Μιχάλης
644Μηνύματα
2005-08-13 00:09Πρώτο μήνυμα
2008-08-04 22:52Τελευταία δραστηριότητα
Συμμετοχή σε θέματα
Πρόσφατα μηνύματα
Παράθεση:
|
Αρχική Δημοσίευση από ΕΡΙΚΑ
αλλα φοβαμαι οτι τοτε "ο θεος"(εκανα πολυ ωρα ν αποφασισω πως να το γραψω αυτο δε θελω να προσβαλλω κανενα),θα της υποδειξει εμενα σαν την επομενη στη μαυρη λιστα.εγω μετα θα εχω σιγουρα την ισχυροτερη αποδειξη για οτι πιστευω.
|
Eνδιαφέρουσες προτάσεις επιλέγεις να χρησιμοποιήσεις. Ο "θεός" της λοιπόν θα σε βάλει στη μαύρη λίστα εάν της πεις την αλήθεια που σκέφτεσαι. Ο Θεός της επικοινωνεί μαζί της μέσα από έναν κωδικό ο οποίος δεν είναι γνωστός σε κανέναν άλλο και ο Θεός της μέσα από την επικοινωνία τους, της λέει ποιός είναι καλός και ποιός δεν είναι. Να δυο πιθανές εξηγήσεις, η μια μεταφυσική και η άλλη καθόλου.
1. Η φίλη σου έχει πέσει θύμα εκμετάλλευσης από κάποιο κακόβουλο πνεύμα που εκείνη το ερμηνεύει ως Θεό ή αυτό της παρουσιάζεται έτσι
2. Έχει ψυχιατρικό πρόβλημα, το οποίο χρήζει επιστημονικής αντιμετώπισης
« Πριν από καιρό, ο μικρός βρέθηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση και του τέθηκε ένα ερώτημα στο οποίο απάντησε καταφατικά. Του δόθηκαν δώρα που όμως για να διατηρήσει πρέπει να κάνει όχι μόνο αυτά που έχει ήδη κάνει αλλά και ακόμα περισσότερα. Το ίδιο το παιδί αποφάσισε να δεχτεί αυτό το κάλεσμα και τώρα πιά, ακόμα και αν μπορούσε να ανακαλέσει, δεν θα το έκανε, γιατί το κάλεσμα δίνει δώρα που κανείς δεν θέλει να αποχωριστεί όταν του προσφέρονται. Γιατί τα δώρα αυτά περιλαμβάνουν τους πιο ανεκπλήρωτους πόθους που ξέρετε πόσο μεγάλο ρόλο παίζουν στον καθένα από εμάς».
« Μη φαντάζεστε πως η τύφλωση δύο παιδιών, ο ακρωτηριασμός μερικών ζώων και η δολοφονία ενός παιδιού είναι αρκετά για να ξεπληρωθούν αυτά τα δώρα. Του έχουν ζητηθεί ακόμα περισσότερα και θα τα κάνει χωρίς να διστάσει.»
« Εννοείτε πως το παιδάκι είναι υπεύθυνο για όλα αυτά;» τη ρώτησα.
« Ναι. Όλα αυτά τα έκανε με τη δύναμη που του δόθηκε. Έχει μεγάλο πόνο και ακόμα μεγαλύτερη οργή μέσα του και από αυτά τα δύο στοιχεία πιάστηκε η κόκκινη κηλίδα, γιατί τρέφεται από αυτά και μεγαλώνει. Είναι τόσο αρχαία αυτή η ιστορία που δεν φαντάζεστε. Υπάρχουν πολλές αναφορές για αυτές τις κηλίδες μέσα στη μυθολογία και τις παραδόσεις αλλά είναι τόσο καλά καλυμμένες που μόνο ένας μυημένος μπορεί να αντιληφθεί.» Σηκώθηκε από τη θέση της και πήρε ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη.
« θα σας διαβάσω δύο μόνο από αυτές, από τη χριστιανική παράδοση, για την οποία έχετε μια κάποια γνώση» είπε και άρχισε να διαβάζει. «Και έθετο Κύριος ο Θεός σημείον τω Κάιν του μη ανελείν αυτόν πάντα τον ευρίσκοντα αυτόν». «Είναι ένα απόσπασμα από τη Γένεση, όπου ο Κάιν λαμβάνει ένα σημάδι μετά τη δολοφονία του αδερφού του. Η Γένεση λέει ότι το σημάδι αυτό το έβαλε ο ίδιος ο Θεός για να μην τον σκοτώνει κανείς αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο Κάιν στην πραγματικότητα έλαβε μια ερυθρά κηλίδα, ως αποτέλεσμα της πράξης της αδερφοκτονίας. Για αυτό και Εκείνοι τιμούν τον Κάιν και πολλούς άλλους. Ακούστε και κάτι ακόμα από την Αποκάλυψη. Και ποιεί πάντας τους μικρούς και τους μεγάλους και τους πλουσίους και τους πτωχούς και τους ελεύθερους και τους δούλους ίνα δώσωσιν αυτοίς χάραγμα επί της χειρός αυτών της δεξιάς ή επί των μετώπων αυτών και ίνα μη τις δύνηται αγοράσαι ή πωλήσαι ει μη ο έχων το χάραγμα, το όνομα του θηρίου ή τον αριθμόν του ονόματος αυτού.»
« Μέσα από αυτά τα δύο μικρά παραδείγματα συνοψίζεται ένα μέρος από την ιστορία των Κηλίδων αλλά μη φανταστείτε πως μάθατε τα πάντα για αυτές. Κανείς δεν ξέρει τα πάντα για αυτή τη ιστορία και είμαστε λίγοι εκείνοι που μπορούμε να καυχηθούμε ότι κατέχουμε λίγα μόνο κομμάτια από το τεράστιο παζλ. Γιατί, εκτός από τις απαίσιες Ερυθρές Κηλίδες, υπάρχουν και οι Λευκές και πιστεύουμε ότι υπάρχει πόλεμος μεταξύ τους που προς το παρόν κρίνεται στα σημεία. Υπάρχουν φήμες ότι υπάρχουν πανίσχυροι Λευκοί Φύλακες που επιβλέπουν αυτό τον αγώνα αλλά για κάποιο λόγο η δράση τους δεν είναι εκτεταμένη. Κόκκινοι Φύλακες δεν υπάρχουν, μόνο άνθρωποι που ανέβηκαν πολύ ψηλά στην Ερυθρά Ιεραρχία και οι αποστολές τους δεν περιλαμβάνουν μόνο απλούς φόνους αλλά είναι συνθετότερες και πολύ ευρύτερης κλίμακας. Το παιδί, ασυνείδητα, κάνει ότι μπορεί για να ανέβει όσο πιο ψηλά γίνεται στην ιεραρχία και κανενός σας οι δυνάμεις δεν μπορούν να το εμποδίσουν. Γιατί, όσο υπάρχει μέσα του έστω και ελάχιστο ανθρώπινο μέρος δεν μπορεί να πάει πιο ψηλά. Θα του ζητηθεί όμως να κάνει κάτι ακόμα πιο δύσκολο από όσα έχει κάνει και αν δεχτεί, τότε τίποτα το ανθρώπινο δεν θα υπάρχει μέσα του και θα ενωθεί με το κύριο Σώμα της Κηλίδας και θα αφήσει τον ορατό κόσμο. Αν αρνηθεί, κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί, πάντως σίγουρα τίποτα καλό δεν θα γίνει».
« Αν όλα αυτά τα απίστευτα που μας λέτε είναι αληθινά, τι πρέπει εμείς να κάνουμε;» τη ρώτησε τρέμοντας η αδερφή μου.
« Το καλύτερο θα ήταν να σκοτώνατε το παιδί. Ίσως τότε να είχε μια ελπίδα να σωθεί. Αλλά αυτό είναι κάτι που μια μάνα δεν μπορεί να κάνει, οπότε σας συμβουλεύω να φύγετε όσο πιο μακριά μπορείτε από αυτό, γιατί αυτό που θα του ζητηθεί πιθανό να έχει άμεση σχέση με εσάς» απάντησε η γυναίκα με αφοπλιστική ειλικρίνεια.Φύγαμε από το σπίτι της με ανάμικτα συναισθήματα, ζαλισμένοι, φοβισμένοι και γεμάτοι απελπισία.
« Μη φαντάζεστε πως η τύφλωση δύο παιδιών, ο ακρωτηριασμός μερικών ζώων και η δολοφονία ενός παιδιού είναι αρκετά για να ξεπληρωθούν αυτά τα δώρα. Του έχουν ζητηθεί ακόμα περισσότερα και θα τα κάνει χωρίς να διστάσει.»
« Εννοείτε πως το παιδάκι είναι υπεύθυνο για όλα αυτά;» τη ρώτησα.
« Ναι. Όλα αυτά τα έκανε με τη δύναμη που του δόθηκε. Έχει μεγάλο πόνο και ακόμα μεγαλύτερη οργή μέσα του και από αυτά τα δύο στοιχεία πιάστηκε η κόκκινη κηλίδα, γιατί τρέφεται από αυτά και μεγαλώνει. Είναι τόσο αρχαία αυτή η ιστορία που δεν φαντάζεστε. Υπάρχουν πολλές αναφορές για αυτές τις κηλίδες μέσα στη μυθολογία και τις παραδόσεις αλλά είναι τόσο καλά καλυμμένες που μόνο ένας μυημένος μπορεί να αντιληφθεί.» Σηκώθηκε από τη θέση της και πήρε ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη.
« θα σας διαβάσω δύο μόνο από αυτές, από τη χριστιανική παράδοση, για την οποία έχετε μια κάποια γνώση» είπε και άρχισε να διαβάζει. «Και έθετο Κύριος ο Θεός σημείον τω Κάιν του μη ανελείν αυτόν πάντα τον ευρίσκοντα αυτόν». «Είναι ένα απόσπασμα από τη Γένεση, όπου ο Κάιν λαμβάνει ένα σημάδι μετά τη δολοφονία του αδερφού του. Η Γένεση λέει ότι το σημάδι αυτό το έβαλε ο ίδιος ο Θεός για να μην τον σκοτώνει κανείς αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο Κάιν στην πραγματικότητα έλαβε μια ερυθρά κηλίδα, ως αποτέλεσμα της πράξης της αδερφοκτονίας. Για αυτό και Εκείνοι τιμούν τον Κάιν και πολλούς άλλους. Ακούστε και κάτι ακόμα από την Αποκάλυψη. Και ποιεί πάντας τους μικρούς και τους μεγάλους και τους πλουσίους και τους πτωχούς και τους ελεύθερους και τους δούλους ίνα δώσωσιν αυτοίς χάραγμα επί της χειρός αυτών της δεξιάς ή επί των μετώπων αυτών και ίνα μη τις δύνηται αγοράσαι ή πωλήσαι ει μη ο έχων το χάραγμα, το όνομα του θηρίου ή τον αριθμόν του ονόματος αυτού.»
« Μέσα από αυτά τα δύο μικρά παραδείγματα συνοψίζεται ένα μέρος από την ιστορία των Κηλίδων αλλά μη φανταστείτε πως μάθατε τα πάντα για αυτές. Κανείς δεν ξέρει τα πάντα για αυτή τη ιστορία και είμαστε λίγοι εκείνοι που μπορούμε να καυχηθούμε ότι κατέχουμε λίγα μόνο κομμάτια από το τεράστιο παζλ. Γιατί, εκτός από τις απαίσιες Ερυθρές Κηλίδες, υπάρχουν και οι Λευκές και πιστεύουμε ότι υπάρχει πόλεμος μεταξύ τους που προς το παρόν κρίνεται στα σημεία. Υπάρχουν φήμες ότι υπάρχουν πανίσχυροι Λευκοί Φύλακες που επιβλέπουν αυτό τον αγώνα αλλά για κάποιο λόγο η δράση τους δεν είναι εκτεταμένη. Κόκκινοι Φύλακες δεν υπάρχουν, μόνο άνθρωποι που ανέβηκαν πολύ ψηλά στην Ερυθρά Ιεραρχία και οι αποστολές τους δεν περιλαμβάνουν μόνο απλούς φόνους αλλά είναι συνθετότερες και πολύ ευρύτερης κλίμακας. Το παιδί, ασυνείδητα, κάνει ότι μπορεί για να ανέβει όσο πιο ψηλά γίνεται στην ιεραρχία και κανενός σας οι δυνάμεις δεν μπορούν να το εμποδίσουν. Γιατί, όσο υπάρχει μέσα του έστω και ελάχιστο ανθρώπινο μέρος δεν μπορεί να πάει πιο ψηλά. Θα του ζητηθεί όμως να κάνει κάτι ακόμα πιο δύσκολο από όσα έχει κάνει και αν δεχτεί, τότε τίποτα το ανθρώπινο δεν θα υπάρχει μέσα του και θα ενωθεί με το κύριο Σώμα της Κηλίδας και θα αφήσει τον ορατό κόσμο. Αν αρνηθεί, κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί, πάντως σίγουρα τίποτα καλό δεν θα γίνει».
« Αν όλα αυτά τα απίστευτα που μας λέτε είναι αληθινά, τι πρέπει εμείς να κάνουμε;» τη ρώτησε τρέμοντας η αδερφή μου.
« Το καλύτερο θα ήταν να σκοτώνατε το παιδί. Ίσως τότε να είχε μια ελπίδα να σωθεί. Αλλά αυτό είναι κάτι που μια μάνα δεν μπορεί να κάνει, οπότε σας συμβουλεύω να φύγετε όσο πιο μακριά μπορείτε από αυτό, γιατί αυτό που θα του ζητηθεί πιθανό να έχει άμεση σχέση με εσάς» απάντησε η γυναίκα με αφοπλιστική ειλικρίνεια.Φύγαμε από το σπίτι της με ανάμικτα συναισθήματα, ζαλισμένοι, φοβισμένοι και γεμάτοι απελπισία.
« Μισό λεπτό» της είπε η αδερφή μου πιάνοντάς την από τον ώμο. « Ήρθαμε εδώ μήπως καταλάβουμε τι συμβαίνει στο παιδί μου. Είναι πολύ μικρός, κυρία και πολύ μόνος του και…»
« Ξέρω, ξέρω» τη διέκοψε εκείνη αναστενάζοντας. « Είναι πολύ μικρός στην ηλικία αλλά πολύ μεγάλος στο κακό που έχει ήδη κάνει και που θα συνεχίσει να κάνει. Είναι θλιβερό το πόσο μπορούν Εκείνοι να διαστρέψουν μια αγνή ψυχή» είπε με απογοήτευση. Την πλησίασα με συμπόνια. Είχα πάει σπίτι της προϊδεασμένος ότι ήταν απατεώνισσα που ήθελε να παίρνει λεφτά από κορόιδα σαν εμάς αλλά όλο της το παρουσιαστικό και η συμπεριφορά ήταν ευγενικό και η λύπη της μου φάνηκε ειλικρινής.
« Κυρία, σας παρακαλώ, πείτε μας ότι μπορείτε, ίσως μας βοηθήσετε να βρούμε μια λύση. Είμαστε πονεμένοι άνθρωποι και οι τρεις μας, έχουμε περάσει μεγάλες δυστυχίες και ήρθαμε εδώ ως ύστατη λύση» της είπα και μου έπιασε το χέρι.
« Το ξέρω, παιδί μου. Ο χώρος γέμισε με την απόγνωσή σας. Ξέρω πως μέσα σου νόμιζες πως είμαι απατεώνισσα αλλά σε πληροφορώ ότι ποτέ δεν εκμεταλλεύομαι τον πόνο των άλλων και ποτέ δεν παίρνω χρήματα, άσχετα αν έχω αφήσει μια τέτοια φήμη να κυκλοφορεί. Δεν υπάρχει σωτηρία για το μικρό, γιατί μόνος του, με ελεύθερη βούληση διάλεξε να ακολουθήσει αυτό το δρόμο, που δεν έχει επιστροφή, δυστυχώς. Φέρει πάνω του τα σημάδια Εκείνων και τώρα πιά είναι ένας από αυτούς. Δεν είναι δαιμονισμένο με την έννοια που νομίζετε, γιατί ακόμα και όταν υπάρχει δαιμονοληψία, ο εαυτός διατηρείται, έστω και καταπιεσμένος κάτω από τη δυνατή παρουσία του πνεύματος. Πνεύμα δεν υπάρχει μέσα στο παιδί, οπότε ένας εξορκισμός που κάποτε είχατε σκεφτεί, δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα.»
« Ξέρω, ξέρω» τη διέκοψε εκείνη αναστενάζοντας. « Είναι πολύ μικρός στην ηλικία αλλά πολύ μεγάλος στο κακό που έχει ήδη κάνει και που θα συνεχίσει να κάνει. Είναι θλιβερό το πόσο μπορούν Εκείνοι να διαστρέψουν μια αγνή ψυχή» είπε με απογοήτευση. Την πλησίασα με συμπόνια. Είχα πάει σπίτι της προϊδεασμένος ότι ήταν απατεώνισσα που ήθελε να παίρνει λεφτά από κορόιδα σαν εμάς αλλά όλο της το παρουσιαστικό και η συμπεριφορά ήταν ευγενικό και η λύπη της μου φάνηκε ειλικρινής.
« Κυρία, σας παρακαλώ, πείτε μας ότι μπορείτε, ίσως μας βοηθήσετε να βρούμε μια λύση. Είμαστε πονεμένοι άνθρωποι και οι τρεις μας, έχουμε περάσει μεγάλες δυστυχίες και ήρθαμε εδώ ως ύστατη λύση» της είπα και μου έπιασε το χέρι.
« Το ξέρω, παιδί μου. Ο χώρος γέμισε με την απόγνωσή σας. Ξέρω πως μέσα σου νόμιζες πως είμαι απατεώνισσα αλλά σε πληροφορώ ότι ποτέ δεν εκμεταλλεύομαι τον πόνο των άλλων και ποτέ δεν παίρνω χρήματα, άσχετα αν έχω αφήσει μια τέτοια φήμη να κυκλοφορεί. Δεν υπάρχει σωτηρία για το μικρό, γιατί μόνος του, με ελεύθερη βούληση διάλεξε να ακολουθήσει αυτό το δρόμο, που δεν έχει επιστροφή, δυστυχώς. Φέρει πάνω του τα σημάδια Εκείνων και τώρα πιά είναι ένας από αυτούς. Δεν είναι δαιμονισμένο με την έννοια που νομίζετε, γιατί ακόμα και όταν υπάρχει δαιμονοληψία, ο εαυτός διατηρείται, έστω και καταπιεσμένος κάτω από τη δυνατή παρουσία του πνεύματος. Πνεύμα δεν υπάρχει μέσα στο παιδί, οπότε ένας εξορκισμός που κάποτε είχατε σκεφτεί, δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα.»
Ο Γιωργάκης δεν έδειξε τον παραμικρό οίκτο για το φίλο του που του άρεσε τόσο πολύ και στην κηδεία ήταν ψυχρός και ανέκφραστος αλλά ποτέ ξανά δεν τον είδαμε να χαμογελάει ή να αλλάζει αυτό το παγωμένο του προσωπείο. Η αδερφή μου είχε δίκιο, τα βράδια εξακρίβωσα κι εγώ ο ίδιος ότι ακούγονταν περίεργες φωνές από το δωμάτιό του αλλά όσες φορές μπήκα απότομα μέσα για να τον αιφνιδιάσω, τον βρήκα να παίζει μόνος του και να με κοιτάζει ειρωνικά και απαξιωτικά. Κάποιες φορές με έβριζε και μου πετούσε ότι αντικείμενο έβρισκε μπροστά του ενώ σταμάτησε να πηγαίνει στο σχολείο. Παραδέχομαι ότι εκείνο τον καιρό και εγώ και η αδερφή μου αδρανήσαμε αλλά κάθε μέρα είχαμε και μια νέα παράξενη εμπειρία και αυτός ο καταιγισμός γεγονότων μας είχε κουράσει ψυχικά. Όλα τα φυτά στον κήπο και στο σπίτι μαράθηκαν και η ατμόσφαιρα είχε κάτι το απειλητικό, αφού όση ζέστη και αν είχε έξω, το σπίτι μας ήταν πάντοτε παγωμένο και δεν στάθηκε με τίποτα δυνατό να ζεσταθούμε.
Οι φωνές και τα γέλια από το δωμάτιο ακούγονταν όλο και συχνότερα και πιο καθαρά αλλά δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε ούτε την πηγή τους ούτε να εξακριβώσουμε το περιεχόμενό τους, αφού έμοιαζε με τον ήχο που κάνουν τα φίδια, ανακατεμένο με άλλους ήχους που μας παρέπεμπαν σε βάτραχο ή σε κάποιο άλλο ζώο με έντονο λαρυγγισμό. Φέραμε αρκετές φορές την ψυχολόγο και άλλους γιατρούς αλλά κατέληγαν να φύγουν τραυματισμένοι από την σχεδόν υπερφυσική δύναμη του Γιωργάκη και σιγά σιγά κανείς τους δεν ήθελε να ξαναέρθει. Έπειτα, ανεξήγητες ρωγμές άρχισαν να εμφανίζονται στους τοίχους που κάθε βράδυ έτρεμαν σαν να έκανε σεισμό, ενώ από τον επάνω όροφο ακούγονταν βήματα όπως οι οπλές αλόγου και ο διαπεραστικός ήχος μιας αλυσίδας που σέρνεται. Μέσα σε αυτό το κλίμα που απαιτούσε τεράστια ψυχική αντοχή για να το υπομείνει κανείς, ήταν και η ίδια η μορφή του παιδιού που είχε κάτι το αποκρουστικό. Είχε γίνει κατάλευκος σαν φάντασμα και το εξάνθημα είχε αρχίσει να καλύπτει και το μπροστινό μέρος του λαιμού, ενώ άρχισε να κάνει προεξοχές και προς την κλείδα. Η αδερφή μου ήταν πια αποφασισμένη να πάει σε μια γυναίκα που της σύστησαν και σχεδόν με τράβαγε από το χέρι, όταν υπέκυψα στην επιθυμία της, αφού η επιστήμη μου δεν είχε βοηθήσει το παιδί.
Το σπίτι της βρισκόταν λίγο έξω από την πόλη, μέσα σε ένα χωράφι και το στυλ του παρέπεμπε στις πολλές αγροικίες που υπήρχαν στην περιοχή μας αλλά μπαίνοντας μέσα η κατάπληξή μου κουρφώθηκε. Η γυναίκα είχε μια πραγματικά τεράστια βιβλιοθήκη, μεγαλύτερη και από τη δική μου. Όση ώρα την περιμέναμε έκπληκτος περιεργαζόμουν τα βιβλία μου που κάλυπταν μια ευρύτατη θεματολογία. Είχε βιβλία ιατρικής, φυσικής, αστρονομίας και άλλων θετικών επιστημών, είχε σχεδόν ολόκληρη την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, καθώς και πληθώρα άλλων συγγραμάτων, γραμμένα σε πολλές γλώσσες. Βιβλία καινούρια αλλά και παμπάλαιους τόμους από βιβλία δαιμονολογίας και αλχημείας. Πόσο πολύ σε ξεγελούσε το χωριατόσπιτο απ’ έξω!
Η γριά γυναίκα που δεν έμοιαζε με αγρότισσα αλλά με αρχόντισσα του παλιού καιρού, μορφωμένη και με τρόπους, μπήκε στο δωμάτιο και μετά τις δέουσες συστάσεις και το καλωσόρισμα, ζήτησε από τη αδερφή μου να της δώσει ένα προσωπικό αντικέιμενο του παιδιού, όπως την είχε ενημερώσει εκ των προτέρων από το τηλέφωνο. Η αδερφή μου της έδωσε ένα φανελάκι του ανηψιού μου και η γριά γυναίκα έριξε πάνω του μια σκόνη από ένα μπουκαλάκι. Έπειτα κάθισε απέναντί μας στο τραπέζι και ακούμπησε τα χέρια της πάνω στο ρούχο. Το πρόσωπό της συσπάστηκε και τράβηξε αργά το χέρι της μακριά από το ρούχο.
« Δεν μπορώ να σας βοηθήσω» είπε συνοφρυωμένη. «Λυπάμαι. Φυσικά δεν θα σας κοστίσει τίποτα η επίσκεψή σας εδώ, αφού δεν μπορώ να κάνω τίποτα» είπε και βιαστικά μας έδειξε την έξοδο.
Οι φωνές και τα γέλια από το δωμάτιο ακούγονταν όλο και συχνότερα και πιο καθαρά αλλά δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε ούτε την πηγή τους ούτε να εξακριβώσουμε το περιεχόμενό τους, αφού έμοιαζε με τον ήχο που κάνουν τα φίδια, ανακατεμένο με άλλους ήχους που μας παρέπεμπαν σε βάτραχο ή σε κάποιο άλλο ζώο με έντονο λαρυγγισμό. Φέραμε αρκετές φορές την ψυχολόγο και άλλους γιατρούς αλλά κατέληγαν να φύγουν τραυματισμένοι από την σχεδόν υπερφυσική δύναμη του Γιωργάκη και σιγά σιγά κανείς τους δεν ήθελε να ξαναέρθει. Έπειτα, ανεξήγητες ρωγμές άρχισαν να εμφανίζονται στους τοίχους που κάθε βράδυ έτρεμαν σαν να έκανε σεισμό, ενώ από τον επάνω όροφο ακούγονταν βήματα όπως οι οπλές αλόγου και ο διαπεραστικός ήχος μιας αλυσίδας που σέρνεται. Μέσα σε αυτό το κλίμα που απαιτούσε τεράστια ψυχική αντοχή για να το υπομείνει κανείς, ήταν και η ίδια η μορφή του παιδιού που είχε κάτι το αποκρουστικό. Είχε γίνει κατάλευκος σαν φάντασμα και το εξάνθημα είχε αρχίσει να καλύπτει και το μπροστινό μέρος του λαιμού, ενώ άρχισε να κάνει προεξοχές και προς την κλείδα. Η αδερφή μου ήταν πια αποφασισμένη να πάει σε μια γυναίκα που της σύστησαν και σχεδόν με τράβαγε από το χέρι, όταν υπέκυψα στην επιθυμία της, αφού η επιστήμη μου δεν είχε βοηθήσει το παιδί.
Το σπίτι της βρισκόταν λίγο έξω από την πόλη, μέσα σε ένα χωράφι και το στυλ του παρέπεμπε στις πολλές αγροικίες που υπήρχαν στην περιοχή μας αλλά μπαίνοντας μέσα η κατάπληξή μου κουρφώθηκε. Η γυναίκα είχε μια πραγματικά τεράστια βιβλιοθήκη, μεγαλύτερη και από τη δική μου. Όση ώρα την περιμέναμε έκπληκτος περιεργαζόμουν τα βιβλία μου που κάλυπταν μια ευρύτατη θεματολογία. Είχε βιβλία ιατρικής, φυσικής, αστρονομίας και άλλων θετικών επιστημών, είχε σχεδόν ολόκληρη την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, καθώς και πληθώρα άλλων συγγραμάτων, γραμμένα σε πολλές γλώσσες. Βιβλία καινούρια αλλά και παμπάλαιους τόμους από βιβλία δαιμονολογίας και αλχημείας. Πόσο πολύ σε ξεγελούσε το χωριατόσπιτο απ’ έξω!
Η γριά γυναίκα που δεν έμοιαζε με αγρότισσα αλλά με αρχόντισσα του παλιού καιρού, μορφωμένη και με τρόπους, μπήκε στο δωμάτιο και μετά τις δέουσες συστάσεις και το καλωσόρισμα, ζήτησε από τη αδερφή μου να της δώσει ένα προσωπικό αντικέιμενο του παιδιού, όπως την είχε ενημερώσει εκ των προτέρων από το τηλέφωνο. Η αδερφή μου της έδωσε ένα φανελάκι του ανηψιού μου και η γριά γυναίκα έριξε πάνω του μια σκόνη από ένα μπουκαλάκι. Έπειτα κάθισε απέναντί μας στο τραπέζι και ακούμπησε τα χέρια της πάνω στο ρούχο. Το πρόσωπό της συσπάστηκε και τράβηξε αργά το χέρι της μακριά από το ρούχο.
« Δεν μπορώ να σας βοηθήσω» είπε συνοφρυωμένη. «Λυπάμαι. Φυσικά δεν θα σας κοστίσει τίποτα η επίσκεψή σας εδώ, αφού δεν μπορώ να κάνω τίποτα» είπε και βιαστικά μας έδειξε την έξοδο.
Θα χρειαζόταν μια ολόκληρη ημέρα για να σου απαριθμήσω τις δεκάδες απορίες που μου προξένησε αυτό το γράμμα, εγώ θα σταθώ όμως μόνο σε δύο. Οι εξετάσεις αμφισβητούσαν το γεγονός ότι ο άντρας της αδερφής μου ήταν ο πατέρας του Γιωργάκη αλλά όχι μόνο αυτό. Αμφισβητούνταν και η ίδια η αδερφή μου ως μητέρα του, δεδομένου ότι και οι δυο του γονείς είχαν ομάδα μηδέν, ένα παιδί δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει ομάδα ΑΒ.
Έπειτα, τι ήταν αυτός ο παράξενος μικροοργανισμός που δεν μπορούσε να πιστοποιηθεί; Και οι αλλοιώσεις των χρωμοσωμάτων;
Κάθισα ή μάλλον σωριάστηκα μπερδεμένος στην πολυθρόνα. Τόσα πολλά γεγονότα είχαν συμβεί τον τελευταίο καιρό που το αντιληπτικό μου σύστημα δεν μπορούσε άλλο να επεξεργαστεί. Ήθελα να πιστέψω ότι ο ανηψιός μου ήταν άρρωστος αλλά κάτι βαθιά μέσα μου έλεγε ότι δεν ήταν μόνο η πορφύρα ή η πιθανή σχιζοφρένεια ή οι απροσδιόριστες βλάβες στα χρωμοσώματα που βασάνιζαν το παιδί αλλά και κάτι άλλο, βαθύτερο. Η αδερφή μου μάλλον είχε δίκιο, κάτι κακό συνέβαινε και είχα αρχίσει να μην το αποκλείω αν και ακόμα δεν του έδινα τη μεταφυσική χροιά που του έδινε εκείνη. Ούτε μπορούσα να εξηγήσω τα νεκρά ζώα που βρίσκονταν γύρω από το σπίτι μας και τα παράξενα ιερογλυφικά στο δρόμο αλλά το μυαλό μου με φόβιζε γιατί ένα μικρό μέρος του κατηγορούσε το Γιωργάκη για αυτό.
Την ώρα που βρισκόμουν σε βαθιά σκέψη και αμφιβολία, ο ανηψιός μου κατέβηκε αργά αργά από τον επάνω όροφο και ήρθε και γονάτισε μπροστά στα πόδια μου λυπημένος. Φαινόταν άρρωστος, το δέρμα του ήταν λευκό και παγωμένο.
« Ώρες ώρες είναι τόσο μεγάλη η θλίψη που νιώθω ότι θα με πνίξει» μου είπε με φωνή που έτρεμε. Εγώ, νιώθωντας έναν ανεξήγητο φόβο στο άγγιγμά του δεν μίλησα καθόλου αλλά εκείνος συνέχισε. « Δεν έχω πατέρα, δεν έχω φίλους, δεν έχω το Σπύρο, δεν έχω τίποτα. Είναι αφόρητη η μοναξιά, νιώθω μόνος, πεταμένος μέσα σε ένα υγρό πηγάδι που δεν το βλέπει ο ήλιος. Νιώθω απαίσια που είμαι τόσο αδύναμος αλλά στο υπόσχομαι θείε πως θα γίνω τόσο μεγάλος και τόσο δυνατός κάποτε που θα είμαι χαρούμενος»
Του χάιδεψα τα μαλλιά αμίλητος και το εξάνθημα στον αυχένα του φάνηκε ότι είχε εξαπλωθεί. Το ακούμπησα με τα ακροδάχτυλά μου και ήταν ζεστό, καυτό θα έλεγα. Ο μικρός πήρε μια απροσδιόριστη έκφραση, ειρωνική θα έλεγα. Σηκώθηκε όρθιος μπροστά μου και πια δεν έμοιαζε καθόλου θλιμμένος. Δεν έμοιαζε καν με τον ανηψιό μου καθώς μου είπε « Ο Σπύρος πέθανε ». Και πράγματι, μετά από λίγα λεπτά ουρλιαχτά πόνου ακούστηκαν από το δρόμο. Οι γείτονες είχαν βρει το άψυχο σώμα του παιδιού πεταμένο σε ένα χαντάκι, ανάμεσα στα σκοτωμένα αδέσποτα. Το κορμάκι του ήταν χαραγμένο με τα απαίσια ιερογλυφικά.
Έπειτα, τι ήταν αυτός ο παράξενος μικροοργανισμός που δεν μπορούσε να πιστοποιηθεί; Και οι αλλοιώσεις των χρωμοσωμάτων;
Κάθισα ή μάλλον σωριάστηκα μπερδεμένος στην πολυθρόνα. Τόσα πολλά γεγονότα είχαν συμβεί τον τελευταίο καιρό που το αντιληπτικό μου σύστημα δεν μπορούσε άλλο να επεξεργαστεί. Ήθελα να πιστέψω ότι ο ανηψιός μου ήταν άρρωστος αλλά κάτι βαθιά μέσα μου έλεγε ότι δεν ήταν μόνο η πορφύρα ή η πιθανή σχιζοφρένεια ή οι απροσδιόριστες βλάβες στα χρωμοσώματα που βασάνιζαν το παιδί αλλά και κάτι άλλο, βαθύτερο. Η αδερφή μου μάλλον είχε δίκιο, κάτι κακό συνέβαινε και είχα αρχίσει να μην το αποκλείω αν και ακόμα δεν του έδινα τη μεταφυσική χροιά που του έδινε εκείνη. Ούτε μπορούσα να εξηγήσω τα νεκρά ζώα που βρίσκονταν γύρω από το σπίτι μας και τα παράξενα ιερογλυφικά στο δρόμο αλλά το μυαλό μου με φόβιζε γιατί ένα μικρό μέρος του κατηγορούσε το Γιωργάκη για αυτό.
Την ώρα που βρισκόμουν σε βαθιά σκέψη και αμφιβολία, ο ανηψιός μου κατέβηκε αργά αργά από τον επάνω όροφο και ήρθε και γονάτισε μπροστά στα πόδια μου λυπημένος. Φαινόταν άρρωστος, το δέρμα του ήταν λευκό και παγωμένο.
« Ώρες ώρες είναι τόσο μεγάλη η θλίψη που νιώθω ότι θα με πνίξει» μου είπε με φωνή που έτρεμε. Εγώ, νιώθωντας έναν ανεξήγητο φόβο στο άγγιγμά του δεν μίλησα καθόλου αλλά εκείνος συνέχισε. « Δεν έχω πατέρα, δεν έχω φίλους, δεν έχω το Σπύρο, δεν έχω τίποτα. Είναι αφόρητη η μοναξιά, νιώθω μόνος, πεταμένος μέσα σε ένα υγρό πηγάδι που δεν το βλέπει ο ήλιος. Νιώθω απαίσια που είμαι τόσο αδύναμος αλλά στο υπόσχομαι θείε πως θα γίνω τόσο μεγάλος και τόσο δυνατός κάποτε που θα είμαι χαρούμενος»
Του χάιδεψα τα μαλλιά αμίλητος και το εξάνθημα στον αυχένα του φάνηκε ότι είχε εξαπλωθεί. Το ακούμπησα με τα ακροδάχτυλά μου και ήταν ζεστό, καυτό θα έλεγα. Ο μικρός πήρε μια απροσδιόριστη έκφραση, ειρωνική θα έλεγα. Σηκώθηκε όρθιος μπροστά μου και πια δεν έμοιαζε καθόλου θλιμμένος. Δεν έμοιαζε καν με τον ανηψιό μου καθώς μου είπε « Ο Σπύρος πέθανε ». Και πράγματι, μετά από λίγα λεπτά ουρλιαχτά πόνου ακούστηκαν από το δρόμο. Οι γείτονες είχαν βρει το άψυχο σώμα του παιδιού πεταμένο σε ένα χαντάκι, ανάμεσα στα σκοτωμένα αδέσποτα. Το κορμάκι του ήταν χαραγμένο με τα απαίσια ιερογλυφικά.
« Έχει οργή μέσα του», συνέχισε η ψυχολόγος, «αλλά έχει και έναν παράξενο, εξωφρενικό έλεγχο πάνω σε αυτήν. Κάποτε ίσως την εκδηλώσει και από όσα μου λες, σας επιτίθεται, σας βρίζει και σας χτυπάει. Όλα αυτά τα παραδέχτηκε αλλά και τα αιτιολόγησε λέγοντας πως του κρύβετε την αλήθεια σχετικά με τον πατέρα του. Θεωρεί αυτονόητο πως πρέπει να χτυπάμε κάποιον όταν δεν συμφωνεί μαζί μας και πως πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε. Παράξενες απόψεις για ένα δεκάχρονο αγόρι. Ακούει φωνές, μου είπε, αλλά το ανέφερε σαν κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Νομίζω τελικά πως βρισκόμαστε σε μια αρχόμενη σχιζοφρένεια» μου είπε και τα γόνατά μου κόπηκαν στο άκουσμα της μοιραίας είδησης. Φεύγοντας από το γραφείο της σταματήσαμε στην παιδική χαρά και κοιτάζοντας το παιδί να παίζει αναρωτήθηκα πως κάτι τόσο φαινομενικά υγιές μπορεί να κρύβει μέσα του μια τόσο σοβαρή ασθένεια.
Το βράδυ στο σπίτι η αδερφή μου ήταν απαρηγόρητη. Ακούγοντάς με να της μεταφέρω αυτά που είπε η ψυχολόγος, ξύπνησε μέσα της η χριστιανική ανατροφή που μας είχαν δώσει οι γονείς μας, μαζί με γερές δόσεις δεισιδαιμονίας.
« Να το πάμε στην εκκλησία το παιδί, ή σε καμμιά γυναίκα που ασχολείται με τα μάγια» έλεγε και ξαναέλεγε και εγώ εκνευριζόμουν.
« Άρρωστο είναι το παιδί, όχι δαιμονισμένο» της έλεγα. «Χρειάζεται ιατρική βοήθεια και όχι ξόρκια και ανοησίες. Πρέπει να πάμε σε έναν ειδικό ψυχίατρο, να κάνει θεραπεία, να πάρει φάρμακα και σιγά σιγά θα βελτιωθεί» της έλεγα αλλά δεν με άκουγε.
« Μα δεν το βλέπεις πως κάτι κακό έχει μπει στο σπίτι μας;» με ρώταγε γεμάτη τρόμο. «Κάθε νύχτα ακούω μια τρομερή ανάσα από το δωμάτιο του παιδιού και η καρδιά μου παγώνει. Ο Γιώργος μιλάει σε κάποιον και ακούω τις απαντήσεις σε μια ακατάληπτη γλώσσα και το μόνο που καταλαβαίνω είναι μια φράση Κεμ’ Άναχ ή κάπως έτσι. Και όταν ακούγεται αυτή η φράση η καρδιά μου σταματάει προς στιγμή να χτυπάει. Έψαξα και στο ίντερνετ να βρω στοιχεία για αυτή τη φράση αλλά το μόνο που βρήκα είναι πως Κεμ είναι ο τύπος του εγώ είμαι σε μια παραδοσιακή διάλεκτο της νότιας Πελοποννήσου και για το Άναχ βρήκα μια μοναδική αναφορά. Η μηχανή αναζήτησης μου εμφάνισε μόνο ένα άρθρο όπου αναφερόταν η λέξη Άναχ αντί για Άναξ. Ο συγγραφέας προφανώς, μιας και ήταν ξένος έκανε λάθος και έβαλε το χι αντί για το ξι. Έτσι, νομίζω πως Κεμ’ Άναχ σημαίνει Είμαι Βασιλιάς. Όμως αυτή τη φράση δεν τη λέει το παιδί μου αλλά κάποιος άλλος, που προφανώς θεωρεί τον εαυτό του βασιλιά».
Δεν πίστευα στα αυτιά μου με την εξωφρενική ερμηνεία της αδερφής μου. Αν δεν είχα ζήσει τόσα πολλά χρόνια μαζί της, θα έλεγα ότι έπασχε και αυτή από σχιζοφρένεια.
« Άκουσέ με» της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα. «Το παιδί είναι άρρωστο, χρειάζεται φάρμακα. Όλα τα άλλα που ακούς είναι αποτέλεσμα της αρρωστημένης κατάστασης που υφίσταται εδώ μέσα λόγω της αρρώστειας του παιδιού. Είμαστε και εμείς επηρεασμένοι από αυτήν αλλά πρέπει, για το καλό του, να διατηρήσουμε την ψυχραιμία και τη λογική μας. Δεν σε αδικώ που σκέφτεσαι έτσι, κι εγώ στην αρχή νόμιζα πως κάτι είχε κάνει στα δύο εκείνα παιδιά, όταν διάβασα το ημερολόγιο αλλά μετά σκέφτηκα ψύχραιμα πως κάπου θα διάβασε την ιστορία, σε εφημερίδες και περιοδικά ή το είδε στις ειδήσεις και λόγω της ασθένειάς του θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο.»
« Μα τι λες! Ξέρουμε και οι δυο μας καλά πως κανένα μέσο δεν ασχολήθηκε με την υπόθεση!»
« Τότε ίσως άκουσε κάποιους να το συζητάνε. Όμως ηρέμησε τώρα και πες μου, προσπάθησε να θυμηθείς αν ο άντρας σου είχε κάποιο ιστορικό ψυχοπάθειας, γιατί μπορεί να τη μεταβίβασε στο παιδί.»
« Ήταν απόλυτα υγιής, τόσο που με παράτησε για μια τσούλα, όπως θα θυμάσαι» μου απάντησε μουτρωμένη. « Ποτέ δεν έδωσε σημεία ζωής, ποτέ δε νοιάστηκε για αυτό το παιδί και η ανατροφή του έγινε δική μου και δική σου υπόθεση. Όμως στο λεώ, το παιδί δεν είναι άρρωστο, κάτι άλλο συμβαίνει. Αν θέλεις μπορείς να το πας σε όποιον ειδικό νομίζεις αλλά εγώ από τη μεριά μου θα πάω εκεί που νομίζω εγώ. Μου μίλησε μια φίλη μου για μια γριά, λίγο έξω από την πόλη, που λύνει μάγια. Θα πάω εκεί μόνη μου, αν δεν έχεις σκοπό να με ακολουθήσεις» μου είπε. Βλέποντάς την τόσο αποφασισμένη και κατανοώντας την απόγνωση της μάνας, δεν θέλησα να αντιταχθώ στην απόφασή της.
Την άλλη μέρα το πρωί, πηγαίνοντας να ανοίξω την πόρτα του κήπου που χτυπούσε, είδα όλους τους γείτονες να στέκονται στο δρόμο και να κοιταζουν γεμάτοι φρίκη κάτω. Ακόμα και ο κούριερ που με περίμενε είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Βγαίνοντας έξω σε όλο το μήκος του δρόμου, μέχρι τη διασταύρωση με τη λεωφόρο, είδα δεκάδες αδέσποτα ζώα να κείτονται σκοτωμένα, άλλα με κομμένο κεφάλι, άλλα φριχτά ακρωτηριασμένα ενώ μερικά ήταν σαν να είχαν στραγγιστεί από όλο τους το αίμα. Ακόμα και μικρά πουλιά είχαν πέσει από τον ουρανό…προχώρησε λίγο πιο κάτω και το θέαμα συνεχιζόταν πανομοιότυπο, ενώ στο σταυροδρόμι, ο αρρωστημένος φονιάς είχε σχεδιάσει με το αίμα τους ένα περίεργο ιερογλυφικό. Ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο, χωρισμένο σε εννέα μικρότερα, που οι δύο του κάθετες πλευρές προεκτείνονταν πάνω και κάτω από το τετράγωνο, ενώ μια μεγαλύτερη κάθετος έτεμνε το τετράγωνο και προεκτείνονταν πολύ περισσότερο από τις πλάγιες προεκτάσεις. Αν δεν σας λέει κάτι αυτό, πάτερ, να σας θυμίσω ότι είναι το σύμβολο που οι εβραίοι της Αιγύπτου ζωγράφισαν στις πόρτες τους για να εμποδίσουν τον Άγγελο της οργής να σκοτώσει τα παιδιά τους.
Ο ταχυδρόμος που είχε αηδιάσει με το θέαμα μου είχε αφήσει το γράμμα στο κατώφλι και γυρίζοντας σπίτι άνοιξα το φάκελο, που είχε πάνω του το λογότυπο του πανεπιστημίου. Ήταν από τον καθηγητή μου. Να τι έγραφε μέσα.
« Αγαπητέ μου, προχώρησα στην ανάλυση του αίματος που μου έστειλες. Οι συνεργάτες μου και εγώ μελετήσαμε τα κύτταρα του αίματος και τα λοιπά στοιχεία που βρέθηκαν μέσα σε αυτό, δηλαδή πρωτεϊνες, λιπίδια και άλλα μακρομόρια, ενώ από πρωτοβουλία μου έκανα και μελέτη του καρυότυπου και άλλες ανοσοβιολογικές εξετάσεις.
Η ανάλυση έδειξε ότι πρόκειται για άτομο που πάσχει από σύνδρομο Werlhof ή ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα, μιας και ο αριθμός των αιμοπεταλίων βρέθηκε να είναι μόλις 8.000. Τα υπόλοιπα κύτταρα είναι απολύτως φυσιολογικά.
Το άτομο έχει ομάδα ΑΒ με θετικό Ρέζους, άρα αποκλείεται οι γονείς του να έχουν τις ομάδες αίματος που μου παρέθεσες, επομένως πρέπει να επανεξετάσεις τις ομάδες των γονέων, έχεις κάνει κάποιο λάθος μάλλον.
Η μελέτη του καρυότυπου έδειξε εκτεταμένες αλλοιώσεις των χρωμοσωμάτων, που δεν ανήκουν σε κάποιο από τα μέχρι τώρα γνωστά σύνδρομα και θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω αν πάσχει από κάποιες δυσπλασίες. Κάποια άλλα ευρήματα που δεν μπορέσαμε να εξηγήσουμε έχουν να κάνουν μάλλον με λάθος των μηχανημάτων μας, οπότε μην τους δώσεις σημασία. Ενημερωτικά, πάντως, έχουν σχέση με τα αντισώματα και τα μεταβολικά συστήματα των κυττάρων, σε πολλά από τα οποία βρέθηκε ένας μικροοργανισμός – παράσιτο, που δεν στάθηκε δυνατό να πιστοποιηθεί. Θα ελεγχθούν όμως τα μηχανήματα σε δεύτερο χρόνο και το πρόβλημα θα διορθωθεί.
Πέρα από αυτά, με κάθε επιφύλαξη σου αναφέρω ότι πιστεύω πως ένα τέτοιο άτομο πρέπει να υποβληθεί σε λεπτομερέστατο έλεγχο, γιατί ίσως έχουμε να κάνουμε με ένα νέο σύνδρομο, που αν ισχύει θα μας κάνει και τους δύο διάσημους».
Το βράδυ στο σπίτι η αδερφή μου ήταν απαρηγόρητη. Ακούγοντάς με να της μεταφέρω αυτά που είπε η ψυχολόγος, ξύπνησε μέσα της η χριστιανική ανατροφή που μας είχαν δώσει οι γονείς μας, μαζί με γερές δόσεις δεισιδαιμονίας.
« Να το πάμε στην εκκλησία το παιδί, ή σε καμμιά γυναίκα που ασχολείται με τα μάγια» έλεγε και ξαναέλεγε και εγώ εκνευριζόμουν.
« Άρρωστο είναι το παιδί, όχι δαιμονισμένο» της έλεγα. «Χρειάζεται ιατρική βοήθεια και όχι ξόρκια και ανοησίες. Πρέπει να πάμε σε έναν ειδικό ψυχίατρο, να κάνει θεραπεία, να πάρει φάρμακα και σιγά σιγά θα βελτιωθεί» της έλεγα αλλά δεν με άκουγε.
« Μα δεν το βλέπεις πως κάτι κακό έχει μπει στο σπίτι μας;» με ρώταγε γεμάτη τρόμο. «Κάθε νύχτα ακούω μια τρομερή ανάσα από το δωμάτιο του παιδιού και η καρδιά μου παγώνει. Ο Γιώργος μιλάει σε κάποιον και ακούω τις απαντήσεις σε μια ακατάληπτη γλώσσα και το μόνο που καταλαβαίνω είναι μια φράση Κεμ’ Άναχ ή κάπως έτσι. Και όταν ακούγεται αυτή η φράση η καρδιά μου σταματάει προς στιγμή να χτυπάει. Έψαξα και στο ίντερνετ να βρω στοιχεία για αυτή τη φράση αλλά το μόνο που βρήκα είναι πως Κεμ είναι ο τύπος του εγώ είμαι σε μια παραδοσιακή διάλεκτο της νότιας Πελοποννήσου και για το Άναχ βρήκα μια μοναδική αναφορά. Η μηχανή αναζήτησης μου εμφάνισε μόνο ένα άρθρο όπου αναφερόταν η λέξη Άναχ αντί για Άναξ. Ο συγγραφέας προφανώς, μιας και ήταν ξένος έκανε λάθος και έβαλε το χι αντί για το ξι. Έτσι, νομίζω πως Κεμ’ Άναχ σημαίνει Είμαι Βασιλιάς. Όμως αυτή τη φράση δεν τη λέει το παιδί μου αλλά κάποιος άλλος, που προφανώς θεωρεί τον εαυτό του βασιλιά».
Δεν πίστευα στα αυτιά μου με την εξωφρενική ερμηνεία της αδερφής μου. Αν δεν είχα ζήσει τόσα πολλά χρόνια μαζί της, θα έλεγα ότι έπασχε και αυτή από σχιζοφρένεια.
« Άκουσέ με» της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα. «Το παιδί είναι άρρωστο, χρειάζεται φάρμακα. Όλα τα άλλα που ακούς είναι αποτέλεσμα της αρρωστημένης κατάστασης που υφίσταται εδώ μέσα λόγω της αρρώστειας του παιδιού. Είμαστε και εμείς επηρεασμένοι από αυτήν αλλά πρέπει, για το καλό του, να διατηρήσουμε την ψυχραιμία και τη λογική μας. Δεν σε αδικώ που σκέφτεσαι έτσι, κι εγώ στην αρχή νόμιζα πως κάτι είχε κάνει στα δύο εκείνα παιδιά, όταν διάβασα το ημερολόγιο αλλά μετά σκέφτηκα ψύχραιμα πως κάπου θα διάβασε την ιστορία, σε εφημερίδες και περιοδικά ή το είδε στις ειδήσεις και λόγω της ασθένειάς του θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο.»
« Μα τι λες! Ξέρουμε και οι δυο μας καλά πως κανένα μέσο δεν ασχολήθηκε με την υπόθεση!»
« Τότε ίσως άκουσε κάποιους να το συζητάνε. Όμως ηρέμησε τώρα και πες μου, προσπάθησε να θυμηθείς αν ο άντρας σου είχε κάποιο ιστορικό ψυχοπάθειας, γιατί μπορεί να τη μεταβίβασε στο παιδί.»
« Ήταν απόλυτα υγιής, τόσο που με παράτησε για μια τσούλα, όπως θα θυμάσαι» μου απάντησε μουτρωμένη. « Ποτέ δεν έδωσε σημεία ζωής, ποτέ δε νοιάστηκε για αυτό το παιδί και η ανατροφή του έγινε δική μου και δική σου υπόθεση. Όμως στο λεώ, το παιδί δεν είναι άρρωστο, κάτι άλλο συμβαίνει. Αν θέλεις μπορείς να το πας σε όποιον ειδικό νομίζεις αλλά εγώ από τη μεριά μου θα πάω εκεί που νομίζω εγώ. Μου μίλησε μια φίλη μου για μια γριά, λίγο έξω από την πόλη, που λύνει μάγια. Θα πάω εκεί μόνη μου, αν δεν έχεις σκοπό να με ακολουθήσεις» μου είπε. Βλέποντάς την τόσο αποφασισμένη και κατανοώντας την απόγνωση της μάνας, δεν θέλησα να αντιταχθώ στην απόφασή της.
Την άλλη μέρα το πρωί, πηγαίνοντας να ανοίξω την πόρτα του κήπου που χτυπούσε, είδα όλους τους γείτονες να στέκονται στο δρόμο και να κοιταζουν γεμάτοι φρίκη κάτω. Ακόμα και ο κούριερ που με περίμενε είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Βγαίνοντας έξω σε όλο το μήκος του δρόμου, μέχρι τη διασταύρωση με τη λεωφόρο, είδα δεκάδες αδέσποτα ζώα να κείτονται σκοτωμένα, άλλα με κομμένο κεφάλι, άλλα φριχτά ακρωτηριασμένα ενώ μερικά ήταν σαν να είχαν στραγγιστεί από όλο τους το αίμα. Ακόμα και μικρά πουλιά είχαν πέσει από τον ουρανό…προχώρησε λίγο πιο κάτω και το θέαμα συνεχιζόταν πανομοιότυπο, ενώ στο σταυροδρόμι, ο αρρωστημένος φονιάς είχε σχεδιάσει με το αίμα τους ένα περίεργο ιερογλυφικό. Ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο, χωρισμένο σε εννέα μικρότερα, που οι δύο του κάθετες πλευρές προεκτείνονταν πάνω και κάτω από το τετράγωνο, ενώ μια μεγαλύτερη κάθετος έτεμνε το τετράγωνο και προεκτείνονταν πολύ περισσότερο από τις πλάγιες προεκτάσεις. Αν δεν σας λέει κάτι αυτό, πάτερ, να σας θυμίσω ότι είναι το σύμβολο που οι εβραίοι της Αιγύπτου ζωγράφισαν στις πόρτες τους για να εμποδίσουν τον Άγγελο της οργής να σκοτώσει τα παιδιά τους.
Ο ταχυδρόμος που είχε αηδιάσει με το θέαμα μου είχε αφήσει το γράμμα στο κατώφλι και γυρίζοντας σπίτι άνοιξα το φάκελο, που είχε πάνω του το λογότυπο του πανεπιστημίου. Ήταν από τον καθηγητή μου. Να τι έγραφε μέσα.
« Αγαπητέ μου, προχώρησα στην ανάλυση του αίματος που μου έστειλες. Οι συνεργάτες μου και εγώ μελετήσαμε τα κύτταρα του αίματος και τα λοιπά στοιχεία που βρέθηκαν μέσα σε αυτό, δηλαδή πρωτεϊνες, λιπίδια και άλλα μακρομόρια, ενώ από πρωτοβουλία μου έκανα και μελέτη του καρυότυπου και άλλες ανοσοβιολογικές εξετάσεις.
Η ανάλυση έδειξε ότι πρόκειται για άτομο που πάσχει από σύνδρομο Werlhof ή ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα, μιας και ο αριθμός των αιμοπεταλίων βρέθηκε να είναι μόλις 8.000. Τα υπόλοιπα κύτταρα είναι απολύτως φυσιολογικά.
Το άτομο έχει ομάδα ΑΒ με θετικό Ρέζους, άρα αποκλείεται οι γονείς του να έχουν τις ομάδες αίματος που μου παρέθεσες, επομένως πρέπει να επανεξετάσεις τις ομάδες των γονέων, έχεις κάνει κάποιο λάθος μάλλον.
Η μελέτη του καρυότυπου έδειξε εκτεταμένες αλλοιώσεις των χρωμοσωμάτων, που δεν ανήκουν σε κάποιο από τα μέχρι τώρα γνωστά σύνδρομα και θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω αν πάσχει από κάποιες δυσπλασίες. Κάποια άλλα ευρήματα που δεν μπορέσαμε να εξηγήσουμε έχουν να κάνουν μάλλον με λάθος των μηχανημάτων μας, οπότε μην τους δώσεις σημασία. Ενημερωτικά, πάντως, έχουν σχέση με τα αντισώματα και τα μεταβολικά συστήματα των κυττάρων, σε πολλά από τα οποία βρέθηκε ένας μικροοργανισμός – παράσιτο, που δεν στάθηκε δυνατό να πιστοποιηθεί. Θα ελεγχθούν όμως τα μηχανήματα σε δεύτερο χρόνο και το πρόβλημα θα διορθωθεί.
Πέρα από αυτά, με κάθε επιφύλαξη σου αναφέρω ότι πιστεύω πως ένα τέτοιο άτομο πρέπει να υποβληθεί σε λεπτομερέστατο έλεγχο, γιατί ίσως έχουμε να κάνουμε με ένα νέο σύνδρομο, που αν ισχύει θα μας κάνει και τους δύο διάσημους».
Έμαθα, λοιπόν, πως ο γαμπρός μου και ο φίλος μου ήταν αναμεμειγμένοι σε ένα παράξενο πρόγραμμα που είχε σχέση με τη μελέτη του γενετικού υλικού στα έμβρυα, μόνο που αυτή η μελέτη δεν στηριζόταν αποκλειστικά πάνω στους νόμους της ορθόδοξης επιστήμης αλλά χρησιμοποιούσε και γνώσεις της αστρολογίας και του αποκρυφισμού. Δεν ξέρω περισσότερες λεπτομέρειες, πάντως φαίνεται από τα όσα μου είπε ο Νεκτάριος, ο ίδιος θέλησε να αποχωρήσει μετά κάποιο σημείο, γιατί η μελέτη είχε προχωρήσει σε πράγματα που ο ίδιος χαρακτήρισε ως απαγορευμένα και επικίνδυνα. Όντας σε πολύ άσχημη ψυχολογική και σωματική κατάσταση, που με έκανε να αμφισβητήσω έντονα τα όσα μου είπε, μου διηγήθηκε ότι ο Γιωργάκης στην πραγματικότητα δεν ήταν παιδί του γαμπρού μου αλλά κάποιου άλλου, πολύ διαφορετικού "πράγματος" και μάλιστα μου ανέφερε ότι στην πραγματικότητα η αδερφή μου είχε κυοφορήσει δίδυμα. Το έμβρυο που θα γινόταν Γιωργάκης, όμως, είχε αποσπάσει το μεγαλύτερο μέρος της εμβρυοπλακουντιακής κυκλοφορίας και είχε αναπτυχθεί σε βάρος του άλλου εμβρύου, το οποίο πέθανε στη μήτρα και αφαιρέθηκε κατά την καισαρική τομή. Όσο και αν τον πίεσα, όμως, δεν στάθηκε δυνατό να μου αποκαλύψει ποιός ήταν ο πραγματικός πατέρας του ανηψιού μου. Το μόνο που μου είπε είναι πως ο γαμπρός μυο βρήκε τραγικό τέλος, αφού κάηκε ζωντανός στο σπίτι του στη Βραζιλία που είχε καταφύγει συνεχίζοντας τα πειράματά του...
Δεν μπορώ να σου πω τίποτε άλλο πάνω σε αυτό, γιατί τότε με μπέρδεψε πάρα πολύ και αργότερα διαπίστωσα πως δεν είχε καμία σχέση, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, με την ιστορία του ανηψιού μου, οπότε θα συνεχίσω να σου λέω τι έγινε με την ψυχολόγο που είχαμε πάει.
Δεν μπορώ να σου πω τίποτε άλλο πάνω σε αυτό, γιατί τότε με μπέρδεψε πάρα πολύ και αργότερα διαπίστωσα πως δεν είχε καμία σχέση, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, με την ιστορία του ανηψιού μου, οπότε θα συνεχίσω να σου λέω τι έγινε με την ψυχολόγο που είχαμε πάει.
Οι φωνές είχαν πάψει μετά το ηρεμιστικό που τους είχαν δώσει και οι γονείς βρίσκονταν στο γραφείο των ιατρών συζητώντας την ξαφνική κρίση των παιδιών τους και έτσι βρήκα την ευκαιρία να μπω στο δωμάτιό τους και τότε είδα κάτι που ένιωσα να κλονίζει την ψυχή μου, χωρίς να μπροώ να εξηγήσω το γιατί. Ένας νεαρός άντρας, όχι πάνω από εικοσιπέντε – τριάντα χρονών, ψηλός, ευθυτενής, με ξανθά μαλλιά και σκούρα γαλάζια μάτια, είχε καθίσει δίπλα τους και με τα χέρια του τους χάιδευε τα μάτια. Έμοιαζε σοφός, παντογνώστης και αμέσως υπέθεσα ότι ήταν συνάδελφος οπότε έσπευσα να του συστηθώ και να τον ρωτήσω για την πορεία της υγείας τους. Με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν μπορώ να ορίσω αν ήταν βλοσυρό ή ευγενικά αυστηρό, όσο και αν κάτι τέτοιο ακούγεται παράδοξο, με ένα βλέμμα που δεν σου άφηνε περιθώρια να αμφισβητήσεις τα όσα σου έλεγε και με την καθάρια φωνή του μου μίλησε.
« Τα μάτια τους θα γίνουν καλά αλλά τα τραύματα στην ψυχή τους θα αργήσουν να επουλωθούν. Ποτέ δεν θα ξεχάσουν τι τους συνέβη, γιατί πλήρωσαν ακριβά αυτό που έκαναν. Είναι μικρά παιδιά, αλλά ήρθαν σε επαφή με κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που δεν φαντάζονταν ποτέ και η τύφλωση είναι το ορατό αποτέλεσμα αυτής της επαφής.»
Από όλα όσα είπε, εγώ εκείνη τη στιγμή στάθηκα μόνο στο θέμα της τύφλωσης.
« Θα βρουν το φως τους ξανά; μα οι βλάβες στο οπτικό νεύρο είναι τρομερές και δεν αποκαθίστανται» του είπα με αφέλεια και εκείνος χαμογέλασε με το πιο υπέροχο χαμόγελο που είχα δει ποτέ μου.
« Ίσως στη δική σας ιατρική να είναι αδύνατο, όχι όμως και στη δική μου» είπε . Καιρό αργότερα έμαθα πως τα παιδιά είχαν βρει το φως τους ξανά, αφήνοντας έκπληκτους τους γιατρούς. Το νεαρό δεν τον είδα ποτέ ξανά στη ζωή μου αλλά συνάντησα τα δυο παιδιά χρόνια αργότερα, που είχαν μεγαλώσει και τα δύο μαζί μου είπαν πως ενώ ήταν ακόμα τυφλά, τον έβλεπαν εκείνη την ώρα στο δωμάτιο, σαν μια πανέμορφη, πανίσχυρη λευκή φιγούρα που τα γέμιζε αγάπη.
Η αξονική στον εγκέφαλο του Γιωργάκη δεν έδειξε τίποτα το ανησυχητικό και έτσι γυρίσαμε σπίτι μας. Ο μικρός συνέχισε να πηγαίνει στο σχολείο του αλλά η δασκάλα του μας είπε πως είχε γίνει ελαφρά αμελής και αφηρημένος την ώρα του μαθήματος. Μόλις όμως της εξηγήσαμε ότι είχε αρρωστήσει και την ταλαιπωρία που είχε περάσει, έδειξε κατανόηση και μας υποσχέθηκε να τον βοηθήσει. Με πολύ διακριτικό τρόπο μου εκμυστηρεύτηκε πως ο μικρός ανηψιός μου έδειχνε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για έναν συμμαθητή του, ένα ενδιαφέρον που με πολύ κομψές εκφράσεις μου είπε ότι θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει ομοφυλοφιλικό και με παρότρυνε να αρχίσω να μιλάω στο μικρό παιδί για τα σεξουαλικά ζητήματα, στο βαθμό που θα ήταν εφικτό λόγω της ηλικίας του. Αν και γέλασα με όσα μου είπε και μέσα μου την ειρωνεύτηκα, αποφάσισα πως μιας και πατέρας δεν υπήρχε και η μητέρα δεν ήταν η πλέον κατάλληλη για τέτοιες συζητήσεις, ήμουν εγώ εκείνος που θα έπρεπε να αναλάβει αυτό το ζήτημα, έτσι, αφού συμβουλεύτηκα μερικά βιβλία, άρχισα να του μιλάω. Ομολογώ πως, επειδή με το Γιωργάκη πάντα είχα την εντύπωση ότι μιλούσα με ένα άτομο περισσότερο ώριμο από εμένα, εντυπωσιάστηκα με τις απόψεις του. Μου είπε πως ο έρωτας δεν πρέπει να υπάρχει μόνο μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου αλλά πως κάθε φορά που σου αρέσει ένα άτομο πρέπει να το κατακτήσεις, αδιαφορώντας για το φύλο του και για το εάν σε θέλει ή όχι. Νόμος είναι πάντα αυτό που θέλεις εσύ, είπε και μου ξεκαθάρισε ότι ο συμμαθητής του άρεσε πολύ. Του είχε μάλιστα εκφράσει τα συναισθήματά του και το παιδάκι τα είχε απορρίψει αλλά μου είπε πως όταν κάτι δεν γίνεται με το καλό, έχεις κάθε δικαίωμα να το κάνεις με το κακό. Δεν χρειάζεται να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το τι μου είπε, γιατί συνέχισε να μιλάει τόσο πρόστυχα που το προσωπάκι του πήρε μια απαίσια έκφραση, εντελώς αταίριαστη με την υποτιθέμενη, τελικά, αθωότητα της ηλικίας του.
Η συμπεριφορά του άρχισε να αλλάζει. Γινόταν βίαιος πολλές φορές σπάζοντας τα παιχνίδια του ενώ δεν δίσταζε να προσπαθεί να χτυπήσει εμένα ή τη μητέρα του κάθε φορά που του απαγορεύαμε να κάνει κάτι ή είχαμε αντίθετη άποψη από εκείνον. Το λεξιλόγιό του έγινε πρόστυχο και βρώμικο και ζωγράφιζε αισχρές ζωγραφιές που μας τις έδειχνε όλο καμάρι. Θεωρήσαμε ότι είχε μπλέξει με παρέες αλητόπαιδων αλλά από μια μικρή έρευνα δεν διαπιστώσαμε τίποτα τέτοιο. Η δασκάλα του μας έλεγε πως είχε γίνει εντελώς αμελής και προκλητικός την ώρα του μαθήματος, ενώ μια φορά δεν δίστασε να κατεβάσει τα ρούχα του μπροστά σε όλη την τάκη, κάνοντας άσεμνες κινήσεις και χειρονομίες στο παιδάκι που του άρεσε.
Ήταν τότε περίπου που η αδερφή μου βρήκε το κρυμμένο του ημερολόγιο εντελώς τυχαία και το ξεφύλλισε, για να μείνει έκπληκτη και τρομαγμένη, δείχνοντάς μου το. Και εγώ σοκαρίστηκα τόσο που ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια θυμάμαι επακριβώς ορισμένα αποσπάσματά του.
« Η αηδία που με γεμίζει ο κόσμος των ανθρώπων δεν έχει όρια. Αδύναμα, ανόητα πλάσματα που σέρνονται σαν σκουλήκια εκεί που οι Κύριοι ορίζουν. Μας βρωμίζουν τον κήπο μας, μας πνίγει η δυσωδία της ύπαρξής τους, μας υποβιβάζει η άδικη συγγένεια που έχουμε με δαύτους. Οι Κύριοι έχουν ατονήσει, έχουν αδρανήσει, αφήνοντας τα περιττώματα των σκουλικιών ανθρώπων να μολύνουν τις οδούς που περπατούσαμε. Οι Κηλίδες μιλάνε μέσα μου και μου δίνουν τη δύναμη να κάνω όσα ονειρεύομαι με ένα ελάχιστο μόνο αντάλλαγμα. Γιατί κανένα αντάλλαγμα δεν είναι αρκετά μεγάλο για να ξεπληρώσει τα αμέτρητα δώρα που μας χαρίζουν. Οι Κηλίδες φωνάζουν. Ανοίξε το δρόμο για να περάσουν οι άξιοι. Αιώνες τώρα οι Κηλίδες εξαπλώνουν το βασίλειό τους που σε λίγο θα είναι τόσο μεγάλο που δεν θα χωράει. Είμαι Κόκκινος και παινεύομαι για την καταγωγή μου. Θα έρθει καιρός που όλος ο κόσμος θα μιλάει για μένα».
Το δέος που ένιωσα διαβάζοντας όλα αυτά δεν ήταν μόνο εξαιτίας του περιεχομένου αλλά και εξαιτίας του τέλειου λόγο από ένα μικρό παιδί, που σε λίγους μήνες θα έκλεινε τα δέκα. Τέτοιο λόγο μπορούσε να εκφέρει μόνο ένα άτομο ώριμης ηλικίας και ικανής μόρφωσης. Παρακάτω έλεγε.
« Ο Σπύρος αντέκρουσε τις προτάσεις μου αλλά γελιέται αν νομίζει πως θα γίνει το δικό του. Δεν μου αρέσει τόσο για την εξωτερική του εμφάνιση, όσο για αυτό που έχει μέσα του και το θέλω. Τίποτα δεν μπορεί να με ανεβάσει πιο ψηλά, από το να διαστρέψω μια αγνή ψυχή και υπάρχουν πολλές από δαύτες. Ο φίλος μου που κάθε βράδυ έρχεται στο δωμάτιό μου είναι βιαστικός και θέλει να επιτελέσω το έργο μου όσο πιο γρήγορα γίνεται αλλά δεν ξέρει πως σε λίγο καιρό δεν θα είναι φίλος αλλά υπηρέτης μου».
Κάπου αλλού, εμφανιζόταν όχι και τόσο σίγουρος για αυτά που είχε γράψει, αντίθετα έμοιαζε σαν να φοβόταν κάτι.
« Η Κηλίδα πάνω μου έχει αρχίσει και εξαπλώνεται. Φωνές μου μιλάνε μέσα στα αυτιά μου και βλέπω πράγματα που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν. Ξέρω πως αν πάρω το δρόμο που μου έχει οριστεί, ούτε η μητέρα μου ούτε ο θείος θα είναι περήφανοι για μένα. Και επειδή το ξέρω, για αυτό δεν τους είπα τίποτα για τα τυφλά παιδιά.»
Η τελευταία αναφορά έκανε το αίμα μου να παγώσει. Τι άραγε θα μπορούσε να μας πει για τα τυφλά παιδιά ο μικρός μου ανηψιός; Και τότε, σαν να άνοιξαν τα μάτια μου θυμήθηκα. Ένα από τα παιδιά είχε πει ότι κυνηγούσαν ένα μικρό, θηλυπρεπές παιδάκι του Δημοτικού, που αργότερα έγινε ο Διάβολος με ένα λευκό λοφίο και που τους τύφλωσε. Θυμήθηκα και τη δασκάλα να μου λέει για το ενδιαφέρον του Γιωργάκη για το συμμαθητή του και τον ίδιο το μικρό να το παραδέχεται. Δεν ήθελα ούτε να φανταστώ ότι ο μικρούλης μου μπορεί να είχε σχέση με την τύφλωση των παιδιών αλλά η συμπεριφορά του έδειχνε έντονες αποκλίσεις από το φυσιολογικό.
Αποφάσισα να μη χάσω καθόλου χρόνο. Αργά τη νύχτα μπήκα στο δωμάτιο του μικρού που κοιμόταν και πολύ διακριτικά για να μην τον ξυπνήσω, άρχισα να ψάχνω πάνω του για την Κηλίδα που έγραφε στο ημερολόγιό του. Το μόνο που βρήκα ήταν μια περίεργη ερυθρότητα πίσω από το λαιμό, που οπτικά έμοιαζε με ένα σύνολο σπυριών με αιματηρά άκρα, που εύκολα μάτωναν όταν τα άγγιζες. Μάζεψα λίγο αίμα σε ένα φιαλίδιο, που μέσα του είχε ένα ειδικό υγρό για να το διατηρήσει και το φύλαξα στο ψυγείο. Την επόμενη ημέρα το έστειλα με κούριερ στην Αθήνα, σε έναν καθηγητή μου Γενετιστή και του ζήτησα να κάνει ανάλυση. Ταυτόχρονα, έκλεισα ραντεβού και σε μια παιδοψυχολόγο και πήγα τον ανηψιό μου σχεδόν σηκωτό, αφού δεν ήθελε με τίποτα να πάμε εκεί.
Δύο ώρες μετά, η φίλη μου η ψυχολόγος με κάλεσε στο γραφείο της φανερά προβληματισμένη. Μου είπε πως από την εξέταση προέκυψε ότι ο μικρός είχε ένα βαθμό κατάθλιψης που κατά πάσα πιθανότητα οφειλόταν στην έλλειψη του πατέρα αλλά εκτός από αυτό δεν βρήκε τίποτα το παθολογικό. Για την κατάθλιψη δεν συνιστούσε φάρμακα λόγω της πολύ μικρής ηλικίας του παιδιού αλλά ήθελε να το βλέπει μια φορά την εβδομάδα σίγουρα. Όταν της έδειξα τις ζωγραφιές που είχε κάνει ο μικρός φάνηκε να προβληματίζεται ακόμα περισσότερο. « Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τέτοιες ζωγραφιές κάνουν άτομα με προβληματικό ψυχισμό» είπε. « Ωστόσο το παιδί φαίνεται εντελώς φυσιολογικό, αν εξαιρέσει κανείς τη μελαγχολία.» Έτριψε τα μάτια της, σαν να δίσταζε να πει κάτι αλλά τελικά λύγισε. «Ξέρεις, κάτι δεν μου πάει καλά με το παιδάκι. Δεν μπορώ να το ορίσω αλλά έχω την εντύπωση πως υποκρίνεται ότι όλα τα άλλα είναι καλά. Ένας ενήλικος μόνο μπορεί να υποκριθεί σε έναν ψυχολόγο αλλά αυτό μέχρις ενός βαθμού, μιας και με τις ερωτήσεις μας είμαστε ικανοί να καταλαβαίνουμε περισσότερα από όσα λένε οι ασθενείς μας. Ο μικρός είναι πανέξυπνος, πανούργος, παρά τα δέκα του χρόνια και, στο λέω φιλικά και όχι ως επιστήμονας, κάτι πάνω του δεν μου αρέσει καθόλου».
« Τα μάτια τους θα γίνουν καλά αλλά τα τραύματα στην ψυχή τους θα αργήσουν να επουλωθούν. Ποτέ δεν θα ξεχάσουν τι τους συνέβη, γιατί πλήρωσαν ακριβά αυτό που έκαναν. Είναι μικρά παιδιά, αλλά ήρθαν σε επαφή με κάτι πολύ μεγαλύτερο, κάτι που δεν φαντάζονταν ποτέ και η τύφλωση είναι το ορατό αποτέλεσμα αυτής της επαφής.»
Από όλα όσα είπε, εγώ εκείνη τη στιγμή στάθηκα μόνο στο θέμα της τύφλωσης.
« Θα βρουν το φως τους ξανά; μα οι βλάβες στο οπτικό νεύρο είναι τρομερές και δεν αποκαθίστανται» του είπα με αφέλεια και εκείνος χαμογέλασε με το πιο υπέροχο χαμόγελο που είχα δει ποτέ μου.
« Ίσως στη δική σας ιατρική να είναι αδύνατο, όχι όμως και στη δική μου» είπε . Καιρό αργότερα έμαθα πως τα παιδιά είχαν βρει το φως τους ξανά, αφήνοντας έκπληκτους τους γιατρούς. Το νεαρό δεν τον είδα ποτέ ξανά στη ζωή μου αλλά συνάντησα τα δυο παιδιά χρόνια αργότερα, που είχαν μεγαλώσει και τα δύο μαζί μου είπαν πως ενώ ήταν ακόμα τυφλά, τον έβλεπαν εκείνη την ώρα στο δωμάτιο, σαν μια πανέμορφη, πανίσχυρη λευκή φιγούρα που τα γέμιζε αγάπη.
Η αξονική στον εγκέφαλο του Γιωργάκη δεν έδειξε τίποτα το ανησυχητικό και έτσι γυρίσαμε σπίτι μας. Ο μικρός συνέχισε να πηγαίνει στο σχολείο του αλλά η δασκάλα του μας είπε πως είχε γίνει ελαφρά αμελής και αφηρημένος την ώρα του μαθήματος. Μόλις όμως της εξηγήσαμε ότι είχε αρρωστήσει και την ταλαιπωρία που είχε περάσει, έδειξε κατανόηση και μας υποσχέθηκε να τον βοηθήσει. Με πολύ διακριτικό τρόπο μου εκμυστηρεύτηκε πως ο μικρός ανηψιός μου έδειχνε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για έναν συμμαθητή του, ένα ενδιαφέρον που με πολύ κομψές εκφράσεις μου είπε ότι θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει ομοφυλοφιλικό και με παρότρυνε να αρχίσω να μιλάω στο μικρό παιδί για τα σεξουαλικά ζητήματα, στο βαθμό που θα ήταν εφικτό λόγω της ηλικίας του. Αν και γέλασα με όσα μου είπε και μέσα μου την ειρωνεύτηκα, αποφάσισα πως μιας και πατέρας δεν υπήρχε και η μητέρα δεν ήταν η πλέον κατάλληλη για τέτοιες συζητήσεις, ήμουν εγώ εκείνος που θα έπρεπε να αναλάβει αυτό το ζήτημα, έτσι, αφού συμβουλεύτηκα μερικά βιβλία, άρχισα να του μιλάω. Ομολογώ πως, επειδή με το Γιωργάκη πάντα είχα την εντύπωση ότι μιλούσα με ένα άτομο περισσότερο ώριμο από εμένα, εντυπωσιάστηκα με τις απόψεις του. Μου είπε πως ο έρωτας δεν πρέπει να υπάρχει μόνο μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου αλλά πως κάθε φορά που σου αρέσει ένα άτομο πρέπει να το κατακτήσεις, αδιαφορώντας για το φύλο του και για το εάν σε θέλει ή όχι. Νόμος είναι πάντα αυτό που θέλεις εσύ, είπε και μου ξεκαθάρισε ότι ο συμμαθητής του άρεσε πολύ. Του είχε μάλιστα εκφράσει τα συναισθήματά του και το παιδάκι τα είχε απορρίψει αλλά μου είπε πως όταν κάτι δεν γίνεται με το καλό, έχεις κάθε δικαίωμα να το κάνεις με το κακό. Δεν χρειάζεται να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το τι μου είπε, γιατί συνέχισε να μιλάει τόσο πρόστυχα που το προσωπάκι του πήρε μια απαίσια έκφραση, εντελώς αταίριαστη με την υποτιθέμενη, τελικά, αθωότητα της ηλικίας του.
Η συμπεριφορά του άρχισε να αλλάζει. Γινόταν βίαιος πολλές φορές σπάζοντας τα παιχνίδια του ενώ δεν δίσταζε να προσπαθεί να χτυπήσει εμένα ή τη μητέρα του κάθε φορά που του απαγορεύαμε να κάνει κάτι ή είχαμε αντίθετη άποψη από εκείνον. Το λεξιλόγιό του έγινε πρόστυχο και βρώμικο και ζωγράφιζε αισχρές ζωγραφιές που μας τις έδειχνε όλο καμάρι. Θεωρήσαμε ότι είχε μπλέξει με παρέες αλητόπαιδων αλλά από μια μικρή έρευνα δεν διαπιστώσαμε τίποτα τέτοιο. Η δασκάλα του μας έλεγε πως είχε γίνει εντελώς αμελής και προκλητικός την ώρα του μαθήματος, ενώ μια φορά δεν δίστασε να κατεβάσει τα ρούχα του μπροστά σε όλη την τάκη, κάνοντας άσεμνες κινήσεις και χειρονομίες στο παιδάκι που του άρεσε.
Ήταν τότε περίπου που η αδερφή μου βρήκε το κρυμμένο του ημερολόγιο εντελώς τυχαία και το ξεφύλλισε, για να μείνει έκπληκτη και τρομαγμένη, δείχνοντάς μου το. Και εγώ σοκαρίστηκα τόσο που ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια θυμάμαι επακριβώς ορισμένα αποσπάσματά του.
« Η αηδία που με γεμίζει ο κόσμος των ανθρώπων δεν έχει όρια. Αδύναμα, ανόητα πλάσματα που σέρνονται σαν σκουλήκια εκεί που οι Κύριοι ορίζουν. Μας βρωμίζουν τον κήπο μας, μας πνίγει η δυσωδία της ύπαρξής τους, μας υποβιβάζει η άδικη συγγένεια που έχουμε με δαύτους. Οι Κύριοι έχουν ατονήσει, έχουν αδρανήσει, αφήνοντας τα περιττώματα των σκουλικιών ανθρώπων να μολύνουν τις οδούς που περπατούσαμε. Οι Κηλίδες μιλάνε μέσα μου και μου δίνουν τη δύναμη να κάνω όσα ονειρεύομαι με ένα ελάχιστο μόνο αντάλλαγμα. Γιατί κανένα αντάλλαγμα δεν είναι αρκετά μεγάλο για να ξεπληρώσει τα αμέτρητα δώρα που μας χαρίζουν. Οι Κηλίδες φωνάζουν. Ανοίξε το δρόμο για να περάσουν οι άξιοι. Αιώνες τώρα οι Κηλίδες εξαπλώνουν το βασίλειό τους που σε λίγο θα είναι τόσο μεγάλο που δεν θα χωράει. Είμαι Κόκκινος και παινεύομαι για την καταγωγή μου. Θα έρθει καιρός που όλος ο κόσμος θα μιλάει για μένα».
Το δέος που ένιωσα διαβάζοντας όλα αυτά δεν ήταν μόνο εξαιτίας του περιεχομένου αλλά και εξαιτίας του τέλειου λόγο από ένα μικρό παιδί, που σε λίγους μήνες θα έκλεινε τα δέκα. Τέτοιο λόγο μπορούσε να εκφέρει μόνο ένα άτομο ώριμης ηλικίας και ικανής μόρφωσης. Παρακάτω έλεγε.
« Ο Σπύρος αντέκρουσε τις προτάσεις μου αλλά γελιέται αν νομίζει πως θα γίνει το δικό του. Δεν μου αρέσει τόσο για την εξωτερική του εμφάνιση, όσο για αυτό που έχει μέσα του και το θέλω. Τίποτα δεν μπορεί να με ανεβάσει πιο ψηλά, από το να διαστρέψω μια αγνή ψυχή και υπάρχουν πολλές από δαύτες. Ο φίλος μου που κάθε βράδυ έρχεται στο δωμάτιό μου είναι βιαστικός και θέλει να επιτελέσω το έργο μου όσο πιο γρήγορα γίνεται αλλά δεν ξέρει πως σε λίγο καιρό δεν θα είναι φίλος αλλά υπηρέτης μου».
Κάπου αλλού, εμφανιζόταν όχι και τόσο σίγουρος για αυτά που είχε γράψει, αντίθετα έμοιαζε σαν να φοβόταν κάτι.
« Η Κηλίδα πάνω μου έχει αρχίσει και εξαπλώνεται. Φωνές μου μιλάνε μέσα στα αυτιά μου και βλέπω πράγματα που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν. Ξέρω πως αν πάρω το δρόμο που μου έχει οριστεί, ούτε η μητέρα μου ούτε ο θείος θα είναι περήφανοι για μένα. Και επειδή το ξέρω, για αυτό δεν τους είπα τίποτα για τα τυφλά παιδιά.»
Η τελευταία αναφορά έκανε το αίμα μου να παγώσει. Τι άραγε θα μπορούσε να μας πει για τα τυφλά παιδιά ο μικρός μου ανηψιός; Και τότε, σαν να άνοιξαν τα μάτια μου θυμήθηκα. Ένα από τα παιδιά είχε πει ότι κυνηγούσαν ένα μικρό, θηλυπρεπές παιδάκι του Δημοτικού, που αργότερα έγινε ο Διάβολος με ένα λευκό λοφίο και που τους τύφλωσε. Θυμήθηκα και τη δασκάλα να μου λέει για το ενδιαφέρον του Γιωργάκη για το συμμαθητή του και τον ίδιο το μικρό να το παραδέχεται. Δεν ήθελα ούτε να φανταστώ ότι ο μικρούλης μου μπορεί να είχε σχέση με την τύφλωση των παιδιών αλλά η συμπεριφορά του έδειχνε έντονες αποκλίσεις από το φυσιολογικό.
Αποφάσισα να μη χάσω καθόλου χρόνο. Αργά τη νύχτα μπήκα στο δωμάτιο του μικρού που κοιμόταν και πολύ διακριτικά για να μην τον ξυπνήσω, άρχισα να ψάχνω πάνω του για την Κηλίδα που έγραφε στο ημερολόγιό του. Το μόνο που βρήκα ήταν μια περίεργη ερυθρότητα πίσω από το λαιμό, που οπτικά έμοιαζε με ένα σύνολο σπυριών με αιματηρά άκρα, που εύκολα μάτωναν όταν τα άγγιζες. Μάζεψα λίγο αίμα σε ένα φιαλίδιο, που μέσα του είχε ένα ειδικό υγρό για να το διατηρήσει και το φύλαξα στο ψυγείο. Την επόμενη ημέρα το έστειλα με κούριερ στην Αθήνα, σε έναν καθηγητή μου Γενετιστή και του ζήτησα να κάνει ανάλυση. Ταυτόχρονα, έκλεισα ραντεβού και σε μια παιδοψυχολόγο και πήγα τον ανηψιό μου σχεδόν σηκωτό, αφού δεν ήθελε με τίποτα να πάμε εκεί.
Δύο ώρες μετά, η φίλη μου η ψυχολόγος με κάλεσε στο γραφείο της φανερά προβληματισμένη. Μου είπε πως από την εξέταση προέκυψε ότι ο μικρός είχε ένα βαθμό κατάθλιψης που κατά πάσα πιθανότητα οφειλόταν στην έλλειψη του πατέρα αλλά εκτός από αυτό δεν βρήκε τίποτα το παθολογικό. Για την κατάθλιψη δεν συνιστούσε φάρμακα λόγω της πολύ μικρής ηλικίας του παιδιού αλλά ήθελε να το βλέπει μια φορά την εβδομάδα σίγουρα. Όταν της έδειξα τις ζωγραφιές που είχε κάνει ο μικρός φάνηκε να προβληματίζεται ακόμα περισσότερο. « Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τέτοιες ζωγραφιές κάνουν άτομα με προβληματικό ψυχισμό» είπε. « Ωστόσο το παιδί φαίνεται εντελώς φυσιολογικό, αν εξαιρέσει κανείς τη μελαγχολία.» Έτριψε τα μάτια της, σαν να δίσταζε να πει κάτι αλλά τελικά λύγισε. «Ξέρεις, κάτι δεν μου πάει καλά με το παιδάκι. Δεν μπορώ να το ορίσω αλλά έχω την εντύπωση πως υποκρίνεται ότι όλα τα άλλα είναι καλά. Ένας ενήλικος μόνο μπορεί να υποκριθεί σε έναν ψυχολόγο αλλά αυτό μέχρις ενός βαθμού, μιας και με τις ερωτήσεις μας είμαστε ικανοί να καταλαβαίνουμε περισσότερα από όσα λένε οι ασθενείς μας. Ο μικρός είναι πανέξυπνος, πανούργος, παρά τα δέκα του χρόνια και, στο λέω φιλικά και όχι ως επιστήμονας, κάτι πάνω του δεν μου αρέσει καθόλου».
Ήμουν νεαρός ειδικευόμενος γιατρός στο νοσοκομείο της πόλης μας και ένα μεσημέρι, λίγο πριν σχολάσω, το ασθενοφόρο έφερε δύο μικρά παιδιά, γύρω στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε χρόνια, που έκλαιγαν και φώναζαν υστερικά πως είχαν χάσει το φως τους. Κάνοντας τις πρώτες εξετάσεις, διαπιστώσαμε όντως καθολική απώλεια της όρασης, λόγω εγκαύματος του αμφιβληστροειδούς χιτώνα και βλαβών στο οπτικό νεύρο. Τόσο σοβαρές βλάβες θα μπορούσαν να είχαν συμβεί μόνο με την επίδραση κάποιας ακτινοβολίας στα μάτια ή επίδρασης κάποιου καυστικού χημικού, περίπτωση όμως που αποκλείστηκε αφού εκτός από το οπτικό νεύρο δεν βρήκαμε εγκαύματα στους γύρω ιστούς. Καλέσαμε ειδικούς οφθαλμίατρους που δεν μπόρεσαν να μας διαλευκάνουν την υπόθεση, καθώς τα παιδιά μας ανέφεραν ότι ο ίδιος ο Διάβολος, με ένα λευκό λοφίο στο κεφάλι, τους είχε ρίξει πάνω τους την κατάρα του, στερώντας τους το φως.
Περιμένοντας το ασθενοφόρο που θα τους μετέφερε στο νοσοκομείο παίδων για περισσότερη βοήθεια, ένα από τα παιδιά, μέσα σε κλάμματα μου διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Ήταν μεσημέρι και τα δύο παιδιά πάνω σε ένα ποδήλατο, είδαν ένα μικρό παιδί του Δημοτικού, που από παλιά είχαν προσέξει ότι ήταν κάπως θηλυπρεπές και συνεσταλμένο, να πηγαίνει σπίτι του. Το ακολούθησαν με το ποδήλατο και άρχισαν να το φτύνουν και να το κοροϊδεύουν. Το μικρό παιδί άρχισε να τρέχει κλαίγοντας και εκείνα το κυνήγησαν συνεχίζοντας τις κοροϊδίες και τα φτυσίματα, ώσπου έστριψε σε ένα στενό που ήξεραν πως είναι αδιέξοδο. Σκέφτηκαν πως εκείνη ήταν η ιδανική ευκαιρία να το τρομοκρατήσουν και μπήκαν με το ποδήλατό τους στο στενό. Ο μικρός είχε σκοντάψει και κρατιόταν με γυρισμένη προς αυτούς την πλάτη του, από την οποία κρεμόταν η σάκα του, που ένα λουρί της είχε σπάσει και σερνόταν στο σκονισμένο σοκάκι. Κατέβηκαν από το ποδήλατο, πλησίασαν και χλευάζοντάς το, του ζήτησαν να σηκωθεί, βγάζοντας τις ζώνες τους για να το χτυπήσουν. Ο μικρός σηκώθηκε, γύρισε προς το μέρος τους και είδαν ότι μια τούφα από τα μαλλιά του ήταν λευκή, ενώ το πρόσωπό του είχε γεμίσει λάσπες από τη σκόνη που είχε ανακατευτεί με τα δάκρυά του. Τότε, λες και άκουσε μια φωνή, γύρισε πίσω του, στάθηκε για λίγο αμίλητο και ξαναγύρισε προς το μέρος τους λέγοντας «Ναι». Το πρόσωπό του είχε αλλάξει, είχε γίνει προκλητικό και ειρωνικό και αυτό εξαγρίωσε τα παιδιά που άρχισαν να τρέχουν κοντά του για να το δείρουν. Όταν είχαν φτάσει σε απόσταση αναπνοής από αυτό, το μικρό παιδί άνοιξε την παλάμη του προς το μέρος τους και ένα κόκκινο φως έλαμψε μέσα της, ένα φως που άρχισε να τους καίει τα μάτια, αν και αντανακλαστικά σχεδόν τα έκλεισαν. Τα παιδιά άρχισαν να ουρλιάζουν και έπεσαν στο χώμα, μη μπορώντας να δουν πια. Θυμόνται ακόμα πως το μικρό παιδί άρχισε να γελάει δυνατά και ακούστηκε σαν βροντή η λέξη «Κεμ’ Αναχ», που τα έκανε να παραλύσουν από το φόβο, αν και δεν ήξεραν τι σήμαινε.
Ακούγοντας αυτή την ιστορία ένιωσα ακόμα μεγαλύτερο οίκτο, γιατί απέδωσα αυτές τις φαντασιώσεις σε μετατραυματικό σοκ και γεμάτος θλίψη υπέγραψα γρήγορα τα χαρτιά της διακομιδής, καθώς και ένα παραπεμπτικό, όπου συμβούλευα τους παιδιάτρους του νοσοκομείου Παίδων να προβούν και σε ψυχολογική εξέταση των δύο παιδιών.
Όταν έφυγε το ασθενοφόρο έφυγα κι εγώ γρήγορα για το σπίτι, γιατί ο ανηψιός μου που πήγαινε στο Δημοτικό είχε σχολάσει και ήταν μόνος σπίτι, αφού η αδερφή μου δεν έφευγε από τη δουλειά της παρά αργά το απόγευμα. Πάνω σε αυτό το σημείο, πρέπει να σου πω ότι εγώ και η αδερφή μου χάσαμε τους γονείς μας από τροχαίο δυστύχημα και από έφηβοι αναγκαστήκαμε να μείνουμε μόνοι μας. Ευτυχώς, είχαμε μια σεβαστή περιουσία και ποτέ δεν στερηθήκαμε το παραμικρό. Η αδερφή μου, τρία χρόνια μεγαλύτερη από εμένα, ήρθε να μείνει μαζί μου όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, αλλά στο τελευταίο έτος παντρεύτηκε έναν άντρα που αγαπούσε και για ένα χρόνο έμεινα μόνος μου, αν και σε πολύ κοντινή απόσταση από το σπίτι τους. Δυστυχώς, πριν περάσει πολύς καιρός, ο άντρας της την εγκατέλειψε ενώ ήταν ακόμα έγκυος στον ανηψιό μου το Γιωργάκη και ποτέ δεν έμαθε τίποτα για τον άντρα της αν και εγώ άκουσα ότι είχε κλεφτεί με μια αλλοδαπή, κατά πολύ νεότερή του. Έτσι, ζήσαμε ξανά μαζί, γέννησε το Γιώργο και ποτέ δεν του έλεγε για τον πατέρα του, παρά μόνο ότι έλειπε σε ένα πολύ μακρινό ταξίδι. Αλλά και ο ανηψιός μου ποτέ δεν ρωτούσε πολλά πράγματα για τον πατέρα του.
Ο Γιωργάκης έμενε πολλές ώρες μόνος του, αφού εγώ δούλευα στο νοσοκομείο και η αδερφή μου σε μια εταιρεία και κάποια στιγμή που εγώ πήρα μετάθεση για εδώ, με ακολούθησαν και οι δύο. Η αδερφή μου κατάφερε να αποσπαστεί στο τοπικό υποκατάστημα και γράψαμε το μικρό στο σχολείο, όπου, όχι επειδή είναι ανηψιός μου, αλλά διέπρεψε. Μόνος του έμαθε να διαβάζει και να γράφει, αφού δεν μπορούσαμε να του αφιερώνουμε πολλές ώρες λόγω της δουλειάς μας και η αδερφή μου έμεινε ανύπαντρη γιατί δεν ήθελε ο γιός της να μεγαλώσει με πατριό. Το παιδί είχε μια εξαιρετική ευφυϊα, όλοι το έλεγαν και οι γνώσεις του ήταν πάντοτε πολύ πιο μπροστά από την ηλικία του. Αντί να παίζει με άλλα παιδιά, προτιμούσε να κάθεται και να διαβάζει ότι μπορείς να φανταστείς και στην ηλικία των δέκα ετών ήταν ικανό να συζητήσει μαζί σου σχεδόν τα πάντα και συνήθως κατάφερνε να σε αποστομώσει με τις απαντήσεις του. Ήταν όμως ένα θλιμμένο παιδί, με μεγάλα μελαγχολικά μαύρα μάτια που άφηναν εύκολα να καταλάβεις τη θλίψη μέσα του αλλά ποτέ δεν πρόδιδαν τις σκέψεις του. Μάθαμε ότι κρατούσε ημερολόγιο, που το φύλαγε σε ένα σημείο άγνωστο μέσα στο σπίτι και πολύ τυχαία αργότερα καταφέραμε να εντοπίσουμε.
Εκείνο το μεσημέρι, λοιπόν, γύρισα σπίτι αναστατωμένος με αυτό που είχε συμβεί στα παιδιά και βρήκα το μικρό να κάθεται στο δωμάτιό του και να διαβάζει κάτι που δεν τον είχε απασχολήσει ποτέ ως τότε. Διάβαζε την Αποκάλυψη του Ιωάννη και συγκεκριμένα το απόσπασμα που αναφερόταν στο Μεγάλο Θηρίο. Στο σπίτι μας δεν ήμασταν θρησκευόμενοι και ποτέ δεν είχαμε προσπαθήσει να μιλήσουμε στο παιδί για Θεούς και θρησκείες, επισήμως και εγώ και η αδερφή μου ήμασταν άθεοι μετά το θάνατο των γονιών μας αλλά ο μικρός βρήκε μια ξεχασμένη στη βιβλιοθήκη Αγία Γραφή της μητέρας μας και ήταν από εκείνο το βιβλίο που διάβαζε το απόσπασμα. Δεν τον ρώτησα γιατί το διάβαζε, αφού ήξερα τη φιλομάθειά του, μόνο τον χάιδεψα στα μαλλιά με τη λευκή τούφα που είχε εκ γενετής και τον προσκάλεσα να φάμε μαζί το φαγητό που είχα φέρει απ’ έξω. Με ακολούθησε αμίλητος και δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη.
Το ίδιο βράδυ η αδερφή μου με ξύπνησε πανικόβλητη και τραβώντας με από το χέρι με πήγε στο δωμάτιο του παιδιού. Ο μικρός αιμορραγούσε από μύτη, στόμα και αυτιά αλλά κατά τα άλλα ένιωθε μια χαρά και αρνιούνταν επίμονα να πάμε στο νοσοκομείο λέγοντάς μας πως θα του περάσει. Παρόλα αυτά, του έδωσα τις πρώτες βοήθειες και τον μεταφέραμε στα Επείγοντα, όπου περάσαμε όλη την υπόλοιπη νύχτα. Οι πρώτες εξετάσεις έδειξαν μια σημαντικότατη πτώση του αριθμού των αιμοπεταλίων στο αίμα του και οι εξετάσεις των αντισωμάτων έδειξαν ένα μεγάλο αριθμό αυτοαντισωμάτων, σημάδι μιας αυτοάνοσης νόσου, όπου το ανοσοποιητικό στρέφεται κατά του ίδιου του οργανισμού. Και όταν το άλλο πρωί ήρθαν οι μεγαλογιατροί, ονόμασαν την ασθένεια ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα σε οξεία φάση. Μου είπαν ότι συμβαίνει σε παιδιά συνήθως και πως αυτοϊάται σε μερικούς μήνες. Παρόλα αυτά του έδωσαν μεγάλες δόσεις κορτιζόνης και μου σύστησαν να γίνει αξονική εγκεφάλου για να αποκλειστεί πιθανότητα ενδοκρανιακής αιμορραγίας. Ο μικρός υπέμεινε στωϊκά την ταλαιπωρία των εξετάσεων και έμοιαζε σαν να έχαιρε άκρας υγείας, παρότι τα αιμοπετάλιά του είχαν πέσει τις δέκα χιλιάδες μόνο.
Τότε ήταν που άρχισε ξανά να ρωτάει επίμονα για τον πατέρα του και η αδερφή μου του έδινε στερεότυπες απαντήσεις. Ο πατέρας του είχε πάει ένα πολύ μακρινό ταξίδι και θα έκανε πολλά χρόνια μέχρι να γυρίσει. Ο μικρός ζήτησε όσο καιρό έμεινε στο νοσοκομείο να του πάμε ένα μπλοκ ζωγραφικής και περνούσε τις ώρες του ζωγραφίζοντας ένα πρόσωπο που όταν τον ρώτησα μου απάντησε πως ήταν όπως φανταζόταν τον πατέρα του. Προοδευτικά, όμως, έμοιαζε πως το παιδί προσπαθούσε να διαλύσει την εικόνα στα συνθετικά της στοιχεία και οι τελευταίες του ζωγραφιές, λίγο πριν πάρει εξιτήριο, θα χρειάζονταν πολλή φαντασία για να θεωρήσει κανείς ότι έβλεπε ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό με έκανε να θυμηθώ παρόμοιες εικόνες που υπήρχαν στο σύγγραμμα ψυχιατρικής που διάβαζα στο πανεπιστήμιο και το μυαλό μου γέμισε απορίες. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε να συμβουλευόμουν μια γνωστή μου παιδοψυχολόγο, αμέσως αφού έκλεινε ο κύκλος εξετάσεων του μικρού με την αξονική που θα έκανε σε λίγες μέρες στο νοσοκομείο παίδων.
Πράγματι, λοιπόν, πήγαμε στην Αθήνα μετά από μία εβδομάδα και ανεβαίνοντας στον όροφο για την εξέταση, είδαμε τους σεκιούριτι να τρέχουν αλαφιασμένοι. Ρωτώντας έναν που μου φαινόταν πιο συζητήσιμος, μου είπε πως νοσηλεύονταν εκεί δύο τυφλά παιδιά, που τα έπιασε υστερία και ούρλιαζαν εδώ και μερικά λεπτά, σπάζοντας ότι έβρισκαν τα χέρια τους και φωνάζοντας πως ο Διάβολος ήρθε ξανά να τα πάρει. Με λυπημένο ύφος μου απάντησε πως οι γονείς είχαν απομακρυνθεί και πως είχε ακούσει ότι έπαιρναν ηρεμιστικά μετά από το κακό που τους είχε βρει, ενώ ειδικοί αστυνομικοί είχαν πάει πολλές φορές κοντά τους για να τους μιλήσουν, μιας και οι γονείς είχαν καταθέσει μήνυση κατά αγνώστων για το ατύχημα των παιδιών τους. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως όση ώρα ο Γιωργάκης θα έκανε την εξέταση, θα μπορούσα να πάω να τα επισκεφτώ και έτσι έκανα.
Περιμένοντας το ασθενοφόρο που θα τους μετέφερε στο νοσοκομείο παίδων για περισσότερη βοήθεια, ένα από τα παιδιά, μέσα σε κλάμματα μου διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Ήταν μεσημέρι και τα δύο παιδιά πάνω σε ένα ποδήλατο, είδαν ένα μικρό παιδί του Δημοτικού, που από παλιά είχαν προσέξει ότι ήταν κάπως θηλυπρεπές και συνεσταλμένο, να πηγαίνει σπίτι του. Το ακολούθησαν με το ποδήλατο και άρχισαν να το φτύνουν και να το κοροϊδεύουν. Το μικρό παιδί άρχισε να τρέχει κλαίγοντας και εκείνα το κυνήγησαν συνεχίζοντας τις κοροϊδίες και τα φτυσίματα, ώσπου έστριψε σε ένα στενό που ήξεραν πως είναι αδιέξοδο. Σκέφτηκαν πως εκείνη ήταν η ιδανική ευκαιρία να το τρομοκρατήσουν και μπήκαν με το ποδήλατό τους στο στενό. Ο μικρός είχε σκοντάψει και κρατιόταν με γυρισμένη προς αυτούς την πλάτη του, από την οποία κρεμόταν η σάκα του, που ένα λουρί της είχε σπάσει και σερνόταν στο σκονισμένο σοκάκι. Κατέβηκαν από το ποδήλατο, πλησίασαν και χλευάζοντάς το, του ζήτησαν να σηκωθεί, βγάζοντας τις ζώνες τους για να το χτυπήσουν. Ο μικρός σηκώθηκε, γύρισε προς το μέρος τους και είδαν ότι μια τούφα από τα μαλλιά του ήταν λευκή, ενώ το πρόσωπό του είχε γεμίσει λάσπες από τη σκόνη που είχε ανακατευτεί με τα δάκρυά του. Τότε, λες και άκουσε μια φωνή, γύρισε πίσω του, στάθηκε για λίγο αμίλητο και ξαναγύρισε προς το μέρος τους λέγοντας «Ναι». Το πρόσωπό του είχε αλλάξει, είχε γίνει προκλητικό και ειρωνικό και αυτό εξαγρίωσε τα παιδιά που άρχισαν να τρέχουν κοντά του για να το δείρουν. Όταν είχαν φτάσει σε απόσταση αναπνοής από αυτό, το μικρό παιδί άνοιξε την παλάμη του προς το μέρος τους και ένα κόκκινο φως έλαμψε μέσα της, ένα φως που άρχισε να τους καίει τα μάτια, αν και αντανακλαστικά σχεδόν τα έκλεισαν. Τα παιδιά άρχισαν να ουρλιάζουν και έπεσαν στο χώμα, μη μπορώντας να δουν πια. Θυμόνται ακόμα πως το μικρό παιδί άρχισε να γελάει δυνατά και ακούστηκε σαν βροντή η λέξη «Κεμ’ Αναχ», που τα έκανε να παραλύσουν από το φόβο, αν και δεν ήξεραν τι σήμαινε.
Ακούγοντας αυτή την ιστορία ένιωσα ακόμα μεγαλύτερο οίκτο, γιατί απέδωσα αυτές τις φαντασιώσεις σε μετατραυματικό σοκ και γεμάτος θλίψη υπέγραψα γρήγορα τα χαρτιά της διακομιδής, καθώς και ένα παραπεμπτικό, όπου συμβούλευα τους παιδιάτρους του νοσοκομείου Παίδων να προβούν και σε ψυχολογική εξέταση των δύο παιδιών.
Όταν έφυγε το ασθενοφόρο έφυγα κι εγώ γρήγορα για το σπίτι, γιατί ο ανηψιός μου που πήγαινε στο Δημοτικό είχε σχολάσει και ήταν μόνος σπίτι, αφού η αδερφή μου δεν έφευγε από τη δουλειά της παρά αργά το απόγευμα. Πάνω σε αυτό το σημείο, πρέπει να σου πω ότι εγώ και η αδερφή μου χάσαμε τους γονείς μας από τροχαίο δυστύχημα και από έφηβοι αναγκαστήκαμε να μείνουμε μόνοι μας. Ευτυχώς, είχαμε μια σεβαστή περιουσία και ποτέ δεν στερηθήκαμε το παραμικρό. Η αδερφή μου, τρία χρόνια μεγαλύτερη από εμένα, ήρθε να μείνει μαζί μου όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, αλλά στο τελευταίο έτος παντρεύτηκε έναν άντρα που αγαπούσε και για ένα χρόνο έμεινα μόνος μου, αν και σε πολύ κοντινή απόσταση από το σπίτι τους. Δυστυχώς, πριν περάσει πολύς καιρός, ο άντρας της την εγκατέλειψε ενώ ήταν ακόμα έγκυος στον ανηψιό μου το Γιωργάκη και ποτέ δεν έμαθε τίποτα για τον άντρα της αν και εγώ άκουσα ότι είχε κλεφτεί με μια αλλοδαπή, κατά πολύ νεότερή του. Έτσι, ζήσαμε ξανά μαζί, γέννησε το Γιώργο και ποτέ δεν του έλεγε για τον πατέρα του, παρά μόνο ότι έλειπε σε ένα πολύ μακρινό ταξίδι. Αλλά και ο ανηψιός μου ποτέ δεν ρωτούσε πολλά πράγματα για τον πατέρα του.
Ο Γιωργάκης έμενε πολλές ώρες μόνος του, αφού εγώ δούλευα στο νοσοκομείο και η αδερφή μου σε μια εταιρεία και κάποια στιγμή που εγώ πήρα μετάθεση για εδώ, με ακολούθησαν και οι δύο. Η αδερφή μου κατάφερε να αποσπαστεί στο τοπικό υποκατάστημα και γράψαμε το μικρό στο σχολείο, όπου, όχι επειδή είναι ανηψιός μου, αλλά διέπρεψε. Μόνος του έμαθε να διαβάζει και να γράφει, αφού δεν μπορούσαμε να του αφιερώνουμε πολλές ώρες λόγω της δουλειάς μας και η αδερφή μου έμεινε ανύπαντρη γιατί δεν ήθελε ο γιός της να μεγαλώσει με πατριό. Το παιδί είχε μια εξαιρετική ευφυϊα, όλοι το έλεγαν και οι γνώσεις του ήταν πάντοτε πολύ πιο μπροστά από την ηλικία του. Αντί να παίζει με άλλα παιδιά, προτιμούσε να κάθεται και να διαβάζει ότι μπορείς να φανταστείς και στην ηλικία των δέκα ετών ήταν ικανό να συζητήσει μαζί σου σχεδόν τα πάντα και συνήθως κατάφερνε να σε αποστομώσει με τις απαντήσεις του. Ήταν όμως ένα θλιμμένο παιδί, με μεγάλα μελαγχολικά μαύρα μάτια που άφηναν εύκολα να καταλάβεις τη θλίψη μέσα του αλλά ποτέ δεν πρόδιδαν τις σκέψεις του. Μάθαμε ότι κρατούσε ημερολόγιο, που το φύλαγε σε ένα σημείο άγνωστο μέσα στο σπίτι και πολύ τυχαία αργότερα καταφέραμε να εντοπίσουμε.
Εκείνο το μεσημέρι, λοιπόν, γύρισα σπίτι αναστατωμένος με αυτό που είχε συμβεί στα παιδιά και βρήκα το μικρό να κάθεται στο δωμάτιό του και να διαβάζει κάτι που δεν τον είχε απασχολήσει ποτέ ως τότε. Διάβαζε την Αποκάλυψη του Ιωάννη και συγκεκριμένα το απόσπασμα που αναφερόταν στο Μεγάλο Θηρίο. Στο σπίτι μας δεν ήμασταν θρησκευόμενοι και ποτέ δεν είχαμε προσπαθήσει να μιλήσουμε στο παιδί για Θεούς και θρησκείες, επισήμως και εγώ και η αδερφή μου ήμασταν άθεοι μετά το θάνατο των γονιών μας αλλά ο μικρός βρήκε μια ξεχασμένη στη βιβλιοθήκη Αγία Γραφή της μητέρας μας και ήταν από εκείνο το βιβλίο που διάβαζε το απόσπασμα. Δεν τον ρώτησα γιατί το διάβαζε, αφού ήξερα τη φιλομάθειά του, μόνο τον χάιδεψα στα μαλλιά με τη λευκή τούφα που είχε εκ γενετής και τον προσκάλεσα να φάμε μαζί το φαγητό που είχα φέρει απ’ έξω. Με ακολούθησε αμίλητος και δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη.
Το ίδιο βράδυ η αδερφή μου με ξύπνησε πανικόβλητη και τραβώντας με από το χέρι με πήγε στο δωμάτιο του παιδιού. Ο μικρός αιμορραγούσε από μύτη, στόμα και αυτιά αλλά κατά τα άλλα ένιωθε μια χαρά και αρνιούνταν επίμονα να πάμε στο νοσοκομείο λέγοντάς μας πως θα του περάσει. Παρόλα αυτά, του έδωσα τις πρώτες βοήθειες και τον μεταφέραμε στα Επείγοντα, όπου περάσαμε όλη την υπόλοιπη νύχτα. Οι πρώτες εξετάσεις έδειξαν μια σημαντικότατη πτώση του αριθμού των αιμοπεταλίων στο αίμα του και οι εξετάσεις των αντισωμάτων έδειξαν ένα μεγάλο αριθμό αυτοαντισωμάτων, σημάδι μιας αυτοάνοσης νόσου, όπου το ανοσοποιητικό στρέφεται κατά του ίδιου του οργανισμού. Και όταν το άλλο πρωί ήρθαν οι μεγαλογιατροί, ονόμασαν την ασθένεια ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα σε οξεία φάση. Μου είπαν ότι συμβαίνει σε παιδιά συνήθως και πως αυτοϊάται σε μερικούς μήνες. Παρόλα αυτά του έδωσαν μεγάλες δόσεις κορτιζόνης και μου σύστησαν να γίνει αξονική εγκεφάλου για να αποκλειστεί πιθανότητα ενδοκρανιακής αιμορραγίας. Ο μικρός υπέμεινε στωϊκά την ταλαιπωρία των εξετάσεων και έμοιαζε σαν να έχαιρε άκρας υγείας, παρότι τα αιμοπετάλιά του είχαν πέσει τις δέκα χιλιάδες μόνο.
Τότε ήταν που άρχισε ξανά να ρωτάει επίμονα για τον πατέρα του και η αδερφή μου του έδινε στερεότυπες απαντήσεις. Ο πατέρας του είχε πάει ένα πολύ μακρινό ταξίδι και θα έκανε πολλά χρόνια μέχρι να γυρίσει. Ο μικρός ζήτησε όσο καιρό έμεινε στο νοσοκομείο να του πάμε ένα μπλοκ ζωγραφικής και περνούσε τις ώρες του ζωγραφίζοντας ένα πρόσωπο που όταν τον ρώτησα μου απάντησε πως ήταν όπως φανταζόταν τον πατέρα του. Προοδευτικά, όμως, έμοιαζε πως το παιδί προσπαθούσε να διαλύσει την εικόνα στα συνθετικά της στοιχεία και οι τελευταίες του ζωγραφιές, λίγο πριν πάρει εξιτήριο, θα χρειάζονταν πολλή φαντασία για να θεωρήσει κανείς ότι έβλεπε ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό με έκανε να θυμηθώ παρόμοιες εικόνες που υπήρχαν στο σύγγραμμα ψυχιατρικής που διάβαζα στο πανεπιστήμιο και το μυαλό μου γέμισε απορίες. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε να συμβουλευόμουν μια γνωστή μου παιδοψυχολόγο, αμέσως αφού έκλεινε ο κύκλος εξετάσεων του μικρού με την αξονική που θα έκανε σε λίγες μέρες στο νοσοκομείο παίδων.
Πράγματι, λοιπόν, πήγαμε στην Αθήνα μετά από μία εβδομάδα και ανεβαίνοντας στον όροφο για την εξέταση, είδαμε τους σεκιούριτι να τρέχουν αλαφιασμένοι. Ρωτώντας έναν που μου φαινόταν πιο συζητήσιμος, μου είπε πως νοσηλεύονταν εκεί δύο τυφλά παιδιά, που τα έπιασε υστερία και ούρλιαζαν εδώ και μερικά λεπτά, σπάζοντας ότι έβρισκαν τα χέρια τους και φωνάζοντας πως ο Διάβολος ήρθε ξανά να τα πάρει. Με λυπημένο ύφος μου απάντησε πως οι γονείς είχαν απομακρυνθεί και πως είχε ακούσει ότι έπαιρναν ηρεμιστικά μετά από το κακό που τους είχε βρει, ενώ ειδικοί αστυνομικοί είχαν πάει πολλές φορές κοντά τους για να τους μιλήσουν, μιας και οι γονείς είχαν καταθέσει μήνυση κατά αγνώστων για το ατύχημα των παιδιών τους. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως όση ώρα ο Γιωργάκης θα έκανε την εξέταση, θα μπορούσα να πάω να τα επισκεφτώ και έτσι έκανα.
Ο νεαρός ιερέας μόλις είχε τελειώσει τη βάρδιά του στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου. Ήταν ένας ναός της βυζαντινής περιόδου, φτιαγμένος από τα αρχαία μάρμαρα ενός ιερού της θεάς Αθηνάς που τα ερείπιά του βρίσκονται λίγα μέτρα πιο πέρα, κοντά στην έξοδο της πόλης προς το νότιο τμήμα της Πελοποννήσου. Μπορεί, μάλιστα να δει κανείς ακόμα τις αρχαίες επιγραφές να στέκονται δίπλα από τα βυζαντινά – χριστιανικά σύμβολα και λόγω της αρχαιότητάς του, η εφορεία βυζαντινών αρχαιοτήτων ποτέ δεν επέτρεψε την ανακαίνισή του.
Ο ιερέας προσκύνησε την αγία τράπεζα, δίπλωσε το πετραχείλι του μέσα σε μια δερμάτινη τσάντα και ετοιμάστηκε να φύγει, όταν βγαίνοντας από την Ωραία Πύλη, είδε ένα γέροντα να στέκεται μπροστά σε μια εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ο γέροντας πρέπει να ήταν πολύ ψηλός στα νιάτα του, αφού ακόμα και τώρα φαινόταν επιβλητικός με το ύψος του, τα κατάλευκα μαλλιά και το λευκό μούσι του, που στο δεξί μάγουλο οι τρίχες ήταν αραιές, γύρω από ένα κυκλικό σημάδι, προφανώς κάποιας παλιότερης εγχείρησης ή ενός τραύματος. Ήταν ντυμένος με ένα κουστούμι σαν αυτό που συνηθίζουν να φορούν οι ηλικιωμένοι αλλά φαινόταν πολύ ακριβότερο και γενικά το παράστημά του έδειχνε έναν άνθρωπο που κάποτε είχε υπάρξει σπουδαίος και τώρα στεκόταν μπροστά στην εικόνα με δάκρυα στα μάτια του και οι αναστεναγμοί του δυνάμωναν χάρη στην υπέροχη ακουστική του ναού.
Ο νεαρός ιερέας τον πλησίασε γεμάτος περιέργεια και καλοσύνη. « Φτιαγμένη από τον Αντώνιο Σκορδίλη στα 1753» είπε κοιτάζοντας την εικόνα. Ο Αρχάγγελος, πατώντας πάνω σε ένα σύννεφο και ντυμένος με στρατιωτική στολή, κρατούσε ξίφος στο δεξί του χέρι ενώ στο αριστερό το ζυγό της δικαιοσύνης. «Δεν θα μπορούσε να έχει αποδοθεί περισσότερο ζωντανά και με πιο επιβλητικό τρόπο ένας πανίσχυρος στρατηγός των αγγέλων», συνέχισε ο ιερέας και ο γέροντας γύρισε και τον κοίταξε με μια διαπεραστική ματιά στα γαλάζια του μάτια.
« Είστε νέος εδώ» τον ρώτησε και ο ιερέας που προς στιγμήν τα έχασε με τη δύναμη της φωνής του κούνησε το κεφάλι καταφατικά και ο γέροντας κατάλαβε. ¨
«Για αυτό σας βλέπω και με βλέπετε πρώτη φορά», είπε κουρασμένα και κάθισε σε ένα στασίδι. Ο ιερέας κάθισε δίπλα του και ακούμπησε το χέρι στο γόνατο του γέροντα. « Μπορεί να είμαι νέος αλλά είμαι μαθημένος στον πόνο, μιλώντας με τόσο κόσμο που έχει ανάγκη κάθε φορά. Και αν ένας κύριος όπως εσείς, που θα μπορούσατε να είστε παπούς μου δεν το θεωρεί προσβλητικό, μπορώ να σας εξομολογήσω, γιατί διακρίνω μέσα σας έναν πόνο μεγάλο και μια απογοήτευση. Αφήστε με να σας βοηθήσω» είπε με ειλικρινές ενδιαφέρον και ο γέροντας τον κοίταξε παράξενα.
« Παιδί μου, εδώ και μισό αιώνα περίπου έρχομαι εδώ μέσα κάθε μέρα, λίγο πριν κλείσει η εκκλησία, την ώρα που δεν έχει κόσμο και στέκομαι μπροστά σε αυτή την εικόνα. Δεν έχω λειτουργηθεί ή συμμετάσχει στα μυστήριά σας από τότε που ήμουν μικρό παιδί, γιατί δεν έχω θρήσκευμα. Δεν είμαι άθεος αλλά δεν πιστεύω κάπου συγκεκριμένα και, ναι, έχω μέσα μου έναν τεράστιο πόνο, αλλά εάν ο ίδιος ο αρχάγγελος που τιμάτε δεν μπορεί να μου τον πάρει, τι σε κάνει να νομίζεις πως μπορείς εσυ» ρώτησε.
« Αφού, όπως λέτε, δεν πιστεύετε τι σας κάνει να έρχεστε εδώ, στην εικόνα του αγγέλου και να κλαίτε. Γιατί, υποθέτω πως κάθε μέρα κλαίτε, όπως και σήμερα.»
« Κλαίω για πολλά πράγματα που αν τα μάθει ο κόσμος θα πάψει να κοιμάται ήσυχος μέσα στην αμφίβολη ασφάλεια του σπιτιού του. Κλαίω, γιατί για πολλά χρόνια αγνοούσα την αλήθεια και γιατί την κρίσιμη στιγμή και ενώ θα μπορούσα να σώσω τον κόσμο από ένα μεγάλο κακό, παραδομένος στην αγάπη μου δεν το έκανα και τώρα έχει απλωθεί μια σκιά σε όλο τον κόσμο, που δυστυχώς κανείς δεν τη βλέπει. Το χτύπημά της όμως, αν και αόρατο, θα το νιώσουν πολλοί».
Ο ιερέας άρχισε να πιστεύει πως ο γέροντας γινόταν υπερβολικός αλλά προσπάθησε χωρίς αποτέλεσμα να κρύψει τη σκέψη του.
« Δείτε τον Αρχάγγελο», είπε καθώς σηκωνόταν από το κάθισμα, « δείτε τις λεπτομέρειες που ποτέ ίσως δεν θα είχατε προσέξει, δείτε πως κάτω από τα πόδια του, υπάρχουν μεγάλες κόκκινες κηλίδες, που θα μου πείτε ότι είναι αποτέλεσμα φθοράς του χρόνου. Όμως όχι, εσκεμμένα ο Σκορδίλης τις έβαλε εκεί, για να κρύψει μια ιστορία που φαίνεται πως και ο ίδιος με κάποιον τρόπο γνώριζε πολύ καλά. Το ξίφος του Αρχαγγέλου στρέφεται προς τα κάτω, δηλαδή προς τις κηλίδες, ενώ ο ζυγός στέκεται πολύ πιο ψηλά, στο αριστερό μέρος της εικόνας, εκεί που βρίσκονται οι περισσότερες κόκκινες κηλίδες και στέκεται ψηλά, από πάνω τους και αυτό δείχνει πως τις κρίνει, τις καταδικάζει. Ο μανδύας, πάλι, που φοράει ο Αρχάγγελος είναι ωχρός αλλά αυτό δεν ήταν το αρχικό του χρώμα. Ήταν λευκός και αυτό αποτελεί έναν άλλο συμβολισμό.»
Ο νεαρός ιερέας σηκώθηκε όρθιος, μη μπορώντας να αποφασίσει εάν απέναντί του είχε έναν άνθρωπο με ακέραια λογική ή με έναν εκφυλισμένο λόγω ηλικίας εγκέφαλο και άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, όμως ο γέροντας του έκανε νόημα να σωπάσει.
« Με λένε Αλέξανδρο και ήμουν γιατρός» είπε ο ηλικιωμένος κύριος. « Η ιατρική ήταν ο δικός μου θεός και η λογική ο προφήτης του θεού μου, όμως ήταν ένα μικρό αγόρι, ο ανηψιός μου ο Γιωργάκης, που μου κλόνισε κάθε πίστη και κάθε πεποίθηση. Αν σας διηγηθώ την ιστορία του, πάτερ, ποτέ πια δεν θα μπορέσετε να δείτε τον κόσμο με τα ίδια μάτια και κινδυνεύω να θεωρηθώ από εσάς φρενοβλαβής, αν και αυτό το τελευταίο ελάχιστα με ενδιαφέρει. Αν, λοιπόν, είστε έτοιμος να πάρετε αυτό το ρίσκο, τότε φορέστε το πετραχείλι σας και ανοίξτε την ψυχή σας. Γιατί αυτά που θα σας διηγηθώ είναι πολύ διαφορετικότερα από τη συμβατική λογική» είπε και ο νεαρός ιερέας φόρεσε το πετραχείλι του ανυπόμονα.
Ο ιερέας προσκύνησε την αγία τράπεζα, δίπλωσε το πετραχείλι του μέσα σε μια δερμάτινη τσάντα και ετοιμάστηκε να φύγει, όταν βγαίνοντας από την Ωραία Πύλη, είδε ένα γέροντα να στέκεται μπροστά σε μια εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ο γέροντας πρέπει να ήταν πολύ ψηλός στα νιάτα του, αφού ακόμα και τώρα φαινόταν επιβλητικός με το ύψος του, τα κατάλευκα μαλλιά και το λευκό μούσι του, που στο δεξί μάγουλο οι τρίχες ήταν αραιές, γύρω από ένα κυκλικό σημάδι, προφανώς κάποιας παλιότερης εγχείρησης ή ενός τραύματος. Ήταν ντυμένος με ένα κουστούμι σαν αυτό που συνηθίζουν να φορούν οι ηλικιωμένοι αλλά φαινόταν πολύ ακριβότερο και γενικά το παράστημά του έδειχνε έναν άνθρωπο που κάποτε είχε υπάρξει σπουδαίος και τώρα στεκόταν μπροστά στην εικόνα με δάκρυα στα μάτια του και οι αναστεναγμοί του δυνάμωναν χάρη στην υπέροχη ακουστική του ναού.
Ο νεαρός ιερέας τον πλησίασε γεμάτος περιέργεια και καλοσύνη. « Φτιαγμένη από τον Αντώνιο Σκορδίλη στα 1753» είπε κοιτάζοντας την εικόνα. Ο Αρχάγγελος, πατώντας πάνω σε ένα σύννεφο και ντυμένος με στρατιωτική στολή, κρατούσε ξίφος στο δεξί του χέρι ενώ στο αριστερό το ζυγό της δικαιοσύνης. «Δεν θα μπορούσε να έχει αποδοθεί περισσότερο ζωντανά και με πιο επιβλητικό τρόπο ένας πανίσχυρος στρατηγός των αγγέλων», συνέχισε ο ιερέας και ο γέροντας γύρισε και τον κοίταξε με μια διαπεραστική ματιά στα γαλάζια του μάτια.
« Είστε νέος εδώ» τον ρώτησε και ο ιερέας που προς στιγμήν τα έχασε με τη δύναμη της φωνής του κούνησε το κεφάλι καταφατικά και ο γέροντας κατάλαβε. ¨
«Για αυτό σας βλέπω και με βλέπετε πρώτη φορά», είπε κουρασμένα και κάθισε σε ένα στασίδι. Ο ιερέας κάθισε δίπλα του και ακούμπησε το χέρι στο γόνατο του γέροντα. « Μπορεί να είμαι νέος αλλά είμαι μαθημένος στον πόνο, μιλώντας με τόσο κόσμο που έχει ανάγκη κάθε φορά. Και αν ένας κύριος όπως εσείς, που θα μπορούσατε να είστε παπούς μου δεν το θεωρεί προσβλητικό, μπορώ να σας εξομολογήσω, γιατί διακρίνω μέσα σας έναν πόνο μεγάλο και μια απογοήτευση. Αφήστε με να σας βοηθήσω» είπε με ειλικρινές ενδιαφέρον και ο γέροντας τον κοίταξε παράξενα.
« Παιδί μου, εδώ και μισό αιώνα περίπου έρχομαι εδώ μέσα κάθε μέρα, λίγο πριν κλείσει η εκκλησία, την ώρα που δεν έχει κόσμο και στέκομαι μπροστά σε αυτή την εικόνα. Δεν έχω λειτουργηθεί ή συμμετάσχει στα μυστήριά σας από τότε που ήμουν μικρό παιδί, γιατί δεν έχω θρήσκευμα. Δεν είμαι άθεος αλλά δεν πιστεύω κάπου συγκεκριμένα και, ναι, έχω μέσα μου έναν τεράστιο πόνο, αλλά εάν ο ίδιος ο αρχάγγελος που τιμάτε δεν μπορεί να μου τον πάρει, τι σε κάνει να νομίζεις πως μπορείς εσυ» ρώτησε.
« Αφού, όπως λέτε, δεν πιστεύετε τι σας κάνει να έρχεστε εδώ, στην εικόνα του αγγέλου και να κλαίτε. Γιατί, υποθέτω πως κάθε μέρα κλαίτε, όπως και σήμερα.»
« Κλαίω για πολλά πράγματα που αν τα μάθει ο κόσμος θα πάψει να κοιμάται ήσυχος μέσα στην αμφίβολη ασφάλεια του σπιτιού του. Κλαίω, γιατί για πολλά χρόνια αγνοούσα την αλήθεια και γιατί την κρίσιμη στιγμή και ενώ θα μπορούσα να σώσω τον κόσμο από ένα μεγάλο κακό, παραδομένος στην αγάπη μου δεν το έκανα και τώρα έχει απλωθεί μια σκιά σε όλο τον κόσμο, που δυστυχώς κανείς δεν τη βλέπει. Το χτύπημά της όμως, αν και αόρατο, θα το νιώσουν πολλοί».
Ο ιερέας άρχισε να πιστεύει πως ο γέροντας γινόταν υπερβολικός αλλά προσπάθησε χωρίς αποτέλεσμα να κρύψει τη σκέψη του.
« Δείτε τον Αρχάγγελο», είπε καθώς σηκωνόταν από το κάθισμα, « δείτε τις λεπτομέρειες που ποτέ ίσως δεν θα είχατε προσέξει, δείτε πως κάτω από τα πόδια του, υπάρχουν μεγάλες κόκκινες κηλίδες, που θα μου πείτε ότι είναι αποτέλεσμα φθοράς του χρόνου. Όμως όχι, εσκεμμένα ο Σκορδίλης τις έβαλε εκεί, για να κρύψει μια ιστορία που φαίνεται πως και ο ίδιος με κάποιον τρόπο γνώριζε πολύ καλά. Το ξίφος του Αρχαγγέλου στρέφεται προς τα κάτω, δηλαδή προς τις κηλίδες, ενώ ο ζυγός στέκεται πολύ πιο ψηλά, στο αριστερό μέρος της εικόνας, εκεί που βρίσκονται οι περισσότερες κόκκινες κηλίδες και στέκεται ψηλά, από πάνω τους και αυτό δείχνει πως τις κρίνει, τις καταδικάζει. Ο μανδύας, πάλι, που φοράει ο Αρχάγγελος είναι ωχρός αλλά αυτό δεν ήταν το αρχικό του χρώμα. Ήταν λευκός και αυτό αποτελεί έναν άλλο συμβολισμό.»
Ο νεαρός ιερέας σηκώθηκε όρθιος, μη μπορώντας να αποφασίσει εάν απέναντί του είχε έναν άνθρωπο με ακέραια λογική ή με έναν εκφυλισμένο λόγω ηλικίας εγκέφαλο και άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, όμως ο γέροντας του έκανε νόημα να σωπάσει.
« Με λένε Αλέξανδρο και ήμουν γιατρός» είπε ο ηλικιωμένος κύριος. « Η ιατρική ήταν ο δικός μου θεός και η λογική ο προφήτης του θεού μου, όμως ήταν ένα μικρό αγόρι, ο ανηψιός μου ο Γιωργάκης, που μου κλόνισε κάθε πίστη και κάθε πεποίθηση. Αν σας διηγηθώ την ιστορία του, πάτερ, ποτέ πια δεν θα μπορέσετε να δείτε τον κόσμο με τα ίδια μάτια και κινδυνεύω να θεωρηθώ από εσάς φρενοβλαβής, αν και αυτό το τελευταίο ελάχιστα με ενδιαφέρει. Αν, λοιπόν, είστε έτοιμος να πάρετε αυτό το ρίσκο, τότε φορέστε το πετραχείλι σας και ανοίξτε την ψυχή σας. Γιατί αυτά που θα σας διηγηθώ είναι πολύ διαφορετικότερα από τη συμβατική λογική» είπε και ο νεαρός ιερέας φόρεσε το πετραχείλι του ανυπόμονα.
Ένα πραγματικά εξαιρετικό βιβλίο, από αυτά που μας έχει συνηθίσει ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος, σχετικά με έναν "γκουρού" της καταγραφής και μελέτης των Παράξενων Φαινομένων. Άσχετα με το αν δέχομαι ή όχι όλα τα φαινόμενα που έχει μελετήσει, πιστεύω ότι αποτελεί μια πολύ μεγάλη προσωπικότητα και έναν πραγματικά μεθοδικότατο ερευνητή.
Διαβάζοντας τις απαντήσεις σας, μου ήρθε στο νου μια διήγηση που παραθέτει ο κ. Παντελής Γιαννουλάκης σε ένα οδοιπορικό του στο Άγιο Όρος, όπου συζήτησε με ένα μοναχό που ισχυριζόταν ότι άκουγε τη μουσική των σφαιρών καθώς κινούνται στο στερέωμα και μου προκάλεσε συνειρμούς σχετικά με την άποψη των Πυθαγόρειων. "Αναμνήσεις" αυτής της αντίληψης διέκρινα αργότερα στον Τόλκιν, στο έργο του "Σιλμαρίλλιον", όπου διηγείται πως οι Άινουρ δημιούργησαν τον κόσμο μέσα από τη Μουσική που έπαιξαν πάνω σε θέματα που τους πρότεινε ο Ιλούβαταρ, αλλά θυμήθηκα επίσης και τους Πλανήτες, μουσικές συνθέσεις του Καρλ Ορφ.
Φυσικά, δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να παραβλέψω τις επιστημονικές επισημάνσεις του φίλου μου Quendi, αλλά πάνω σε κάτι που αναφέρθηκε, περί της "άστοχης" σύγκρισης των επιστημόνων με τους ιερείς, θα ήθελα να πω πως τουλάχιστον στην αρχαιότητα, οι δύο αυτές ιδιότητες δεν ήταν ασυμβίβαστες, δεδομένου ότι οι πρώτοι ιερείς ήταν επιστήμονες με τον τρόπο τους, που μελετούσαν τα άστρα.
Φυσικά, δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να παραβλέψω τις επιστημονικές επισημάνσεις του φίλου μου Quendi, αλλά πάνω σε κάτι που αναφέρθηκε, περί της "άστοχης" σύγκρισης των επιστημόνων με τους ιερείς, θα ήθελα να πω πως τουλάχιστον στην αρχαιότητα, οι δύο αυτές ιδιότητες δεν ήταν ασυμβίβαστες, δεδομένου ότι οι πρώτοι ιερείς ήταν επιστήμονες με τον τρόπο τους, που μελετούσαν τα άστρα.
"When most i wink, then do mine eyes best see,
for all the day they view things unrespected.
But then i look on thee
and light enlights my eyes directed"... Shakespeare
" Φύγε! η ψυχή μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη...
Ταράζει κι η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός νερά που με πηγαίνουν,
όπως είμαι ναυαγός, εκεί στο απόλυτο μηδέν, στην απεραντοσύνη..." Καρυωτάκης
Δυο δρόμοι αντίθετοι που καταλήγουν σε κοινό τέλος...
for all the day they view things unrespected.
But then i look on thee
and light enlights my eyes directed"... Shakespeare
" Φύγε! η ψυχή μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη...
Ταράζει κι η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός νερά που με πηγαίνουν,
όπως είμαι ναυαγός, εκεί στο απόλυτο μηδέν, στην απεραντοσύνη..." Καρυωτάκης
Δυο δρόμοι αντίθετοι που καταλήγουν σε κοινό τέλος...
Μια φρέσκια είδηση έρχεται από την πόλη που μένω. Σε πρόσφατες εργασίες για αναμόρφωση των χώρων του Δημαρχείου, οι εργάτες " έπεσαν" πάνω σε ένα αρχαίο "πηγάδι". Αναφέρουν ότι είναι πετρόκτιστο, μεγάλου βάθους, αλλά λόγω του πολύ πρόσφατου γεγονότος, η πληροφόρηση σταματά εδώ προς το παρόν.
Τις επόμενες ημέρες η αρχαιολογική υπηρεσία που έχει κληθεί θα κατέβει μέσα στο πηγάδι και θα εκδόσει δελτίο τύπου σχετικά με την εποχή στην οποία κατασκευάστηκε και τους σκοπούς που εξυπηρετούσε, αν και μερικοί συμπολίτες, με αφορμή την ανακάλυψη, ανασύρουν παλιές ιστορίες σχετικά με την ύπαρξη υπόγειων στοών που υπάρχουν κάτω από την πανάρχαια πόλη και τη συνδέουν με το κάστρο και τις Μυκήνες...είδομεν..
Τις επόμενες ημέρες η αρχαιολογική υπηρεσία που έχει κληθεί θα κατέβει μέσα στο πηγάδι και θα εκδόσει δελτίο τύπου σχετικά με την εποχή στην οποία κατασκευάστηκε και τους σκοπούς που εξυπηρετούσε, αν και μερικοί συμπολίτες, με αφορμή την ανακάλυψη, ανασύρουν παλιές ιστορίες σχετικά με την ύπαρξη υπόγειων στοών που υπάρχουν κάτω από την πανάρχαια πόλη και τη συνδέουν με το κάστρο και τις Μυκήνες...είδομεν..
Πολύ ενδιαφέρον αλλά εγώ είμαι αντίθετος σε όλες αυτές τις θεωρίες που θέλουν το γονιδίωμα να είναι υπεύθυνο για το κάθε τι, από τους φόβους και τις επιθυμίες μας, μέχρι την τάση μας για θρησκευτικότητα. Ναι, είμαστε τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ σε πολλά αλλά όχι και σε όλα.
Πολύ σωστά αυτά που γράφεις. Η θρομβοτική θρομβοπενική πορφύρα ή πορφυρία είναι μια σοβαρή διαταραχή του αίματος, η οποία δίνει μια εικόνα στον ασθενή που μοιάζει σε πάρα πολλά σημεία, όπως κι εσύ λες, με την κλασική εικόνα του Δράκουλα και των Βρυκολάκων γενικότερα. Θυμάμαι ότι αυτή η αναφορά έγινε σε ένα από τα πρώτα μου μαθήματα στο πανεπιστήμιο και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, γιατί δεν είχα σκεφτεί μέχρι τότε ότι η αποκρουστική όψη των Βρυκολάκων θα μπορούσε να κρύβει ένα ανθρώπινο δράμα,όπως αυτό μιας σοβαρής ασθένειας. Η καθηγήτρια είχε συνεχίσει το συλλογισμό της λέγοντας ότι οι αιμομιξίες ευνοούν την εμφάνιση τέτοιων καταστάσεων και επειδή συνηθιζόταν μεταξύ μελών βασιλικών και αριστοκρατικών οικογενειών, μπορούμε να εξηγήσουμε την παράδοση που θέλει το Δράκουλα να είναι ευγενής. Δεν ισχυρίζομαι ότι όλα αυτά αποτελούν τη μοναδική εξήγηση αλλά σίγουρα είναι μια λογικοφανής ερμηνεία.
Οι επόμενες ημέρες κύλησαν χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο. Μέρα με τη μέρα μάθαμε πώς να χρησιμοποιούμε τα πολύπλοκα όργανα και τους υπολογιστές και, όπως μας είχε ζητηθεί, τρεις φορές την ημέρα στέλναμε τις αναφορές μας, που περιλάμβαναν δεδομένα όπως υγρασία, καιρικές συνθήκες, στάθμη του χειμάρρου, την οποία ειδικοί αισθητήρες που είχαν τοποθετηθεί τη μετρούσαν και την έστελναν στους υπολογιστές μας και άλλα δεδομένα που δεν μπορώ να αποκαλύψω αν και δεν μου έκαναν και πολύ μεγάλη εντύπωση. Οι δικές μου απόρρητες αναφορές περιλάμβαναν κυρίως τη συμπεριφορά και τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των στρατιωτών, στις οποίες αναφορές έπρεπε να καταγράφω το οτιδήποτε μου τραβούσε την προσοχή, χωρίς να αξιολογώ αν ήταν σημαντικό ή ανάξιο λόγου. Αυτό ήταν δουλειά των ψυχιάτρων και ψυχολόγων του Στρατού.
Κατά τα άλλα είχα οργανώσει τις εργασίες με τέτοιο τρόπο που κατά τις πρωινές ώρες όλοι οι στρατιώτες ασχολούνταν με το επιστημονικό μέρος της αποστολής μας ενώ τις νυχτερινές ώρες υπήρχαν δύο τρίωρες σκοπιές στον Πύργο, οι οποίες γίνονταν από δυο στρατιώτες σε κάθε βάρδια. Δεν έκανα εφόδους, άλλωστε τα πάντα καταγράφονταν σε κάμερες και δεν είχε δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα. Όλα ήταν υπερβολικά ήσυχα σε εκείνη την ξεχασμένη από το Θεό γωνιά και ήμουν σίγουρος πως πολύ σύντομα θα αρχίζαμε να βαριόμαστε.
Οι στρατιώτες από την άλλη έδειχναν να το διασκεδάζουν καθώς δεν ζούσαν μια αυστηρά στρατιωτική ζωή, αφού ο καθένας ήταν επιφορτισμένος με έναν ρόλο που ανταποκρινόταν στην επιστημονική του κατάρτιση. Περισσότερο έμοιαζαν με εργαζόμενους πάνω σε κάποιο πρόγραμμα, έστω και αν δεν γνώριζαν τι ακριβώς περιλαμβάνει. Ο μόνος που ήταν απόμακρος και έδειχνε να ανησυχεί για κάτι, ήταν ο νεαρός “αποκρυφιστής” ο οποίος, μη έχοντας κάποια συγκεκριμένη επιστημονική κατάρτιση, ήταν κυρίως επιφορτισμένος με τις λίγες σκοπιές, ενώ τις υπόλοιπες ώρες καθόταν κυρίως μόνος του και είτε κοιτούσε το ποτάμι είτε διάβαζε κάτι περίεργα βιβλία που δεν είχα ξαναδεί. Ανάμεσά τους ξεχώρισα βιβλία της DionFortuneκαι της Έλενας Μπλαβάτσκι, ενώ είχε και κάποια άλλα που έμοιαζαν να είναι πολύ παλιά και είχαν σχήματα και σχέδια που δεν καταλάβαινα. Εκείνα όμως τα διάβαζε κυρίως απομονωμένος, τις ώρες που καθόταν μόνος του στην αυλή και έμοιαζε να κάνει κάτι σαν διαλογισμό. Προσπάθησα αρκετές φορές να τον προσεγγίσω αλλά ήταν απόμακρος αν και ευγενικός και ποτέ δεν δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα με τους υπόλοιπους στρατιώτες. Από τα λίγα που μου είπε κατάλαβα ότι ζούσε σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, ψηλά στα βουνά της Αργολίδας και πως είχε σπουδάσει γεωπονική, προκειμένου να ασχοληθεί με τα χωράφια του πατέρα του.
Έτσι λοιπόν κυλούσε ο χρόνος μας και τότε όλα έδειχναν πως οι μέρες θα περνούσαν και οι μήνες και σύντομα θα φεύγαμε όλοι μας από εκεί ψηλά, για να γυρίσουμε πίσω σε εκείνους που αγαπάμε. Πόσο ανώφελα αισιόδοξοι ήμασταν! Σύντομα θα καταλαβαίναμε πως υπάρχουν εφιάλτες από τους οποίους δεν είναι δυνατό να ξυπνήσει κανείς και πως ορισμένες Σκιές δεν κρύβονται στο φως της ημέρας. Θα παίρναμε μαζί μας εκείνο τον τρόμο που συναντήσαμε, όπου κι αν πηγαίναμε, ό,τι κι αν κάναμε και έμελλε ένα ποδόσφαιρο να είναι το πρελούδιο στον τρόμο…
Κατά τα άλλα είχα οργανώσει τις εργασίες με τέτοιο τρόπο που κατά τις πρωινές ώρες όλοι οι στρατιώτες ασχολούνταν με το επιστημονικό μέρος της αποστολής μας ενώ τις νυχτερινές ώρες υπήρχαν δύο τρίωρες σκοπιές στον Πύργο, οι οποίες γίνονταν από δυο στρατιώτες σε κάθε βάρδια. Δεν έκανα εφόδους, άλλωστε τα πάντα καταγράφονταν σε κάμερες και δεν είχε δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα. Όλα ήταν υπερβολικά ήσυχα σε εκείνη την ξεχασμένη από το Θεό γωνιά και ήμουν σίγουρος πως πολύ σύντομα θα αρχίζαμε να βαριόμαστε.
Οι στρατιώτες από την άλλη έδειχναν να το διασκεδάζουν καθώς δεν ζούσαν μια αυστηρά στρατιωτική ζωή, αφού ο καθένας ήταν επιφορτισμένος με έναν ρόλο που ανταποκρινόταν στην επιστημονική του κατάρτιση. Περισσότερο έμοιαζαν με εργαζόμενους πάνω σε κάποιο πρόγραμμα, έστω και αν δεν γνώριζαν τι ακριβώς περιλαμβάνει. Ο μόνος που ήταν απόμακρος και έδειχνε να ανησυχεί για κάτι, ήταν ο νεαρός “αποκρυφιστής” ο οποίος, μη έχοντας κάποια συγκεκριμένη επιστημονική κατάρτιση, ήταν κυρίως επιφορτισμένος με τις λίγες σκοπιές, ενώ τις υπόλοιπες ώρες καθόταν κυρίως μόνος του και είτε κοιτούσε το ποτάμι είτε διάβαζε κάτι περίεργα βιβλία που δεν είχα ξαναδεί. Ανάμεσά τους ξεχώρισα βιβλία της DionFortuneκαι της Έλενας Μπλαβάτσκι, ενώ είχε και κάποια άλλα που έμοιαζαν να είναι πολύ παλιά και είχαν σχήματα και σχέδια που δεν καταλάβαινα. Εκείνα όμως τα διάβαζε κυρίως απομονωμένος, τις ώρες που καθόταν μόνος του στην αυλή και έμοιαζε να κάνει κάτι σαν διαλογισμό. Προσπάθησα αρκετές φορές να τον προσεγγίσω αλλά ήταν απόμακρος αν και ευγενικός και ποτέ δεν δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα με τους υπόλοιπους στρατιώτες. Από τα λίγα που μου είπε κατάλαβα ότι ζούσε σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, ψηλά στα βουνά της Αργολίδας και πως είχε σπουδάσει γεωπονική, προκειμένου να ασχοληθεί με τα χωράφια του πατέρα του.
Έτσι λοιπόν κυλούσε ο χρόνος μας και τότε όλα έδειχναν πως οι μέρες θα περνούσαν και οι μήνες και σύντομα θα φεύγαμε όλοι μας από εκεί ψηλά, για να γυρίσουμε πίσω σε εκείνους που αγαπάμε. Πόσο ανώφελα αισιόδοξοι ήμασταν! Σύντομα θα καταλαβαίναμε πως υπάρχουν εφιάλτες από τους οποίους δεν είναι δυνατό να ξυπνήσει κανείς και πως ορισμένες Σκιές δεν κρύβονται στο φως της ημέρας. Θα παίρναμε μαζί μας εκείνο τον τρόμο που συναντήσαμε, όπου κι αν πηγαίναμε, ό,τι κι αν κάναμε και έμελλε ένα ποδόσφαιρο να είναι το πρελούδιο στον τρόμο…
Ένα μαύρο ελικόπτερο, χωρίς διακριτικά, έκανε την εμφάνισή του στον ουρανό και σε πολύ λίγα λεπτά, προσπερνώντας τις κορυφές των βουνών, ήρθε και προσγειώθηκε στην αυλή του φυλακίου. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας, μόλις η πόρτα του άνοιξε, κατέβηκε ένας πολύ γνωστός και ιδιαίτερα υψηλόβαθμος αξιωματικός. Οι στρατιώτες, αιφνιδιασμένοι, στάθηκαν προσοχή και χαιρέτησαν, ενώ εκείνος, με μια κίνηση του χεριού του, τους έκανε νόημα να συνεχίσουν τις δουλειές τους.
Μαζί με εμένα επιθεώρησε το φυλάκιο όπως το είχαμε ετοιμάσει και μου έκανε διάφορες ερωτήσεις σχετικά με το ταξίδι μας. Στη συνέχεια, απομονωθήκαμε στο γραφείο μου κι εκεί μου μίλησε περισσότερο ανοιχτά αλλά διατηρώντας και πάλι το μυστήριο, από το οποίο θα υπήρχε αρκετό τις ημέρες που θα ακολουθούσαν. Μου είπε ότι η αποστολή μας ήταν η παρεμπόδιση των λαθρομεταναστών να εισέλθουν στη χώρα μας αλλά ταυτόχρονα είχαμε και άλλη μια αποστολή, την οποία χαρακτήρισε ως άκρως απόρρητη. Δεν μου ξεκαθάρισε ποια ήταν η φύση της, μου είπε μόνο ότι θα έπρεπε να συλλέγουμε μια σειρά από επιστημονικά στοιχεία και να τα στέλνουμε σε μια ειδική υπηρεσία του Στρατού, που είχε σχηματιστεί ειδικά για αυτό το λόγο και λογοδοτούσε μόνο σε εκείνον. Τα στοιχεία αυτά υπήρχαν σε έτοιμες φόρμες μέσα στο λογισμικό των υπολογιστών μας και για αυτό το λόγο θα έπρεπε να του στέλνω αναφορές τρεις φορές την ημέρα, καθώς και όποτε έκρινα εγώ ότι έπρεπε να το κάνω. Μαζί με αυτά θα έπρεπε επίσης να στέλνω και αναφορά των πεπραγμένων για θέματα που δεν αφορούσαν στην αποστολή.
Στο έργο μου θα με βοηθούσαν οι στρατιώτες, οι οποίοι είχαν επιλεγεί με βάση την επιστημονική τους κατάρτιση, μιας και το πρόγραμμα δεν ήθελε να αξιοποιήσει ειδικευμένους αξιωματικούς, για λόγους που δεν μου ξεκαθάρισε. Μου έδωσε όμως και μερικές εντολές, τις οποίες έπρεπε ασυζητητί να εκτελώ ακόμα και αν δεν καταλάβαινα το σκοπό τους. Μέσα σε αυτές ήταν η καθημερινή παρατήρηση του χειμάρρου, η τοποθέτηση δύο σκοπών στον πύργο μόνο κατά τις νυχτερινές ώρες, η απαγόρευση εξόδου και εργασιών στην αυλή και γενικά στους ανοιχτούς χώρους του φυλακίου από το σούρουπο και μέχρι το λυκαυγές. Θα έπρεπε επίσης να υπάρχει ρεύμα στα ηλεκτροφόρα καλώδια κατά τις νυχτερινές ώρες και όποτε έλειπα εγώ προσωπικά από το φυλάκιο και σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε εγώ ή οι στρατιώτες να απομακρυνθούμε από το φυλάκιο, εκτός από τις περιπτώσεις που θα γινόταν Κίνηση προς το χωριό αν και κάτι τέτοιο προβλεπόταν να είναι σπάνιο, μιας και το φυλάκιο ήταν επαρκώς εφοδιασμένο για μερικούς μήνες.
Η συζήτησή μας κράτησε περίπου μία ώρα, την περισσότερη από την οποία μιλούσε εκείνος. Δεν απάντησε σε καμία από τις απορίες μου, οπότε σταμάτησα να του θέτω ερωτήματα. Φεύγοντας, μου είπε ότι κατά τις νυχτερινές ώρες επίσης, τα εξωτερικά φώτα του φυλακίου θα έπρεπε να είναι σβηστά, εκτός και αν χρειαζόταν για κάποιο λόγο να φωτίσουμε κάποιο σημείο με τους προβολείς του πύργου.
Βγήκε έξω, χαιρέτησε τους στρατιώτες κι εμένα δια χειραψίας και μπήκε στο μαύρο, χωρίς διακριτικά ελικόπτερο και σε δυο λεπτά τον χάσαμε από τα μάτια μας. Αυτή ήταν και η μοναδική επίσκεψη που θα είχαμε για αρκετό καιρό, μέχρι το βράδυ εκείνο που άλλαξαν όλα.
Μαζί με εμένα επιθεώρησε το φυλάκιο όπως το είχαμε ετοιμάσει και μου έκανε διάφορες ερωτήσεις σχετικά με το ταξίδι μας. Στη συνέχεια, απομονωθήκαμε στο γραφείο μου κι εκεί μου μίλησε περισσότερο ανοιχτά αλλά διατηρώντας και πάλι το μυστήριο, από το οποίο θα υπήρχε αρκετό τις ημέρες που θα ακολουθούσαν. Μου είπε ότι η αποστολή μας ήταν η παρεμπόδιση των λαθρομεταναστών να εισέλθουν στη χώρα μας αλλά ταυτόχρονα είχαμε και άλλη μια αποστολή, την οποία χαρακτήρισε ως άκρως απόρρητη. Δεν μου ξεκαθάρισε ποια ήταν η φύση της, μου είπε μόνο ότι θα έπρεπε να συλλέγουμε μια σειρά από επιστημονικά στοιχεία και να τα στέλνουμε σε μια ειδική υπηρεσία του Στρατού, που είχε σχηματιστεί ειδικά για αυτό το λόγο και λογοδοτούσε μόνο σε εκείνον. Τα στοιχεία αυτά υπήρχαν σε έτοιμες φόρμες μέσα στο λογισμικό των υπολογιστών μας και για αυτό το λόγο θα έπρεπε να του στέλνω αναφορές τρεις φορές την ημέρα, καθώς και όποτε έκρινα εγώ ότι έπρεπε να το κάνω. Μαζί με αυτά θα έπρεπε επίσης να στέλνω και αναφορά των πεπραγμένων για θέματα που δεν αφορούσαν στην αποστολή.
Στο έργο μου θα με βοηθούσαν οι στρατιώτες, οι οποίοι είχαν επιλεγεί με βάση την επιστημονική τους κατάρτιση, μιας και το πρόγραμμα δεν ήθελε να αξιοποιήσει ειδικευμένους αξιωματικούς, για λόγους που δεν μου ξεκαθάρισε. Μου έδωσε όμως και μερικές εντολές, τις οποίες έπρεπε ασυζητητί να εκτελώ ακόμα και αν δεν καταλάβαινα το σκοπό τους. Μέσα σε αυτές ήταν η καθημερινή παρατήρηση του χειμάρρου, η τοποθέτηση δύο σκοπών στον πύργο μόνο κατά τις νυχτερινές ώρες, η απαγόρευση εξόδου και εργασιών στην αυλή και γενικά στους ανοιχτούς χώρους του φυλακίου από το σούρουπο και μέχρι το λυκαυγές. Θα έπρεπε επίσης να υπάρχει ρεύμα στα ηλεκτροφόρα καλώδια κατά τις νυχτερινές ώρες και όποτε έλειπα εγώ προσωπικά από το φυλάκιο και σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε εγώ ή οι στρατιώτες να απομακρυνθούμε από το φυλάκιο, εκτός από τις περιπτώσεις που θα γινόταν Κίνηση προς το χωριό αν και κάτι τέτοιο προβλεπόταν να είναι σπάνιο, μιας και το φυλάκιο ήταν επαρκώς εφοδιασμένο για μερικούς μήνες.
Η συζήτησή μας κράτησε περίπου μία ώρα, την περισσότερη από την οποία μιλούσε εκείνος. Δεν απάντησε σε καμία από τις απορίες μου, οπότε σταμάτησα να του θέτω ερωτήματα. Φεύγοντας, μου είπε ότι κατά τις νυχτερινές ώρες επίσης, τα εξωτερικά φώτα του φυλακίου θα έπρεπε να είναι σβηστά, εκτός και αν χρειαζόταν για κάποιο λόγο να φωτίσουμε κάποιο σημείο με τους προβολείς του πύργου.
Βγήκε έξω, χαιρέτησε τους στρατιώτες κι εμένα δια χειραψίας και μπήκε στο μαύρο, χωρίς διακριτικά ελικόπτερο και σε δυο λεπτά τον χάσαμε από τα μάτια μας. Αυτή ήταν και η μοναδική επίσκεψη που θα είχαμε για αρκετό καιρό, μέχρι το βράδυ εκείνο που άλλαξαν όλα.
Πρώτα από όλα, με έκπληξη είδαμε πάνω στο συρματοπλεγμένο φράχτη ότι υπήρχαν ταμπέλες προειδοποίησης πως ήταν ηλεκτροφόρος. Τέτοιοι φράχτες δεν συνηθίζονται βάση καταστατικού. Επίσης, ο όρχος που σταθμεύσαμε τα οχήματα μπροστά του, λειτουργούσε με ηλεκτρονικό κλείδωμα, ώστε τα οχήματα να μη μένουν εκτεθειμένα. Για αυτά δεν μας είχαν ενημερώσει.
Έπειτα, όλο το κτίριο δεν είχε παράθυρα παρά μόνο από μια μικρή χαραμάδα σε κάθε του όροφο, από την οποία ίσα που θα μπορούσε να κοιτάξει ένας άνθρωπος. Η κεντρική του είσοδος άνοιγε και έκλεινε με ηλεκτρονικό μηχανισμό, τον κωδικό του οποίου μου είχαν δώσει σε σφραγισμένο φάκελο. Πάτησα τους κωδικούς και η βαριά κεντρική πόρτα του φυλακίου άνοιξε, συρόμενη στον εξωτερικό τοίχο, για να μας αποκαλύψει το εσωτερικό του φυλακίου που κυριολεκτικά μας άφησε άφωνους.
Γιατί μέσα τα πάντα αποτελούσαν την τελευταία λέξη της υψηλής τεχνολογίας και ανάμεσά τους υπήρχαν πολλά εξειδικευμένα μηχανήματα που οι στρατιώτες μου, αναλόγως της ειδίκευσης στη συγκεκριμένη επιστήμη του καθενός, τα αναγνώρισαν και τα θαύμασαν. Στον προθάλαμο υπήρχαν μηχανήματα ελέγχου της θερμοκρασίας, της υγρασίας και μια συσκευή που με τηλεόραση παρακολουθούσε ολόκληρο το προαύλιο. Στο επόμενο δωμάτιο ήταν ο θάλαμος των οπλιτών, ευρύχωρος και άνετος αλλά χωρίς παράθυρα. Δεξιά του ήταν η κουζίνα, αριστερά τα λουτρά και ευθεία, ανοίγοντας μια συρόμενη πόρτα επίσης, ήταν το προσωπικό μου γραφείο και δωμάτιο. Από μια καταπακτή που υπήρχε στη γωνία του θαλάμου των οπλιτών, κατέβηκα στο υπόγειο, το οποίο ήταν χωρισμένο σε δυο διαμερίσματα. Στο ένα ήταν ένα πλήρως εξοπλισμένο ιατρείο – εργαστήριο και στο άλλο υπήρχαν επίσης αρκετά γραφεία με ακόμα πιο πολύπλοκα μηχανήματα και υπολογιστές, που δεν μου επιτρέπεται να περιγράψω. Εκεί βρισκόταν επίσης και μια σήραγγα που οδηγούσε υπογείως στο παρατηρητήριο της αυλής, καθώς και το κέντρο ελέγχου που λάμβανε εικόνα από τις κάμερες του χώρου.
Τα πάντα ήταν ιδιαίτερα φροντισμένα, οι φοριαμοί των στρατιωτών ήταν γεμάτοι με ρούχα αλλά και αλεξίσφαιρα γιλέκα, υπήρχαν όπλα που δεν χρησιμοποιούνται από στρατιώτες κανονικά. Η κουζίνα είχε τρόφιμα που χοντρικά θα μας έφταναν για μερικούς μήνες χωρίς να ανεφοδιαστούμε, καθώς τα πάντα ήταν κατεψυγμένα, ακόμα και το ψωμί. Όλα είχαν μελετηθεί προσεκτικά και τα πάντα είχαν ληφθεί υπόψη με ιδιαίτερη σημασία στις λεπτομέρειες.
Όμως όλα αυτά δεν ήταν φυσιολογικά. Δεν έχω υπόψη μου κανένα φυλάκιο στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό που να μοιάζει με εκείνο που ζήσαμε τις εφιαλτικότερες στιγμές της ζωής μας. Περισσότερο έμοιαζε σαν επιστημονικό εργαστήριο, όμοιο με εκείνα που βλέπουμε στον κινηματογράφο, παρά με συνοριακό σταθμό ελέγχου των λαθρομεταναστών. Η ατμόσφαιρά του, με την έλλειψη παραθύρων και παρά τον άψογο εξαερισμό, ήταν κλειστοφοβική και ο όλος σχεδιασμός του με έκανε να νομίζω ότι είχε γίνει προκειμένου να κρατήσει έξω από το φυλάκιο κάποιον απροσδιόριστο αλλά μεγάλο κίνδυνο.
Βγαίνοντας έξω για να συντονίσω τη μεταφορά ορισμένων εφοδίων από τους στρατιώτες, κοίταξα καλά το τοπίο γύρω μου. Το φυλάκιο βρισκόταν στη δεξιά όχθη του χειμάρρου, ζωσμένο από ηλεκτροφόρα σύρματα. Δίπλα, σε ένα βάθος περίπου δέκα ή και παραπάνω μέτρων, έτρεχε ο χείμαρρος μέσα σε ένα φαράγγι που είχε δημιουργήσει η ροή του στο πέρασμα των αιώνων, ενώ στην κορυφή του βουνού, είδα εγκατεστημένες κεραίες, οι οποίες προφανώς εξυπηρετούσαν τις επικοινωνιακές μας ανάγκες. Διαπίστωσα τότε πως ο Πρόεδρος του χωριού, είχε δίκιο όταν έλεγε πως το Φυλάκιο δεν προστάτευε από λαθρομετανάστες. Τα βουνά ήταν ουσιαστικά πέτρινοι όγκοι αδιάβατοι και το μόνο πέρασμα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ήταν διαμέσου του χειμάρρου. Ωστόσο η ορμητικότητά του και το γεγονός ότι μέσα του υπήρχαν μυτερά κι επικίνδυνα βράχια, καθιστούσε και εκείνο το πιθανό πέρασμα αδιάβατο. Έπειτα, η υπερσύγχρονη και πανάκριβη τεχνολογία του, δεν δικαιολογούσε τη συνοριοφύλαξη. Προφανώς άλλος ήταν ο σκοπός της κατασκευής του, ο οποίος είχε κρατηθεί κρυφός ακόμη κι από εμένα, που είχα την ευθύνη των στρατιωτών, σε εκείνο το καταραμένο μέρος του κόσμου.
Όσο καθόμουν αμίλητος και προσπαθούσα, συγκρίνοντας τα όσα μου είπε ο Πρόεδρος με όσα είδαν τα μάτια μου και διάβασα και στο επιχειρησιακό σχέδιο, οι στρατιώτες τελείωσαν τις δουλειές και το φυλάκιο ξεκίνησε τη λειτουργία του μόλις οι ηλεκτρικές γεννήτριες ενεργοποιήθηκαν. Τότε, ένα βουητό μας έκανε να σηκώσουμε όλοι τα μάτια μας ψηλά.
Έπειτα, όλο το κτίριο δεν είχε παράθυρα παρά μόνο από μια μικρή χαραμάδα σε κάθε του όροφο, από την οποία ίσα που θα μπορούσε να κοιτάξει ένας άνθρωπος. Η κεντρική του είσοδος άνοιγε και έκλεινε με ηλεκτρονικό μηχανισμό, τον κωδικό του οποίου μου είχαν δώσει σε σφραγισμένο φάκελο. Πάτησα τους κωδικούς και η βαριά κεντρική πόρτα του φυλακίου άνοιξε, συρόμενη στον εξωτερικό τοίχο, για να μας αποκαλύψει το εσωτερικό του φυλακίου που κυριολεκτικά μας άφησε άφωνους.
Γιατί μέσα τα πάντα αποτελούσαν την τελευταία λέξη της υψηλής τεχνολογίας και ανάμεσά τους υπήρχαν πολλά εξειδικευμένα μηχανήματα που οι στρατιώτες μου, αναλόγως της ειδίκευσης στη συγκεκριμένη επιστήμη του καθενός, τα αναγνώρισαν και τα θαύμασαν. Στον προθάλαμο υπήρχαν μηχανήματα ελέγχου της θερμοκρασίας, της υγρασίας και μια συσκευή που με τηλεόραση παρακολουθούσε ολόκληρο το προαύλιο. Στο επόμενο δωμάτιο ήταν ο θάλαμος των οπλιτών, ευρύχωρος και άνετος αλλά χωρίς παράθυρα. Δεξιά του ήταν η κουζίνα, αριστερά τα λουτρά και ευθεία, ανοίγοντας μια συρόμενη πόρτα επίσης, ήταν το προσωπικό μου γραφείο και δωμάτιο. Από μια καταπακτή που υπήρχε στη γωνία του θαλάμου των οπλιτών, κατέβηκα στο υπόγειο, το οποίο ήταν χωρισμένο σε δυο διαμερίσματα. Στο ένα ήταν ένα πλήρως εξοπλισμένο ιατρείο – εργαστήριο και στο άλλο υπήρχαν επίσης αρκετά γραφεία με ακόμα πιο πολύπλοκα μηχανήματα και υπολογιστές, που δεν μου επιτρέπεται να περιγράψω. Εκεί βρισκόταν επίσης και μια σήραγγα που οδηγούσε υπογείως στο παρατηρητήριο της αυλής, καθώς και το κέντρο ελέγχου που λάμβανε εικόνα από τις κάμερες του χώρου.
Τα πάντα ήταν ιδιαίτερα φροντισμένα, οι φοριαμοί των στρατιωτών ήταν γεμάτοι με ρούχα αλλά και αλεξίσφαιρα γιλέκα, υπήρχαν όπλα που δεν χρησιμοποιούνται από στρατιώτες κανονικά. Η κουζίνα είχε τρόφιμα που χοντρικά θα μας έφταναν για μερικούς μήνες χωρίς να ανεφοδιαστούμε, καθώς τα πάντα ήταν κατεψυγμένα, ακόμα και το ψωμί. Όλα είχαν μελετηθεί προσεκτικά και τα πάντα είχαν ληφθεί υπόψη με ιδιαίτερη σημασία στις λεπτομέρειες.
Όμως όλα αυτά δεν ήταν φυσιολογικά. Δεν έχω υπόψη μου κανένα φυλάκιο στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό που να μοιάζει με εκείνο που ζήσαμε τις εφιαλτικότερες στιγμές της ζωής μας. Περισσότερο έμοιαζε σαν επιστημονικό εργαστήριο, όμοιο με εκείνα που βλέπουμε στον κινηματογράφο, παρά με συνοριακό σταθμό ελέγχου των λαθρομεταναστών. Η ατμόσφαιρά του, με την έλλειψη παραθύρων και παρά τον άψογο εξαερισμό, ήταν κλειστοφοβική και ο όλος σχεδιασμός του με έκανε να νομίζω ότι είχε γίνει προκειμένου να κρατήσει έξω από το φυλάκιο κάποιον απροσδιόριστο αλλά μεγάλο κίνδυνο.
Βγαίνοντας έξω για να συντονίσω τη μεταφορά ορισμένων εφοδίων από τους στρατιώτες, κοίταξα καλά το τοπίο γύρω μου. Το φυλάκιο βρισκόταν στη δεξιά όχθη του χειμάρρου, ζωσμένο από ηλεκτροφόρα σύρματα. Δίπλα, σε ένα βάθος περίπου δέκα ή και παραπάνω μέτρων, έτρεχε ο χείμαρρος μέσα σε ένα φαράγγι που είχε δημιουργήσει η ροή του στο πέρασμα των αιώνων, ενώ στην κορυφή του βουνού, είδα εγκατεστημένες κεραίες, οι οποίες προφανώς εξυπηρετούσαν τις επικοινωνιακές μας ανάγκες. Διαπίστωσα τότε πως ο Πρόεδρος του χωριού, είχε δίκιο όταν έλεγε πως το Φυλάκιο δεν προστάτευε από λαθρομετανάστες. Τα βουνά ήταν ουσιαστικά πέτρινοι όγκοι αδιάβατοι και το μόνο πέρασμα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ήταν διαμέσου του χειμάρρου. Ωστόσο η ορμητικότητά του και το γεγονός ότι μέσα του υπήρχαν μυτερά κι επικίνδυνα βράχια, καθιστούσε και εκείνο το πιθανό πέρασμα αδιάβατο. Έπειτα, η υπερσύγχρονη και πανάκριβη τεχνολογία του, δεν δικαιολογούσε τη συνοριοφύλαξη. Προφανώς άλλος ήταν ο σκοπός της κατασκευής του, ο οποίος είχε κρατηθεί κρυφός ακόμη κι από εμένα, που είχα την ευθύνη των στρατιωτών, σε εκείνο το καταραμένο μέρος του κόσμου.
Όσο καθόμουν αμίλητος και προσπαθούσα, συγκρίνοντας τα όσα μου είπε ο Πρόεδρος με όσα είδαν τα μάτια μου και διάβασα και στο επιχειρησιακό σχέδιο, οι στρατιώτες τελείωσαν τις δουλειές και το φυλάκιο ξεκίνησε τη λειτουργία του μόλις οι ηλεκτρικές γεννήτριες ενεργοποιήθηκαν. Τότε, ένα βουητό μας έκανε να σηκώσουμε όλοι τα μάτια μας ψηλά.
Η αναχώρησή μας την επόμενη ημέρα έγινε σε ακόμη πιο βαρύ κλίμα, καθώς είχαν μαζευτεί οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού και με αυστηρά και σοβαρά πρόσωπα μας παρακολουθούσαν να κάνουμε τις τελευταίες ετοιμασίες. Ευχαρίστησα τον Πρόεδρο για τη φιλοξενία κι εκείνος που έσφιξε το χέρι σχεδόν με συγκίνηση. Έδωσα εντολή στους στρατιώτες να ανέβουν στα οχήματα, όμως εκείνη τη στιγμή μια γυναίκα πέρασε μέσα από το πλήθος που με σεβασμό της άνοιξε δρόμο. Ήρθε μπροστά μου, με κοίταξε και άπλωσε το χέρι της δίνοντάς μου ένα μικρό βάζο και έναν φάκελο. “Όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει, θα δεις ότι δεν είναι ένα απλό αλάτι αυτό στο βάζο. Να τα έχεις πάντα μαζί” μου είπε με σοβαρή φωνή και ήταν τέτοιο το ύφος της που με έπεισε και τα έβαλα στη μέσα τσέπη της στολής μου και τα φύλαξα εκεί για καιρό.
Ξεκινήσαμε και οι σοβαρές φιγούρες μας κοίταζαν αμίλητες, μέχρι που αφήσαμε πίσω μας το χωριό και διασχίσαμε το βορεινό τμήμα του οροπεδίου. Μετά από μια διαδρομή περίπου είκοσι χιλιομέτρων μέσα σε μικρές λίμνες, που είχαν προφανώς σχηματιστεί από τις έντονες βροχοπτώσεις, μιας και δεν είδαμε κανένα ποτάμι, πήραμε τον ανηφορικό δρόμο που φιδογύριζε στα βουνά εκείνα που δεν είχαν όνομα. Λίγο αργότερα, όταν πια κάθε θέα του χωριού και του οροπεδίου είχε χαθεί από τα μάτια μας, βρεθήκαμε να ανηφορίζουμε το χωματόδρομο που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά από ένα βαθύ φαράγγι, στο βάθος του οποίου κυλούσε ένας χείμαρρος. Τα χιόνια είχαν φτάσει ως χαμηλά αλλά δεν έκλειναν το δρόμο. Βλέπαμε όμως σε μεγάλο ύψος τις κορυφές των κατάφυτων βουνών να είναι σκεπασμένες με λευκό πέπλο και σύντομα άρχισε να κάνει ανυπόφορο κρύο. Ο χείμαρρος τώρα κυλούσε ανάμεσα σε μεγάλα κομμάτια πάγου και χιονιού και η βουή του ήταν ο μόνος θόρυβος εκτός από τις μηχανές των οχημάτων μας. Τα δυο βουνά είχαν πλησιάσει πολύ και το φαράγγι είχε βαθύνει. Ο δρόμος μας ήταν μια λεπτή ταινία ανάμεσα στο τίποτα και η ατμόσφαιρα, παρά την υπέροχη εξοχή, σύντομα έγινε κλειστοφοβική και επηρέασε τη διάθεσή μας.
Κοίταξα το κινητό μου. Δεν υπήρχε καθόλου σήμα. Πάντοτε με φόβιζε να είμαι σε μέρος που δεν πιάνει το κινητό αλλά σκέφτηκα πως από το φυλάκιο θα είχαμε τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και αυτή η σκέψη αποδείχτηκε αρκετά παρήγορη. Μισή ώρα αργότερα τα βουνά απομακρύνθηκαν κάπως και οι όχθες του χειμάρρου μεγάλωσαν. Και ήταν τότε που στη δεξιά πλευρά του βουνού, σε ένα ύψωμα δίπλα από τον χείμαρρο, είδαμε ένα κτίριο να φαίνεται σαν φωλιά επάνω στον κάθετο βράχο. Ήταν το φυλάκιο που θα περνούσαμε τους επόμενους μήνες, χαμένο μέσα στο πουθενά, το μοναδικό δείγμα πολιτισμού στο βασίλειο της μοναξιάς.
Ήταν ένα μεγάλο κτίριο δύο ορόφων, με συρματόπλεγμα περιμετρικά του και στην πλευρά του χειμάρρου υπήρχε ένα ψηλό, γύρω στα δέκα μέτρα παρατηρητήριο χωρίς πόρτα, το οποίο προφανώς ήταν η σκοπιά για την οποία είχαν μιλήσει με τους ανωτέρους. Κατέβηκα και άνοιξα τη σιδερένια πόρτα με τα κλειδιά που μου είχαν δοθεί. Τα οχήματα μπήκαν μέσα και άραξαν, ενώ οι στρατιώτες κατέβηκαν ένας ένας και όλοι μαζί παρατηρήσαμε το φυλάκιο με περισσότερη προσοχή.
Ξεκινήσαμε και οι σοβαρές φιγούρες μας κοίταζαν αμίλητες, μέχρι που αφήσαμε πίσω μας το χωριό και διασχίσαμε το βορεινό τμήμα του οροπεδίου. Μετά από μια διαδρομή περίπου είκοσι χιλιομέτρων μέσα σε μικρές λίμνες, που είχαν προφανώς σχηματιστεί από τις έντονες βροχοπτώσεις, μιας και δεν είδαμε κανένα ποτάμι, πήραμε τον ανηφορικό δρόμο που φιδογύριζε στα βουνά εκείνα που δεν είχαν όνομα. Λίγο αργότερα, όταν πια κάθε θέα του χωριού και του οροπεδίου είχε χαθεί από τα μάτια μας, βρεθήκαμε να ανηφορίζουμε το χωματόδρομο που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά από ένα βαθύ φαράγγι, στο βάθος του οποίου κυλούσε ένας χείμαρρος. Τα χιόνια είχαν φτάσει ως χαμηλά αλλά δεν έκλειναν το δρόμο. Βλέπαμε όμως σε μεγάλο ύψος τις κορυφές των κατάφυτων βουνών να είναι σκεπασμένες με λευκό πέπλο και σύντομα άρχισε να κάνει ανυπόφορο κρύο. Ο χείμαρρος τώρα κυλούσε ανάμεσα σε μεγάλα κομμάτια πάγου και χιονιού και η βουή του ήταν ο μόνος θόρυβος εκτός από τις μηχανές των οχημάτων μας. Τα δυο βουνά είχαν πλησιάσει πολύ και το φαράγγι είχε βαθύνει. Ο δρόμος μας ήταν μια λεπτή ταινία ανάμεσα στο τίποτα και η ατμόσφαιρα, παρά την υπέροχη εξοχή, σύντομα έγινε κλειστοφοβική και επηρέασε τη διάθεσή μας.
Κοίταξα το κινητό μου. Δεν υπήρχε καθόλου σήμα. Πάντοτε με φόβιζε να είμαι σε μέρος που δεν πιάνει το κινητό αλλά σκέφτηκα πως από το φυλάκιο θα είχαμε τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και αυτή η σκέψη αποδείχτηκε αρκετά παρήγορη. Μισή ώρα αργότερα τα βουνά απομακρύνθηκαν κάπως και οι όχθες του χειμάρρου μεγάλωσαν. Και ήταν τότε που στη δεξιά πλευρά του βουνού, σε ένα ύψωμα δίπλα από τον χείμαρρο, είδαμε ένα κτίριο να φαίνεται σαν φωλιά επάνω στον κάθετο βράχο. Ήταν το φυλάκιο που θα περνούσαμε τους επόμενους μήνες, χαμένο μέσα στο πουθενά, το μοναδικό δείγμα πολιτισμού στο βασίλειο της μοναξιάς.
Ήταν ένα μεγάλο κτίριο δύο ορόφων, με συρματόπλεγμα περιμετρικά του και στην πλευρά του χειμάρρου υπήρχε ένα ψηλό, γύρω στα δέκα μέτρα παρατηρητήριο χωρίς πόρτα, το οποίο προφανώς ήταν η σκοπιά για την οποία είχαν μιλήσει με τους ανωτέρους. Κατέβηκα και άνοιξα τη σιδερένια πόρτα με τα κλειδιά που μου είχαν δοθεί. Τα οχήματα μπήκαν μέσα και άραξαν, ενώ οι στρατιώτες κατέβηκαν ένας ένας και όλοι μαζί παρατηρήσαμε το φυλάκιο με περισσότερη προσοχή.