Όσο και αν ψάξετε στους χάρτες, πουθενά δεν θα βρείτε το Αναχώρι. Ακόμα και εγώ, που περηφανεύομαι πως διαθέτω σπανιότατους παλαιούς χάρτες και χειρόγραφα, δυσκολεύτηκα πολύ για να το βρω αλλά ακόμα και αυτή μου η ανακάλυψη δεν οφείλεται στην ευστροφία ή στη μεθοδικότητά μου. Οφείλεται στην τύχη.
Βλέπετε, επειδή από μικρός λάτρευα τη λαογραφία, έψαχνα με πάθος να βρω όλες τις παραδόσεις του τόπου μου και με ενδιέφερε να συλλέξω ακόμα και το μικρότερο λαογραφικό στοιχείο που συναντούσα, για αυτό και εξερεύνησα σπιθαμή προς σπιθαμή ολόκληρο το νομό που κατοικώ και οι έρευνές μου, από ερασιτεχνικές που ξεκίνησαν, κατέληξαν με τον καιρό να γίνονται όλο και σοβαρότερες.
Έτσι, έγραψα πολλά βιβλία, ιστορικού κυρίως περιεχομένου, μίλησα σε πολλές διαλέξεις, δημοσίευσα δεκάδες έρευνες και όλα αυτά πριν καλά - καλά γίνω τριάντα χρονών. Όταν όμως μπήκα στην τρίτη δεκαετία της ζωής μου, ένα νέο όνειρο ξύπνησε μέσα μου. Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο όπου θα παρουσίαζα όλα τα χωριά της περιοχής και εκτός από την ιστορία τους θα έγραφα για τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμά τους, ακολουθώντας το παράδειγμα του Παυσανία που από παιδί θαύμαζα.
Έχοντας ήδη ένα τεράστιο υλικό στα χέρια μου ξεκίνησα να γράφω με γοργούς ρυθμούς, όταν πέθανε ο αγαπημένος μου παπούς. Έπειτα από μια διακοπή για νε εκπληρώσω το δυσάρεστο καθήκον της ταφής και όλων των νεκρικών παραδόσεων, μου δόθηκε ένα κουτί που ο παπούς είχε αφήσει ειδικά για εμένα. Μόλις το άνοιξα και είδα το περιεχόμενό του, βούρκωσα. Γιατί ο καημένος μου ο παπούς, γνωρίζοντας το πάθος μου, μου είχε αφήσει ως κληρονομιά μερικά παμπάλαια βιβλία και χάρτες, που τόσο λάτρευα.
Ήταν σε έναν από εκείνους τους χάρτες που για πρώτη φορά είδα να αναφέρεται το Αναχώρι ή Ανάχωρο και αμέσως η περιέργειά μου διεγέρθηκε γιατί ήταν το μόνο μέρος της περιοχής μου που ποτέ δεν είχα επισκεφτεί ούτε και είχα συναντήσει αναφορές για αυτό.
Η αναζήτησή μου για το άγνωστο αυτό χωριό στηρίχθηκε στα αρχεία της Νομαρχίας, του Ληξιαρχείου, του Υποθηκοφυλακίου και στις βιβλιοθήκες μερικών πνευματικών κέντρων αλλά στάθηκε αδύνατο να εντοπίσω την παραμικρή αναφορά. Δεν υπήρχε ούτε μια δήλωση γέννησης, θανάτου, μια αγοραπωλησία, τίποτα απολύτως δεν είχε δηλωθεί για αυτό το χωριό.
Στην αρχή δεν μου έκανε εντύπωση, γιατί φαντάστηκα πως θα ήταν ένας πολύ μικρός οικισμός, που θα απαιτούσε λεπτομερέστερη έρευνα. Από όσο έβλεπα στο χάρτη, μάλιστα, ήταν ένα πολύ ορεινό μέρος, σε όχι μακρινή απόσταση από ένα ήδη γνωστό μου χωριό. Αφού, λοιπόν, η έρευνά μου είχε φτάσει σε αδιέξοδο, αποφάσισα να επισκεφτώ την περιοχή το συντομότερο δυνατό.
Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών της επόμενης βδομάδας το ταξίδι μου αναβλήθηκε αρκετές φορές και ίσως αυτό να μην ήταν εντελώς τυχαίο γιατί τελικά βρήκα μια και μοναδική αναφορά για το Αναχώρι, μέσα σε ένα παμπάλαιο, ξεχασμένο βιβλίο λαογραφίας, που σκονιζόταν στα ράφια της Βιβλιοθήκης του "Δαναού", του πνευματικού κέντρου δηλαδή της πολης μου. Αντιγράφω εδώ το απόσπασμα, το οποίο έχω μεταφέρει στη Δημοτική.
" Υπάρχει, τέλος, μια παράδοση που συναντάται σε ένα χωριό της περιοχής μας, το περίφημο Αναχώριον ή Αναχωρο, η οποία (παράδοση) θέλει τους νεκρούς να ζουν ανάμεσα στους ζωντανούς σαν να μην είχαν πεθάνει ποτέ. Οι νεκροί ζουν σε μέρη απομακρυσμένα, μακριά από θάλασσες και έχουν όλες τις ανάγκες των ζωντανών ανθρώπων. Τρώνε, πίνουν, κάνουν έρωτα αλλά ποτέ δεν κοιμούνται και δε νιώθουν συναισθήματα. Είναι τόσο όμοιοι με τους ζωντανούς που δνε μπορεί κανείς να τους ξεχωρίσει, εκτός ίσως από την αποστροφή που δείχνουν στο θαλασσινό νερό και μερικές φορές φέρουν πάνω τους ένα κόκκινο σημάδι, σε διάφορα σημεία του σώματός τους".
Βλέπετε, επειδή από μικρός λάτρευα τη λαογραφία, έψαχνα με πάθος να βρω όλες τις παραδόσεις του τόπου μου και με ενδιέφερε να συλλέξω ακόμα και το μικρότερο λαογραφικό στοιχείο που συναντούσα, για αυτό και εξερεύνησα σπιθαμή προς σπιθαμή ολόκληρο το νομό που κατοικώ και οι έρευνές μου, από ερασιτεχνικές που ξεκίνησαν, κατέληξαν με τον καιρό να γίνονται όλο και σοβαρότερες.
Έτσι, έγραψα πολλά βιβλία, ιστορικού κυρίως περιεχομένου, μίλησα σε πολλές διαλέξεις, δημοσίευσα δεκάδες έρευνες και όλα αυτά πριν καλά - καλά γίνω τριάντα χρονών. Όταν όμως μπήκα στην τρίτη δεκαετία της ζωής μου, ένα νέο όνειρο ξύπνησε μέσα μου. Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο όπου θα παρουσίαζα όλα τα χωριά της περιοχής και εκτός από την ιστορία τους θα έγραφα για τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμά τους, ακολουθώντας το παράδειγμα του Παυσανία που από παιδί θαύμαζα.
Έχοντας ήδη ένα τεράστιο υλικό στα χέρια μου ξεκίνησα να γράφω με γοργούς ρυθμούς, όταν πέθανε ο αγαπημένος μου παπούς. Έπειτα από μια διακοπή για νε εκπληρώσω το δυσάρεστο καθήκον της ταφής και όλων των νεκρικών παραδόσεων, μου δόθηκε ένα κουτί που ο παπούς είχε αφήσει ειδικά για εμένα. Μόλις το άνοιξα και είδα το περιεχόμενό του, βούρκωσα. Γιατί ο καημένος μου ο παπούς, γνωρίζοντας το πάθος μου, μου είχε αφήσει ως κληρονομιά μερικά παμπάλαια βιβλία και χάρτες, που τόσο λάτρευα.
Ήταν σε έναν από εκείνους τους χάρτες που για πρώτη φορά είδα να αναφέρεται το Αναχώρι ή Ανάχωρο και αμέσως η περιέργειά μου διεγέρθηκε γιατί ήταν το μόνο μέρος της περιοχής μου που ποτέ δεν είχα επισκεφτεί ούτε και είχα συναντήσει αναφορές για αυτό.
Η αναζήτησή μου για το άγνωστο αυτό χωριό στηρίχθηκε στα αρχεία της Νομαρχίας, του Ληξιαρχείου, του Υποθηκοφυλακίου και στις βιβλιοθήκες μερικών πνευματικών κέντρων αλλά στάθηκε αδύνατο να εντοπίσω την παραμικρή αναφορά. Δεν υπήρχε ούτε μια δήλωση γέννησης, θανάτου, μια αγοραπωλησία, τίποτα απολύτως δεν είχε δηλωθεί για αυτό το χωριό.
Στην αρχή δεν μου έκανε εντύπωση, γιατί φαντάστηκα πως θα ήταν ένας πολύ μικρός οικισμός, που θα απαιτούσε λεπτομερέστερη έρευνα. Από όσο έβλεπα στο χάρτη, μάλιστα, ήταν ένα πολύ ορεινό μέρος, σε όχι μακρινή απόσταση από ένα ήδη γνωστό μου χωριό. Αφού, λοιπόν, η έρευνά μου είχε φτάσει σε αδιέξοδο, αποφάσισα να επισκεφτώ την περιοχή το συντομότερο δυνατό.
Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών της επόμενης βδομάδας το ταξίδι μου αναβλήθηκε αρκετές φορές και ίσως αυτό να μην ήταν εντελώς τυχαίο γιατί τελικά βρήκα μια και μοναδική αναφορά για το Αναχώρι, μέσα σε ένα παμπάλαιο, ξεχασμένο βιβλίο λαογραφίας, που σκονιζόταν στα ράφια της Βιβλιοθήκης του "Δαναού", του πνευματικού κέντρου δηλαδή της πολης μου. Αντιγράφω εδώ το απόσπασμα, το οποίο έχω μεταφέρει στη Δημοτική.
" Υπάρχει, τέλος, μια παράδοση που συναντάται σε ένα χωριό της περιοχής μας, το περίφημο Αναχώριον ή Αναχωρο, η οποία (παράδοση) θέλει τους νεκρούς να ζουν ανάμεσα στους ζωντανούς σαν να μην είχαν πεθάνει ποτέ. Οι νεκροί ζουν σε μέρη απομακρυσμένα, μακριά από θάλασσες και έχουν όλες τις ανάγκες των ζωντανών ανθρώπων. Τρώνε, πίνουν, κάνουν έρωτα αλλά ποτέ δεν κοιμούνται και δε νιώθουν συναισθήματα. Είναι τόσο όμοιοι με τους ζωντανούς που δνε μπορεί κανείς να τους ξεχωρίσει, εκτός ίσως από την αποστροφή που δείχνουν στο θαλασσινό νερό και μερικές φορές φέρουν πάνω τους ένα κόκκινο σημάδι, σε διάφορα σημεία του σώματός τους".