ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

IAN0S

3Μηνύματα

Συμμετοχή σε θέματα

(1)

Πρόσφατα μηνύματα

Οι επόμενες βδομάδες πέρασαν χωρίς να το καταλάβει. Η ηρεμία που του προσέφερε η ζωή με την Νιγηριανή, ήταν ανεκτίμητη. Ο Άντχιλ είχε εξαφανιστεί, κάτι που προς το παρόν τον ευχαριστούσε. Γνώριζε όι αν δεν τακτοποιούσε την ζωή του, λύση δεν θα έβρισκε. Κι ο Άντχιλ μόνο λύση δεν ήταν. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.

Προσπάθησε πολλές φορές να ξαναπιάσει τα χειρόγραφα, αλλά του φαινόταν αδύνατο να διακρίνει τη λύση του προβλήματος που θα του έδινε το κλειδί για την κατανόησή τους. <<Ένα ιστορικό κείμενο που δεν είναι ιστορικό. Άρα πρέπει να είναι κάτι άλλο…>>, μουρμούριζε μπερδεμένος. <<Αλλά τι.>>

Ευτυχώς η σιωπηρή επίδραση της μαύρης ήταν τόσο ισχυρή που δεν προλάβαινε να χαθεί στις σκέψεις του. Όσο κι αν προσπαθούσε να την μισήσει, του ήταν αδύνατο. Ούτε και να την αγαπήσει μπορούσε. Όσο κι αν προσπαθούσε.

Ο Χόφμαν βρισκόταν σ’αφηγηματικό κενό. Έννοιωθε ότι δεν αφηγούταν αυτός την ιστορία αλλά κάποιος άλλος. Ίσως ο πειραγμένος Άντχιλ, ίσως η γυναίκα του πίνακα, ίσως η μαύρη φίλη του. Αλλά όχι αυτός. Αν ήταν το κονσέρτο να συνεχίσει, όφειλε να διευθύνει ο ίδιος την ορχήστρα. Σηκώθηκε από την βικτωριανή του πολυθρόνα, που ούτε η ίδια πια δεν θυμόταν την καταγωγή της και πλησίασε τα χειρόγραφα. Έπρεπε να επανεξετάσει το πρόβλημα.

<<Ένα ιστορικό κείμενο που δεν είναι ιστορικό πρέπει να είναι μυθολογικό. Ένα μυθολογικό κείμενο υπάρχει για να διδάσκει. Οι φράσεις κρύβουν άλλες φράσεις, οι λέξεις άλλες λέξεις, όλες αλληλένδετες και όλες αντίθετες μεταξύ τους. Θα πάρω την ιστορία από την αρχή. Τα λάθη της θα είν’οι οδηγοί μου. Εκεί που δεν υπάρχει γραφή, θα μου υποδεικνύεται ο κώδικας. Και όλα αυτά βέβαια αν η ιστορία δεν είναι μια μαλακία και μισή.>>

Πήρε τα αμφίβολα γραπτά και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Επέστρεψε για να ντυθεί.

<<Θα με τρελάνουν όλα αυτά.>>

Το βιβλιοπωλείο του Γουάτκινς ήταν γιομάτο από κάθε λογής τύπους. Δυό ομοφυλόφιλοι μαθαίνανε την μοίρα τους από έναν αμφιβόλου ποιότητος Ινδό γκουρού. Ένας νευρικός σαραντάρης, προφανώς ένοιωθε ντροπή για το μέρος, έριχνε κλεφτές ματιές σε νιου-έιτζ αναγνώσματα που υπόσχονταν αποκαλύψεις και πνευματική ανύψωση. Δίπλα του ένας πιτσιρικάς αναζητούσε τα απόκρυφα στο Λίμπερ 777 του Άλιστερ Κρόουλι. Δυό μασόνοι έκαναν μια αδιάφορη συζήτηση διαφωνώντας για την άποψη του Έλιφας Λεβί για τον τεκτονισμό. Ο Χόφμαν με μια αποφασιστική κίνηση απέδρασε από το σκηνικό και κατευθύνθηκε προς το υπόγειο, πασίγνωστο στους εσωτεριστές για την εξαιρετική του συλλογή σε παλαιά βιβλία και σπάνιες εκδόσεις. Χάζεψε τους τόμους στις βιτρίνες ψάχνοντας κάτι που να μην υπήρχε στη βιβλιοθήκη του πατέρα του, αλλά απογοητεύτηκε και κατευθύνθηκε προς τον Γουόλς.

<<Έχω ένα κείμενο που με παιδεύει ιδιαίτερα. Κατέληξα σε κάποια μέθοδο για να το μελετήσω, αλλά ακόμη δεν έχω βγάλει άκρη. Ο βασικότερος λόγος που βρίσκομαι ενώπιόν σου είναι γιατί στοιχηματίζω στην τύχη σήμερα. Αν και δεν πιστεύω διόλου σ’αυτήν.>>
Ο Χόφμαν δεν ήταν πάντοτε κάθαρμα. Κατέληξε έτσι από μια σειρά χτυπημάτων της ζωής, που ποτέ του δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει. Ο πατέρας του ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος, πραγματικός εκπρόσωπος της τάξης του, ένας άνθρωπος τέτοιας σοφίας και καλοσύνης, που σπάνια συναντά κανείς. Κοσμήτορας της μεταφυσικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με λαμπρή καριέρα και ειδίκευση στα μυστήρια της Αρχαίας Αιγύπτου. Η μάνα του πάλι ήταν μια πολύ λογική και τυπική γυναίκα, που συμπλήρωνε άψογα την τρικυμιώδη προσωπικότητα του πατέρα του. Είχανε ζήσει πολύ ευτυχισμένα χρόνια. Στα εικοστά-πρώτα του γενέθλια, οι γονείς του του είχαν υποσχεθεί ότι θα έρχονταν στο Νόττινγκχαμ, όπου σπούδαζε, να γιορτάσουν οικογενειακά. Ενώ επέβαιναν στο τραίνο των επτά το πρωί από Λονδίνο Βικτώρια, για Νόττινγκχαμ, το τραίνο εκτροχιάστηκε κοντά στον σταθμό του Λάισεστερ και οι γονείς του δεν βρέθηκαν ποτέ. Του είπαν ότι πιθανόν να είχαν αποτεφρωθεί από την έκρηξη. Πολλά πτώματα δεν είχαν βρεθεί. Αντί ο Χόφμαν να καταβληθεί από την τραγική απώλεια, αρίστευσε στις ιατρικές του σπουδές και κατέληξε ως ένας από τους πιο επιτυχημένους καρδιοχειρούργους του Λονδίνου. Η λαογραφία ήταν ένα χόμπι που ανέπτυξε, που όπως έλεγε ο ίδιος εκπορεύοταν καθαρά από την μελέτη της καρδιάς. Λίγοι καταλάβαιναν τί εννοούσε. Η πρώτη πτώση επήλθε πριν πέντε χρόνια, όταν ένας αδελφικός του φίλος, μυημένος στην υπόγεια ζωή του Λονδίνου, του εκμυστηρεύτικε ότι ακούγονται φήμες ότι το εκείνο το τραγικό ατύχημα μόνον ατύχημα δεν ήταν. Ο Χόφμαν οργίστηκε τόσο με αυτήν την θρασύτατη αναφορά στο παρελθόν του που ο ίδιος είχε θάψει, που όχι απλά τον έδιωξε με τις κλοτσιές χωρίς δεύτερη κουβέντα, αλλά αρνήθηκε κάθε επικοινωνία με τον μόνο άνθρωπο που τον αγαπούσε ειλικρινά. Το κακό όμως είχε γίνει. Η καρδιοχειρουργική του φαινόταν πια ένα επάγγελμα άκρως κουραστικό, έχανε την αυτοπεποίθησή του όπως και την όρεξη να σώζει ζωές. Παράλληλα, έχανε κάθε διάθεση να σώσει τον εαυτό του από την πτώση. Ο Χόφμαν έπεφτε και δεν υπήρχε κανείς να τον κρατήσει. Αφιερώθηκε στην λαογραφία, ταξίδεψε σε όλα τα πέρατα της γής, σε μια διαρκή προσπάθεια να αποδρά από τον εαυτό του. Σε κάθε του ταξίδι, ο κόσμος κάτω από τον κόσμο, ήταν το λιμάνι του. Μόνο μια δυστυχία ανώτερη από την δική του μπορούσε να δώσει γαλήνη στην ψυχή του. Και για την ψυχή του πολύ αμφέβαλε.

Συλλογισμένος αυτά τα τελευταία χρόνια, συνειδητοποιώντας την άθλια κατάστασή του αλλά και ανίκανος να κάνει κάτι για να την αλλάξει, έλυσε το κόκκινο σχοινάκι που έδενε τα χαρτιά και προσπάθησε να βγάλει κάποια άκρη.

<<Αυτά δεν είναι Σαμάνικα συγγράματα>>, αναφώνησε.

<<Αυτά είναι γραμμένα πιθανόν μεταξύ του 14ου και του 15ου αιώνα και αναφέρονται στην δυναστεία του Χαμουραμπί του βασιλέα της Βαβυλώνας. Μα καλά για ηλίθιο με περνάει ο Άντχιλ ή είναι αυτός εντελώς μαλάκας;>>

Ο Χόφμαν μελέτησε εντατικά τα χειρόγραφα εκείνη και τις επόμενες μέρες έχοντας τελείως ξεχάσει την ύπαρξη της Νιγηριανής. Το σπίτι έλαμπε κι αυτός δεν είχε πάρει χαμπάρι. Μέχρι που τον είχε ταΐσει μια και δυό φορές για να μην λυποθυμίσει, αλλά πάλι δεν είχε προσέξει τίποτα. Τα χειρόγραφα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, αλλά κάτι έλλειπε. Κάτι δεν κόλαγε.

Την επόμενη βδομάδα σχεδόν κατασκήνωσε στην Βρετανική Βιβλιοθήκη, διαβάζοντας κάθε τι που είχε σχέση μ’εκείνη την περίοδο. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τα χειρόγραφα. Ενώ φαίνονταν να είναι καθαρά ιστορικά, δεν ταίριασαν με κανένα άλλο ιστορικό κείμενο για την εποχή κι όσο τα σύγκρινε, τόσο περισσότερο χανόταν.

<<Κάτι δεν πάει καλά μ’αυτά τα κείμενα. Τελικά ίσως να μην είναι τόσο μαλάκας ο Άνχιλ. Όπως και να ‘χει χρειάζομαι ξεκούραση>>.

Η κούρασή του ήταν τέτοια που βυθίστηκε σ’έναν ύπνο χωρίς τελειωμό. Ανά στιγμές ένιωθε την μαύρη φίλη του να τον χαϊδεύει, χωρίς να είναι όμως σίγουρος αν όντως συμβαίνει. Το τελευταίο που ήθελε είναι μπλεξίματα με νιγηριανή. Ήξερε πολύ καλά πόσο κουραστικές γυναίκες είναι, την τελευταία φορά που έμπλεξε με μαύρη χρειάστηκε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι στην Κίνα για να τον αφήσει στην ησυχία του. Όμως αυτή η μαύρη ήταν διαφορετική. Είχε κάτι που ο Χόφμαν δεν ήθελε να παραδεχτεί. Ονειρεύτηκε τις βροχερές μέρες του Νόττινγκχαμ, την ομίχλη να χαϊδεύει τους λοφίσκους γύρω από το πανεπιστήμιο. Τις στάλες να χάνονται στα νερά της λίμνης, τις μνήμες του να καθρεπτίζονται στα πράσινα νερά της. Πόσα είχε θάψει, πόσα είχε κρύψει. Η γυναίκα του πίνακα εμφανιζόταν ως φοιτήτρια της φιλοσοφίας να του μιλάει για όσα αυτός είχε καταπνίξει. Να του μιλάει για την αλήθεια του, μια φωνή από μέσα που τον έκανε να τρέμει και η μαύρη να τον αγκαλιάζει σφιχτά.

<<Τί ξέρεις εσύ;>>, ψυθίρισε ξυπνώντας.

Η μαύρη που ακόμα να μάθει τ’όνομά της άρχισε να σιγοκλαίει.

<<Σκατά! Δεν είμαι εγώ γι’αυτά.>>

Εβαλέ καφέ να βράζει και κάθησε στο πάτωμα χαζεύοντας τον τρούλο του Σαιντ Πωλ, πως έσχιζε τα σύννεφα. Η μαύρη του ‘φερε ένα φλιτζάνι. Την αγκάλιασε και την φίλησε.

<<Συγνώμη. Δεν είμαι εγώ. Είναι αυτή η μαλακία που ‘χω στον εγγέφαλο. Με τον καιρό θα καταλάβεις>>.

Η γυναίκα χαμογέλασε και πήγε να ετοιμάσει κάτι για να φάνε. Τα χαρτιά τον κοιτούσαν από το γραφείο.

<<Άι στο διάολο κι εσείς.>>

(συνεχίζεται...)
Ο Χόφμαν με γρήγορες κινήσεις οδηγήθηκε στο χωλ, άνοιξε την εξώπορτα και εξαφανίστηκε τρέχοντας μέσα στην βροχή. Με την άκρη του ματιού του διέκρινε τον μυστηριώδη Άντχιλ να τον κοιτά από τα μεγάλα βικτωριανά παράθυρα του καθιστικού.

Γυρόφερνε για ώρα στους χωμάτινους δρόμους της υπέθρου προσπαθώντας να
επανέλθει στα συγκαλά του. Ο τρόμος τον είχε κυριεύσει. Για καλή του τύχη ένα σαράβαλο σταμάτησε μπροστά του, αφού προηγήθηκε πόλεμος με το φρένο.

<<Πού πας φίλε;>>, τον ρώτησε ο μεσόκοπος οδήγος.

<<Λονδίνο>>, είπε κομπιάζοντας ο Χόφμαν. <<Λονδίνο και βλέπουμε.>>

Η βροχή είχε μετατρέψει την εθνική σε ποτάμι και το σαράβαλο MG του κατά τύχην οδηγού του, σε καγιάκ. Δύσκολα το κρατούσες στον δρόμο.

<>, σιγοτραγουδούσε ο οδηγός.

Ο Χόφμαν σκεφτόταν ότι αυτή η συνάντηση ήταν ίσως από τις πιο περίεργες που είχε αντιμετωπίσει στην σύντομη ζωή του. Δεν ήθελε ακόμα να παραδεχτεί αυτό που είχε δει να στέκεται πίσω από την πολυθρόνα.

Το σαράβαλο του συνταξιούχου αγκομαχώντας προσάραξε έξω από τον Σταθμό Βικτώρια. Το Γουέστμινστερ δεν ήταν στις προτιμήσεις του Χόφμαν, αλλά διακαώς χρειαζόταν ένα ποτό και γι'αυτό δεν έφερε αντίρρηση στον οδηγό του όταν του εξήγησε ότι αυτό είναι το τέλος της διαδρομής. Η ώρα ήταν περασμένες έντεκα, αλλά ευτυχώς η γωνιακή παμπ ήταν ακόμα ανοιχτή.

Οι πόρτες του Δούκα του Γιορκ άνοιξαν κι ένας ταλαίπωρος έγινε ένα με το πεζοδρόμιο. Ο Χόφμαν παρήγκειλε ένα σκέτο μπέρμπον και χώθηκε σε μια γωνία. Συχαινόταν τα βρετανικά ουίσκι.

<<Τελικά πρέπει να παραδεχτώ ότι η εγγλέζικη εξοχή κρύβει περισσότερα απ'όσα αποκαλύπτει>>, σκέφτηκε. <<Όσο και να ψάξεις στις κακόφημες γειτονιές του Λονδίνου, τέτοιες μαλακίες δεν θα συναντήσεις>>.

Κατέβασε το ουίσκι μονομιάς και παράγγειλε άλλο ένα. Η κατάστασή του ήταν εξεφτελιστική. Μούσκεμα από πάνω ως κάτω, με τις μπότες του μες στη λάσπη και το πρόσωπό του παραμορφωμένο από τον τρόμο και τις αμφιβολίες. Ο μπάρμαν το μυρίστηκε και του 'δωσε το μπουκάλι μ'ένα νεύμα κατανόησης.

<<Για δες>>, μονολόγησε γελώντας. <<Η διορατικότητα των Άγγλων ώρες ώρες είναι συγκλονιστική.>>

Η γωνιά του στο λιγοστό διάστημα που την είχε αποχωριστεί είχε καταληφθεί από ένα ζευγάρι που χαμουρευόταν επιδεικτικά. Αυτό τον έκανε ιδιαίτερα νευρικό, οδηγώντας τον στην μόνη θέση που ήταν ακόμα ελεύθερη, δίπλα σε μια χοντρή κυρία που πιθανόν να έπινε για να ξεχάσει ότι θα κοιμηθεί μόνη της κι αυτό το βράδυ.

<<Όλοι γι'αυτό δεν πίνουμε;>>, σκεύτηκε.

Όταν πια τα τρία τέταρτα του μπουκαλιού άρχισαν να επιδρούν και επιτέλους πέτυχε μια σχετική ηρεμία, προσπάθησε να τακτοποιήσει τις σκέψεις του.

<<Πρώτον. Ο Άντχιλ είναι μεγάλος καριόλης και θα πρέπει να του αφαιρέσουνε τον τίτλο.>>

Αυτή ήταν η πρώτη του σκέψη. Η δεύτερη ήταν πιο επιτυχημένη.

<<Δεύτερον. Αλεξικέραυνο δεν υπήρχε. Κι αυτό μπερδεύει τα πράγματα. Αν όντως ήταν κεραυνός αυτό μ'έκανε να χάσω την όρασή μου γι'αυτά τα δέκα λέπτα, τότε όλως τυχαίως χτύπησε κάπου κοντά στον πύργο κι ο Άντχιλ σκηνοθέτησε όλο αυτό το σενάριο για να βρεθεί τελικά από πίσω μου και να με κάνει να χεστώ πάνω μου. Το πρόβλημα είναι πως δεν πιστεύω στην τύχη.>>

Σερβίρισε τα υπολείματα του μπουκαλιού και χάζεψε για λίγο την χοντρή κυρία που σιωπηρά ενέκρινε τις σκέψεις του. Είχε πέσει με τα μούτρα στο τραπεζάκι, ροχαλίζοντας βιαίως.

<<Τρίτον. Τα έγγραφα. Χωρίς αυτά δεν κάνουμε τίποτα. Εϊναι η μόνη απόδειξη ότι η ιστορία του μυστήριου φίλου μας είναι αληθινή και μόνον άν είναι αληθινη έχει λόγο να μ'ενδιαφέρει. Αυτό σημαίνει, πίσω στον πύργο. Σκατά.>>

Ο μπάρμαν φύσαγε μια τρομπέτα αφηνιασμένα και με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, προσπαθώντας να κάνει τους θαμώνες του Δούκα του Γιόρκ να του αδειάσουν τη γωνιά. Ο Χόφμαν αποφάσισε να μην παρακολουθήσει αυτό το σόλο για πνευστά και σκέφτηκε να πάει προς την ανατολική συνοικία, έχοντας υπ'όψην του κάποιες παμπς που μένουν ανοιχτές μέρχι το πρωί. Ήταν περασμένες δώδεκα.

Ο Χόφμαν ήταν ένας μυστήριος άνθρωπος. Σίγουρα όχι ο συνηθισμένος Λονδρέζος. Προερχόταν από μια αρχαία αγγλική αστική οικογένεια της κομητείας του Σάσσεξ, αλλά ήταν ο τελευταίος απόγονος και είχε δώσει όρκο ότι δεν θα υπάρξει κι άλλος. Ενώ λοιπόν είχε μεγαλώσει σε ένα αστικό περιβάλλον, τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του είχε κάνει στην άκρη την τάξη του και είχε προτιμήσει τον υπόκοσμο του Λονδίνου. Mια τάξη τουλάχιστον ρομαντική και μ'έναν καθαρά προσωπικό κώδικα, ατόφιο, κάτι που έλλειπε από την παρηκμασμένη μπουρζουαζία της Μητρόπολης. Αυτή η περίεργη τάξη του υποκόσμου τον δέχτηκε σαν αφηγητή της, έναν αναγκαίο επόπτη για να αφήσει το στίγμα της στην ιστορία. Κάτι που ο Χόφμαν θεώρησε ότι θα ήταν απαράδεκτο να αρνηθεί. Αυτά αλλά και πολλά άλλα απαρτίζουν την προσωπικότητα του κύριου Χόφμαν. Κι αρκετή γκαντεμιά.

Το Έιντζελ, μια υποβαθμισμένη περιοχή, χωρίς ν'απέχει πολύ από το κέντρο, ήταν πήχτρα στο σκοτάδι. Ο υπόκοσμος της περιοχής δεν το χρειαζόταν το φως, είχε μάθει να κινείται στις σκιές. Ο Χόφμαν βρήκε το Μπλακ Λάιον με ορθάνοιχτες τις μπροστινές του πόρτες, να σφίζει από ζωή. Χαιρέτησε μερικούς γνωστούς του, και οδηγήθηκε στο κλασσικό του τραπεζάκι απέναντι από την είσοδο, που είχε τον ρόλο του προσωπικού του παρατηρητηρίου. Ένιωθε καλύτερα. Η μπαργούμαν, μια μαύρη καλλονή από την Νιγηρία, του σέρβιρε ένα μπουκάλι μπέρμπον, περιμένοντας μια καλή κουβέντα από τον μόνο πολιτισμένο που βρισκόταν σε κείνη την τρώγλη, τουλάχιστον όπως εκείνη νόμιζε. Αλλά ο Χόφμαν είχε χαθεί και πάλι στις σκέψεις του.

Μετά από ώρες συλλογισμών, κατάκοπος είχε αποκοιμηθεί έχοντας στην αγγαλιά του την μπαργούμαν να τον κρατάει σε όρθια θέση. Ονειργευόταν τον Άντχιλ όπως τον είχε δει για τελευταία φορά. Ονειρεύοταν την γυναίκα του πίνακα, σε μια χαώδη ομίχλη, να προσπαθεί να την πλησιάσει αλλά αυτή να χάνεται. Ονειρευόταν την ομίχλη να βγαίνει από τα πνευμόνια της και να την κατευθύνει. Ονειρευόταν τον Άντχιλ να τον καρφώνει με τα μάτια του όπως κοιμάται. Μόνο που αυτό δεν ήταν όνειρο.

<<Σκατά>>, ήταν η πρώτη λέξη που ξεστόμησε.<<Τί θες εδώ;>>

<<Αγαπητέ κύριε Χόφμαν αυτός δεν είναι τρόπος. Πρέπει να σας υπενθυμίσω ότι δεν είμαστε εχθροί.>>, είπε ο Άντχιλ μ'ένα ιδιαίτερα πράο αλλά ταυτόχρονα άκρως σκοτεινό τόνο. Ο Χόφμαν έδιωξε την Νιγηριανή από πάνω του, που έτσι κι αλλιώς δεν καταλάβαινε χριστό και έγυρε στην άβολη πλάτη της πολυθρόνας του.

<<Τί θέλετε από μένα Σερ Άντχιλ; Άν όντως με θέλατε για επαγγελματικούς σκοπούς και μόνον, δεν θα με παρακολουθούσατε και σίγουρα δεν θα βρισκόσασταν σε ένα μέρος σαν κι αυτό στις δύο τη νύχτα. Ο χρόνος περνάει γρήγορα Σερ.>>

Ο Χόφμαν μπορεί ανά στιγμές να ανακάλυπτε ότι έχει αυτοέλεγχο αλλά το ξεχνούσε πολύ γρήγορα. Ήδη είχε αρχίσει να χτυπάει το πόδι του νευρικά στο έδαφος, δημιουργώντας αναταραχή στην σκόνη του πατώματος, που λογικά βρίσκεται εκεί από την πρώτη μέρα που η παμπ λειτούργησε. Αν σκεφτούμε λοιπόν ότι η συγκεκριμένη παμπ λειτουργεί από το 1890, η σκόνη της έχει ιστορική αξία και καλά κάνουν να μην την σκουπίζουν. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα εξεταστή κάποια άλλη στιγμή.

Ο Άντχιλ με αργές κινήσεις ακούμπησε στο τραπέζι ένα μάτσο χαρτιά. Αμέσως μετά σηκώθηκε και την ώρα που φορούσε την ρεντικότα του γύρισε προς το τραπέζι και είπε.

<<Χόφμαν. Όταν θα ΄χεις ολοκληρώσει την μελέτη των χαρτιών αυτών και θα έχεις καταλήξει στο μοναδικό συμπέρασμα που μπορούν να σ’οδηγήσουν, θα θέλεις εσύ κάτι από εμένα. Αυτό που θέλω είναι αυτό που θα μου ζητήσεις. Καληνύχτα.>>

Ο Χόφμαν μία κοίταζε τα χαρτιά, μία τον Άντχιλ που εκείνη την ώρα πέρναγε το κεφαλόσκαλο για να χαθεί στην ομίχλη του δρόμου. Το μόνο συναίσθημα που του δημιουργήθηκε για τα ολίγα που άκουσε ήταν ένα μεγάλο κενό.

<<Το ‘χα πει εγώ ότι είσαι μεγάλος καριόλης>>, μουρμούρισε λες και τον είχε απέναντί του.
...
Το επόμενο πρωινό τον βρήκε στην μοναδική πολυθρόνα του διαμερίσματος που ακόμα άντεχε το λιγοστό του βάρος. Η Νιγηριανή είχε κάνει κατάληψη στο κρεβάτι, πως είχε βρεθεί εκεί δεν είχε ιδέα. Το σπίτι βρισκόταν σε κατάσταση πανικού. Οι κάλτσες και τα σώβρακα έδειχναν το δρόμο προς το μπάνιο, μια τεχνική για να μην χρειάζεται να ενημερώνει τους φιλοξενούμενους. Αποφάγια παντού, δημιουργούσαν μια ενδιαφέρουσα πολυχρωμία. Η πιο πρόσφατη εφημερίδα ήταν του προηγούμενου χρόνου. <<Τελικά να δεις που θα μου βγει σε καλό η επίσκεψη της μαύρης>>, σκέφτηκε. <<Ελπίζω να ξέρει από καθάρισμα.>>