύπτει καὶ ψιθυρίζει συχνὰ κάτι εἰς το αὐτί του· -ἔχει πάντοτε τὸ βλέμμα του καρφωμένο ἐπάνω του, ἀκόμα καὶ ὅταν ὁμιλῇ εἰς τοὺς ἄλλους·— εἰς τὸ θέατρον [5] παίρνει ἀπὸ τὸν δοῦλον τὰ προσκέφαλα καὶ τὰ στρώνει ὁ ἴδιος·— διὰ τὸ σπίτι τοῦ ἀνθρώπου ποὺ κολακεύει λέγει ὅτι ἔχει ὡραῖον ἀρχιτεκτονικὸν σχέδιον, διὰ τὸν κῆπον του ὅτι εἶναι ὡραῖα φυτευμένος καὶ διὰ τὴν εἰκόνα του ὅτι τοῦ ὁμοιάζει πάρα πολύ [6].
(Καὶ ἐν γένει ἠμπορεῖ νὰ ἴδῃ κανεὶς ὅτι ὁ κόλαξ λέγει καὶ κάμνει ὅλα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι θὰ γίνῃ εὐχάριστος).

III-ΑΔΟΛΕΣΧΙΑΣ
Ἀδολεσχία εἶναι ἡ μανία νὰ λέγῃ κανεὶς πολλὰ καὶ ἀπερίσκεπτα [1]. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀδολέσχης. Καθίζει κοντὰ εἰς ἄγνωστον πρὁσωπον καὶ ἀρχίζει πρῶτον νὰ ἐγκωμιάζῃ τὴν γυναῖκά του, ἔπειτα τοῦ διηγεῖται τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδε τὴν προηγουμένην νύκτα, κατόπιν περιγράφει τὸ δεῖπνόν του καὶ ἀναφέρει ἕνα ἕνα τὰ φαγητὰ ποὺ εἶχεν εἰς τὸ τραπέζι του, ἔπειτα ἀπὸ λόγο σὲ λόγο λέγει ὅτι οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι εἶναι περισσότερον πονηροὶ ἀπὸ τοὺς παλαιούς, ὅτι τὸ σιτάρι εἰς τὴν ἀγοραν εἶναι ἀκριβό, ὅτι πολλοὶ ξένοι εὑρίσκονται εἰς τὴν πόλιν, ὅτι μετὰ τὰ Διονύσια [2] εἶναι πλεύσιμος ἡ θάλασσα [3], ὅτι, ἂν βρέξῃ περισσότερον, θὰ γίνουν τὰ σπαρτὰ καλύτερα, ὅτι τὸν ἐρχόμενον χρόνο θὰ καλλιεργήσῃ τὸν ἀγρόν του, ὅτι ἡ ζωὴ κατήντησε δύσκολος, ὅτι ὁ Δάμιππος κατὰ τὰ μυστήρια [4] ἤναψε μεγίστην λαμπάδα· — προσέτι ἀναφέρει πόσαι εἶναι αἱ στῆλαι τοῦ ᾨδείου [5] καὶ ὅτι τὸν μῆνα Βοηδρομιῶνα τελοῦνται τὰ (Ἐλευσίνια) μυστήρια, τὸν Πυανοψιῶνα τὰ Ἀπατούρια [6], τὸν Ποσιδεῶνα τὰ κατ' ἀγροὺς Διονύσια· καὶ (ἐξακολουθεῖ “χθὲς πῆρα ἐμετικόν” [7], “τί ἡμέρα εἶναι σήμερα;” καὶ ἂν κανεὶς ὑποφέρῃ τὴν φλυαρίαν του εἶναι ἱκανὸς νὰ μὴ ξεκολλήσῃ ἀπὸ κοντά του.
(Πρέπει λοιπὸν νὰ φεύγῃ κανεὶς μὲ τα τέσσαρα [8] μακρυὰ ἀπὸ τοιούτους ἀνθρώπους, ἂν δὲν θέλῃ νὰ πάθῃ πυρετόν διότι δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ ὑποφέρῃ τὴν συναναστροφὴν ἀνθρώπων ποὺ δὲν διακρίνουν πότε ἔχεις ἐργασίαν καὶ πότε καιρὸν διαθέσιμον).

IV-ΑΓΡΟΙΚΙΑΣ
Ἡ ἀγροικία [1] ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι χονδροειδὴς ἄγνοια τῶν καλῶν τρόπων. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀγροῖκος. Πρὶν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ δήμου πίνει κυκεῶνα [2] καὶ <ὅταν οἱ παρακαθήμενοι ἐκεῖ στενοχωροῦνται διὰ τὴν ὀσμήν>, λέγει εἱς αὐτοὺς ὅτι δὲν ὑπάρχει καλύτερο μυρωδικὸ ἀπὸ τὸ θυμάρι· — φορεῖ ὑποδήματα μεγαλύτερα ἀπὸ τὰ πόδια του· — ὁμιλεῖ πολὺ δυνατά· — ἐνῷ δὲν πιστεύει εἰς φίλους καὶ ἰδικούς του, ἀνακοινώνει εἰς δούλους του τὰς σπουδαιοτέρας ὑποθέσεις του·-διηγεῖται εἰς τοὺς μισθωτοὺς ποὺ ἐργάζονται εἰς τὸν ἀγρόν του ὅλα, ὅσα ἤκουσεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ δήμου·— ὅταν κάθεται, σηκώνει τὸ φόρεμά του ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ γόνατα, ὥστε φαίνονται τὰ ἀπόκρυφα μέλη του·— εἰς τὸν δρόμον, ἐνῷ τίποτε δὲν προκαλεῖ τὸν θαυμασμόν του οὔτε τοῦ προξενεῖ ἐντύπωσιν, ὅταν ἴδῃ βόδι ἢ ὄνον ἢ τράγον στέκει καὶ τὰ παρατηρεῖ. — Παίρνει κρυφὰ ἀπὸ τὴν ἀποθήκην τῶν τροφίμων κάτι καὶ τὸ τρώγει <ἐπὶ τόπου>· —πίνει κρασὶ χωρὶς νερό·— ἐρωτοτροπεῖ κρυφὰ μὲ τὴν ἀρτοποιόν, ἔπειτα τὴν βοηθεῖ νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ ἀναγκαῖα τρόφιμα διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ ὅλους τοὺς σπιτικούς·— ἐνῷ προγευματίζει δίδει συγχρόνως χόρτον εἰς τὰ κτήνη του·— ὅταν κτυποῦν τὴν θύραν, ἀνοίγει ὁ ὶδιος, συγχρόνως δὲ ἀφοῦ καλέσῃ τὸν σκύλον κρατεῖ αὐτὸν ἀπὸ τὸ ρύγχος καὶ λέγει “αὐτὸς φυλάττει τὸ σπίτι καὶ τὁ χωράφι μου [3]”. — ὅταν λαμβάνῃ χρήματα ἀπὸ ὀφειλέτην δὲν τὰ δέχεται, διότι, λέγει, εἶναι πάρα πολὺ λεπτά, καὶ ζητεῖ νὰ τὰ ἀλλάξουν— ἂν δανείσῃ εἰς κάποιον τὸ ἄροτρόν του ἢ κοφίνι ἢ δρεπάνι ἢ σάκκον καὶ τὸ ἐνθυμηθῇ τὴν νύκτα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κοιμηθῇ καὶ σηκώνεται διὰ νὰ τὰ ζητήσῃ· ὅταν καταβαίνῃ εἰς τὴν πόλιν ἐρωτᾷ τὸν πρῶτον ποὺ συναντᾷ πόσο κοστίζουν τὰ δέρματα καὶ τὰ παστὰ καὶ ἂν σήμερον ὁ ἄρχων τελῇ τὴν ἑορτὴν τῆς νέας Σελήνης· ἔπειτα προσθέτει ὅτι, ὅταν καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, θὰ κουρευθῇ καὶ ὅτι περνώντας ἀπὸ τὸ παντοπωλεῖον τοῦ Ἀρχίου, ποὺ εἶναι εἰς τὸν δρόμον του, θὰ ἀγοράσῃ τὰ παστά· — μέσα εἰς τό λουτρὸν τραγουδεῖ· — εἰς τὰ ὑποδήματά του ἔχει καρφιά.


Δ.
V-ΑΡΕΣΚΕΙΑΣ
Ἡ ἀρέσκεια εἶναι, ἂν θέλῃ τις νὰ τὴν ὁρίσῃ, συνάντησις ἱκανὴ νὰ προξενήσῃ εὐχαρίστησιν ἀλλ' ὄχι μὲ εἰλικρίνειαν [1]. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἄρεσκος. Ὅταν ἴδῃ ἀπὸ μακρὰν ἕνα πρόσωπον, τὸ χαιρετᾷ μὲ τὸ ὄνομά του, τὸ ἐγκωμιάζει, τοῦ κάμνει ἀρκετὰς φιλοφρονήσεις, τὸ κρατεῖ μὲ τὰ δύο χέρια χωρὶς νὰ τὸ ἀφήνῃ καὶ, ἀφοῦ τὸ συνοδεύσῃ ὀλίγον καὶ τὸ ἐρωτήσῃ πότε θὰ τὸ ξαναδῇ, τὸ ἀφήνει τέλος ἐπαινώντας το ἀκόμη μίαν φοράν— ὅταν προσκληθῇ ὡς διαιτητής [2], προσπαθεῖ νὰ ἀρέσῃ ὄχι μόνον εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἀντίδικον, διὰ νὰ φανῇ ἀμερόληπτος·— εἰς τοὺς ξένους λέγει ὅτι ἔχουν περισσότερον δίκαιον ἀπὸ τοὺς συμπολίτας του·— ὅταν προσκληθῇ εἰς δεῖπνον, παρακαλεῖ τὸν οἰκοδεσπότην νὰ καλέσῃ τὰ τέκνα του [3], καὶ ὅταν εἰσέλθουν λέγει ὅτι εἶναι ἀπαράλλακτα μὲ τὸν πατέρα των (ὁμοιάζουν σὰν σῦκο μὲ σῦκο)· ἀφοῦ δὲ τὰ σύρῃ κοντά του, τὰ φιλεῖ καὶ τὰ τοποθετεῖ στὸ πλάγι του καὶ μὲ ἄλλα μὲν συμπαίζει λέγων 'ἀσκὸς ἢ πέλεκυς' [4], ἄλλα δὲ ἀφήνει νὰ κοιμηθοῦν ἐπάνω εἰς τὴν κοιλίαν του, ἂν καὶ πιέζεται [5].

VI-ΑΠΟΝΟΙΑΣ
Ἡ ἀπόνοια εἶναι ἀνοχὴ αἰσχρῶν ἔργων καὶ λόγων. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τοιοῦτον χαρακτῆρα [1] ἠμπορεῖ νὰ ὁρκισθῇ γρήγορα, νὰ κακολογηθῇ, νὰ ὑβρισθῇ, εἶναι χυδαῖος κατὰ τοὺς τρόπους καὶ ἀδιάντροπος καὶ ἱκανὸς δι' ὅλα·— δύναται νὰ χορεύσῃ καὶ τὸν κόρδακα [2] ἀμέθυστος καὶ χωρὶς προσωπεῖον εἰς κωμικὸν χορόν·— εἰς θεάματα ταχυδακτυλουργικὰ συλλέγει τὰ νομίσματα περιφερόμενος ἀπὸ τοὺς θεατὰς καὶ φιλονικεῖ μὲ ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔχουν εἰσιτήριον καὶ ζητοῦν νὰ βλέπουν δωρεάν·— εἶναι ἰκανὸς νὰ γίνῃ καὶ ξενοδόχος [3] καὶ πορνοβοσκὸς καὶ τελώνης [4] καὶ καμμίαν αἰσχρὰν ἐργασίαν νὰ μὴ ἀποδοκιμάσῃ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κήρυκος [5], τοῦ μαγείρου [6], τοῦ χαρτοπαίκτου [7] νὰ ἐξασκήσῃ·— ἀφήνει τὴν μητέρα του νὰ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν πεῖναν [8]·— καταμηνύεται εἰς τὸ δικαστήριον ὡς κλέπτης καὶ μένει περισσότερον καιρὸν εἰς τὴν φυλακὴν παρὰ εἰς τὸ σπίτι του·— ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ καλοῦν τὰ πλήθη γύρω των καὶ μὲ φωνὴν μεγάλην καὶ βραχνὴν ὑβρίζουν τοὺς διαβάτας καὶ συζητοῦν μαζί των, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἄλλοι μὲν προσέρχονται, ἄλλοι δὲ ἀναχωροῦν πρὶν νὰ τὸν ἀκούσουν· ἀλλὰ εἰς ἄλλους μὲν λέγει τὴν ἀρχήν, εἰς ἄλλους τὸ σύνολον, εἰς ἄλλους μέρος τῆς ὑποθέσεως, διότι κρίνει ὀρθὸν νὰ ἐπιδεικνύῃ τὴν ἀδιαντροπίαν του μόνον ὅταν εἶναι πανήγυρις (συναγερμός)·— εἶναι ἀκόμη ἱκανὸς νὰ ἔχῃ δίκας πολλὰς εἰς τὸ δικαστήριον, ἄλλοτε ὡς κατηγορούμενος ἄλλοτε ὡς κατήγορος, καὶ ἄλλοτε μὲν νὰ διαφεύγῃ ἀρνούμενος μὲ ὅρκον ὅτι γνωρίζει τι, ἄλλοτε δὲ νὰ παρίσταται κρατῶν εἰς τὸν κόλπον του ἐχῖνον [9] καὶ δέσμας δικογράφων εἰς τὰς χεῖράς του·— εὑρίσκει ὀρθὸν καὶ τὸ νὰ εἶναι ἀρχηγὸς πολλῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγορᾶς (χυδαίων) καὶ προθύμως νὰ τοὺς δανείζῃ καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ αὐτοὺς τόκον τρία ἡμιωβόλια [10] διὰ κάθε δραχμὴν τὴν ἡμεραν·— ἐπιθεωρεῖ καθημέραν τὰ μαγειρεῖα, τὰ ἰχθυοπωλεῖα, τὰ ταριχοπωλεῖα [11] καὶ τοὺς τόκους ποὺ εἰσπράττει ἀπὸ τὸ ἐμπόρευμα αὐτὸ τοὺς θέτει εἰς τὸ στόμα του [12].
(Εἶναι πολὺ ὀχληροὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὴν γλῶσσαν εὐκίνητον εἰς ὕβρεις καὶ φωνάζουν τόσον δυνατά, ὥστε νὰ ἀντηχοῦν ἡ ἀγορὰ καὶ τὰ ἐργαστήρια ).


VII-ΛΑΛΙΑΣ
Ἡ λαλιά [1], ἂν ἤθελε κανεὶς νὰ τὴν ὁρίσῃ, εἶναι ἀκράτεια λόγου (λογοδιάρροια ). Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ λάλος· ὅ,τιδήποτε νὰ τοῦ εἴπῃ ἐκεῖνος ποὺ συναντᾷ εἰς τὸν δρόμον, λέγει ἀμέσως “σὺ δὲν λέγεις τίποτε· ἐγὼ τὰ γνωρίζω ὅλα καὶ ἂν μὲ ἀκούσῃς θὰ μάθῃς”· ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖνος ἀποκριθῇ τι, τὸν διακόπτει καὶ προσθέτει “σὺ μὴ λησμονῇς ἐκεῖνο ποὺ θὰ εἴπῃς” καὶ “καλὰ ἔκαμες καὶ μοῦ τὸ ἐνθύμισες” καὶ “πόσον βέβαια ὠφέλιμον εἶναι νὰ ὁμιλῇ κανεὶς” καὶ “αὐτὸ μὲ διέφυγε” καὶ “γρήγορα βέβαια κατάλαβες τὴν ὑπὁθεσιν” καὶ “τὸ περίμενα ὅτι θὰ καταλήξῃς εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα μὲ ἐμέ”· καὶ ἄλλας τοιαύτας αἰτίας εὑρίσκει, ὥστε ἐκεῖνος ποὺ ὁμιλεῖ μαζί του νὰ μὴ λάβῃ καιρὸν οὔτε νὰ ἀναπνεύσῃ. Καὶ ἀφοῦ ἔτσι καταπονέσῃ ἄτομα, εἶναι ἱκανὸς νὰ στραφῇ καὶ εἰς ὁμάδας καὶ νὰ ἀναγκάσῃ νὰ τραποῦν εἰς φυγὴν ἀνθρώπους ποὺ συνῆλθον νὰ συζητήσουν διὰ τὰς ὑποθέσεις των·— εἰσέρχεται εἰς τὰ διδασκαλεῖα καὶ εἰς τὰς παλαίστρας [2], καὶ ἐμποδίζει τὴν πρόοδον τῶν μαθητῶν· τόσον πολὺ ὁμιλεῖ μὲ τοὺς γυμναστὰς καὶ τοὺς διδασκάλους των.— Ἂν μερικοὶ εἴπουν ὅτι θὰ ἀναχωρήσουν δι' ἐργασίαν των, εἶναι ἰκανὸς νὰ τοὺς ἀκολουθήσῃ καὶ τοὺς συνοδεύσῃ ἕως εἰς τὰ σπίτια των· εἰς ἐκείνους ποὺ ἐρωτοῦν νὰ μάθουν, τί συνέβη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ δήμου, δὲν περιορίζεται μόνον εἰς αὐτό, ἀλλὰ προσθέτει καὶ τὴν λογομαχίαν τῶν ρητόρων [3] ποὺ ἔγινε ἐπὶ τοῦ ἄρχοντος Ἀριστοφῶντος καὶ ... — καὶ τοὺς λόγους ποὺ αὐτὸς ἐξεφώνησε ποτε ἐνώπιον τοῦ δήμου καὶ ἐχειροκροτήθη· ἐνῷ δὲ διηγεῖται, παρεμβάλλει καὶ ὕβρεις κατὰ τοῦ πλήθους, ὥστε οἱ ἀκροαταὶ ἢ λησμονοῦν τοὺς λόγους του ἢ νυστάζουν ἢ τὸν ἀφήνουν καὶ φεύγουν·— ὅταν εἶναι μὲ ἄλλους δικαστὰς τοὺς ἐμποδίζει (μὲ τὴν φλυαρίαν τοὐ νὰ κρίνουν— ὅταν εὑρίσκεται μαζί μὲ ἄλλους εἰς τὸ θέατρον, τοὺς ἐμποδίζει νὰ βλέπουν καὶ ὅταν συντρώγει μὲ ἄλλους τοὺς ἐμποδίζει νὰ φάγουν, λέγων ὅτι εἶναι δύσκολον εἰς τὸν λάλον νὰ σιωπᾷ καὶ ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι εὐκίνητος (σὰν τὸ ψάρι στὸ νερό, καὶ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ σιωπήσῃ καὶ ἂν ἀκόμη φανῇ ὅτι εἶναι περισσότερον λάλος παρὰ τὰ χελιδόνια· — ὑπομένει μάλιστα καὶ τὰ πειράγματα αὐτῶν τῶν παιδιῶν του, ποὺ ὅταν θέλουν νὰ κοιμηθοῦν τοῦ λέγουν “πάππα, πές μας κάτι, γιὰ νὰ μᾶς πάρῃ ὁ ὕπνος”.
VIII-ΛΟΓΟΠΟΙΙΑΣ
Ἡ λογοποιία [1] εἶναι διήγησις πλαστῶν λόγων καὶ πράξεων ποὺ ὁ λογοποιὸς θέλει νὰ τὰς κάμῃ πιστευτάς. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι αὐτός· ὅταν συναντήσῃ τὸν φίλον του, ἀφήνει ἀμέσως τὸ σοβαρὸν ὕφος καὶ μὲ χαμόγελο ἐρωτᾷ “ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;” καὶ “τί λέγεις;” καὶ “πῶς δὲν γνωρίζεις τίποτε διὰ τὰ νέα τῆς ἡμέρας;” καὶ χωρὶς νὰ περιμένῃ ἀπάντησιν ἐξακολουθεῖ “μήπως λέγουν τίποτε νεώτερον; καὶ ὅμως καλὰ βεβαίως εἶναι τὰ λεγόμενα”· καὶ χωρὶς νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ ἀποκριθῇ, προσθέτει “πῶς δὲν ἤκουσες τίποτε; λοιπὸν θὰ σὲ χορτάσω μὲ σπουδαῖα νέα, πιστεύω”· καὶ τότε λέγει ὅτι τὰ ἔχει ἀκούσει ἀπὸ ἕνα στρατιώτην ἢ ἀπὸ τὸν δοῦλον τοῦ αὐλητοῦ Ἀστείου ἢ ἀπὸ τὸν ἐργολάβον Λύκωνα [2], ποὺ ἔχουν ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν μάχην· ἐκεῖνοι λοιπὸν εἰς τοὺς ὁποίους ἀναφέρονται οἱ λόγοι του εἶναι τοιοῦτοι, ποὺ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν. Διηγεῖται λοιπόν, κατὰ τὴν μαρτυρίαν των, ὅτι ὁ Πολυπέρχων [3] καὶ ὁ βασιλεὺς ἔχουν νικήσει καὶ ὅτι ὁ Κάσσανδρος ἔχει συλληφθῆ αἰχμάλωτος· καὶ ἂν κανεὶς τὸν ἐρωτήσῃ “σὺ δὲ τὰ πιστεύεις;” θὰ ἀπαντήσῃ “τὸ πρᾶγμα εἶναι φανερόν, διότι τὸ συζητοῦν μεγαλοφώνως εἰς ὅλην τὴν πόλιν καὶ ὅτι ἡ φήμη διαδίδεται καὶ ὅλοι εἶναι σύμφωνοι, διότι δίδουν τὰς ἰδίας λεπτομερείας περὶ τῆς μάχης καὶ ὅτι ἔχει γίνει μεγάλη αἱματοχυσία. Ἀπόδειξις, λέγει, εἶναι καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἀρχόντων, διότι τὰ βλέπει ὅλων ἀλλαγμένα· προσθέτει δὲ ὅτι ἤκουσε κρυφὰ πὼς ἔχουν κρύψει εἰς ἕνα σπίτι κάποιον ποὺ ἦλθε πρὸ πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν καὶ αὐτὸς τὰ γνωρίζει ὅλα· καὶ ἐνῷ τὰ διηγεῖται μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν πειστικὸν τρόπον, ἐλεεινολογεῖ καὶ λέγει “δυστυχῆ, ταλαίπωρε Κάσσανδρε, συλλογίζεσαι τὴν μεταβολὴν τῆς τύχης; ἀλλ' ὅμως (συνελήφθη) ἀφοῦ ὑπῆρξε γενναῖος”· “αὐτὰ ποὺ σοῦ λέγω” λέγει εἰς τὸν φίλον του “πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃς μόνος”, ἀλλὰ εὐθὺς τρέχει καὶ τὰ διαδίδει εἰς ὅλην τὴν πόλιν.
[Τῶν τοιούτων ἀνθρώπων τεθαύμακα, τί ποτε βούλονται λογοποιοῦντες· οὐ γὰρ μόνον ψεύδονται, ἀλλὰ καὶ [ἀ]λυσιτελῶς ἀπαλλάττουσι. [11] πολλάκις γὰρ αὐτῶν οἱ μὲν ἐν τοῖς βαλανείοις περιστάσεις ποιούμενοι τὰ ἱμάτια ἀποβεβλήκασιν, οἱ δ' [ἐν] τῇ στοᾷ πεζομαχίᾳ καὶ ναυμαχίᾳ νικῶντες ἐρήμους δίκας ὠφλήκασιν. [12] εἰσὶ δ' οἳ καὶ πόλεις τῷ λόγῳ κατὰ κράτος αἱροῦντες παρεδειπνήθησαν. [13] πάνυ δὴ ταλαίπωρον αὐτῶν ἐστι τὸ ἐπιτήδευμα. ποία γὰρ οὐ στοά, ποῖον δὲ ἐργαστήριον, ποῖον δὲ μέρος τῆς ἀγορᾶς, [οὗ] οὐ διημερεύουσιν ἀπαυδᾶν ποιοῦντες τοὺς ἀκούοντας. [14] οὕτως καὶ καταπονοῦσι ταῖς ψευδολογίαις.] (Θαυμάζω διὰ τοὺς τοιούτους ἀνθρώπους, τί ἆρά γε ἐπιζητοῦν καὶ πλάττουν ψευδεῖς εἰδήσεις· διότι ὄχι μόνον ψεύδονται, ἀλλὰ καὶ δὲν κερδίζουν τίποτε. Πολλάκις μάλιστα ἄλλοι μὲν ἀπὸ αὐτούς, ἐνῷ συναθροίζουν πολλοὺς γύρω των εἰς τὸ λουτρόν, χάνουν τὰ φορέματά των [4], ἄλλοι δέ, ἐνῷ νικοῦν μάχας κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν εἰς τὴν Στοάν, καταδικάζονται ἐρήμην εἰς τὸ δικαστήριον, ἄλλοι πάλιν, ἐνῷ μὲ τὰ λόγια κυριεύουν κατὰ κράτος πόλεις, ἔχασαν τὸ δεῖπνόν των. Εἶναι πραγματικῶς πάρα πολὺ ἐλεεινὸν τὸ ἐπάγγελμά των διότι ποία στοὰ καὶ ποῖον ἐργαστήριον καὶ ποῖον μέρος της ἀγορᾶς ὑπάρχει, ὅπου δὲν περνοῦν ὅλην τὴν ἡμέραν των ἐνοχλοῦντες τοὺς ἀκροατάς των; τόσον πολὺ κουράζουν μὲ τὰς ψευδολογίας των).-


Δ.
IX-ΑΝΑΙΣΧΥΝΤΙΑΣ
Ἡ ἀναισχυντια ἠμπορεῖ νὰ ὁρισθῇ ὡς καταφρόνησις τῆς κοινῆς γνώμης χάριν αἰσχροῦ κέρδους 1. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀναίσχυντος. Πρῶτον μὲν πηγαίνει νὰ δανεισθῇ χρήματα ἀπὸ ἄνθρωπον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐπλήρωσε προηγούμενον χρέος του·— ἔπειτα, ἀφοῦ θυσιάσῃ εἰς τοὺς θεούς 2, αὐτὸς μὲν δειπνεῖ εἰς τὸ σπίτι ἄλλου, τὰ δὲ κρέατα ἁλατίζει καὶ τὰ ἀποθηκεύει·—(ἐνῷ δειπνεῖ εἰς ξένο σπίτι) προσκαλεῖ τὸν δοῦλον ποὺ τὸν συνοδεύει, παίρνει ἀπὸ τὴν τράπεζαν ψωμὶ καὶ κρέας, τὰ δίδει εἰς αὐτὸν καὶ λέγει, ἐνῷ τὸν ἀκοῦν ὅλοι “χόρτασε καλά, Τίβειε” 3.— ὅταν ἀγοράζῃ κρέας, ἐνθυμίζει εἰς τὸν κρεοπώλην ἂν τοῦ ἐφάνη ποτὲ χρήσιμος εἰς τίποτε, καὶ ἀφοῦ σταθῇ κοντὰ εἰς τὴν ζυγαριὰν ρίπτει εἰς αὐτὴν πρὸ πάντων κρέας, ἂν δὲ αποτύχῃ, κανένα κόκκαλο διὰ τὸν ζωμόν· καὶ ἂν μὲν τὸ πάρῃ, ἔχει καλῶς, εἰ δὲ μή, ἁρπάζει ἀπὸ τὸ τραπέζι (τοῦ κρεοπώλου) κανένα ἐντεράκι καὶ φεύγει γελῶντας·— ὅταν ἀγοράσῃ διὰ τοὺς ξένους του 4 εἰσιτήρια διὰ τὸ θέατρον, πηγαίνει καὶ ὁ ἴδιος χωρὶς νὰ πληρώσῃ 5, καὶ τὴν ἑπομένην ὁδηγεῖ ἐκεῖ καὶ αὐτὰ τὰ τέκνα του μὲ τὸν παιδαγωγόν των·— ἂν κανεὶς ἀγοράσῃ φθηνὰ πράγματα καὶ τὰ φέρῃ εἰς τὸ σπίτι του, ζητεῖ νὰ δώση ἕνα μέρος καὶ εἰς αὐτόν— ὅταν ὑπάγῃ εἰς γείτονά του νὰ δανεισθῇ κριθάρι ἢ ἄχυρον, τὸν ἀναγκάζει νὰ τοῦ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὸ σπίτι του· εἶναι δὲ ἱκανὸς καὶ μέσα εἰς δημόσιον λουτρὸν νὰ πλησιάσῃ τὰ χαλκεῖα 6 (ὅπου θερμαίνεται τὸ νερὸ καὶ ἀφοῦ βυθίσῃ ἕνα μικρὸν κάδον, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ λουτράρη, νὰ περιχυθῇ ὁ ἴδιος καὶ φεύγοντας νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὸν ὅτι ἔχει λουσθῆ καὶ “ἐκεῖ δὲν σοῦ χρεωστῶ τίποτε”.

X-ΜΙΚΡΟΛΟΓΙΑΣ
Μικρολογία εἶναι οἰκονομία ὑπέρμετρος χάριν τοῦ συμφέροντος 1. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ μικρολόγος. Πρὶν νὰ τελειώσῃ ὁ μὴν 2 ἔρχεται εἰς τὸ σπίτι τοῦ ὀφειλέτου καὶ ζητεῖ (τόκον) ἥμισυ ὀβολόν·— ὅταν τρώγῃ εἰς συσσίτιον 3 μὲ ἄλλους, μετρᾷ πόσα ποτήρια ἔχει πίει ὁ καθένας , καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς συνδαιτημόνας προσφέρει ὀλιγίστας ἀπαρχὰς εἰς τὴν Ἄρτεμιν 4.—Ἂν κανεὶς ἀπὸ τοὺς συνδαιτημόνας περνᾷ εἰς τὴν μερίδα του πράγματα ποὺ ἐκόστιζαν πολὺ φθηνά, λέγει ὅτι αὐτὰ ἦσαν περιττά.—Ἂν ὁ ὑπηρέτης σπάσῃ χύτραν ἢ πινάκιον εἰσπράττει τὸ ἀντίτιμον ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς διατροφῆς του.— Ἂν ἡ γυναῖκα του χάσῃ μικρὸν νόμισμα (ἀξίας τριῶν χαλκῶν) 5, εἶναι ἱκανὸς νὰ μετακινήσῃ τὰ ἔπιπλα, τὰ κρεββάτια, τὰ κιβώτια καὶ νὰ ἐρευνήσῃ τὰ σκεπάσματα·— ὅταν πωλῇ κάτι, ζητεῖ τόσον μεγάλην τιμήν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία ὠφέλεια εἰς τὸν ἀγοραοτήν.— Δὲν ἐπιτρέπει νὰ κόψῃ κανεὶς σῦκον ἀπὸ τὸν κῆπόν του, οὔτε νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸν ἀγρόν του, οὔτε νὰ σηκώσῃ καὶ πάρῃ καμμία ἐλῃὰ ἢ κανένα φοίνικα ποὺ εἶχαν πέσει κατὰ γῆς.—Ἐπιβλέπει καθ’ ἡμέραν τὰ σύνορα τῶν κτημάτων του ἂν μένουν εἰς τὴν θέσιν των.— Εἶναι δὲ ἱκανὸς νὰ εἰσπράξῃ καὶ τόκον τόκου διὰ ὑπερημερίαν.— Ὅταν προσκαλῇ εἰς δεῖπνον τοὺς συνδημότας του,6 κόπτει τὸ κρέας εἰς μικρὰ τεμάχια καὶ τὸ παραθέτει εἰς τὴν τράπεζαν.-Μεταβαίνει εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ ὀψώνια καὶ ἐπιστρεφει χωρὶς νὰ ἀγοράσῃ τίποτε.— Δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν γυναῖκά του νὰ δανείσῃ 7 τίποτε, οὔτε ἅλας, οὔτε φυτίλι, οὔτε κύμινον 8, οὔτε ὀρίγανον, οὔτε ὀλάς 9, οὔτε ταινίας, οὔτε πλακούντια, καὶ λέγει ὅτι αὐτὰ τὰ ὀλίγα γίνονται πολλὰ τὸν κάθε χρόνο.
Καὶ ἐν γένει ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἴδῃ ὅτι τῶν μικρολόγων καὶ τὰ χρηματοκιβώτια εἶναι μουχλιασμένα καὶ τὰ κλειδιὰ σκουργιασμένα, αὐτοὶ δὲ οἱ ἴδιοι φοροῦν κοντὰ φορέματα καὶ ἀλείφονται ἀπὸ πολὺ μικρὰ φιαλίδια καὶ κουρεύονται σύρριζα 10 καὶ βάζουν τὰ ὑποδήματα των τὸ μεσημέρι 11 καὶ ὅταν δώσουν τὸ φόρεμα των εἰς τὸν καθαριστὴν ἐπιμένουν νὰ βάλῃ πολὺν γῦψον, διὰ νὰ μὴ λερώσῃ πολὺ γρήγορα 12.

XI-ΒΔΕΛΥΡΙΑΣ
Δὲν εἶναι δύσκολον 1 νὰ δώσῃ κανεὶς ὁρισμὸν τῆς βδελυρίας· εἶναι δηλ. ἀστεϊσμὸς βωμολόχος καὶ ἀξιοκατάκριτος. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ βδελυρός. Ὅταν συναντήσῃ γυναῖκας ἐλευθέρας (κυρίας), ἠμπορεῖ νὰ σηκώσῃ τὸ φόρεμα του καὶ νὰ δείξη τὰ ἀπόκρυφα μέλη του. — Εἰς τὸ θέατρον χειροκροτεῖ, ὅταν οἱ ἄλλοι παύσουν καὶ σφυρίζει τοὺς ἠθοποιοὺς τοὺς ὁποίους ἀγαπᾷ τὸ πλῆθος καὶ μέσα εἰς τὴν γενικὴν σιωπὴν τῶν θεατῶν σηκώνει ὑψηλὰ τὸ κεφάλι καὶ ἐρεύγεται δυνατά, διὰ νὰ κάμῃ τοὺς παρακαθημένους νὰ γυρίσουν νὰ τὸν ἴδουν· — ὅταν ὑπάρχῃ πλῆθος εἰς τὴν ἀγοράν, πλησιάζει τὰ μέρη ὅπου πωλοῦνται καρύδια 2 ἢ μύρτα καὶ ἀφοῦ σταματήσῃ τρωγαλίζει μερικὰ ἀπὸ αὐτά, ἐνῷ συγχρόνως ὁμιλεῖ εἰς τὸν πωλητήν. — Ἂν περνᾷ κανεὶς ὄχι γνωστός του, τὸν καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του. — Ἂν βλέπῃ ὅτι μερικοὶ βιάζονται, τοὺς λέγει νὰ περιμένουν.-Πλησιάζει καὶ συγχαίρει ἄνθρωπον, ποὺ ἔχασε μεγάλην δίκην καὶ φεύγει ἀπὸ τὸ δικαστήριον. — Ὀψωνίζει ὁ ἴδιος 3 καὶ μισθώνει αὐλητρίδας, 4 δείχνει τὰς προμηθείας εἰς ὅσους συναντᾷ καὶ τοὺς προσκαλεῖ εἰς τὸ τραπέζι 5.— Σταματᾷ ἐμπρὸς εἰς κουρεῖον ἢ μυροπωλεῖον 6 καὶ διηγεῖται ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ κάμῃ εὐωχίαν μὲ τοὺς φίλους του . . .

ΧII-ΑΚΑΙΡΙΑΣ
Ἡ ἀκαιρία 1 εἶναι ἀπώλεια τοῦ καταλλήλου καιροῦ, ἡ ὁποία λυπεῖ ἐκείνους ποὺ συναντῶνται μὲ τὸν ἄκαιρον (φορτικόν, ἐνοχλητικόν). Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι αὐτός. Ἔρχεται νὰ σᾶς ἀνακοινώσῃ κάτι, ἐνῷ ἔχετε ἀσχολίας·— κάνει καντάδα 2 εἰς τὴν ἐρωμένην του, ὅταν αὐτὴ ἔχει πυρετόν.— Ζητεῖ νὰ γίνῃ ἐγγυητής του ἄνθρωπος ποὺ κατεδικάσθη διὰ ἐγγύησιν 3.— Παρουσιάζεται ὡς μάρτυς εἰς τὸ δικαστήριον διὰ ὑπόθεσιν ποὺ ἔχει πλέον κριθῆ.— Προσκαλεσμένος εἰς γάμον 4 κατηγορεῖ τὸ γυναικεῖον φῦλον.— Προτρέπει εἰς περίπατον ἄνθρωπον ποὺ μόλις ἐπέστρεψεν ἀπὸ μακρὰν ὁδοιπορίαν.— Εἶναι δὲ ἱκανὸς νὰ φέρῃ καὶ ἀγοραστὴν ποὺ προσφέρει περισσότερα εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔχει πλέον πωλήσει τὸ ἐμπόρευμά του.— Εἰς δημοσίαν συνέλευσιν σηκώνεται καὶ ὁμιλεῖ ἐξ ἀρχῆς διὰ τὸ ζήτημα ποὺ εἶχον ἀκούσει καὶ ἐννοήσει οἱ ἀκροαταί.— Προσφέρει μὲ προθυμίαν τὰς ὑπηρεσίας του εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὰς θέλει, ἀλλ’ ἐντρέπεται νὰ τὰς ἀρνηθῇ.— Ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τόκον ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ προσφέρουν θυσίαν καὶ ἀσχολοῦνται εἰς τὴν εὐωχίαν.— Ὅταν ἐμπρός του μαστιγώνεται 5 κάποιος δοῦλος, διηγεῖται ὅτι καὶ ἰδικός του δοῦλος κάποτε ἔτσι ἐτιμωρήθη καὶ πῆγε καὶ ἐκρεμάσθη·— ὅταν παρευρίσκεται ὡς διαιτητής, ἐρεθίζει τοὺς δύο ἀντιπάλους, ἐνῷ αὐτοὶ θέλουν νὰ συμβιβασθοῦν.— Σηκώνεται νὰ χορεύσῃ καὶ σύρει καὶ ἄλλον ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἀκόμη μεθύσει 6.

XIII-ΠΕΡΙΕΡΓΙΑΣ
Ἡ περιέργεια βεβαίως θὰ φανῇ ὅτι εἶναι προσποιητὸς ζῆλος εἰς λόγους καὶ πράξεις, τὸν ὁποῖον προσπαθεῖ κανεὶς νὰ δείξῃ ὡς εὔνοιαν πρὸς ἄλλους. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ περίεργος 1· ὑπόσχεται πράγματα ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐκτελέσῃ.— Ἐνῷ εἰς μίαν ὑπόθεσιν εἶναι ὅλοι σύμφωνοι ὅτι εἶναι δικαία, μόνος αὐτὸς φέρει κάποιαν ἀντίρρησιν, ἡ ὁποία ὅμως ἀπορρίπτεται.— Ἀναγκάζει τὸν ὑπηρέτην νὰ ἑτοιμάσῃ περισσότερο κρασὶ ἀπὸ ὅσον ἠμποροῦν νὰ πιοῦν οἱ συνδαιτημόνες.— Χωρίζει ἀνθρώπους ποὺ φιλονεικοῦν χωρὶς νὰ τοὺς γνωρίζῃ.—Ἀναλαμβάνει νὰ ὁδηγήσῃ ὁ ἶδιος ἀπὸ ἕνα μονοπάτι καὶ χάνει τὸν δρόμον·— ἔρχεται εἰς τὸν στρατηγὸν καὶ τὸν ἐρωτᾷ πότε θὰ συνάψῃ μάχην καὶ τί σύνθημα θὰ διατάξῃ μεθαύριον 2.— Πλησιάζει τὸν πατέρα του καὶ λέγει ὅτι ἡ μητέρα του εὑρίσκεται ἤδη εἰς τὴν κλίνην 3.— Ἂν ὁ ἰατρὸς ἀπαγορεύσῃ νὰ δώσῃ κρασὶ εἰς τὸν ἀσθενῆ, ἐκεῖνος τὸν ποτίζει καλά, διὰ νὰ κάμῃ, καθὼς λέγει, δοκιμήν.— Κατὰ τὸν θάνατον κάποιας γυναικὸς γράφει ἐπάνω εἰς τὸ μνῆμα της τὸ ὄνομα τοῦ ἀνδρός της, τοῦ πατρός, τῆς μητρὸς καὶ αὐτῆς καὶ τῆς πατρίδος της, καὶ προσθέτει ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν ἄνθρωποι χρηστοι 4.— Ὅταν μέλλῃ νὰ ὁρκισθῇ λέγει εἰς τοὺς εὑρισκομένους γύρω του ‘ἔχω ὁρκισθῆ πολλάκις ἕως τώρα’.

XIV-ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑΣ
Ἡ ἀναισθησία, ἂν θέλῃς νὰ τὴν ὁρίσῃς, εἶναι νωθρότης τῆς ψυχῆς εἰς λόγους καὶ πράξεις. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀναίσθητος 1. Ἀφοῦ λογαριάσῃ μὲ τὰς ψήφους 2 καὶ κάμῃ τὸ ἄθροισμα, ἐρωτᾷ τὸν παρακαθήμενον “πόσον εἶναι”.— Ἐνῷ κατηγορεῖται καὶ μέλλει νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ δικαστήριον πρὸς ἀπολογίαν, λησμονεῖ τὴν δίκην καὶ φεύγει εἰς τὸν ἀγρόν του.— Εἰς τὸ θέατρον κοιμᾶται κατὰ τὴν παράστασιν καὶ εἰς τὸ τέλος μένει μόνος.— Ἀφοῦ ἔφαγε πολύ, σηκώνεται τὴν νύκτα διὰ φυσικήν του ἀνάγκην καὶ τὸν δαγκάνει ὁ σκύλος τοῦ γείτονός του 3.— Λαμβάνει ὁ ἴδιος κάτι καὶ τὸ ἀποθέτει, ἔπειτα δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ εὕρη.— Ὅταν εἰδοποιηθῇ ὅτι κάποιος φίλος του ἀπέθανε, διὰ νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν κηδείαν, ἀφοῦ μελαγχολήσῃ καὶ κλαύσῃ λέγει ‘ἀγαθῇ τύχῃ 4’ (ἡ ὥρα ἡ καλή.— Εἶναι ἱκανὸς νὰ πάρῃ μαζί του καὶ μάρτυρας, ὅταν πηγαίνῃ νὰ εἰσπράξῃ χρήματα ποὺ τοῦ χρεωστοῦν.— Ἐνῷ εἶναι χειμών, ἐπιπλήττει τὸν δοῦλον, διότι δὲν τοῦ ἀγόραοε ἀγγούρια.— Ἀναγκάζει τὰ παιδία του νὰ γυμνάζωνται εἰς τὸ τρέξιμο καὶ τὴν πάλην καὶ προξενεῖ εἰς αὐτὰ ὑπερκόπωσιν.— Εἰς τὸν ἀγρόν του βράζει ὁ ὶδιος φακῆν καὶ ρίπτει εἰς τὴν χύτραν δύο φορὰς ἅλας, ὥστε τὴν κάνει νὰ μὴ τρώγεται.— Ἐνῷ βρέχει 5 (τὴν νύκτα), λέγει ‘εὐχάριστον εἶναι (τὸ φῶς) τῶν ἄστρων’ ὅταν οἱ ἄλλοι λέγουν “εἶναι σκοτάδἰ πίσσα”. Ἂν κανεὶς τὸν ἐρωτήσῃ ‘πόσοι νεκροὶ νομίζεις ὅτι ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν πύλην 6 τοῦ νεκροταφείου, ἀποκρίνεται ‘τόσοι, ὅσους εἴθε νὰ εἴχαμε ἐγὼ καὶ σύ’.

XV-ΑΥΘΑΔΕΙΑΣ
Ἡ αὐθάδεια 1 εἶναι τραχύτης συναναστροφῆς ποὺ φαίνεται εἰς λόγους (καὶ εἰς πράξεις). Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ αὐθάδης. Ἂν ἐρωτηθῇ ‘ποῦ εἶναι ὁ τάδε’, ἁποκρίνεται ‘μὴ μὲ ἐνοχλῇς’.— Ὅταν τὸν χαιρετίσουν, δὲν ἀνταποδίδει τὸν χαιρετισμόν.— Ὅταν πωλῇ κάτι, δὲν λέγει τὴν τιμήν του ἀλλ’ ἐρωτᾷ τοὺς ἀγοραστὰς πόσον ἀξίζει.— Εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν τιμοῦν κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ τοῦ στέλλουν δῶρα λέγει ὅτι δὲν δίδονται (δωρεάν).—Δὲν συγχωρεῖ οὔτε ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἔσπρωξε χωρὶς νὰ θέλῃ οὔτε ἐκεῖνον ποὺ ἐπάτησε τὸ πόδι του, ἂν τοῦ ζητήσουν συγγνώμην.— Εἰς φίλον ποὺ τὸν προτρέπει νὰ δώσῃ ἔρανον 2, ἀφοῦ ἀρνηθῇ, ἔρχεται ἔπειτα, τοῦ προσφέρει καὶ ψιθυρίζει ‘εἶναι χαμένα καὶ τὰ χρήματα αὐτά’.— Ἂν σκοντάψῃ εἰς τὸν δρόμον, εἶναι ἱκανὸς νὰ ὑβρίσῃ τὴν πέτραν εἰς τὴν ὁποίαν ἐσκόνταψε.— Δὲν περιμένει πολλὴν ὥραν κανένα.— Δὲν καταδέχεται (ὅταν τὸν ζητήσουν εἰς συμπόσιον) οὔτε νὰ τραγουδήσῃ οὔτε νὰ ἀπαγγείλῃ κάτι οὔτε νὰ χορεύσῃ 3.— Εἶναι ἱκανὸς νὰ μὴ προσεύχεται καὶ εἰς τοὺς θεούς.
Δ.
XVI-ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑΣ
Ἡ δεισιδαιμονία 1 φαίνεται ὅτι εἶναι φόβος πρὸς τὸ θεῖον. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ δεισιδαίμων. Κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Χοῶν 2, ἀφοῦ νίψῃ καλὰ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ ὅλον τὸ σῶμα, ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ ἱερὸν κρατώντας φύλλα δάφνης 3 εἰς τὸ στόμα του καὶ ἔτσι περιφέρεται ὅλην τὴν ἡμέραν.— Ἂν γάτα διακόψῃ τὸν δρόμον του, δὲν προχωρεῖ πρὶν διαβῇ ἄλλος κανεὶς ἢ ρίψῃ τρεῖς πέτρας ὑπεράνω τοῦ μέρους, ὅπου ἐπέρασε ἡ γάτα.— Ἂν εἰς τὸ σπίτι του παρατηρήσῃ φίδι, ἐὰν μὲν τοῦτο εἶναι παρείας 4, ἐπικαλεῖται τὸν Σαβάζιον 5, ἐὰν δὲ εἶναι ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἱερὰ φίδια, κτίζει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ναΐσκον.— Ὅταν περνᾶ ἐμπρὸς ἀπὸ τὰς ἀλειμμένας πέτρας 6 τῶν τριόδων, χύνει ἐπάνω λᾷδι μὲ τὸ ἐλαιοδοχεῖον του, γονατίζει καὶ ἀφοῦ προσκυνήσῃ ἀναχωρεῖ.— Ἂν ποντικὸς 7 τρυπήσῃ σάκκον τοῦ ἀλεύρου, πηγαίνει εἰς τὸν ἐξηγητὴν8 καὶ τὸν ἐρωτᾶ τί πρέπει νὰ κάμῃ· καὶ ἂν ἐκεῖνος ἀποκριθῇ, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ τὸν σάκκον εἰς τὸν δερματορράφον νὰ τὸν μπαλώσῃ, δὲν δίδει προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους του, ἀλλὰ τὸν ἀφήνει καὶ πηγαίνει νὰ προσφέρῃ θυσίαν πρὸς ἐξαγνισμόν.— Εἶναι δε ἱκανὸς νὰ κάνῃ συχνὰ καθαρμοὺς εἰς τὸ σπίτι μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι εἰσώρμησεν ἐκεῖ ἡ Ἑκάτη 9.— Ἂν εἰς τὸν δρόμον του φωνάζουν γλαῦκες, ταράσσεται καὶ δὲν προχωρεῖ πρὶν νὰ ψιθυρίσῃ ‘ἡ Ἀθηνᾶ εἶναι ἀνωτέρα’.— Ἀποφεύγει νὰ πατήσῃ τάφον ἢ νὰ πλησιάσῃ νεκρὸν ἢ λεχώ 10, διότι εἶναι, λέγει, συμφέρον νὰ μὴ μολύνεται.— Κάθε τετάρτην καὶ εἰκοστὴν τετάρτην τοῦ μηνός 11, ἀφοῦ διατάξῃ εἰς τὸ σπίτι του νὰ θερμάνουν κρασί, ἐξέρχεται καὶ ἀγοράζει κλάδους μυρσίνης, λιβανωτόν, πλακούντια, ἔπειτα ἐπιστρέφει καὶ περνᾷ ὅλην τὴν ἡμέραν στεφανώνοντας τοὺς Ἑρμαφροδίτους 12.— Ἂν ἴδῃ ὄνειρον ἔρχεται εἰς τοὺς ὀνειροκρίτας,τοὺς μάντεις, τοὺς οἰωνοσκόπους, διὰ νὰ ἐρωτήσῃ εἰς ποῖον θεὸν ἢ ποίαν θεὰν πρέπει νὰ προσευχηθῇ.— Κάθε μῆνα πηγαίνει εἰς τοὺς ἱερεῖς τοῦ Ὀρφέως 13, διὰ νὰ ἀνανεώσῃ τὴν μύησιν του μαζὶ μὲ τὴν γυναῖκά του (ἂν δὲ αὐτὴ δὲν εὐκαιρῇ, μὲ τὴν τροφὸν) καὶ τὰ τέκνα του.—Φαίνεται δὲ ὅτι εἶναι καὶ ἕνας ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ φροντίζουν νὰ ραντίζωνται συχνὰ πρὸς καθαρμὸν εἰς τὴν ὄχθην τῆς θαλάσσης14.— Ἂν ἴδῃ κάποιον στεφανωμένον μὲ σκόροδα15, ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ βλέπει κανεὶς εἰς τὰς τριόδους, ἐπιστρέφει εἰς τὸ σπίτι του, λούεται ‘ἀπὸ τὴ κορφὴ ὡς τὰ νύχια’ καὶ ἀφοῦ προσκαλέσῃ ἱερείας διατάσσει νὰ τὸν ἀπολυμάνουν μέ σκυλοκρόμμυδο16 καὶ μὲ τὸ πτῶμα σκυλακίου περιφέροντας αὐτὸ τρεῖς φορὰς γύρω του.—Ὅταν ἴδῃ τρελλὸν ἢ ἐπιληπτικόν, ἀνατριχιάζει καὶ πτύει τρεῖς φορὰς εἰς τὸν κόλπον του
ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑΣΙ-XVII
Ἔστι δὲ ἡ μεμψιμοιρία ἐπιτίμησις παρὰ τὸ προσῆκον τῶν δεδομένων, ὁ δὲ μεμψίμοιρος τοιόσδε τις, Ἡ μεμψιμοιρία εἶναι κατηγορία παρὰ τὸ πρέπον τῶν δῶρων ποὺ λαμβάνει κανείς. Ἰδοὺ δέ τὶ λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ μεμψίμοιρος 1.
[2] οἷος ἀποστείλαντος μερίδα τοῦ φίλου εἰπεῖν πρὸς τὸν φέροντα· Ἐφθόνησάς μοι τοῦ ζωμοῦ καὶ τοῦ οἰναρίου οὐκ ἐπὶ δεῖπνον καλέσας. Ἂν φὶλος του θυσιάσας στείλῃ εἰς αὐτὸν μερίδα κρέατος, λέγει εἰς τὸν φέροντα ‘ἐλυπήθη ὁ κύριός σου νὰ μὴ φάγω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸν ζωμὸν τοῦ κρέατος καὶ νὰ πιῶ ὀλίγο κρασάκι, διὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐκάλεσε εἰς τὸ δεῖπνον’.
[3] καὶ ὑπὸ τῆς ἑταίρας καταφιλούμενος εἰπεῖν· Θαυμάζω, εἰ σὺ καὶ ἀπὸ τῆς ψυχῆς οὕτω με φιλεῖς. — Ἂν ἀπὸ τὴν ἐρωμένην του λαμβάνῃ φιλήματα, τῆς λέγει ‘ἀπορῶ ἂν αὐτὰ προέρχωνται ἀπὸ τὴν καρδιά σου’·
[4] καὶ τῷ Διὶ ἀγανακτεῖν, οὐ διότι ὕει, ἀλλὰ διότι ὕστερον. — θυμώνει κατὰ τοῦ Διὸς ὄχι διότι δὲν βρέχει ἀλλὰ διότι βρέχει ἀργά.
[5] καὶ εὑρὼν ἐν τῇ ὁδῷ βαλλάντιόν τι εἰπεῖν· Ἀλλ' οὐ θησαυρὸν εὕρηκα οὐδέποτε. — Ἂν εὕρῃ εἰς τὸν δρόμον βαλλάντιον, λέγει· ‘καλά, ἀλλὰ δὲν ἔχω εὕρει ποτὲ θησαυρό’.
[6] καὶ πριάμενος ἀνδράποδον ἄξιον καὶ πολλὰ δεηθεὶς τοῦ πωλοῦντος· Θαυμάζω, εἰπεῖν, ὅ τι ὑγιὲς οὕτω ἄξιον ἐώνημαι. — Ἀφοῦ μὲ πολλὰς παρακλήσεις ἀγοράσῃ εὐθηνὰ ἕνα δοῦλον, λέγει εἰς τὸν πωλητὴν ‘ἀπορῶ ὅτι ἔχω ἀγοράσει κάτι χωρὶς ἐλάττωμα τόσο φθηνά’·
[7] καὶ πρὸς τὸν εὐαγγελιζόμενον, ὅτι Υἱός σοι γέγονεν, εἰπεῖν, ὅτι Ἂν προσθῇς· καὶ τῆς οὐσίας τὸ ἥμισυ ἄπεστιν, ἀληθῆ ἐρεῖς. —Εἰς ἐκεῖνον ποὺ τοῦ φέρει τὴν καλὴν ἀγγελίαν ὅτι ἀπέκτησε υἱὸν 2 λέγει ‘ἀλλὰ πρόσθεσε ὅτι ἐχάθη καὶ τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας μου’.
[8] καὶ δίκην νικήσας καὶ λαβὼν πάσας τὰς ψήφους ἐγκαλεῖν τῷ γράψαντι τὸν λόγον ὡς πολλὰ παραλελοιπότι τῶν δικαίων. — Ὅταν εἰς τὸ δικαστήριον κερδίσῃ παμψηφεὶ δίκην, κατηγορεῖ τὸν γράψαντα 3 τὴν ἀπολογίαν του ὅτι ἔχει παραλίπει πολλὰ ἐπιχειρήματα.
[9] καὶ ἐράνου εἰσενεχθέντος παρὰ τῶν φίλων καὶ φήσαντός τινος· Ἱλαρὸς ἴσθι, Καὶ πῶς; εἰπεῖν, Ὅτι δεῖ τἀργύριον ἀποδοῦναι ἑκάστῳ καὶ χωρὶς τούτων χάριν ὀφείλειν ὡς εὐεργετημένον; — Ὅταν οἱ φίλοι του κάμουν συνεισφορὰν δι’ αὐτὸν καὶ κἄποιος τοῦ εἴπῃ ‘ἔ! τώρα πρέπει νὰ εἶσαι χαρούμενος’, ἀπαντᾷ "μὰ πῶς ; ἀφοῦ πρέπει καὶ τὰ χρήματα νὰ δώσω ὀπίσω εἰς τὸν καθένα καὶ ἐκτὸς τούτου νὰ χρεωστῶ χάριν ὡς εὐεργετημένος;"

ΑΠΙΣΤΙΑΣ-VIII
Ἔστιν ἀμέλει <ἡ> ἀπιστία ὑπόληψίς τις ἀδικίας κατὰ πάντων, ὁ δὲ ἄπιστος τοιοῦτός τις, Ἡ ἀπιστία 1 εἶναι βεβαίως γνώμη ποὺ ἔχει κανεὶς δι’ ὅλους ὅτι εἶναι ἄδικοι· ἰδοὺ δὲ τὶ λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἄπιστος.
[2] οἷος ἀποστείλας τὸν παῖδα ὀψωνήσοντα ἕτερον παῖδα πέμπειν τὸν πευσόμενον, πόσου ἐπρίατο. — Ὅταν στείλῃ τὸν δοῦλόν του διὰ νὰ ψωνίσῃ, στέλλει κατόπιν δεύτερον διὰ νὰ πληροφορηθῇ, πόσον ἐπλήρωσεν ὁ πρῶτος διὰ τὰ ὀψώνια.
[3] καὶ φέρειν αὐτὸς τὸ ἀργύριον καὶ κατὰ στάδιον καθίζων ἀριθμεῖν, πόσον ἐστί. — Εἰς τὸν δρόμον κρατεῖ ὁ ἴδιος 2 τὰ χρήματα καὶ εἰς κάθε στάδιον (185 μέτρα) καθίζει καὶ τὰ μετρᾷ.
[4] καὶ τὴν γυναῖκα τὴν αὑτοῦ ἐρωτᾶν κατακείμενος, εἰ κέκλεικε τὴν κιβωτόν, καὶ εἰ σεσήμανται τὸ κυλιούχιον, καὶ εἰ ὁ μοχλὸς εἰς τὴν θύραν τὴν αὐλείαν ἐμβέβληται, καὶ ἂν ἐκείνη φῇ, μηδὲν ἧττον αὐτὸς ἀναστὰς γυμνὸς ἐκ τῶν στρωμάτων καὶ ἀνυπόδητος τὸν λύχνον ἅψας ταῦτα πάντα περιδραμὼν ἐπισκέψασθαι καὶ οὕτω μόλις ὕπνου τυγχάνειν. — Ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν κλίνην, ἐρωτᾷ τὴν γυναῖκά του ἂν ἔχῃ κλείσει τὸ κιβώτιον, ἂν εἶναι σφραγισμένο τὸ ἑρμάριον διὰ τὰ ἀσημικὰ καὶ ἂν ἔχῃ βάλει τὸν σύρτην εἰς τὴν θύραν τῆς αὐλῆς· ἂν δὲ ἐκείνη ἀπαντήσῃ ‘ναί’, δὲν πιστεύει, ἀλλὰ σηκώνεται γυμνὸς ἀπὸ τὸ στρῶμα καὶ ἀφοῦ ἀνάψῃ λύχνον περιφέρεται ξυπόλυτος διὰ νὰ τὰ ἐπιθεωρήσῃ ὅλα, καὶ ἔτσι μόνον ἠμπορεῖ νὰ κοιμηθῇ.
[5] καὶ τοὺς ὀφείλοντας αὐτῷ ἀργύριον μετὰ μαρτύρων ἀπαιτεῖν τοὺς τόκους, ὅπως μὴ δύναιντο ἔξαρνοι γενέσθαι. — Ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ τοῦ χρεωστοῦν χρήματα ζητεῖ τοὺς τόκους μὲ μάρτυρας, διὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ ἀρνηθοῦν.
[6] καὶ τὸ ἱμάτιον δὲ ἐκδοῦναι δεινὸς οὐχ ὃς βέλτιστα ἐργάσεται, ἀλλ' ὅταν ᾖ ἄξιος ἐγγυητὴς τοῦ κναφέως. — Εἶναι ἱκανὸς νὰ δώσῃ καὶ τὸ φόρεμά του πρὸς καθαρισμὸν ὄχι εἰς τὸν καλύτερον καθαριστήν, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀξιόπιστον ἐγγυητήν.
[7] καὶ ὅταν ἥκῃ τις αἰτησόμενος ἐκπώματα, μάλιστα μὲν μὴ δοῦναι, ἂν δ' ἄρα τις οἰκεῖος ᾖ καὶ ἀναγκαῖος, μόνον οὐ πυρώσας καὶ στήσας καὶ σχεδὸν ἐγγυητὴν λαβὼν χρῆσαι. — Ἂν ἔλθῃ κανεὶς νὰ δανεισθῇ ἀπὸ αὐτὸν ποτήρια 3 (χρυσᾶ ἢ ἀργυρᾶ, συνήθως μὲν δὲν τὰ δίδει, ἂν ὅμως εἶναι κάποιος συγγενής του ἢ στενὸς φίλος, τὰ δανείζει, ἀφοῦ πρῶτα τὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ πῦρ καὶ τὰ ζυγίσῃ καὶ σχεδὸν λάβῃ ἐγγυητήν.
[8] καὶ τὸν παῖδα δὲ ἀκολουθοῦντα κελεύειν αὑτοῦ ὄπισθεν μὴ βαδίζειν, ἀλλ' ἔμπροσθεν, ἵνα φυλάττῃ αὐτόν, μὴ ἐν τῇ ὁδῷ ἀποδράσῃ. — Διατάσσει τὸν δοῦλον ποὺ τὸν συνοδεύει νὰ μὴ βαδίζῃ ὀπίσω ἀλλ’ ἐμπρός του, διὰ νὰ τὸν προσέχῃ μὴ τοῦ φύγῃ εἰς τὸν δρόμον.
[9] καὶ τοῖς εἰληφόσι τι παρ' αὐτοῦ καὶ λέγουσι· Πόσου, κατάθου, οὐ γὰρ σχολάζω πω, <εἰπεῖν>· Πέμπειν μηδὲν πραγματεύου· ἐγὼ γάρ, <ἕως> ἂν σὺ σχολάσῃς, συνακολουθήσω. — Εἰς ἐκείνους ποὺ ἠγόρασαν ἀπὸ αὐτὸν κάτι καὶ λέγουν ‘πόσον τιμᾶται; γράψε το, διότι δὲν ἔχω τώρα καιρὸν’ ἀπαντᾷ ‘μὴ ἐνοχλεῖσαι, διότι ἐγὼ θὰ σὲ συντροφεύσω ἕως ὅτου εὐκαιρήσῃς’.


Δ.
ΔΥΣΧΕΡΕΙΑΣ-XIX
Ἔστι δὲ ἡ δυσχέρεια ἀθεραπευσία σώματος λύπης παρασκευαστική, ὁ δὲ δυσχερὴς τοιοῦτός τις, Ἡ δυσχέρεια εἶναι ἀμέλεια διὰ τὴν περιποίησιν τοῦ σώματος, ἡ ὁποία προξενεῖ δυσάρεστον αἴσθημα εἰς τοὺς ἄλλους. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ δυσχερής 1.
[2] οἷος λέπραν ἔχων καὶ ἀλφὸν καὶ τοὺς ὄνυχας μεγάλους περιπατεῖν καὶ φῆσαι ταῦτα εἶναι αὑτῷ συγγενικὰ ἀρρωστήματα· ἔχειν γὰρ αὐτὸν καὶ τὸν πατέρα καὶ τὸν πάππον, καὶ οὐκ εἶναι ῥᾴδιον αὐτῶν εἰς τὸ γένος ὑποβάλλεσθαι. — Ἐνῷ ἔχει λέπραν καὶ λειχῆνας καὶ μαῦρα νύχια ἀπὸ τὸ νόσημα, περιφέρεται εἰς τὸν δρόμον καὶ λέγει ὅτι ταῦτα τοῦ εἶναι ἀσθένειαι κληρονομικαί, διότι τὰ εἴχε καὶ ὁ πατέρας του καὶ ὁ πάππος του, διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ ἄλλος νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὸ γένος των 2.
[3] ἀμέλει δὲ δεινὸς καὶ ἕλκη ἔχειν ἐν τοῖς ἀντικνημίοις καὶ προσπταίσματα ἐν τοῖς δακτύλοις καὶ μὴ θεραπεῦσαι ἀλλ' ἐᾶσαι θηριωθῆναι· — Εἶναι δὲ βεβαίως ἱκανὸς καὶ ὅταν ἔχῃ πληγὰς εἰς τὸ ἀντικνήμιον ἢ ξεγδάρματα εἰς τοὺς δακτύλους, νὰ μὴ τὰ θεραπεύῃ, ἀλλὰ νὰ τὰ ἀφήνῃ νὰ λαμβάνουν κακοήθη μορφήν.
καὶ τὰς μασχάλας δὲ θηριώδεις καὶ δασείας ἔχειν ἄχρι ἐπὶ πολὺ τῶν πλευρῶν καὶ τοὺς ὀδόντας μέλανας καὶ ἐσθιομένους ὥστε δυσέντευκτος εἶναι καὶ ἀηδής. — Ἔχει τὸ τρίχωμα εἰς τὰς μασχάλας 3 ὅμοιον μὲ τρίχωμα θηρίου, πυκνὸ ποὺ σκεπάζει μέγα μέρος τῶν πλευρῶν του, καὶ τὰ δόντια μαῦρα καὶ καταφαγωμένα, ὥστε νὰ προξενῆ ἀηδίαν καὶ νὰ μὴ ἠμπορῇς νὰ τὸν πλησιάσῃς·
[4] καὶ τὰ τοιαῦτα· ἐσθίων ἀπομύττεσθαι· θύων ἅμ' ἀδαξᾶσθαι· προσλαλῶν ἀπορρίπτειν ἀπὸ τοῦ στόματος· ἅμα πιὼν προσερυγγάνειν. — καὶ πετᾷ τὴν μύξαν του 4, ἐνῷ τρώγει τὸ φαγητόν του· χώνεται εἰς τὰ αἵματα, ὅταν θυσιάζῃ· ὅταν ὁμιλῇ πρός τινα, τὸν ραντίζει 5 μὲ σάλια ἀπὸ τὸ στόμα του· ἐρεύγεται, ἐνῷ πίνει·
[5] ἐν ἀνίπτοις τοῖς στρώμασι μετὰ τῆς γυναικὸς [αὐτοῦ] κοιμᾶσθαι. κοιμᾶται μὲ τὴν γυναῖκά του εἰς στρώματα ρυπαρά·
[6] ἐλαίῳ σαπρῷ ἐν βαλανείῳ χρώμενος σφύζεσθαι. εἰς τὸ λουτρὸν μεταχειρίζεται ταγγὸ λᾷδι διὰ νὰ ἀλειφθῇ.
[7] καὶ χιτωνίσκον παχὺν καὶ ἱμάτιον σφόδρα λεπτὸν καὶ κηλίδων μεστὸν ἀναβαλλόμενος εἰς ἀγορὰν ἐξελθεῖν. — Φορεῖ χονδρὸν χιτῶνα καὶ μανδύαν πολὺ λεπτὸν μὲ πολλὰς κηλῖδας καὶ πηγαίνει ἔτσι εἰς τὴν ἀγοράν
[8] καὶ εἰς ὀρνιθοσκόπου τῆς μητρὸς ἐξελθούσης βλασφημῆσαι. — λέγει βλασφημίας, ὅταν ἡ μητέρα του πηγαίνῃ νὰ συμβουλευθῇ οἰωνοσκόπον.
[9] καὶ εὐχομένων καὶ σπενδόντων ἐκβαλεῖν τὸ ποτήριον καὶ γελάσαι ὡς τεράστιόν τι πεποιηκώς· — Ὅταν ἄλλοι προσεύχωνται καὶ κάμουν σπονδάς, ἀφήνει νὰ πέσῃ τὸ ποτῆρί του 6 καὶ γελᾷ, σὰν νὰ ἔκαμε μεγάλο κατόρθωμα.
[10] 8 καὶ αὐλούμενος δὲ κροτῆσαι ταῖς χερσὶ μόνος τῶν ἄλλων καὶ συντερετίζειν καὶ ἐπιτιμᾶν τῇ αὐλητρίδι, τί οὕτω ταχὺ ἐπαύσατο· — Ὅταν ἀκούῃ αὐλητρίδα, μόνος ἀπὸ τοὺς ἀκροατὰς χειροκροτεῖ καὶ συνοδεύει μὲ χαμηλὴν φωνὴν τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἐπιπλήττει, διότι ἔπαυσε τόσον γρήγορα·
[11] καὶ ἀποπτύσαι δὲ βουλόμενος, ὑπὲρ τῆς τραπέζης προσπτύσαι τῷ οἰνοχόῳ. — θέλει νὰ πτύσῃ 7 ἐπάνω ἀπὸ τὸ τραπέζι καὶ πτύει τὸν ὑπηρέτην ποὺ προσφέρει τὸ κρασί.

Δ.ΑΗΔΙΑΣ-XX
Ἔστι δὲ ἡ ἀηδία, ὡς ὅρῳ περιλαβεῖν, ἔντευξις λύπης ποιητικὴ ἄνευ βλάβης, ὁ δὲ ἀηδὴς τοιοῦτός τις, [2] οἷος ἐγείρειν ἄρτι καθεύδοντα εἰσελθών, ἵνα αὐτῷ λαλῇ. [3] καὶ ἀνάγεσθαι δὴ μέλλοντας κωλύειν. [4] καὶ προσελθόντων δεῖσθαι ἐπισχεῖν, ἕως ἂν περιπατήσῃ. [5] καὶ τὸ παιδίον τῆς τίτθης ἀφελόμενος, μασώμενος σιτίζειν αὐτὸς καὶ ὑποκορίζεσθαι ποππύζων καὶ πανουργημάτιον τοῦ πάππου καλῶν. [6] καὶ ἐσθίων δὲ ἅμα διηγεῖσθαι, ὡς ἐλλέβορον πιὼν ἄνω καὶ κάτω καθαρθείη καὶ ζωμοῦ τοῦ παρακειμένου ἐν τοῖς ὑποχωρήμασιν αὑτῷ μελαντέρα <εἴη> ἡ χολή. [7] καὶ ἐρωτῆσαι δὲ δεινὸς ἐναντίον τῶν οἰκείων· Εἴπ', ὦ μάμμη, ὅτ' ὤδινες καὶ ἔτικτές με, τίς ἡμέρα; [8] καὶ ὑπὲρ αὑτοῦ δὲ λέγειν, ὡς ἡδύς ἐστι καὶ <ἀηδής>, ἀμφότερα δὲ οὐκ ἔχοντα οὐ ῥᾴδιον ἄνθρωπον λαβεῖν, [9] καὶ ὅτι ψυχρὸν ὕδωρ ἐστὶ παρ' αὐτῷ λακκαῖον, καὶ ὡς κῆπος λάχανα πολλὰ ἔχων καὶ ἁπαλὰ [ὥστε εἶναι ψυχρὸν] καὶ μάγειρος εὖ τὸ ὄψον σκευάζων, καὶ ὅτι ἡ οἰκία αὐτοῦ πανδοκεῖόν ἐστι_μεστὴ γὰρ ἀεί_καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ εἶναι τὸν τετρημένον πίθον· εὖ ποιῶν γὰρ αὐτοὺς οὐ δύνασθαι ἐμπλῆσαι. [10] καὶ ξενίζων δὲ δεῖξαι τὸν παράσιτον αὐτοῦ ποῖός τίς ἐστι τῷ συνδειπνοῦντι· καὶ παρακαλῶν δὲ ἐπὶ τοῦ ποτηρίου εἰπεῖν, ὅτι τὸ τέρψον τοὺς παρόντας παρεσκεύασται, καὶ ὅτι αὐτήν, ἐὰν κελεύσωσιν, ὁ παῖς μέτεισι παρὰ τοῦ πορνοβοσκοῦ ἤδη, ὅπως πάντες ὑπ' αὐτῆς αὐλώμεθα καὶ εὐφραινώμεθα. Ἡ ἀηδία εἶναι, ἂν θέλῃς νὰ τὴν ὁρίσῃς, συνάντησις ποὺ ἠμπορεῖ νὰ προξενήσῃ λύπην χωρὶς ζημίαν. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀηδής 1. Εἰσέρχεται εἰς τὸ δωμάτιον ἀνθρώπου ποὺ ἐκοιμήθη πρὸ ὀλίγου καὶ τὸν ἐξυπνᾷ διὰ νὰ τοῦ ὁμιλήσῃ.— ἐμποδίζει ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀποπλεύσουν.— Εἰς ἀνθρώπους ποὺ ἔρχονται νὰ τὸν ἴδουν λέγει νὰ τὸν περιμένουν ἕως ὅτου ἐπιστρέψῃ ἀπὸ τὸν περίπατόν του.— (Εἰς τὸ σπίτι φίλου) παίρνει τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν τροφόν 2, τοῦ δίδει τροφήν, ἀφοῦ τὴν μασήσῃ ὁ ἴδιος, τοῦ ὁμιλεῖ ψελλίζοντας σὰν παιδάκι καὶ τὸ ὀνομάζει παιγνίδι τοῦ παππάκη.— Εἰς τὸ τραπέζι διηγεῖται ὅτι ἔλαβε καθαρτικὸ (ἐλλέβορον 3), ὅτι τὸν ἐνήργησε ἀπὸ πάνω καὶ κάτω καὶ ὅτι ἡ χολὴ εἰς τὰ περιττώματα του ἦτο περισσότερον μαύρη ἀπὸ τὸν ζωμον ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὸ τραπέζι.— Εἶναι ἱκανὸς καὶ ἐμπρὸς εἰς τοὺς ὑπηρέτας νὰ ἐρωτήσῃ τὴν μητέρα του· ‘πές μου, μητέρα, τί ἐντυπώσεις εἶχες τὴν ἡμέρα ποὺ μὲ ἐγεννοῦσες’· ἔπειτα δίδει ὁ ἴδιος τὴν ἀπάντησιν καὶ λέγει ὅτι εἶναι εὐχάριστον καὶ λυπηρὸν συγχρόνως, ἀλλὰ χωρὶς αὐτὰ τὰ δύο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ ἄνθρωπος.— Καλεσμένος εἰς δεῖπνον διηγεῖται, ὅτι ἔχει εἰς τὸ σπίτι του στέρναν μὲ δροσερὸ νερὸ καὶ κῆπον μὲ πολλὰ καὶ τρυφερὰ λάχανα καὶ μάγειρον ποὺ παρασκευάζει ἐξαίρετα φαγητά, ὅτι τὸ σπίτι του εἶναι ξενοδοχεῖον, διότι δὲν ἀδειάζει ποτὲ καὶ οἱ φιλοι του εἶναι (κατὰ τὴν παροιμίαν) τρυπημένοι πίθοι, διότι ὅσον καὶ ἂν τοὺς εὐεργετήση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς χορτάσῃ.— Ὅταν φιλοξενῇ κάποιον, ἐπαινεῖ τὰ προτερήματα τοῦ παρασίτου 4 (κόλακος) του, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει· καὶ ὅταν προσκαλῇ τοὺς καλεσμένους νὰ πιοῦν, λέγει ὅτι ἔχουν ὅλα ἑτοιμασθῆ διὰ νὰ εὐχαριστηθοῦν καὶ ὅτι ὁ δοῦλος θὰ ὑπάγῃ ἀμέσως, ἂν διατάξουν, νὰ ζητήσῃ αὐλητρίδα ἀπὸ τὸν πορνοβοσκὸν ‘διὰ νὰ τὴν ἀκούσωμεν ὅλοι, ὅταν παίζῃ τὸν αὐλόν, καὶ εὐχαριστηθοῦμε’.


Δ.
ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ-XXII
Ἡ δὲ ἀνελευθερία ἐστὶν ἀπουσία τις φιλοτιμίας δαπάνην ἐχούσης, ὁ δὲ ἀνελεύθερος τοιοῦτός τις, [2] οἷος νικήσας τραγῳδοῖς ταινίαν ἀναθεῖναι ξυλίνην τῷ Διονύσῳ ἐπιγράψας μόνον αὐτοῦ τὸ ὄνομα. [3] καὶ ἐπιδόσεων γινομένων ἐκ τοῦ δήμου, ἀναστὰς σιωπῇ ἐκ τοῦ μέσου ἀπελθεῖν. [4] καὶ ἐκδιδοὺς αὑτοῦ θυγατέρα τοῦ μὲν ἱερείου πλὴν τῶν ἱερέων τὰ κρέα ἀποδόσθαι, τοὺς δὲ διακονοῦντας ἐν τοῖς γάμοις οἰκοσίτους μισθώσασθαι. [5] καὶ τριηραρχῶν τὰ τοῦ κυβερνήτου στρώματα αὑτῷ ἐπὶ τοῦ καταστρώματος ὑποστορέννυσθαι, τὰ δὲ αὑτοῦ ἀποτιθέναι. [6] καὶ τὰ παιδία δὲ δεινὸς μὴ πέμψαι εἰς διδασκάλου, ὅταν ᾖ [τοῦ ἀποτιθέναι καὶ τὰ παιδία] Μουσεῖα, ἀλλὰ φῆσαι κακῶς ἔχειν, ἵνα μὴ συμβάλωνται. [7] καὶ ἐξ ἀγορᾶς δὲ ὀψωνήσας τὰ κρέα αὐτὸς φέρειν καὶ τὰ λάχανα ἐν τῷ προκολπίῳ. [8] καὶ ἔνδον μένειν, ὅταν ἐκδῷ θοἰμάτιον ἐκπλῦναι. [9] καὶ φίλου ἔρανον συλλέγοντος καὶ διειλεγμένου αὐτῷ, προσιόντα προϊδόμενος ἀποκάμψας ἐκ τῆς ὁδοῦ τὴν κύκλῳ οἴκαδε πορευθῆναι. [10] καὶ τῇ γυναικὶ δὲ τῇ ἑαυτοῦ προῖκα <πολλὴν> εἰσενεγκαμένῃ μὴ πρίασθαι θεράπαιναν, ἀλλὰ μισθοῦσθαι εἰς τὰς ἐξόδους ἐκ τῆς γυναικείας παιδίον τὸ συνακολουθῆσον. [11] καὶ τὰ ὑποδήματα παλιμπήξει κεκαττυμένα φορεῖν καὶ λέγειν, ὅτι Κέρατος οὐδὲν διαφέρει. [12] καὶ ἀναστὰς τὴν οἰκίαν καλλῦναι καὶ τὰς κλίνας ἐκκορίσαι. [13] καὶ καθεζόμενος παραστρέψαι τὸν τρίβωνα, ὃν αὐτὸν φορεῖ. Ἡ ἀνελευθερία εἶναι ἔλλειψις φιλοτιμίας ἀποφεύγουσα δαπάνην 1. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀνελεύθερος. Ἂν νικήσῃ (ὡς χορηγὸς) εἰς ἀγῶνα τραγῳδῶν, ἀφιερώνει εἰς τὸν Διόνυσον ξυλίνην πινακίδα, ὅπου γράφει μόνον τὸ ὄνομά του 2.— Ὅταν γίνωνται συνεισφοραὶ ὑπὲρ τῆς πόλεως 3, σηκώνεται σιγὰ καὶ φεύγει ἀπὸ τὴν συνέλευσιν.— Ὅταν ὑπανδρεύῃ τὴν θυγατέρα του, πωλεῖ τὰ κρέατα τῆς θυσίας, ἐκτὸς τῶν προωρισμένων διὰ τοὺς ἱερεῖς, τοὺς δὲ ὑπηρετοῦντας εἰς τὸν γάμον τοὺς μισθώνει χωρὶς τροφήν.—Ἐὰν εἶναι τριήραρχος, στρώνει εἰς τὸ κατάστρωμα τὰ στρώματα τοῦ κυβερνήτου, τὰ δὲ ἰδικά του θέτει κατὰ μέρος διὰ νὰ μὴ φθείρωνται.— Εἶναι δὲ ἱκανὸς νὰ μὴ στείλῃ καὶ τὰ τέκνα του εἰς τὸ σχολεῖον, ἀλλὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἀσθενοῦν κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Μουσῶν 4, διὰ νὰ μὴ συνεισφέρουν εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἑορτῆς.— Ὅταν ψωνίσῃ εἰς τὴν ἀγοράν, φέρει ὁ ἴδιος τὰ κρέατα καὶ τὰ λάχανα εἰς τὸν κόλπον του 5.— Μένει μέσα εἰς τὸ σπίτι του, ὅταν δώσῃ νὰ πλύνουν τὸ φόρεμά του.— Ἐὰν φίλος του συλλέγῃ ἐράνους, ἐνῷ ἔχει συνομιλήσει περὶ αὐτοῦ, βλέποντάς τον νὰ πλησιάζῃ ἀλλάζει τὸν δρόμον του καὶ μὲ ἕνα γῦρον ἐπιστρέφει εἰς τὸ σπίτι του.— Διὰ τὴν γυναῖκά του, ποὺ τοῦ ἔδωσε προῖκα, δὲν ἀγοράζει ὑπηρέτριαν ἀλλὰ μισθώνει ἕνα παιδάριον διὰ νὰ τὴν συνοδεύῃ 6, ὅταν ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν γυναικείαν ἀγοράν.— Φορεῖ ὑποδήματα συνερραμμένα μὲ πολλὰς ἐπιδιορθώσεις καὶ λέγει ὅτι εἶναι σκληρὰ σὰν κέρατο.— Ὅταν σηκωθῇ σαρώνει ὁ ῖδιος τὸ σπίτι καὶ καθαρίζει ἀπὸ κοριοὺς τὰς κλίνας 7.— Ὅταν καθίζῃ, γυρίζει ἀνάποδα τὸ μάλλινον φόρεμα (τρίβωνα) 8 ποὺ φορεῖ, (διὰ νὰ μὴ λερώσῃ.

ΑΛΑΖΟΝΕΙΑΣ-XXIII
Ἀμέλει δὲ ἡ ἀλαζονεία δόξει εἶναι προσποίησίς τις ἀγαθῶν οὐκ ὄντων, ὁ δὲ ἀλαζὼν τοιοῦτός τις, [2] οἷος ἐν τῷ διαζεύγματι ἑστηκὼς διηγεῖσθαι ξένοις, ὡς πολλὰ χρήματα αὐτῷ ἐστιν ἐν τῇ θαλάττῃ· καὶ περὶ τῆς ἐργασίας τῆς δανειστικῆς διεξιέναι, ἡλίκη, καὶ αὐτὸς ὅσα εἴληφε καὶ ἀπολώλεκε· καὶ ἅμα ταῦτα πλεθρίζων πέμπειν τὸ παιδάριον εἰς τὴν τράπεζαν, δραχμῆς αὐτῷ κειμένης. [3] καὶ συνοδοιπόρου δὲ ἀπολαῦσαι ἐν τῇ ὁδῷ δεινὸς λέγων, ὡς μετ' Ἀλεξάνδρου ἐστρατεύσατο, καὶ ὡς αὐτῷ εἶχε, καὶ ὅσα λιθοκόλλητα ποτήρια ἐκόμισε· καὶ περὶ τῶν τεχνιτῶν τῶν ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ὅτι βελτίους εἰσὶ τῶν ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἀμφισβητῆσαι· καὶ ταῦτα ψοφῆσαι, οὐδαμοῦ ἐκ τῆς πόλεως ἀποδεδημηκώς. [4] καὶ γράμματα δὲ εἰπεῖν, ὡς πάρεστι παρ' Ἀντιπάτρου τριττὰ δὴ λέγοντα παραγενέσθαι αὐτὸν εἰς Μακεδονίαν· καὶ διδομένης αὐτῷ ἐξαγωγῆς ξύλων ἀτελοῦς ὅτι ἀπείρηται, ὅπως μηδ' ὑφ' ἑνὸς συκοφαντηθῇ, Περαιτέρω φιλοσοφεῖν προσῆκε τοῖς Μακεδόσι· [5] καὶ ἐν τῇ σιτοδείᾳ δὲ ὡς πλείω ἢ πέντε τάλαντα αὑτῷ γένοιτο τὰ ἀναλώματα διδόντι τοῖς ἀπόροις τῶν πολιτῶν, ἀνανεύειν γὰρ οὐ δύνασθαι. [6] καὶ ἀγνώτων δὲ παρακαθημένων κελεῦσαι θεῖναι τὰς ψήφους ἕνα αὐτῶν καὶ ποσῶν κατὰ χιλίας καὶ κατὰ μίαν καὶ προστιθεὶς πιθανὰ ἑκάστοις τούτων ὀνόματα ποιῆσαι καὶ δέκα τάλαντα· καὶ τοῦτο φῆσαι εἰσενηνοχέναι εἰς ἐράνους αὐτῶν· καὶ τὰς τριηραρχίας εἰπεῖν, ὅτι οὐ τίθησιν, οὐδὲ τὰς λειτουργίας, ὅσας λελειτούργηκε. [7] καὶ προσελθὼν δ' εἰς τοὺς ἵππους τοὺς ἀγαθοὺς τοῖς πωλοῦσι προσποιήσασθαι ὠνητιᾶν. [8] καὶ ἐπὶ τὰς κλίνας ἐλθὼν ἱματισμὸν ζητῆσαι εἰς δύο τάλαντα καὶ τῷ παιδὶ μάχεσθαι, ὅτι τὸ χρυσίον οὐκ ἔχων αὐτῷ ἀκολουθεῖ. [9] καὶ ἐν μισθῷ τὴν οἰκίαν οἰκῶν φῆσαι ταύτην εἶναι τὴν πατρῴαν πρὸς τὸν μὴ εἰδότα, καὶ διότι μέλλει πωλεῖν αὐτὴν διὰ τὸ ἐλάττω εἶναι αὐτῷ πρὸς τὰς ξενοδοχίας. Ἡ ἀλαζονεία βεβαίως θὰ φανῇ ὅτι εἶναι κάποια προσποίησις διὰ μὴ ὑπάρχοντα ἀγαθά 1. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀλαζών. Στέκει εἰς τὴν προκυμαίαν 2 (τοῦ Πειραιῶς) καὶ διηγεῖται εἰς ξένους ὅτι ἔχει δώσει πολλὰ χρήματα εἰς θαλασσοδάνεια 3, περιγράφει λεπτομερῶς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν καὶ πόσα αὐτὸς ἐκέρδισε καὶ ἔχασε· συγχρόνως ἐνῷ καυχᾶται δι' αὐτὰ, στέλλει τὸν δοῦλόν του εἰς τὴν τράπεζαν, ἂν καὶ δὲν ἔχει κατάθεσιν οὔτε μιᾶς δραχμῆς.— Εἶναι ἱκανὸς καὶ συνταξιδιώτην του καθ' ὁδὸν νὰ ἐμπαίξῃ λέγων ὅτι ἐξεστράτευσε μαζὶ μὲ τὸν Ἀλέξανδρον καὶ πῶς ἐκεῖνος ἐφέρετο πρὸς αὐτὸν καὶ πόσα λιθοκόλλητα ποτήρια 4 ἔφερε ἀπὸ τὴν ἐκστρατείαν· νὰ ὑποστηρίζῃ δὲ ὅτι οἱ τεχνῖται τῆς Ἀσίας εἶναι καλύτεροι ἀπὸ τοὺς τεχνίτας τῆς Εὐρώπης· καὶ λέγει ὅλα αὐτὰ χωρὶς νὰ ἔχῃ μεταβῆ εἰς κανένα ἄλλον τόπον ἔξω τῆς πόλεως·— καὶ ἐπιστολὰς δὲ τρεῖς λέγει ὅτι ἔλαβε ἀπὸ τὸν Ἀντίπατρον 5, μὲ τὰς ὁποίας τὸν ἐπροσκάλεσε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ ὅτι, ἐνῷ τοῦ ἐδίδετο ἄδεια ἐξαγωγῆς ξυλείας (ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν) 6 χωρὶς δασμόν, δὲν ἐδέχθη, διὰ νὰ μὴ τὸν συκοφαντήσῃ κανείς, ὅτι εἶναι περισσότερον παρ' ὅσον πρέπει φίλος τῶν Μακεδόνων 7.— Κατὰ τὴν σιτοδείαν 8 λέγει ὅτι αὐτὸς ἔχει ἐξοδεύσει περισσότερα ἀπὸ πέντε τάλαντα εἰς βοήθειαν τῶν πτωχῶν πολιτῶν, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ.—Εὑρισκόμενος μεταξὺ ἀγνώστων προσώπων παρακαλεῖ ἕνα ἐξ αὐτῶν νὰ λογαριάσῃ μὲ τὰς ψήφους 9 καὶ ἀφοῦ μετρήσῃ κατὰ ἑξακοσίας δραχμὰς καὶ κατὰ μνᾶν καὶ προσθέσῃ πρὸς πιστοποίησιν καὶ ὀνόματα ὀφειλετῶν εἰς κάθε ποσὸν ἀπὸ αὐτά, ἀναβιβάζει τὸ ὁλικὸν ἄθροισμα εἰς δέκα τάλαντα· καὶ αὐτά, λέγει, ἐδόθησαν ἀπὸ αὐτὸν εἰς ἐράνους, παραλείπει δὲ νὰ προσθέσῃ τὰς τριηραρχίας 10 καὶ τὰς ἄλλας δημοσίας λειτουργίας ποὺ ἀνέλαβε.— Εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ἵππων πλησιάζει ἐκείνους ποὺ πωλοῦν τοὺς καλυτέρους καὶ προσποιεῖται ὅτι θέλει νὰ ἀγοράσῃ 11.— Ἔρχεται εἰς τὰ ἐπιπλοπωλεῖα καὶ ζητεῖ ἱματισμὸν ἀξίας δύο ταλάντων, ὑβρίζει δὲ τὸν δοῦλόν του, διότι δὲν ἔφερε μαζί του τὰ ἀναγκαῖα χρήματα.— Ἐνῷ κατοικεῖ εἰς σπίτι μὲ ἐνοίκιον, λέγει εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὸ γνωρίζει, ὅτι εἶναι πατρικό του καὶ ὅτι θὰ τὸ πωλήσῃ, διότι εἶναι μικρὸ σχετικῶς πρὸς τοὺς ξένους ποὺ φιλοξενεῖ 12.


Δ.
XXIV-ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ
Ὑπερηφανία εἶναι τὸ νὰ καταφρονῇ κανεὶς ὅλους ἐκτὸς τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ὑπερήφανος 1. Εἰς ἐκεῖνον ποὺ βιάζεται νὰ τοῦ ὁμιλήσῃ λέγει ὅτι θὰ τὸν δεχθῇ μετὰ τὸ δεῖπνον κατὰ τὴν ὥραν τοῦ περιπάτου.— Ἂν κάμῃ εὐεργεσίαν, τὴν ἐνθυμεῖται πάντοτε.— Εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν διώρισαν διαιτητὴν ἐκφέρει τὴν κρίσιν εἰς τὸν δρόμον 2 ἐνῷ περιπατεῖ.— Ἂν χειροτονηθῇ ἄρχων 3, δὲν δέχεται τὴν ἀρχὴν καὶ ὁρκἰζεται ὅτι δὲν ἔχει καιρόν.—Δὲν καταδέχεται νὰ ἐπισκεφθῇ κανένα αὐτὸς πρῶτος.— Εἶναι ἱκανὸς νὰ εἶπῃ εἰς ἐκείνους ποὺ πωλοῦν κάτι εἰς αὐτὸν ἢ μισθώνουν ἀπὸ αὐτὸν νὰ ἔλθουν (νὰ πληρωθοῦν ἢ νὰ πληρώσουν) τὰ ἐξημερώματα. — Εἰς τὸν δρόμον δέν ὁμιλεῖ εἰς ὅσους (γνωρίμους) συναντᾷ ἀλλὰ προχωρεῖ μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω ἢ πρὸς τὰ ἐπάνω κατὰ τὴν διάθεσιν ποὺ ἔχει.—Ὅταν καλῇ εἰς δεῖπνον τοὺς φίλους του, αὐτὸς δὲν συντρώγει ἀλλὰ ἀναθέτει εἰς κάποιον ὑπὸ τὰς διαταγάς του νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτῶν—-Δὲν κάμνει ἐπίσκεψιν, ἐὰν δὲν στείλῃ προηγουμένως κάποιον νὰ τὸ προαναγγείλῃ. —Δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἰσέλθη κανεὶς εἰς τὸ σπίτι του οὔτε ὅταν ἀλείφῃ τὰ μαλλιά του μὲ λάδι οὔτε ὅταν λούεται οὔτε ὅταν τρώγῃ.— Ὅταν κανονίζῃ λογαριασμοὺς μὲ κάποιον, διατάσσει τὸν ὑπάλληλόν του νὰ ἀριθμήσῃ μὲ τὰς ψήφους καὶ ἀφοῦ κάμῃ τὸ ἄθροισμα νὰ τὸ καταχωρίσῃ εἰς τὴν μερίδα του.— Ὅταν στέλλῃ ἐπιστολάς, δὲν γράφει τὴν φράσιν 'θὰ μοῦ κάμῃς τὴν χάριν' ἀλλὰ 'θέλω νὰ γίνῃ τοῦτο' καὶ 'σοῦ ἔχω στείλει κάποιον διά νὰ τοῦ δώσῃς νὰ μοῦ φέρῃ' καὶ 'θὰ γίνῃ ὅπως τὸ λέγω' καὶ 'νὰ τὸ κάμῃς τάχιστα'4.

XXV-ΔΕΙΛΙΑΣ
Ἡ δειλία 1 βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι ὑποχώρησις τῆς ψυχῆς ἀπὸ φόβον. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ δειλός. Ὅταν ταξιδεύῃ μὲ πλοῖον, νομίζει ὅτι τὰ ἀκρωτήρια εἶναι πειρατικὰ πλοῖα 2.— Ἂν γίνῃ θαλασσοταραχή, ἐρωτᾷ μήπως κανεὶς ἀπὸ τοὺς πλέοντας δὲν ἔχει μυηθῆ τὰ μυστήρια 3 (τῆς Σαμοθράκης) καὶ ἀφοῦ σηκώσῃ τὸ κεφάλι, ἐρωτᾷ τὸν πλοίαρχον ἂν τὸ πλοῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ πέλαγος καὶ πῶς κρίνει τὸν καιρόν, καὶ εἰς τὸν παρακαθήμενον λέγει ὅτι φοβεῖται ἀπὸ ἕνα ὄνειρο ποὺ εἶδε· καὶ ἀφοῦ ἐκδυθῇ, δίδει τὸν χιτῶνά του εἰς τὸν δουλόν του καὶ παρακαλεῖ (τοὺς ναύτας) νὰ τὸν φέρουν εἰς τὴν ξηράν.— Ὅταν εὑρίσκεται εἰς ἐκστρατείαν κατὰ τὴν ἐξόρμησιν τοῦ πεζικοῦ 4 προσκαλεῖ τοὺς συνδημότας 5 του καὶ τοὺς παρακαλεῖ νὰ σταθοῦν πρῶτα κοντὰ καὶ νὰ παρατηρήσουν γύρω, διότι, λέγει, εἶναι δύσκολον νὰ διακρίνῃ κανεὶς ποῖοι ἀπὸ τὰ δύο διαμαχόμενα μέρη εἶναι οἱ ἐχθροί.— Καὶ ὅταν ἀκούῃ φωνὰς καὶ βλέπῃ νὰ φονεύωνται, λέγει εἰς τοὺς συντρόφους του ὅτι ἀπὸ τὴν βίαν του ἐλησμόνησε τὸ ξίφος καὶ τρέχει εἰς τὴν σκηνήν· ἀφοῦ δὲ στείλῃ ἔξω τὸν δοῦλόν του καὶ τὸν διατάξῃ νὰ ἴδῃ ποῦ εἶναι οἱ ἐχθροί, αὐτὸς τὸ κρύπτει ὑπὸ τὸ προσκέφαλον καὶ ἔπειτα χρονοτριβεῖ πολύ, διότι τάχα τὸ ζητεῖ εἰς τὴν σκηνήν.— Ὅταν βλέπῃ ὅτι κάποιον φίλον του πληγωμένον φέρουν εἰς τὸ στρατόπεδον, τρέχει πρὸς αὐτόν, τὸν ἐνθαρρύνει καὶ ὑποβαστάζοντας τὸν φέρει εἰς τὴν σκηνήν· ἐκεῖ τὸν περιποιεῖται, σπογγίζει τὸ αἷμα γύρω καὶ καθήμενος κοντά του διώχνει τὲς μύγες ἀπὸ τὴν πληγήν· καὶ κάθε ἄλλο προτιμᾷ νὰ κάμῃ παρὰ νὰ πολεμῇ μὲ τοὺς ἐχθρούς·— ἂν ὁ σαλπιγκτὴς σαλπίσῃ τὸ πολεμικόν, καθήμενος εἰς τὴν σκηνὴν λέγει 'στὸ διάβολο' δὲν θὰ ἀφήσῃς τὸν ἄνθρωπον νὰ κοιμηθῇ ὀλίγον μὲ τὰ σαλπίσματα σου;—Καὶ καταματωμένος ἀπὸ τὴν ξένην πληγὴν συναντᾷ τοὺς ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν μάχην καὶ διηγεῖται 'μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς μου ἔχω σώσει ἕνα ἀπὸ τοὺς φίλους μου'· καὶ συγχρόνως φέρει μέσα εἰς τὴν σκηνὴν πρὸς τὸν πληγωμένον τοὺς συνδημότας καὶ φυλέτας του διὰ νὰ τὸν ἴδουν καὶ διηγεῖται εἰς τὸν καθένα ὅτι ὁ ἴδιος μὲ τὰ χέρια του τὸν ἔφερεν εἰς τὴν σκηνήν.

XXVI-ΟΛΙΓΑΡΧΙΑΣ
Ἡ Ὀλιγαρχία 1 ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι κάποια φιλαρχία ποὺ ἐπιθυμεῖ δύναμιν καὶ κέρδος. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ὀλιγαρχικός. Ὅταν ὁ δῆμος σκέπτεται ποίους νὰ ἐκλέξῃ ὡς βοηθοὺς τοῦ ἄρχοντος 2 διὰ νὰ φροντίσουν μαζί του περὶ τῆς πομπῆς 3 (τῶν Παναθηναίων), ἀναβαίνει εἰς τὸ βῆμα καὶ λέγει ὅτι αὐτοὶ ποὺ θὰ ἐκλεχθοῦν πρέπει νὰ ἔχουν ἀπόλυτον ἐξουσίαν, καί, ἂν ἄλλοι προτείνουν δέκα, παρατηρεῖ ‘ἕνας εἶναι ἀρκετὸς’ καὶ προσθέτει ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ἄνδρας· καὶ ἀπὸ τοὺς στίχους τοῦ Ὁμήρου γνωρίζει ἕνα μόνον. δὲν ὠφελεῖ νὰ κυβερνοῦν πολλοί, ἀλλ’ ἕνας μόνοἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲ δὲν γνωρίζει κανένα 4.— Εἶναι βεβαίως ἱκανὸς νὰ μεταχειρίζεται τὰς ἑξῆς φράσεις· ‘πρέπει ἡμεῖς μόνοι νὰ συνέλθωμεν 5 καὶ σκεφθῶμεν περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὸν ὄχλον καὶ τὴν ἀγοράν, νὰ παύσωμεν ἀπὸ τὸ νὰ πλησιάζωμεν τὰς ἀρχὰς καὶ ἔτσι νὰ ὑβριζώμεθα ἢ νὰ τιμώμεθα ἀπὸ αὐτάς’ 6” καὶ ‘ἢ αὐτοὶ 7 ἢ ἡμεῖς πρέπει νὰ κατοικοῦμεν 8 τὴν πόλιν’.— Ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπίτι του τὸ μεσημέρι ἐνδεδυμένος εὐπρεπῶς, κουρεμένος κατὰ τὸν μέσον τρόπον 9, μὲ νύχια περιποιημένα, βαδίζει ἀγέρωχα καὶ λέγει μὲ τόνον δραματικὸν ‘ἀδύνατον νὰ κατοικῇ κανεὶς εἰς τὴν πόλιν διὰ τοὺς πολλοὺς συκοφάντας’ 10 καὶ ‘εἰς τὰ δικαστήρια 11 δεινοπαθοῦμεν ἀπὸ τοὺς οὐτιδανοὺς αὐτοὺς ποὺ μᾶς κρίνουν’ καὶ ‘ἀπορῶ τί θέλουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔρχονται καὶ ἀνακατεύονται εἰς τὰ κοινὰ' καὶ ‘τὸ πλῆθος εἶναι ἀχάριστον πάντοτε καὶ ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον ποὺ μοιράζει καὶ χαρίζει’ καὶ ὅτι ἐντρέπεται, ὅταν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ δήμου 12 κάθηται κοντά του κάποιος πτωχὸς καὶ ρυπαρός·— καὶ προσθέτει ‘πότε θὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὰς συνεισφορὰς αὐτὰς καὶ τριηραρχίας ποὺ μᾶς καταστρέφουν;’— Τὸ γένος τῶν δημαγωγῶν, λέγει, εἶναι μισητὸν καὶ πρῶτος ὁ Θησεὺς 13 ὑπῆρξε αἴτιος κακῶν εἰς τὴν πόλιν, διότι αὐτὸς συνήθροισε τὸν δῆμον ἀπὸ δώδεκα πόλεις εἰς μίαν μόνην καὶ κατήργησε τὰς βασιλείας· καὶ δίκαια ἔπαθε, διότι αὐτὸς ἔγινε τὸ πρῶτον θῦμα τοῦ λαοῦ. Καὶ ἄλλα τοιαῦτα λέγει εἰς τοὺς ξένους καὶ εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν συμπολιτῶν του ποὺ ἔχουν τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα καὶ τὰ αὐτὰ πολιτικὰ φρονήματα.

XXVII-ΟΨΙΜΑΘΙΑΣ
Ἡ ὀψιμαθία ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι κάποια φιλεργία παρὰ τὴν ἡλικίαν πρὸς μάθησιν. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ὀψιμαθής 1. Εἰς ἡλικίαν ἑξήκοντα ἐτῶν μανθάνει ρητὰ καὶ ἐνῷ τὰ ἀπαγγέλλει εἰς συμπόσιον, τὰ λησμονεῖ.— Διδάσκεται ἀπὸ τὸν υἱόν του στρατιωτικὰς ἀσκήσεις 2, τὸ ‘ἐπὶ δεξιὰ’ ‘ἐπ' ἀριστερὰ’ ‘μεταβολή’— Εἰς ἑορτὰς ἡρώων συνεισφέρει μὲ τὰ μειράκια καὶ λαμβάνει μέρος εἰς τὰς λαμπαδηδρομίας 3.— Ἐὰν προσκληθῇ εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Ἡρακλέους διὰ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν θυσίαν, ἀποθέτει τὸ φόρεμά του καὶ προσπαθεῖ νὰ σηκώσῃ τὸ βόδι καὶ παρουσιάσῃ τὸν λαιμόν του πρὸς σφαγὴν εἰς τὸν ἱερέα.— Εἰσέρχεται εἰς τὰς παλαίστρας καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς νεανίσκους.— Εἰς παραστάσεις θαυματοποιῶν παρευρίσκεται τρεῖς ἢ τέσσαρας φορὰς διὰ νὰ ἀποστηθίσῃ τὰ ᾄσματα 4.— Ὅταν μυῆται εἰς τὰ μυστήρια τοῦ Βάκχου 5, προσπαθεῖ νὰ λάβῃ τὸ βραβεῖον τοῦ κάλλους ἀπὸ τὸν ἱερέα.— Ἐκβιάζει τὴν θύραν τῆς ἐρωμένης του 6, ξυλοκοπεῖται ἀπὸ τὸν ἀντεραστὴν καὶ καταφεύγει εἰς τὸ δικαστήριον.— Πηγαίνει εἰς τὸν ἀγρόν του μὲ ξένον ἵππον καὶ καταγίνεται μὲ αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν εἰς ἀσκήσεις ἱππικάς, ἀλλὰ πίπτει καὶ σπάζει τὸ κεφάλι του.— Εἶναι μέλος τοῦ συλλόγου τῶν δεκαδιστῶν 7 καὶ προσκαλεῖ εἰς συμπόσιον τοὺς συναδέλφους ποὺ μέλλουν, ὅπως καὶ αὐτὸς, νὰ ἐνισχύσουν τὸ σωματεῖον.— Παίζει μακρὸν ἀνδριάντα 8 μὲ τὸν δοῦλόν του.— Ἀγωνίζεται εἰς τὸ τόξον καὶ τὸ ἀκόντιον μαζὶ μὲ τὸν παιδαγωγὸν τῶν τέκνων του, καὶ ζητεῖ νὰ τὸν διδάξη, ὡσὰν νὰ μὴ ἐγνώριζε καὶ ἐκεῖνος.— Λαμβάνει μαθήματα πάλης καὶ εὑρισκόμενος εἰς τὸ λουτρὸν στρέφει συχνὰ τοὺς γλουτούς, διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἔχει ἀσκηθῆ εἰς τὴν πάλην 9.— Ὅταν γίνωνται χοροὶ γυναικῶν 10, προσπαθεῖ καὶ αὐτὸς νὰ τοὺς μιμηθῇ τραγουδώντας σιγὰ τὸν ρυθμόν.

XXVIII-ΚΑΚΟΛΟΓΙΑΣ
Ἡ κακολογία εἶναι τάσις τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ κακὸν διὰ λόγων. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ κακολόγος 1. Ὅταν ἐρωτηθῇ ἀπὸ κάποιον ‘τί ἄνθρωπος εἶναι ὁ δεῖνα;’ ἀποκρίνεται ‘θὰ ἀρχίσω λοιπὸν πρῶτον ἀπὸ τὸ γένος του, καθὼς ἐκεῖνοι ποὺ κάμνουν γενεαλογίαν 2· ὁ μὲν πατήρ του ἐλέγετο Σωσίας 3, ὅταν κατετάχθη εἰς τὸν στρατὸν ἔγινε Σωσίστρατος καὶ ὅταν ἐνεγράφη εἰς τὸ δημοτολόγιον, Σωσίδημος· ἡ δὲ μήτηρ του εἶναι εὐγενὴς ἀπὸ τὴν Θρᾳκην· ὀνομάζεται μάλιστα ἡ γυναῖκα Κρινοκοράκα, αἱ τοιαῦται δὲ γυναῖκες λέγουν ὅτι εἶναι εὐγενεῖς εἰς τὴν πατρίδα των· αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἐγεννήθη ἀπὸ τοιούτους γονεῖς, εἶναι ἀχρεῖος καὶ ἄξιος μαστιγώματος 4.— Εἶναι δὲ ἱκανὸς νὰ εἴπῃ καὶ εἰς ἄλλον (ἂν ἐρωτηθῇ ποῖαι εἶναι αἱ γυναῖκες ποὺ κατοικοῦν ἐκεῖ κοντά, ‘ἐγὼ βεβαίως γνωρίζω αὐτὰ τὰ πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα σὺ δὲν ἔχεις σαφῆ ἰδέαν καὶ μὲ ἐρωτᾷς’· καὶ διηγεῖται λεπτομερῶς ‘αἱ γυναῖκες αὐταὶ τραβοῦν ἀπὸ τὸν δρόμον τοὺς διαβάτας’ 5 καὶ ‘αὐτὸ εἶναι ἕνα σπίτι, ὅπου εὔκολα σηκώνουν τὰ σκέλη, διότι δὲν εἶναι λόγια τοῦ ἀέρος ὅσα λέγονται, ἀλλὰ πραγματικῶς αἱ γυναῖκες αὐταὶ ζευγαρώνουν εἰς τοὺς δρόμους σὰν τὰ σκυλιά, εἶναι τέλος ἀνδρομανεῖς καὶ αἱ ἴδιαι πηγαίνουν νὰ ἀνοίξουν, ὅταν κανεὶς κτυπᾷ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς’.—Καὶ ὅταν ἄλλοι κακολογοῦν τινα, λαμβάνει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ λέγει· ‘ἐγὼ περισσότερον ἀπὸ ὅλους σας ἔχω μισήσει αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, διότι καὶ αὐτὴ ἡ μορφή του προξενεῖ ἀηδίαν· ὅσον διὰ τὴν κακίαν δὲν ἔχει ὅμοιον· καὶ ἰδοὺ ἀπόδειξις· εἰς τὴν γυναῖκά του, ποὺ τοῦ ἔδωσε προῖκα πολλὰ χρήματα καὶ ἀπο τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε υἱόν, δίδει τρεῖς χαλκοῦς τὴν ἡμέραν διὰ τροφήν της καὶ τὴν ἀναγκάζει νὰ λαμβάνῃ ψυχρὸν λουτρὸν μέσα εἰς τὸν χειμῶνα 6’.— Ὅταν ἀπὸ τὴν συναναστροφὴν εἰς τὴν ὁποίαν παρευρίσκεται σηκωθῇ κανεὶς καὶ φύγῃ, εἶναι ἱκανὸς νὰ τὸν κακολογήσῃ ἀπόντα καί, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν ἀρχήν, νὰ μὴ ἀφήσῃ χωρὶς νὰ ὑβρίσῃ καὶ ὅλην τὴν οἰκογένειάν του.— Τέλος κακολογεῖ καὶ ἰδικούς του φίλους καὶ συγγενεῖς καὶ αὐτοὺς τοὺς νεκρούς 7· καὶ ὀνομάζει τὴν κακολογίαν ἐλευθεροστομίαν καὶ πνεῦμα δημοκρατικὸν καὶ ἐλευθερίαν· καὶ προσθέτει ὅτι, ὅταν κακολογῇ, αἰσθάνεται μεγίστην εὐχαρίστησιν.
(Ἔτσι ὁ ἐρεθισμὸς τῆς κακολογίας κάμνει ἀνθρώπους μανιακοὺς καὶ ἐξωφρενικούς).


Δ.