ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/Το κρυμμένο χωριό

Το κρυμμένο χωριό

Μιχάλης10 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Όσο και αν ψάξετε στους χάρτες, πουθενά δεν θα βρείτε το Αναχώρι. Ακόμα και εγώ, που περηφανεύομαι πως διαθέτω σπανιότατους παλαιούς χάρτες και χειρόγραφα, δυσκολεύτηκα πολύ για να το βρω αλλά ακόμα και αυτή μου η ανακάλυψη δεν οφείλεται στην ευστροφία ή στη μεθοδικότητά μου. Οφείλεται στην τύχη.
Βλέπετε, επειδή από μικρός λάτρευα τη λαογραφία, έψαχνα με πάθος να βρω όλες τις παραδόσεις του τόπου μου και με ενδιέφερε να συλλέξω ακόμα και το μικρότερο λαογραφικό στοιχείο που συναντούσα, για αυτό και εξερεύνησα σπιθαμή προς σπιθαμή ολόκληρο το νομό που κατοικώ και οι έρευνές μου, από ερασιτεχνικές που ξεκίνησαν, κατέληξαν με τον καιρό να γίνονται όλο και σοβαρότερες.
Έτσι, έγραψα πολλά βιβλία, ιστορικού κυρίως περιεχομένου, μίλησα σε πολλές διαλέξεις, δημοσίευσα δεκάδες έρευνες και όλα αυτά πριν καλά - καλά γίνω τριάντα χρονών. Όταν όμως μπήκα στην τρίτη δεκαετία της ζωής μου, ένα νέο όνειρο ξύπνησε μέσα μου. Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο όπου θα παρουσίαζα όλα τα χωριά της περιοχής και εκτός από την ιστορία τους θα έγραφα για τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμά τους, ακολουθώντας το παράδειγμα του Παυσανία που από παιδί θαύμαζα.
Έχοντας ήδη ένα τεράστιο υλικό στα χέρια μου ξεκίνησα να γράφω με γοργούς ρυθμούς, όταν πέθανε ο αγαπημένος μου παπούς. Έπειτα από μια διακοπή για νε εκπληρώσω το δυσάρεστο καθήκον της ταφής και όλων των νεκρικών παραδόσεων, μου δόθηκε ένα κουτί που ο παπούς είχε αφήσει ειδικά για εμένα. Μόλις το άνοιξα και είδα το περιεχόμενό του, βούρκωσα. Γιατί ο καημένος μου ο παπούς, γνωρίζοντας το πάθος μου, μου είχε αφήσει ως κληρονομιά μερικά παμπάλαια βιβλία και χάρτες, που τόσο λάτρευα.
Ήταν σε έναν από εκείνους τους χάρτες που για πρώτη φορά είδα να αναφέρεται το Αναχώρι ή Ανάχωρο και αμέσως η περιέργειά μου διεγέρθηκε γιατί ήταν το μόνο μέρος της περιοχής μου που ποτέ δεν είχα επισκεφτεί ούτε και είχα συναντήσει αναφορές για αυτό.
Η αναζήτησή μου για το άγνωστο αυτό χωριό στηρίχθηκε στα αρχεία της Νομαρχίας, του Ληξιαρχείου, του Υποθηκοφυλακίου και στις βιβλιοθήκες μερικών πνευματικών κέντρων αλλά στάθηκε αδύνατο να εντοπίσω την παραμικρή αναφορά. Δεν υπήρχε ούτε μια δήλωση γέννησης, θανάτου, μια αγοραπωλησία, τίποτα απολύτως δεν είχε δηλωθεί για αυτό το χωριό.
Στην αρχή δεν μου έκανε εντύπωση, γιατί φαντάστηκα πως θα ήταν ένας πολύ μικρός οικισμός, που θα απαιτούσε λεπτομερέστερη έρευνα. Από όσο έβλεπα στο χάρτη, μάλιστα, ήταν ένα πολύ ορεινό μέρος, σε όχι μακρινή απόσταση από ένα ήδη γνωστό μου χωριό. Αφού, λοιπόν, η έρευνά μου είχε φτάσει σε αδιέξοδο, αποφάσισα να επισκεφτώ την περιοχή το συντομότερο δυνατό.
Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών της επόμενης βδομάδας το ταξίδι μου αναβλήθηκε αρκετές φορές και ίσως αυτό να μην ήταν εντελώς τυχαίο γιατί τελικά βρήκα μια και μοναδική αναφορά για το Αναχώρι, μέσα σε ένα παμπάλαιο, ξεχασμένο βιβλίο λαογραφίας, που σκονιζόταν στα ράφια της Βιβλιοθήκης του "Δαναού", του πνευματικού κέντρου δηλαδή της πολης μου. Αντιγράφω εδώ το απόσπασμα, το οποίο έχω μεταφέρει στη Δημοτική.
" Υπάρχει, τέλος, μια παράδοση που συναντάται σε ένα χωριό της περιοχής μας, το περίφημο Αναχώριον ή Αναχωρο, η οποία (παράδοση) θέλει τους νεκρούς να ζουν ανάμεσα στους ζωντανούς σαν να μην είχαν πεθάνει ποτέ. Οι νεκροί ζουν σε μέρη απομακρυσμένα, μακριά από θάλασσες και έχουν όλες τις ανάγκες των ζωντανών ανθρώπων. Τρώνε, πίνουν, κάνουν έρωτα αλλά ποτέ δεν κοιμούνται και δε νιώθουν συναισθήματα. Είναι τόσο όμοιοι με τους ζωντανούς που δνε μπορεί κανείς να τους ξεχωρίσει, εκτός ίσως από την αποστροφή που δείχνουν στο θαλασσινό νερό και μερικές φορές φέρουν πάνω τους ένα κόκκινο σημάδι, σε διάφορα σημεία του σώματός τους".
Αν και είμαι απόλυτα συνηθισμένος στις πιο περίεργες παραδόσεις, το παραπάνω απόσπασμα μου κίνησε έντονα την περιέργεια. Η μοναδική αναφορά που βρήκα για αυτό το ξεχασμένο χωριό ήταν αυτή η ανησυχητική παράδοση...Φυσικά και δεν πήρα τίποτα τοις μετρητοίς, αφού το θεώρησα απλή δεισιδαιμονία, εγώ, ο άνθρωπος της απόλυτης λογικής, που θα δοκιμαζόταν έντονα τις επόμενες ημέρες εξαιτίας των γεγονότων που ακολούθησαν.
Μόλις ο καιρός βελτιώθηκε, ανηφόρισα με το αυτοκίνητό μου προς τους ορεινούς όγκους που αποτελούν ένα μεγαλειώδες, φυσικό σύνορο της περιοχής μου από τους όμορρους νομούς. Πέρασα από τα μικρά χωριά με τους απέραντους ελαιώνες που έφταναν σχεδόν ως τις κορυφές των βουνών, χάρη στην παρέμβαση του ανθρώπου και στρίβοντας δεξιά, άφησα πίσω μου τους ασφαλτοστρωμένους δρόμους, για να ακολουθήσω το χωμάτινο δρόμο που πήγαινε δίπλα δίπλα από τον ποταμό Ίναχο, που από την αρχαιότητα είχε λατρευτεί ως Θεός.
Μετά από περίπου μιας ώρας διαδρομή βγήκα πάλι στην άσφαλτο και τελικά πέρασα την πέτρινη γέφυρα που οδηγούσε στο τελευταίο χωριό που γνώριζα, το γραφικό Παλαιοχώρι, στους πρόποδες του Αρτεμισίου Όρους. Εκεί αποφάσισα να πιώ ένα καφεδάκι και να ξεκουραστώ πριν συνεχίσω την αναζήτηση, έτσι πήγα στο καφενείο του χωριού, που, παρά την πολύ πρωϊνή ώρα ήταν γεμάτο. Οι θαμώνες, γέροντες στην πλειοψηφία τους, με καλοδέχτηκαν, μιας και οι τουρίστες δεν ήταν ένα ιδιαίτερα συχνό θέαμα σε εκείνο το ορεινό χωριό.
Έπειτα από αρκετή ώρα που συζητούσαμε για τη ζωή στο χωριό, για την τιμή του λαδιού, για τη μοναξιά των ανθρώπων της πόλης και για άλλα θέματα που εκείνη την ώρα δεν με ενδιέφεραν καθόλου, αποφάσισα να κατευθύνω τη συζήτηση εκεί που ήθελα εγώ.
" Ο λόγος που ήρθα εδώ πάνω, είναι γιατί ψάχνω να βρω το Αναχώρι" είπα και η ως τότε πολύβουη αίθουσα πάγωσε για λίγες στιγμές. Ο παπάς του χωριού σηκώθηκε από το τραπέζι του και με πλησίασε αργά.
" Δεν υπάρχει τέτοιο χωριό εδώ γύρω, παιδί μου" είπε κοιτάζοντάς με σοβαρά.
" Κι όμως, το βρήκα να αναφέρεται σε έναν παλιό χάρτη" είπα και άνοιξα το σακίδιό μου για να δείξω το χάρτη, ώσπου ένα χέρι με σταμάτησε. Ήταν ένας γέροντας, κάπου ογδόντα χρονών, που είχε πολύ σφικτό κράτημα παρά την ηλικία του.
" Για ποιό λόγο ψάχνεις να βρεις κάτι που δεν υπάρχει?" με ρώτησε με τη βαθιά φωνή του.
" Γράφω ένα βιβλίο για τις παραδόσεις της περιοχής και τυχαία βρήκα μια αναφορά σε αυτό το χωριό" απάντησα κοιτάζοντας τα μάτια του που προσπαθούσαν να τρυπώσουν βαθιά μες στην καρδιά και τη σκέψη μου.
" Πήγαινε σπίτι σου. Ποτέ δεν υπήρξε ένα τέτοιο χωριό. Οι χάρτες σου κάνουν λάθος" είπε με έναν τόνο που συμφωνούσε απόλυτα με το ύφος των θαμώνων: δεν άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις...
Το κλίμα στο μικρό καφενείο είχε σύντομα μετατραπεί από φιλικό σε ψυχρό και η διάθεση των θαμώνων για κουβέντα χάθηκε. Έτσι, βλέποντας πως δεν υπήρχε περίπτωση να μάθω κάτι παραπάνω από εκείνους στους οποίους είχα εναποθέσει κάποιες από τις ελπίδες μου, μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα.
Πέρασα ξανά το γεφύρι και έστριψα δεξιά, οδηγώντας στο χωματόδρομο που συνέχιζε ακολουθώντας την πορεία του ποταμού, μέσα σε μια διαδρομή που οργίαζε στη βλάστηση τόσο που πολλές φορές ένιωσα ότι δεν οδηγούσα σε ένα δρόμο αλλά μέσα στη φύση. Ευτυχώς που το αυτοκίνητό μου είναι κατάλληλο για τέτοιες διαδρομές.
Μία ώρα περίπου μετά το Παλαιοχώρι, ο δρόμος διακόπτονταν απότομα από μια κατολίσθηση που καθιστούσε αδύνατη τη συνέχεια. Κατέβηκα κάτω και έριξα μια ματιά, προσπαθώντας να ανακαλύψω κάποια παράκαμψη, όμως μάταια. Δεξιά μου βρισκόταν ο ποταμός σε αρκετά μεγάλο βάθος και αριστερά το βουνό. Αποφασισμένος να προχωρήσω, πήρα το σακίδιο μαζί μου και σκαρφάλωσα στο βουνό, παρακάμπτοντας τελικά την κατολίσθηση που δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο μου είχε φανεί στην αρχή. Ήταν μάλλον φυσικό έργο, σαν κάποιοι να είχαν επίτηδες προσπαθήσει να κλείσουν το δρόμο, ο οποίος όμως συνεχιζόταν και πίσω από αυτή.
Περπάτησα για αρκετή ώρα ακόμα και τελικά βρέθηκα σε ένα ακόμα γεφύρι που στο τέλος του τα δύο βουνά πλησίαζαν τόσο πολύ ώστε άφηναν ένα μικρό μονοπάτι ανάμεσά τους. Περνώντας στην απέναντι πλευρά, παρατήρησα ένα λευκό αντικείμενο, πνιγμένο μέσα στους θάμνους που σχεδόν το είχαν καλύψει. Φτάνοντας εκεί, είδα το λευκό άγαλμα ενός Αγγέλου που με το ένα του χέρι έδειχνε ψηλά και με το άλλο κρατούσε ένα δόρυ σε πολεμική στάση και στο μικρό βάθρο ήταν χαραγμένη η φράση "Στήτω μετά φόβου και τρόμου". Κοίταξα προσεκτικότερα την έκφραση του Αγγέλου. Δεν είχε την αναμενόμενη γαλήνη και ηρεμία στο πρόσωπό του. Αντίθετα φαινόταν σαν ένας τρομερός, πολεμιστής άγγελος που κοιτούσε βλοσυρά από το ύψος που βρισκόταν. Όντας σίγουρος πως το άγαλμα δεν είχε στηθεί τυχαία σε εκείνη την ερημιά, πήρα το στενό μονοπάτι που ανηφόριζε ανάμεσα στα δύο βουνά δημιουργώντας έναν πολύ στενό διάδρομο ανάμεσά τους και σύντομα είδα ένα θέαμα που με έκανε να βγάλω ένα μικρό επιφώνημα έκπληξης και θαυμασμού.
Μπροστά στα μάτια μου απλωνόταν ένα μικρό οροπέδιο, περικυκλωμένο από τους ορεινούς όγκους που δεν άφηναν κανένα φυσικό πέρασμα, εκτός από αυτό που μόλις είχα περάσει. Στο βορινό τους τμήμα οι οροσειρές, χάρη σε μια παράξενη διαμόρφωσή τους, σχημάτιζαν τρεις μεγάλους θρόνους, με το μεσαίο να βρίσκεται ψηλότερα από τους άλλους δύο. Στη δυτική άκρη του οροπέδιου υπήρχε ένας μικρός, χωμάτινος, πυραμιδοειδής λόφος και στις άκρες του φαίνονταν μικρά σπίτια. Προφανώς το χωρίο που έψαχνα.
Βρήκα ένα μονοπάτι και κατηφόρησα προς την πεδιάδα που λίγη ώρα μετά διαπίστωσα ότι ήταν στην πραγματικότητα ένας μεγάλος, ρηχός βάλτος που τα πόδια μου βούλιαζαν μέσα στα βρώμικα νερά του. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά παρά το μεγάλο υψόμετρο και υπήρχε πλήρης απουσία ζωϊκών οργανισμών, καθώς δεν απάντησα πουθενά ούτε πουλιά ούτε έντομα. Μόνο υδρόβιοι θάμνοι και χόρτα. Έσκυψα και παρατήρησα προσεκτικότερα έναν από αυτούς και μου έκανε εντύπωση η παράξενη διαμόρφωση των κλαδιών του. Φαίνονταν σαν να είχαν φυτρώσει παράδοξα, αφού πολλά από αυτά ήταν στριφογυρισμένα, με παράδοξα σχήματα, λες και ένας υπερβολικά δυνατός άνεμος να τα είχε σαρώσει και όμως κανένα δεν ήταν σπασμένο ή τσακισμένο.
Συνέχισα να κατευθύνομαι προς το χωριό και κάθε βήμα μου γινόταν όλο και πιο διστακτικό και βαρύ, αφού σιγά σιγά άρχισα να φοβάμαι, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω τους λόγους. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα, που δεν βρίσκω λόγια να το περιγράψω. Σαν ένας συνδυασμός παράλογου φόβου και απέραντης θλίψης να είχε κατακαθίσει πάνω σε εκείνο το θλιβερό οροπέδιο που ίσως για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια διέσχιζε ζωντανός άνθρωπος, παραβιάζοντας την απομόνωσή του, θορυβώντας μέσα στην παράξενη ησυχία του και πιθανώς αποκαλύπτοντας τα μυστικά του...
Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο κράτησε η πορεία μου, πάντως επιτέλους έφτασα στα πρώτα σπίτια του χωριού, περνώντας πλάι από ένα μικρό βαλτώδες δάσος στα ριζά του λόφου.
Τα περισσότερα σπίτια ήταν πλιθρόκτιστα, συνήθως ισόγεια αλλά υπήρχαν και μερικά διώροφα που προφανώς άνηκαν στις ευπορότερες και εξέχουσες οικογένειες του χωριού. Εντύπωση μου έκανε το πόσο κοντά ήταν χτισμένα το ένα με το άλλο, αφήνοντας μικρά υγρά σοκάκια μεταξύ τους. Η υγρασία και η μούχλα είχαν καταφάει τα ξύλινα τμήματά τους, κυρίως τις σκεπές και τα παραθυρόφυλλα που έχασκαν δυσοίωνα.
Τράβηξα αρκετές φωτογραφίες και με κάθε προφύλαξη μπήκα στα περισσότερο καλοδιατηρημένα σπίτια, όπου βρήκα μια πληθώρα μικροαντικειμένων και ειδών οικιακής χρήσης. Βρήκα ολόκληρα ντουλάπια γεμάτα με ότι μπορεί να φανταστεί κανείς, ενώ μερικά δοχεία είχαν ακόμα ήδη διατροφής και σε ένα δυο σπίτια το τραπέζι ήταν στρωμένο με φαγητό, σημάδι ότι το χωριό είχε εγκαταλειφθεί βιαστικά, άγνωστο μέχρι στιγμής για ποιά αιτία. Κάτι μου έλεγε, πάντως, πως η αιτία δεν ήταν καθόλου καλή...
Από την περιήγησή μου στο χωριό διαπίστωσα πως κάποτε πρέπει να αριθμούσε όχι περισσότερους από διακόσιους με τριακόσιους ανθρώπους, που προφανώς ασχολούνταν με τη γεωργία, αφού σε κάποια σημεία του σημερινού βάλτου διέκρινα σημάδια καλλιέργειας, εγκαταλελειμένης πια να σαπίζει μέσα στη λάσπη. Εντύπωση μου έκανε ότι δεν υπήρχε πλατεία ή γενικότερα κάποιο κέντρο αλλά ούτε και εκκλησία ή νεκροταφείο. Που έθαβαν τους νεκρούς τους, αφού το πλησιέστερο χωριό ήταν το Παλαιοχώρι, μετά από αρκετά χιλιόμετρα εξαιρετικά δύσβατου δρόμου? Όμως υπήρχαν και άλλα παράξενα στο χωριό που δεν ανέφερα ακόμα. Και το πιο περίεργο αναμφίβολα ήταν το μεγάλο σπίτι με τους τρεις ορόφους, κτίσμα μοναδικό και γεμάτο μυστικά που έμελλε να ανακαλύψω. Για το κακό μου...
Ήταν, όπως είπα, το ψηλότερο κτίσμα του χωριού, τόσο που φαινόταν από όποιο σημείο του και αν βρισκόσουν και κατά πάσα πιθανότητα άνηκε στο επιφανέστερο μέλος εκείνης της αποκομμένης από τον πολιτισμένο κόσμο κοινωνίας. Για καλή ή κακή μου τύχη ήταν πολύ καλά διατηρημένο σε αντίθεση με τα υπόλοιπα μισοερειπωμένα κτίσματα. Τράβηξα μερικές ακόμα φωτογραφίες και στάθηκα να το κοιτάζω.
Οι τοίχοι του φαίνονταν αρκετά γεροί, κτισμένοι όχι από πλίθρα όπως τα υπόλοιπα αλλά μάλλον από τούβλα που είχαν βαφτεί σκούρα και δεν είχε παρά μόνο ένα παράθυρο στον μεσαίο όροφο, ενώ απουσίαζαν επίσης φεγγίτες και ξύλινα μπαλκόνια, όπως είχαν τα λιγοστά διώροφα κτίσματα του χωριού.
Η κεντρική του είσοδος μου έκανε εντύπωση επειδή ήταν η μοναδική σιδερένια που είχα συναντήσει αλλά και επειδή ακριβώς από επάνω της υπήρχε ένα μαρμάρινο σύμβολο, που προφανώς είχε στερεωθεί στο σπίτι αρκετό καιρό μετά το κτίσιμό του και ήταν βαμμένο κόκκινο. Το σύμβολο εκείνο ήταν ένα τετράγωνο, χωρισμένο στη μέση, με τις δύο πλευρές του να επεκτείνονται προς τα επάνω και κάτω, ενώ μια κάθετος, περισσότερο χοντρή από τις πλευρές, το χώριζε στη μέση και συνέχιζε να προεκτείνεται πιο πολύ από τις προεκτάσεις των κάθετων πλευρών.
Έσπρωξα λίγο τη μισάνοιχτη πόρτα που τρίζοντας άνοιξε διάπλατα και άφησε να φανεί το σκοτάδι που έκρυβε πίσω της. Άναψα το φακό μου και μπήκα μέσα. Το εσωτερικό ήταν τέλεια διατηρημένο και δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα παραδοσιακό σπίτι με διακόσμηση μιας περασμένης εποχής. Εκεί βρήκα τα ντουλάπια και τα συρτάρια γεμάτα, το τραπέζι στρωμένο με τα υπολείμματα του φαγητού να γεμίζουν τα πιάτα και τα ποτήρια να έχουν από παλιά στεγνώσει, όμως μια κανάτα είχε ακόμα μέσα της μουχλιασμένο νερό.
Ανεβαίνοντας στον επάνω όροφο η ατμόσφαιρα έγινε περισσότερο αποπνικτική από όσο ήδη ήταν αλλά δεν ανακάλυψα τίποτε ενδιαφέρον, γιατί φαίνεται πως ο πρώτος όροφος αποτελούσε κάποτε τις κρεβατοκάμαρες της οικογένειας. Στις ντουλάπες κρέμονταν ακόμα τα κουρελιασμένα, φαγωμένα ρούχα, το ίδιο ρημαγμένα όσο κι εκείνα που βρίσκονταν στα συρτάρια.
Η πραγματική έκπληξη, όμως, με περίμενε στον τελευταίο όροφο, ο οποίος χωρίζονταν σε δύο χώρους. Ο πρώτος που συνάντησα ανεβαίνοντας τη σκάλα που έτριζε απειλητικά σε κάθε μου βήμα ήταν ένα δωμάτιο όπως τα προηγούμενα, με ένα κρεβάτι, ένα κομοδίνο και μια μικρή βιβλιοθήκη. Το άλλο δωμάτιο, όμως, πρέπει να ήταν το αγροτικό ιατρείο του χωριού. Ένα εξεταστικό κρεβάτι, ένας πάγκος με μπουκαλάκια που μέσα τους κάποτε είχαν φάρμακα και γυάλινες σύριγγες που είχαν κιτρινίσει πια καθώς και διάφορα άλλα ιατρικά είδη ήταν όλη κι όλη του η διακόσμηση. Κοιτάζοντας γύρω μου, το φως του φακού μου αποκάλυψε ένα κομοδίνο που το ένα του συρτάρι είχε υποδοχή για κλειδί. Παρακινημένος από την περιέργεια προσπάθησα να το ανοίξω αλλά διαπίστωσα πως ήταν κλειδωμένο. Αυτό όμως δεν θα με εμπόδιζε να ψάξω το εσωτερικό του. Σύντομα, με τη βοήθεια μιας μικρής λάμας που πάντα φρόντιζα να έχω μαζί μου, το συρτάρι άνοιξε και μου χάρισε τη μεγάλη έκπληξη. Γιατί μέσα του έκρυβε κάτι που δεν είχα βρει σε κανένα άλλο σπίτι του καταραμένου εκείνου χωριού. Κάτι που από τότε αποτελεί το μόνιμο υλικό των εφιαλτικών μου ονείρων, μια απειλή που ο πολιτισμένος, δομημένος στην επιστήμη κόσμος μας ποτέ δεν θα μπορέσει να καταλάβει. Δυο βιβλία.
Κάτι μου έλεγε πως ανακάλυψα κάτι σημαντικό. Προς στιγμήν και για λίγα λεπτά απλά παρέμεινα ακίνητος κοιτώντας τα δύο βιβλία. Το πρώτο, ένα κλασσικών διαστάσεων ημερολόγιο που πρόδιδε την πολυχρησία του ,μιας και αρκετές σελίδες του είχαν αποκοπεί από τον πυρήνα του βιβλίου. Το δεύτερο, ένα ογκώδες ,αρκετά βαρύ και επιβλητικό, με δερματόδετο εξώφυλλο, κέντρισε από την πρώτη στιγμή την περιέργεια μου και εν συνεχεία με προσεχτικές κινήσεις το απόθεσα στο γραφείο του εγκαταλελειμμένου ιατρείου. Ενός γραφείου στο οποίο έπρεπε πρώτα να παραμερίσω τα σκουριασμένα ιατρικά εργαλεία που βρισκόταν πάνω του και έπειτα να αναζητήσω τυχόν πληροφορίες για το Αναχώρι.

Από την εμπειρία μου ως λαογράφος- ερευνητής, γνώριζα πως τις περισσότερες φορές οι σημαντικότερες πληροφορίες βρίσκονται σε τέτοιου είδους ημερολόγια ,που αν ήμουν τυχερός και ο κάτοχος του ,ο γιατρός του χωριού, δε παρέθετε μονάχα ιατρικού περιεχομένου πληροφορίες, ίσως να έφτανα σε κάποιο συμπέρασμα για το χωριό. Άλλωστε γιατί να το χε κρύψει σε τέτοιο μέρος και με τόση επιμέλεια!!!
Όμως θαμπωμένος και συνάμα αρκετά περίεργος απ’ το ογκώδες μαύρο βιβλίο, παραμέρισα το ημερολόγιο και αφού προσεκτικά ξεσκόνισα το εξώφυλλό του άρχισα να το περιεργάζομαι..

Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν το γεγονός ότι δεν είχε κάποιο τίτλο συγκεκριμένο, παρά μονάχα μία επιγραφή στο κάτω μέρος: «editio princeps» που στα Λατινικά σημαίνει «πρώτη έκδοση».. Αν μη τι άλλο ,η σπουδαιότητά του ήταν προφανής..
Χωρίς να χρονοτριβώ, ανοίγω την πρώτη σελίδα όπου υπήρχε ένα σύμβολο και ακριβώς από κάτω μία έμμετρη επιγραφή, κάτι σαν ύμνος σε αρχαία αττική διάλεκτο.. Το σύμβολο δε το χα ξανασυναντήσει, παρόλο που χα δει και ερευνήσει στο παρελθόν παρόμοιες γραφικές παραστάσεις. Με μια πρώτη ματιά παρέπεμπε στην ιερατική γραφή των αρχαίων Αιγυπτίων, τα ιερογλυφικά. Όμως δεν ήμουν σίγουρος. Μάλλον ο ύμνος που τη συνόδευε να την επεξηγούσε κιόλας.

«Ω Κεμ Αναχ, ανακτα και νικητα των Αρχαιων, δος μοι το σκοτος ,ο η οψις σου φερει. Ω Κεμ Αναχ, δος μοι την δυναμιν ινα αισθανθω την απογνωσιν, οια η οψις σου περεχει…»

Τι να σημαίνει άραγε αυτός ο ύμνος?
Η επόμενη σελίδα αντί να μου λύσει κάποιες απορίες, μάλλον μου προξένησε μεγαλύτερη σύγχυση. Μέσα σε απόλυτα μαύρο φόντο ,ένας επιβλητικός τίτλος με χρυσά γράμματα σε μέγεθος που κάλυπτε το μισό σχεδόν της σελίδας.. «ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΙ». Απογοήτευση προς στιγμήν…
Ακόμα ένα χριστιανικό βιβλίο Προφητειών, ένα από τα τόσα που έχουν γραφεί και εκδοθεί?

Η συνέχεια όμως δεν ήταν τόσο απλή. Αμέσως στο επόμενο φύλλο, ακόμη ένα σύμβολο που συνοδευόταν από ακόμη ένα ρητό. «Μη μονον τους αμαρτανοντας κολαζε αλλα και τους μελλοντας» (μην τιμωρείς μονάχα αυτούς που αμάρτησαν αλλά και αυτούς που θα αμαρτήσουν στο μέλλον!).
Ακόμη ένας «ύμνος» ,ο οποίος όμως αυτή τη φορά συνοδευόταν από ένα σύμβολο που τουλάχιστον τώρα διακρίνονταν κάποια μορφή. Κάτι σαν άνθρωπος, ίσως άγγελος σαν και τις μορφές που χα ξανασυναντήσει σε πολύ παλιά μοναστήρια στα οποία οι παλιότερες τοιχογραφίες δεν είχαν καταστραφεί ολοσκερώς. Κοιτώντας πιο προσεκτικά , διέκρινα να κρατά στο δεξί του χέρι μια ζυγαριά και στο αριστερό ένα φίδι. Γύρω απ’ την εικόνα ,κυκλικά ιδεογράμματα, αποτυπώσεις ,δηλαδή, γραφής, στα οποία κάθε σύμβολο απεικονίζονταν και μία λέξη.

Εξακολουθούσα να μουν συγχυσμένος, μιας και αφενός δε μπορούσα να αποκρυπτογραφήσω τα σύμβολα και αφετέρου οι δύο ύμνοι που μέχρι στιγμής μετέφρασα δε σχετίζονταν με κάτι συγκεκριμένο σχετικά με τις πληροφορίες που έψαχνα για το Αναχώρι. Προς στιγμήν σκέφτηκα να ασχοληθώ με το άλλο βιβλίο, το ημερολόγιο του γιατρού, αλλά γυρίζοντας στην επόμενη σελίδα το βλέμμα μου έπεσε στον τίτλο του ,όπως αποδείχτηκε, πρώτου κεφαλαίου.
«ΕΝΤΟΛΑΙ»..
Τώρα τα σύμβολα είναι περισσότερα, πιο επιβλητικά και συνοδευόμενα από αρχαία ρητά, μάλλον τις εντολές!!! Κάθε μία σελίδα και ένα σύμβολο, κάθε σύμβολο και ένα ρητό…
Άλλα ρητά απλά και ξεκάθαρα, τουλάχιστον ως προς τη σημασία τους και άλλα που μοιάζαν σαν τους αρχαίους χρησμούς ,όπου η έλλειψη ενός μονάχα σημείου στίξης μπορούσε να προσδώσει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο…

«Δεξου και Μανθανε επ αυτου. Ου χρη αντιλεγειν τα πραττομενα».(«Να δέχεσαι και να μαθαίνεις από αυτό. Δε πρέπει να φέρνεις αντίρρηση γι’ αυτά που πρόκειται να γίνουν»).
«Ο αν σε ελη ευλαβως τηρων διεμενε». («Εκείνο που σε διάλεξε να επιμένεις τηρώντας το με ευλαβεια»).
«Το ερυθρον ορμον είναι των κακων ου το λευκον». («το κόκκινο είναι λιμάνι που αράζουν οι συμφορές όχι το λευκό» ή «το κόκκινο δεν είναι λιμάνι ,αλλά το λευκό…???») . Χμ…
Η «εντολή» στην αμέσως επόμενη σελίδα αναφερόταν πάλι στα δύο «χρώματα».

«Τον Λευκον δει ευεργετειν ως μαλλον φιλος η, τον δε Ερυθρον φιλον ποιειν». (« Τον λευκό να τον ευεργετείς για να είναι καλύτερος φίλος, τον Κόκκινο φίλο να τον κάνεις..»)
Τι να σήμαιναν όλα αυτά άραγε? Ποιος είναι ο Βασιλιάς Κεμ Αναχ, του οποίου το όνομα δε το χα ξανασυναντήσει ποτέ είτε σε κάποια ιστορική μελέτη, είτε έστω και ως πρόσωπο της μυθολογίας? Και αυτά τα δύο χρώματα που από τη πρώτη ματιά παράπεμπαν σε ανθρώπους με κάποιες ιδιότητες ή ιδιαιτερότητες? Προς τι ο τόσο επιτακτικός λόγος στις «Εντολές» ? Ποιος άραγε να ναι ο συγγραφέας?
Ερωτήματα που βέβαια μένανε προς στιγμήν αναπάντητα…

Δεν ήταν δυνατό να συνεχίσω με τις «Προφητείες». Το ξεφύλλισα προσεχτικά για μια τελευταία φορά, αλλά και στα επόμενα κεφάλαια το ίδιο μοτίβο.. Άγνωστα σε μένα σύμβολα, που συνοδεύονταν από ρητά τα οποία τις περισσότερες φορές ενώ φαινομενικά ήταν εύκολα στο να τα μεταφράσω, το νόημα ήταν αδύνατο να το κατανοήσω.. Έτσι, παραμέρισα προσεχτικά στα δεξιά μου το ογκώδες βιβλίο, αφήνοντας το όμως ανοιχτό και με ήρεμες κινήσεις έφερα μπροστά μου το ημερολόγιο. Έλπιζα σ’ αυτό να λύσω τις απορίες μου. Άλλωστε δε θα ταν τυχαίο το γεγονός ότι ο γιατρός φύλαξε καλά κρυμμένα τα δύο βιβλία μαζί……
Με χέρια που έτρεμαν τοποθέτησα και τα δύο βιβλία στο σακίδιό μου με την πρόθεση να τα μελετήσω στο σπίτι με περισσότερη ηρεμία. Πάντως μου έκανε μεγάλη εντύπωση που ένας γιατρός είχε στη συλλογή του ένα τέτοιο βιβλίο, που από τα λίγα αποσπάσματα που διάβασα κατάλαβα ότι ήταν αποκρυφιστικού περιχομένου. Σκέφτηκα τότε επιπόλαια πως ίσως ο γιατρός να άνηκε σε κάποια αποκρυφιστική λέσχη, σε μια αίρεση ίσως που λάτρευε το Σατανά.
Βγήκα από το παράξενο εκείνο σπίτι και περιπλανήθηκα λίγο στο χωριό, ώσπου τα βήματά μου με έφεραν στην αρχή του δάσους, που ξεκινούσε από τα τελευταία σπίτια του χωριού και έφτανε μέχρι τον πυραμιδοειδή λόφο. Εκεί, ανάμεσα στα γερασμένα και σάπια δέντρα, συνάντησα τον πιο βρωμερό βάλτο που έχω δει ποτέ μου. Τα απαίσια νερά του χρόνια τώρα κατάτρωγαν τα αιωνόβια δέντρα και ούτε που ήθελα να ξέρω τι κρυβόταν μέσα στη λάσπη που πατούσαν τα πόδια μου. Θα έπρεπε να είχα γυρίσει πίσω αλλά μια περίεργη παρόρμηση με ωθούσε να μπω όλο και πιο βαθιά στο βαλτώδες δάσος.
Ξαφνικά, ένιωσα το κεφάλι μου να βαραίνει απότομα και τα μάτια μου να δακρύζουν λες και είχα πυρετό. Σκέφτηκα πως όλα αυτά αποτελούσαν συμπτώματα από την εισπνοή των τοξικών αερίων που πολλές φορές βγάζουν οι βάλτοι. Έπρεπε γρήγορα να βγω από εκεί γιατί είχα αρχίσει να ασθμαίνω αλλά τα πόδια μου δεν υπάκουαν στις εντολές του εγκεφάλου μου, που φαίνεται πως μου έπαιζε περίεργα παιχνίδια. Γιατί είχα την εντύπωση πως με παρακολουθούσαν και πως κάτι ακατανόμαστο κινούνταν σε εκείνο το σιχαμερό βαλτώδες δάσος. Συνέχισα τον αργό και βαρύ ρυθμό μου και για καλή μου τύχη, λίγα μέτρα παρακάτω το δάσος διακοπτόταν απότομα, αποκαλύπτοντας μια τριγωνική σχισμή στη βάση περίπου του λόφου, στην είσοδο της οποίας σωριάστηκα ημιλιπόθυμος.
Η γερή μου κράση και η καλή φυσική κατάσταση, που είχε αποκτηθεί από υγιεινή διατροφή και αμέτρητες ώρες στα γυμναστήρια, με βοήθησε γρήγορα να συνέλθω. Έτσι, με νέες δυνάμεις πιά, μπήκα μέσα στο τριγωνικό άνοιγμα, που στην κορυφή του είχε εκείνο το απαίσιο σύμβολο, που όσο και αν δεν καταλάβαινα τι σήμαινε, στο μυαλό μου είχε αποκτήσει έναν αποτρεπτικό χαρακτήρα. Μέσα σε εκείνη τη σπηλιά έμελλε να καταλάβω το γιατί...
Η σπηλιά ήταν αρκετά ευρύχωρη, με ομαλό δάπεδο, ελαφρά γλιστερό χάρη σε ένα μύκητα που με το σκουροκόκκινο χρώμα του κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το εσωτερικό της και σε αυτόν προφανώς οφείλονταν η έντονη δυσοσμία που σε πολλά σημεία καταντούσε εμετική. Κάλυψα όμως τη μύτη μου με ένα μαντήλι και προχώρησα. Στο βάθος υπήρχαν αρκετοί σταλακτίτες και σταλαγμίτες, καλυμμένοι όλοι από εκείνο το μύκητα. Στο τέλος της σπηλιάς ο χώρος γινόταν πραγματικά μεγάλος και στο κέντρο υπήρχε ένας τετράγωνος πέτρινος σχηματισμός που θύμιζε βωμό. Επάνω του βρήκα σημάδια φωτιάς και κάποια περίεργα σύμβολα που θύμιζαν έντονα τα αραβικά γράμματα, χωρίς ωστόσο να είναι ίδια.
Όταν το φως το φακού μου έπεσε πίσω από το βωμό, είδα μια τεράστια κολώνα που ξεκινούσε από την οροφή του σπηλαίου και κατέληγε στο δάπεδό της. Πλησίασα και είδα ότι δεν ήταν σταλαγμίτης ούτε όμως έμοιαζε και με τεχνητή κατασκευή. Έμοιαζε περισσότερο με ένα κοράλλι ή με τις παράξενες φωλιές των τερμιτών που είχα δει σε ντοκυμανταίρ. Ακούμπησα το χέρι μου πάνω του. Ήταν παγωμένος και μου φάνηκε πως πάλλονταν ελαφρά με έναν άτονο ρυθμό. Ξαφνικά το δάκτυλό μου πόνεσε και το τράβηξα μακριά για να διαπιστώσω ότι αιμορραγούσε. Μου φάνηκε περίεργο γιατί η υφή της "κολώνας" ήταν εντελώς ομαλή και λεία και δεν είχε τίποτα απολύτως αιχμηρό επάνω της. Ξανακούμπησα το χέρι μου και τότε ένιωσα σαφώς πως λες και ένα απειροελάχιστα μικρό στόμα ρουφούσε το αίμα μου. Τρομαγμένος το τράβηξα ξανά μακριά με λίγη δυσκολία, γιατί ήταν λες και η κολώνα δεν ήθελε να μου το αφήσει. Και τότε είδα πως οι σταγόνες αίματος που είχαν μείνει επάνω της, αμέσως απορροφήθηκαν και ο παλμός της κολώνας έγινε πιο δυνατός, τόσο που μπορούσα να δω το σημείο που είχα ακουμπήσει να αναδεύεται. Και τότε ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός ακούστηκε. Ήμουν σίγουρος, δεν με γελούσαν τα αυτιά μου, δεν ήταν παιχνίδι του αέρα που περνούσε μέσα από τις σχισμές του σπηλαίου. Ήταν ένας αναστεναγμός που δόνησε ολόκληρη τη νεκρική σιγή και ήμουν σίγουρος πως ακούστηκε ως τα πέρατα της καταραμένης εκείνης πεδιάδας και ως απάντηση το δάπεδό της έτριξε, λες και κάτι στα έγκατά του είχε ξυπνήσει.
Αυτή τη φορά ο τρόμος που γεννήθηκε μέσα μου δεν στάθηκε δυνατό να καταπνιγεί από τη δύναμη της λογικής. Το έβαλα στα πόδια τρέχοντας μέσα στο καταραμένο δάσος που μου φάνηκε λες και είχε μεγαλώσει και δεν είχε τελειωμό. Το έβαλα στα πόδια κοιτάζοντας πίσω μου στο απαίσιο χωριό μικρά φωτάκια να ανάβουν στα μισογκρεμισμένα του σπίτια. Το έβαλα στα πόδια τρέχοντας στα εγκαταλελειμένα χωράφια που φίδια και κάθε λογής σιχαμερά έντομα μου φάνηκε πως ξύπνησαν μέσα στα βαλτώδη νερά που τα σκέπαζαν.
Το έβαλα στα πόδια φτάνοντας στο μονοπάτι που οδηγούσε στο άγαλμα του αγγέλου μέσα σε ελάχιστο χρόνο παρά τη μεγάλη απόσταση. Τα αυτιά μου ακόμα άκουγαν εκείνο το απαίσιο αναστεναγμό, τα μάτια μου έκλαιγαν καίγοντας από τον πυρετό και αποκαμωμένος έφτασα στο αμάξι μου. Όμως, μια φιγούρα που δεν διέκρινα καλά εξαιτίας του ιδρώτα που έπεφτε από τα βλέφαρα στα μάτια μου και τα έκανε να τσούζουν, έστεκε μπροστά στο αμάξι. Αδιαφορώντας αν ήταν φίλος ή εχθρός, άνθρωπος ή φάντασμα, γονάτισα μπροστά του και έχασα τις αισθήσεις μου.
Δεν ξέρω πόσες ώρες ή μέρες κράτησε αυτό, πάντως οι μόνες αναμνήσεις που έχω από τότε είναι οι απαίσιοι εφιάλτες που στοίχιωσαν τα όνειρά μου, όνειρα που δεν είχαν την ευτυχή κατάληξη ενός ανακουφιστικού ξυπνήματος. Εφιάλτες με ανθρώπους που σηκώνονταν από τους τάφους τους, γεμάτοι από παράξενα κόκκινα σημάδια και προσκυνούσαν μια μεγάλη κόκκινη φωτιά που άναβαν μέσα σε σπηλιές ή σε απομονωμένα μέρη στην εξοχή. Εφιάλτες που επίτηδες δεν αναφέρω με κάθε λεπτομέρεια...
Ξύπνησα στο κρεβάτι ενός χωριατόσπιτου, φορώντας πιτζάμες που δεν ήταν δικές μου, ενώ τα ρούχα μου ήταν προσωπικά διπλωμένα σε μια καρέκλα που βρισκόταν δίπλα μου. Το σακίδιό μου είχε κρεμαστεί σε αυτήν αλλά από τον όγκο του κατάλαβα πως ήταν άδειο. Πετάχτηκα επάνω, ψάχνοντας για τα δύο βιβλία κυρίως και για τη φωτογραφική μου μηχανή αλλά δεν ήταν ούτε μέσα στο σακκίδιο ούτε πουθενά τριγύρω.
"Μην ανησυχείς, δεν σου έκλεψε κανείς τα πράγματά σου" είπε μια φωνή από το διπλανό δωμάτιο. Παραξενεμένος πήγα στο διπλανό χώρο, στην κουζίνα συγκεκριμένα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο, μια κούπα αχνιστό γάλα και ζεστό ψωμί με βούτυρο. Ο οικοδεσπότης μου καθόταν και με περίμενε και δεν ήταν άλλος από το γέροντα που με είχε αποτρέψει να πάω στο καταραμένο εκείνο χωριό.
Κάθισα διστακτικά και υπέκυψα στην πείνα μου, καταβροχθίζοντας και την τελευταία φέτα ψωμιού που μου είχε φέρει ο γέροντας που όση ώρα έτρωγα κάπνιζε την πίπα του και κοίταζε έξω από το παράθυρο. Ο καιρός είχε χαλάσει ξανά και το χιόνι έπεφτε βαρύ, όμως το τζάκι στη γωνία μας έδινε τη ζέστη του και σε συνδυασμό με το χιονισμένο έξω τοπίο δημιουργούσε μια αρκετά οικεία ατμόσφαιρα.
" Το χωριό σου έδειξε τα δόντια του και να χαίρεσαι που ήταν μόνο τα μπροστινά" έσπασε τη σιωπή ο γέροντας. " Ήμουν σίγουρος πως αυτό θα συνέβαινε, για αυτό προσπάθησα να σε εμποδίσω να πας εκεί. Όταν όμως είδα πως ήσουν αποφασισμένος, σε ακολούθησα και αν κρίνω από την κατάληξη, μάλλον έκανα καλά. Έπεσες στα πόδια μου λιπόθυμος, σε έβαλα μέσα στο αμάξι και σε έφερα μέχρι εδώ, σώο και αβλαβή, ιδιαίτερα αν λάβεις υπόψη πως έχω πολλά, πάρα πολλά χρόνια να οδηγήσω. Κοιμόσουν δύο ολόκληρες ημέρες αλλά ο ύπνος σου είχε το άρωμα του κακού, ένα άρωμα που μύρισες λίγο, σαν δείγμα, όσες ώρες βρισκόσουν εκεί επάνω" είπε δείχνοντας με το χέρι του μια χιονισμένη κορυφή στο βάθος.
" Τα βιβλία μου που είναι" τον ρώτησα με αγωνία.
" Καταρχήν τα βιβλία δεν είναι δικά σου. Απλά εσύ τα βρήκες ξανά, δυστυχώς. Ησύχασε, όμως, στα έχω κρατήσει. Η φωτογραφική σου μηχανή, όμως, είναι άσχημα χτυπημένη, ίσως από κάποια φορά από τις πολλές που έπεσες καθώς έτρεχες να ξεφύγεις. Δεν ξέρω αν πρέπει να ελπίζω να λειτουργεί ή να έχει καταστραφεί τελείως, πάντως στην έχω κρατήσει και αυτή."
Τελείωσα το πρωϊνό μου, συντροφιά με εκείνο το γέροντα που αν μη τι άλλο φαινόταν να γνωρίζει μερικά πράγματα για το άθλιο εκείνο χωριό, οπότε το θεώρησα πολύ μεγάλη τύχη όταν μου είπε πως το Παλαιοχώρι είχε αποκλειστεί από τα χιόνια και θα έπρεπε να μείνω μαζί του ώσπου να ανοίξει ο δρόμος. Οι συζητήσεις που κάναμε ήταν πολύ ενδιαφέρουσες και, επιτέλους, βρήκα το χρόνο να ασχοληθώ περισσότερο με τον τρόμο που έκρυβαν μέσα τους τα δύο βιβλία που άλλαξαν τη ζωή μου...