H απαγόρευση της αγάπης
λίγοι άνθρωποι θα μπορούσαν να παινευτούν πως στα τριάντα τους μόλις χρόνια ήταν περισσότερο επιτυχημένοι από τον αχιλλέα, το νεώτερο καθηγητή γενετικής μηχανικής στο πανεπιστήμιο "άγιος ανδρέας" της πάτρας. η εξέλιξή του υπήρξε ταχύτατη, από τότε που νεαρός φοιτητής πέρασε για πρώτη φορά τις πύλες του ιδρύματος, αγχωμένος αλλά με έναν υπέρμετρο ενθουσιασμό. τελείωσε το βιολογικό πρώτος, πήρε υποτροφία για μεταπτυχιακό στα 22 του χρόνια και στη συνέχεια έκανε το διδακτορικό του στην αμερική, όπου παρουσίασε τη διατριβή του με τίτλο " οι εφαρμογές της γενετικής μηχανικής στη θεραπεία των ψυχολογικών και ψυχιατρικών συνδρόμων". μια εργασία που χαρακτηρίστηκε ως πρωτοποριακή, γεμάτη από τολμηρές ιδέες και κέρδισε το θαυμασμό αναγνωρισμένων γενετιστών στη νέα ήπειρο. και επειδή έτσι γίνεται συνήθως στα προοδευμένα κράτη, μετά από αυτή την πορεία ακολούθησαν προτάσεις για συνεργασία με ξένα πανεπιστημιακά ιδρύματα, προτάσεις δελεαστικές τόσο σε ότι αφορούσε την καριέρα του, όσο και στο οικονομικό μέρος. κανείς δεν θα τις απέρριπτε ελαφρά τη καρδία, κανείς, εκτός από τον αχιλλέα, που προτίμησε την πρόταση του πανεπιστημίου που τον είχε ανδρώσει επιστημονικά. έτσι, γύρισε στην πάτρα, με χαμηλότερο μισθό από όσο του πρότειναν στην αμερική, αλλά με τον τίτλο του επίκουρου καθηγητή.
ως καθηγητής ήταν αρκετά επιτυχημένος, αφού χαρακτηριζόταν από πάθος για την επιστήμη του και τη μετάδοσή της στους φοιτητές, που τον λάτρευαν επειδή δεν ήταν αυστηρός στη βαθμολογία που τους έδινε. ήταν όμως και εξαιρετικά απόμακρος, απρόσιτος, απλησίαστος και κανείς δεν ήξερε ότι η συμπεριφορά του αυτή ήταν μια άμυνα απέναντι στις ευαισθησίες του που δεν τις είχε ποτέ αποδεχτεί μέσα του. και όμως, βοήθησε πολύ κόσμο φανερά και κρυφά, με κάθε δυνατό τρόπο, για αυτό όλοι τον θεωρούσαν ως ένα καλό άνθρωπο, ακόμα και όταν η πορεία του πήρε αργότερα άλλους, περισσότερο σκοτεινούς δρόμους.
ως καθηγητής ήταν αρκετά επιτυχημένος, αφού χαρακτηριζόταν από πάθος για την επιστήμη του και τη μετάδοσή της στους φοιτητές, που τον λάτρευαν επειδή δεν ήταν αυστηρός στη βαθμολογία που τους έδινε. ήταν όμως και εξαιρετικά απόμακρος, απρόσιτος, απλησίαστος και κανείς δεν ήξερε ότι η συμπεριφορά του αυτή ήταν μια άμυνα απέναντι στις ευαισθησίες του που δεν τις είχε ποτέ αποδεχτεί μέσα του. και όμως, βοήθησε πολύ κόσμο φανερά και κρυφά, με κάθε δυνατό τρόπο, για αυτό όλοι τον θεωρούσαν ως ένα καλό άνθρωπο, ακόμα και όταν η πορεία του πήρε αργότερα άλλους, περισσότερο σκοτεινούς δρόμους.
ο αχιλλέας, όμως, δεν ήταν ευτυχισμένος με τη ζωή που ζούσε. φυσικά έκανε αυτό που τον ευχαριστούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, όμως κάτι του έλειπε, κάτι που ποτέ δεν ομολόγησε σε κανέναν, εκτός από τον άμεσα ενδιαφερόμενο, αλλά και πάλι η αποκάλυψη αυτή δεν στάθηκε δυνατό να αλλάξει τη ζωή του προς το καλύτερο.
έτσι, περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του στο πανεπιστήμιο, διδάσκοντας και πειραματιζόμενος πάνω σε ένα σχέδιο που τον είχε απορροφήσει εντελώς τον τελευταίο καιρό. προσπαθούσε, από τα χρόνια του διδακτορικού του, να βρει τις βιολογικές βάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και, κυρίως, των αποκλίσεών της. φυσικά, πολλοί ερευνητές της σημερινής εποχής αλλά και άλλων παλιότερων, είχαν μελετήσει το θέμα αυτό και είχαν δώσει πολλές απαντήσεις, αλλά δεν ικανοποιούσαν τον αχιλλέα, κυρίως γιατί, πέρα από το βιλογικό μέρος, άφηναν πολλά περιθώρια ρύθμισης της συμπεριφοράς στο εξωτερικό περιβάλλον, την επίδραση του οποίου θεωρούσαν καταλυτική. αυτή η σκέψη τον τρόμαζε, γιατί θα προτιμούσε να υπάρχει ένα συγκεκριμένο γονίδιο που θα ήταν υπεύθυνο για κάθε έκφανση του ανθρώπινου βίου. εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θα μπορούσε ίσως και να θεραπευτεί ο άνθρωπος από κάθε είδους πάθος που τον τυραννούσε, από τη φιλία ως τον έρωτα και από την πίστη σε θεούς έως την ολοκληρωτική αθεϊα.
φυσικά, ως άνθρωπος που είχε αυτογνωσία σε μεγάλο βαθμό, γνώριζε καλά πως αυτή του η εμμονή εξηγούνταν από την άρνησή του να αποδεχτεί το μεγάλο του μυστικό, που ήξερε μόνο ο ίδιος και ποτέ κανείς άλλος δεν είχε φανταστεί. γιατί ο αχιλλέας ήταν ομοφυλόφιλος και ένιωθε παραδομένος σε κάθε είδους σαρκικό πάθος, που κάλυπτε ένα ευρύτατο φάσμα ψυχοπαθολογικών καταστάσεων σεξουαλικού τύπου, από την ομοφυλόφιλη συμπεριφορά έως τις αιμομικτικές και γενικά τις κάθε είδους απαγορευμένες σεξουαλικές σχέσεις.
οι σκέψεις αυτές τον ενοχλούσαν καθημερινά, τις ένιωθε σαν μια εισβολή από μύγες πάνω στο κουρασμένο του κορμί, που με το τρομερό βουητό τους τον έβγαζαν από την κατάσταση της απόλυτης γαλήνης, που με διάφορους τρόπους προσπαθούσε να επιτύχει. και, περνώντας τα χρόνια, ένιωσε λες και έπασχε από διχασμό προσωπικότητας, η μία από τις οποίες ήταν εκείνη του σοβαρού και ηθικού καθηγητή, ολοκληρωτικά δοσμένου στην επιστήμη και η άλλη εκείνη ενός πλάσματος πανσεξουαλικού, που αρεσκόταν σε κάθε είδους ηδυπάθεια και εφήμερη απόλαυση.
φαίνεται, όμως, πως η πρώτη προσωπικότητα είχε ισχυρότερο έλεγχο επάνω του, αφού για πολλά χρόνια κατάφερνε να υποτάξει τις λάγνες προκλήσεις του άλλου του εαυτού, όμως και ο άλλος του χαρακτήρας ήταν δυνατός, γιατί όσο περνούσε ο καιρός έκανε τη μεγαλειώδη του εμφάνιση σε ανύποπτες στιγμές. έτσι, ξεκίνησε ένας φοβερός πόλεμος ανάμεσά τους, με την εκδήλωση επώδυνων ψυχοσωματικών αντιδράσεων και τα νεύρα του νεαρού καθηγητή τεντώθηκαν επικίνδυνα. τώρα πια δεν μπορούσε να ξεχαστεί με την ενασχόλησή του με τη βιολογία και με κάθε άλλη επιστήμη ή τέχνη που τον ηρεμούσε και σε μια απέλπιδα προσπάθεια, στράφηκε πρώτα στη θρησκεία που τον απογοήτευσε μετά από λίγο, έπειτα σε κάθε άλλη θρησκεία, με το ίδιο αποτέλεσμα και τελικά στη μελέτη του μυστικισμού, που του άνοιξε καινούρια μονοπάτια. ο χαρακτήρας του καθηγητή διατηρήθηκε μέσα του αλλά δέχτηκε ισχυρότατα πλήγματα από τον άλλο του χαρακτήρα, που με βία χτυπούσε τα τείχη της φυλακής που του είχε επιβληθεί για πολλά χρόνια, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία να βγει στο φως καινα μεγαλουργήσει. και η ευκαιρία εκείνη του δόθηκε, όταν έφτασαν στο γραφείο του δύο φυαλίδια με αίμα.
έτσι, περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του στο πανεπιστήμιο, διδάσκοντας και πειραματιζόμενος πάνω σε ένα σχέδιο που τον είχε απορροφήσει εντελώς τον τελευταίο καιρό. προσπαθούσε, από τα χρόνια του διδακτορικού του, να βρει τις βιολογικές βάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και, κυρίως, των αποκλίσεών της. φυσικά, πολλοί ερευνητές της σημερινής εποχής αλλά και άλλων παλιότερων, είχαν μελετήσει το θέμα αυτό και είχαν δώσει πολλές απαντήσεις, αλλά δεν ικανοποιούσαν τον αχιλλέα, κυρίως γιατί, πέρα από το βιλογικό μέρος, άφηναν πολλά περιθώρια ρύθμισης της συμπεριφοράς στο εξωτερικό περιβάλλον, την επίδραση του οποίου θεωρούσαν καταλυτική. αυτή η σκέψη τον τρόμαζε, γιατί θα προτιμούσε να υπάρχει ένα συγκεκριμένο γονίδιο που θα ήταν υπεύθυνο για κάθε έκφανση του ανθρώπινου βίου. εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θα μπορούσε ίσως και να θεραπευτεί ο άνθρωπος από κάθε είδους πάθος που τον τυραννούσε, από τη φιλία ως τον έρωτα και από την πίστη σε θεούς έως την ολοκληρωτική αθεϊα.
φυσικά, ως άνθρωπος που είχε αυτογνωσία σε μεγάλο βαθμό, γνώριζε καλά πως αυτή του η εμμονή εξηγούνταν από την άρνησή του να αποδεχτεί το μεγάλο του μυστικό, που ήξερε μόνο ο ίδιος και ποτέ κανείς άλλος δεν είχε φανταστεί. γιατί ο αχιλλέας ήταν ομοφυλόφιλος και ένιωθε παραδομένος σε κάθε είδους σαρκικό πάθος, που κάλυπτε ένα ευρύτατο φάσμα ψυχοπαθολογικών καταστάσεων σεξουαλικού τύπου, από την ομοφυλόφιλη συμπεριφορά έως τις αιμομικτικές και γενικά τις κάθε είδους απαγορευμένες σεξουαλικές σχέσεις.
οι σκέψεις αυτές τον ενοχλούσαν καθημερινά, τις ένιωθε σαν μια εισβολή από μύγες πάνω στο κουρασμένο του κορμί, που με το τρομερό βουητό τους τον έβγαζαν από την κατάσταση της απόλυτης γαλήνης, που με διάφορους τρόπους προσπαθούσε να επιτύχει. και, περνώντας τα χρόνια, ένιωσε λες και έπασχε από διχασμό προσωπικότητας, η μία από τις οποίες ήταν εκείνη του σοβαρού και ηθικού καθηγητή, ολοκληρωτικά δοσμένου στην επιστήμη και η άλλη εκείνη ενός πλάσματος πανσεξουαλικού, που αρεσκόταν σε κάθε είδους ηδυπάθεια και εφήμερη απόλαυση.
φαίνεται, όμως, πως η πρώτη προσωπικότητα είχε ισχυρότερο έλεγχο επάνω του, αφού για πολλά χρόνια κατάφερνε να υποτάξει τις λάγνες προκλήσεις του άλλου του εαυτού, όμως και ο άλλος του χαρακτήρας ήταν δυνατός, γιατί όσο περνούσε ο καιρός έκανε τη μεγαλειώδη του εμφάνιση σε ανύποπτες στιγμές. έτσι, ξεκίνησε ένας φοβερός πόλεμος ανάμεσά τους, με την εκδήλωση επώδυνων ψυχοσωματικών αντιδράσεων και τα νεύρα του νεαρού καθηγητή τεντώθηκαν επικίνδυνα. τώρα πια δεν μπορούσε να ξεχαστεί με την ενασχόλησή του με τη βιολογία και με κάθε άλλη επιστήμη ή τέχνη που τον ηρεμούσε και σε μια απέλπιδα προσπάθεια, στράφηκε πρώτα στη θρησκεία που τον απογοήτευσε μετά από λίγο, έπειτα σε κάθε άλλη θρησκεία, με το ίδιο αποτέλεσμα και τελικά στη μελέτη του μυστικισμού, που του άνοιξε καινούρια μονοπάτια. ο χαρακτήρας του καθηγητή διατηρήθηκε μέσα του αλλά δέχτηκε ισχυρότατα πλήγματα από τον άλλο του χαρακτήρα, που με βία χτυπούσε τα τείχη της φυλακής που του είχε επιβληθεί για πολλά χρόνια, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία να βγει στο φως καινα μεγαλουργήσει. και η ευκαιρία εκείνη του δόθηκε, όταν έφτασαν στο γραφείο του δύο φυαλίδια με αίμα.
τα δύο φυαλίδια με το αίμα, τα είχε στείλει κάποιος ανώνυμος, που υπέγραφε μόνο με την ιδιότητά του ως γιατρού. η συνοδευτική επιστολή ήταν λιτή και μυστηριώδης και έγραφε τα εξής.
" κύριε καθηγητά, είμαι γιατρός σε ένα ορεινό χωριό της αργολίδας και μεγάλος θαυμαστής του έργου σας, που πιστεύω πως θα οδηγηθεί σε αποτελέσματα που θα αλλάξουν τον τρόπο σκέψης της επιστήμης σας και θα προκαλέσει τριγμούς στα θεμέλια της κοινωνίας, όχι μόνο της ελλάδας αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. θέλοντας να προσθέσω ένα ελάχιστο λιθαράκι στο τιτάνιο έργο σας, στέλνω δύο φυαλίδια με αίμα, το οποίο ανήκει σε εμένα και σε ένα άλλο άτομο, που τα βήματα της μοίρας του τον οδήγησαν σε μένα, μέσα από μια εφιαλτική ανακάλυψη που έκανε, στους ορεινούς όγκους της περιοχής μας. αναλύστε το αίμα και τα στοιχεία του και θα βρείτε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που έχουν άμεση σχέση με τις εργασίες σας".
ο αχιλλέας στην αρχή θεώρησε πως είχε πέσει θύμα μιας κακόγουστης φάρσας από κάποιους φοιτητές ή και συναδέλφους του καθηγητές, έτσι δεν έδωσε αμέσως τη σημασία που θα έπρεπε. τοποθέτησε, όμως, τα αίματα στο ψυγείο και αργότερα θα προσπαθούσε να σκεφτεί με ποιόν τρόπο να απαντούσε σε εκείνη την ανόητη φάρσα.
γύρισε στο σπίτι του, αφού δεν είχε όρεξη να εργαστεί άλλο και πέταξε αποκαρδιωμένος τα κλειδιά σε μια άκρη. το σπίτι του βρισκόταν στον πέμπτο όροφο μιας τεράστιας πολυκατοικίας στο κέντρο της πάτρας και το μπαλκόνι του έβλεπε την πλατεία γεωργίου, όμως σπάνια έβγαινε εκεί έξω, αφού προτιμούσε να εργάζεται στο ημίφως του ακατάστατου σπιτιού του. ενός σπιτιού που ήταν υπερβολικά γεμάτο με βιβλία στις τεράστιες βιβλιοθήκες του, ενώ όσα δεν χωρούσαν σε αυτές, βρίσκονταν σε μεγάλες στίβες στο πάτωμα, που μερικές από αυτές σχεδόν ακουμπούσαν το ταβάνι. στο γραφείο του επικρατούσε ακόμα μεγαλύτερο χάος, τόσο πολύ που σχεδόν δεν περιγράφεται. βιβλία, σημειωματάρια, σκισμένες σελίδες, γραφικό υλικό, όλα ατάκτως ερριγμένα στο ξύλινο γραφείο και ένας υπολογιστής σχεδόν κρυμμένος μέσα σε όλη εκείνη την αταξία. που και που, χαρτιά από πρόχειρο φαγητό και απομεινάρια του, ολοκλήρωναν την εικόνα του απόλυτα χαοτικού σκηνικού σε ολόκληρο το διαμέρισμα.
υπήρχε όμως και ένα μέρος όπου ο κανόνας της αταξίας αναιρούνταν. ήταν ένα κομοδίνο, ακριβώς απέναντι από το γραφείο, γεμάτο από φωτογραφίες και κάποια μικροαντικείμενα προσωπικής αξίας, που ήταν εντελώς καθαρά και τοποθετημένα με τάξη. ο αχιλλέας πλησίασε και πήρε μια φωτογραφία στα χέρια του. πρέπει να ήταν τραβηγμένη αρκετό καιρό πριν, γιατί το είδωλό του φαινόταν πολύ πιο νέο. ήταν ο ίδιος που κρατούσε αγκαλιά ένα νεαρό του φίλο, με φόντο μια παραλία. ήταν και οι δυο τους χαμογελαστοί, ξέγνοιαστοι και, από όσο θυμόταν, ήταν η τελευταία φορά πού είχε νιώσει έτσι.
κάθισε σε έναν καναπέ, κρατώντας τη φωτογραφία στα χέρια του. η παραλία ήταν στην ισπανία, που είχε πάει διακοπές με τον κολλητό του φίλο της φωτογραφίας, τον πάνο, λίγο μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας και λίγο πριν ο αχιλλέας ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό του με άριστα. τόσο όμορφες ήταν εκείνες οι εποχές, τόσο ανέμελες και τόσο χαρούμενες, αλλά μετά, λες και ο θεός να είχε πάρει στα χέρια του μια τεράστια γόμα, είχαν σβηστεί, αφήνοντας μόνο τις αναμνήσεις ενός παράδεισου που χάθηκε, χωρίς ο αχιλλέας να μπορέσει να καταλάβει ποιό προπατορικό αμάρτημα πλήρωνε.
" κύριε καθηγητά, είμαι γιατρός σε ένα ορεινό χωριό της αργολίδας και μεγάλος θαυμαστής του έργου σας, που πιστεύω πως θα οδηγηθεί σε αποτελέσματα που θα αλλάξουν τον τρόπο σκέψης της επιστήμης σας και θα προκαλέσει τριγμούς στα θεμέλια της κοινωνίας, όχι μόνο της ελλάδας αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. θέλοντας να προσθέσω ένα ελάχιστο λιθαράκι στο τιτάνιο έργο σας, στέλνω δύο φυαλίδια με αίμα, το οποίο ανήκει σε εμένα και σε ένα άλλο άτομο, που τα βήματα της μοίρας του τον οδήγησαν σε μένα, μέσα από μια εφιαλτική ανακάλυψη που έκανε, στους ορεινούς όγκους της περιοχής μας. αναλύστε το αίμα και τα στοιχεία του και θα βρείτε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που έχουν άμεση σχέση με τις εργασίες σας".
ο αχιλλέας στην αρχή θεώρησε πως είχε πέσει θύμα μιας κακόγουστης φάρσας από κάποιους φοιτητές ή και συναδέλφους του καθηγητές, έτσι δεν έδωσε αμέσως τη σημασία που θα έπρεπε. τοποθέτησε, όμως, τα αίματα στο ψυγείο και αργότερα θα προσπαθούσε να σκεφτεί με ποιόν τρόπο να απαντούσε σε εκείνη την ανόητη φάρσα.
γύρισε στο σπίτι του, αφού δεν είχε όρεξη να εργαστεί άλλο και πέταξε αποκαρδιωμένος τα κλειδιά σε μια άκρη. το σπίτι του βρισκόταν στον πέμπτο όροφο μιας τεράστιας πολυκατοικίας στο κέντρο της πάτρας και το μπαλκόνι του έβλεπε την πλατεία γεωργίου, όμως σπάνια έβγαινε εκεί έξω, αφού προτιμούσε να εργάζεται στο ημίφως του ακατάστατου σπιτιού του. ενός σπιτιού που ήταν υπερβολικά γεμάτο με βιβλία στις τεράστιες βιβλιοθήκες του, ενώ όσα δεν χωρούσαν σε αυτές, βρίσκονταν σε μεγάλες στίβες στο πάτωμα, που μερικές από αυτές σχεδόν ακουμπούσαν το ταβάνι. στο γραφείο του επικρατούσε ακόμα μεγαλύτερο χάος, τόσο πολύ που σχεδόν δεν περιγράφεται. βιβλία, σημειωματάρια, σκισμένες σελίδες, γραφικό υλικό, όλα ατάκτως ερριγμένα στο ξύλινο γραφείο και ένας υπολογιστής σχεδόν κρυμμένος μέσα σε όλη εκείνη την αταξία. που και που, χαρτιά από πρόχειρο φαγητό και απομεινάρια του, ολοκλήρωναν την εικόνα του απόλυτα χαοτικού σκηνικού σε ολόκληρο το διαμέρισμα.
υπήρχε όμως και ένα μέρος όπου ο κανόνας της αταξίας αναιρούνταν. ήταν ένα κομοδίνο, ακριβώς απέναντι από το γραφείο, γεμάτο από φωτογραφίες και κάποια μικροαντικείμενα προσωπικής αξίας, που ήταν εντελώς καθαρά και τοποθετημένα με τάξη. ο αχιλλέας πλησίασε και πήρε μια φωτογραφία στα χέρια του. πρέπει να ήταν τραβηγμένη αρκετό καιρό πριν, γιατί το είδωλό του φαινόταν πολύ πιο νέο. ήταν ο ίδιος που κρατούσε αγκαλιά ένα νεαρό του φίλο, με φόντο μια παραλία. ήταν και οι δυο τους χαμογελαστοί, ξέγνοιαστοι και, από όσο θυμόταν, ήταν η τελευταία φορά πού είχε νιώσει έτσι.
κάθισε σε έναν καναπέ, κρατώντας τη φωτογραφία στα χέρια του. η παραλία ήταν στην ισπανία, που είχε πάει διακοπές με τον κολλητό του φίλο της φωτογραφίας, τον πάνο, λίγο μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας και λίγο πριν ο αχιλλέας ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό του με άριστα. τόσο όμορφες ήταν εκείνες οι εποχές, τόσο ανέμελες και τόσο χαρούμενες, αλλά μετά, λες και ο θεός να είχε πάρει στα χέρια του μια τεράστια γόμα, είχαν σβηστεί, αφήνοντας μόνο τις αναμνήσεις ενός παράδεισου που χάθηκε, χωρίς ο αχιλλέας να μπορέσει να καταλάβει ποιό προπατορικό αμάρτημα πλήρωνε.
τέτοιες αναμνήσεις δεν αντέχονταν, όταν ξυπνούσε το παρελθόν σαν τείχος μπροστά του. σηκώθηκε και άνοιξε ένα συρτάρι. πήρε από μέσα ένα φακελάκι, το άνοιξε και άπλωσε μια σκόνη στην παλάμη του. τη μύρισε και κάθισε ξανά στον καναπέ. μόνος του την είχε κατασκευάσει, σαν ασπίδα απέναντι στα βέλη που έπεφταν από τον εχθρό που βρισκόταν στις επάλξεις των τειχών. και ενώ σε γενικές γραμμές ήταν αποτελεσματική γραμμή άμυνας, πολλές φορές δεν αρκούσε, οπότε σήκωσε και ο αχιλλέας τα δικά του τείχη και τους δικούς του πύργους και στο πιο κρυφό τους δωμάτιο, σαν τους βασιλιάδες του παλιού καιρού, έκρυψε τους θησαυρούς του, τις ευαισθησίες και τους φόβους του.
τώρα οι χημικές ουσίες της σκόνης κυκλοφορούσαν στο αίμα του και όριζαν το μυαλό του. το δωμάτιο μετατράπηκε σε ένα φάρο πάνω σε μια απομονωμένη βραχονησίδα κι εκείνος ήταν ο φαροφύλακας. ήταν τόσο γαλήνια εκεί, ακουγόταν μόνο ο ήχος από τα κύματα που χτυπούσαν στα βράχια και μπροστά του απλωνόταν η απέραντη θάλασσα, μεγαλειώδης μέσα στα τεράστια κύματά της...
ξαφνικά, το θέαμα άλλαξε. είδε πως στεκόταν στην κορυφή ενός γιγάντιου όρους. ήταν τόσο ψηλά, που ένιωθε πως θα έπιανε τα αστέρια αν άπλωνε το χέρι του, αλλά δεν φοβόταν. δεν ένιωσε καμία κατάπληξη, ούτε όταν ένα από τα άστρα άρχισε να χαμηλώνει μπροστά του και να λαμποκοπάει μέσα στο κόκκινο φως του. άνθρωπος υπήρχε μέσα εκεί? θεός? μια φωνή από το πουθενά ή ολόκληρη η πρόκληση του σύμπαντος? γιατί, ολόκληρη η ύπαρξη του αχιλλέα γέμισε από μια πρόκληση που συντάραζε το κορμί του βαθιά, ως την πηγή της ίδιας του της ύπαρξης. το ερώτημα που του έθεσε το κόκκινο φως ήταν απλό στην ακοή, αλλά εξαιρετικά πολύπλοκο και γενικό για εκείνον. " τι θα έκανες για να πάρεις αυτά που θέλεις?" τόσο απλό ήταν να έχει όσα ζήτησε ποτέ? 'ηταν θέμα μιας απλής απάντησης και μόνο? τι είχε να χάσει αν την έδινε? δεν άξιζε τον κόπο να τη σκεφτεί...
"τα πάντα" απάντησε και το όραμα έσβησε.
τώρα οι χημικές ουσίες της σκόνης κυκλοφορούσαν στο αίμα του και όριζαν το μυαλό του. το δωμάτιο μετατράπηκε σε ένα φάρο πάνω σε μια απομονωμένη βραχονησίδα κι εκείνος ήταν ο φαροφύλακας. ήταν τόσο γαλήνια εκεί, ακουγόταν μόνο ο ήχος από τα κύματα που χτυπούσαν στα βράχια και μπροστά του απλωνόταν η απέραντη θάλασσα, μεγαλειώδης μέσα στα τεράστια κύματά της...
ξαφνικά, το θέαμα άλλαξε. είδε πως στεκόταν στην κορυφή ενός γιγάντιου όρους. ήταν τόσο ψηλά, που ένιωθε πως θα έπιανε τα αστέρια αν άπλωνε το χέρι του, αλλά δεν φοβόταν. δεν ένιωσε καμία κατάπληξη, ούτε όταν ένα από τα άστρα άρχισε να χαμηλώνει μπροστά του και να λαμποκοπάει μέσα στο κόκκινο φως του. άνθρωπος υπήρχε μέσα εκεί? θεός? μια φωνή από το πουθενά ή ολόκληρη η πρόκληση του σύμπαντος? γιατί, ολόκληρη η ύπαρξη του αχιλλέα γέμισε από μια πρόκληση που συντάραζε το κορμί του βαθιά, ως την πηγή της ίδιας του της ύπαρξης. το ερώτημα που του έθεσε το κόκκινο φως ήταν απλό στην ακοή, αλλά εξαιρετικά πολύπλοκο και γενικό για εκείνον. " τι θα έκανες για να πάρεις αυτά που θέλεις?" τόσο απλό ήταν να έχει όσα ζήτησε ποτέ? 'ηταν θέμα μιας απλής απάντησης και μόνο? τι είχε να χάσει αν την έδινε? δεν άξιζε τον κόπο να τη σκεφτεί...
"τα πάντα" απάντησε και το όραμα έσβησε.
το πρόβλημα με αυτές τις χημικές ουσίες ήταν πως, ουσιαστικά, ποτέ δεν πρόσφεραν μια οριστική ή έστω πρόσκαιρη ανακούφιση από τα προβλήματα που τον ταλαιπωρούσαν, όντας εθισμένος όμως πάντα κατέφευγε στην αμφιλεγόμενη "συμπαράστασή" τους. έτσι, το επόμενο πρωινό τον βρήκε σε χειρότερη κατάσταση από ότι τον είχε αφήσει η νύχτα και αυτό ήταν ένα χιλιοπατημένο μονοπάτι για τον αχιλλέα.
τεντώθηκε λίγο για να ξεμουδιάσει, χασμουρήθηκε κι εκείνη την ώρα διαπίστωσε ότι τον έκαιγε το στήθος του. άνοιξε το πουκάμισο και παρατήρησε μια ερυθρότητα στο στέρνο, σαν ένα μικρό σπυρί που μόλις ξεκινούσε να πρήζεται. ήταν περίεργο, όμως, ένα τόσο μικρό δερματικό έπαρμα να προκαλεί τόσο πόνο. πήγε στο μπάνιο και του έβαλε μια αλοιφή που τον ανακούφισε προσωρινά. μετά άνοιξε το ψυγείο, πήρε μια κούπα καφέ που είχε ετοιμάσει από το προηγούμενο πρωινό και σωριάστηκε ξανά στον καναπέ. ήταν σάββατο και δεν είχε πανεπιστήμιο, η χειρότερη μέρα του, μετά την κυριακή. ο πρύτανης δεν τον άφηνε να πηγαίνει στο εργαστήριο να κάνει τις έρευνές του, γιατί έλεγε πως κουραζόταν πολύ και πως είχε απόλυτη ανάγκη από ξεκούραση. τρίχες. σιγά να μην ενδιαφερόταν κανείς για το εάν ήταν κουρασμένος ή όχι, εάν είχε ανάγκη από κάτι ή αν ήταν πλήρης, εάν υπήρχε ή δεν υπήρχε. ούτε ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος αν ζούσε ή αν είχε πεθάνει από παλιά και ήταν πια ένα φάντασμα που στοίχειωνε τους χώρους στους οποίους είχε ζήσει όταν ήταν ζωντανός. έξυσε λίγο το στήθος που είχε αρχίσει να του προκαλεί φαγούρα και βυθίστηκε στις σκέψεις του. σκέψεις χαοτικές, αδύνατο να καταλήξουν σε συμπεράσματα, λαβύρινθοι, πόρτες διπλοκλειδωμένες που δεν γνωρίζει κανείς τι κρύβουν από πίσω τους, διάδρομοι σκοτεινοί, με τέρατα να κρύβονται στις σκιές τους. ομίχλη. ήχοι που υποδηλώνουν την ύπαρξη ζωής, αλλά δεν φαίνεται πουθενά, κρύβεται γιατί ντρέπεται ή φοβάται να φανερωθεί.
τεντώθηκε λίγο για να ξεμουδιάσει, χασμουρήθηκε κι εκείνη την ώρα διαπίστωσε ότι τον έκαιγε το στήθος του. άνοιξε το πουκάμισο και παρατήρησε μια ερυθρότητα στο στέρνο, σαν ένα μικρό σπυρί που μόλις ξεκινούσε να πρήζεται. ήταν περίεργο, όμως, ένα τόσο μικρό δερματικό έπαρμα να προκαλεί τόσο πόνο. πήγε στο μπάνιο και του έβαλε μια αλοιφή που τον ανακούφισε προσωρινά. μετά άνοιξε το ψυγείο, πήρε μια κούπα καφέ που είχε ετοιμάσει από το προηγούμενο πρωινό και σωριάστηκε ξανά στον καναπέ. ήταν σάββατο και δεν είχε πανεπιστήμιο, η χειρότερη μέρα του, μετά την κυριακή. ο πρύτανης δεν τον άφηνε να πηγαίνει στο εργαστήριο να κάνει τις έρευνές του, γιατί έλεγε πως κουραζόταν πολύ και πως είχε απόλυτη ανάγκη από ξεκούραση. τρίχες. σιγά να μην ενδιαφερόταν κανείς για το εάν ήταν κουρασμένος ή όχι, εάν είχε ανάγκη από κάτι ή αν ήταν πλήρης, εάν υπήρχε ή δεν υπήρχε. ούτε ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος αν ζούσε ή αν είχε πεθάνει από παλιά και ήταν πια ένα φάντασμα που στοίχειωνε τους χώρους στους οποίους είχε ζήσει όταν ήταν ζωντανός. έξυσε λίγο το στήθος που είχε αρχίσει να του προκαλεί φαγούρα και βυθίστηκε στις σκέψεις του. σκέψεις χαοτικές, αδύνατο να καταλήξουν σε συμπεράσματα, λαβύρινθοι, πόρτες διπλοκλειδωμένες που δεν γνωρίζει κανείς τι κρύβουν από πίσω τους, διάδρομοι σκοτεινοί, με τέρατα να κρύβονται στις σκιές τους. ομίχλη. ήχοι που υποδηλώνουν την ύπαρξη ζωής, αλλά δεν φαίνεται πουθενά, κρύβεται γιατί ντρέπεται ή φοβάται να φανερωθεί.
Βυθισμένος στον ειρμό των σκέψεών του, δεν πρόσεξε το φάκελο που παραβίαζε την γαλήνη του οπτικού του πεδίου. Η ασυνείδητη επιμονή του βλέμματος του τον τράβηξε, μια στιγμή, με βία από τον ονειρικό λήθαργο της σκέψης.
Δεν το είχε παρατηρήσει χθες το βράδυ. Ο γραφικός χαρακτήρας που αποτύπωνε ο ταχυδρομικός φάκελος, έδειχνε οικείος. Προσπαθούσε να συγκεντωθεί και να εντοπίσει σε ποιόν έμοιαζε ή που τον είχε δει ξανά. Σαν αγρίμι τριγυρνούσε στο μονίμως ακατάστατο δωμάτιο. Είχε ξεχάσει τον πόνο στο στήθος, τον συνεπήρε η οικειότητα των γραμμάτων και σαν άλλος Σέρλοκ Χολμς προσπαθούσε να λύσει το νέο μυστήριο που απλώθηκε μπροστά του.
Μια σπίθα απο τα μάτια του σηματοδότησε την λύση του μυστηρίου. Βέβαια! αναφώνησε, τα φυαλίδια και η συνοδευτική επιστολή. Η βεβαιότητα γρήγορα έγινε αμφιβολία, αφήνωντας όμως ένα ίχνος ανυπομονησίας να μάθει το περιεχόμενο του φακέλου.
Έσκισε το επάνω μέρος το φακέλου, όπως ένα παιδί που ανοίγει το δώρο του, ξεδίπλωσε το χαρτι που είχε μέσα του και άρχισε να το καταπίνει με τα μάτια του...
Αποσβολωμένος, με βλέμμα κατάπληκτο, άφησε να πέσει το χαρτί κάτω στο ακατάστατο πάτωμα, που σαν κομμάτι από παζλ, συμπλήρωνε την χαώδη διάταξη των πραγμάτων στο χώρο του δωματίου.
Το μυαλό του γέμισε με μια σκέψη. Μια δίνη που δεν του άφηνε περιθώρια... έπρεπε, με οποιονδήποτε τρόπο, να πάει στο Πανεπιστήμιο! Τώρα!
Δεν το είχε παρατηρήσει χθες το βράδυ. Ο γραφικός χαρακτήρας που αποτύπωνε ο ταχυδρομικός φάκελος, έδειχνε οικείος. Προσπαθούσε να συγκεντωθεί και να εντοπίσει σε ποιόν έμοιαζε ή που τον είχε δει ξανά. Σαν αγρίμι τριγυρνούσε στο μονίμως ακατάστατο δωμάτιο. Είχε ξεχάσει τον πόνο στο στήθος, τον συνεπήρε η οικειότητα των γραμμάτων και σαν άλλος Σέρλοκ Χολμς προσπαθούσε να λύσει το νέο μυστήριο που απλώθηκε μπροστά του.
Μια σπίθα απο τα μάτια του σηματοδότησε την λύση του μυστηρίου. Βέβαια! αναφώνησε, τα φυαλίδια και η συνοδευτική επιστολή. Η βεβαιότητα γρήγορα έγινε αμφιβολία, αφήνωντας όμως ένα ίχνος ανυπομονησίας να μάθει το περιεχόμενο του φακέλου.
Έσκισε το επάνω μέρος το φακέλου, όπως ένα παιδί που ανοίγει το δώρο του, ξεδίπλωσε το χαρτι που είχε μέσα του και άρχισε να το καταπίνει με τα μάτια του...
Αποσβολωμένος, με βλέμμα κατάπληκτο, άφησε να πέσει το χαρτί κάτω στο ακατάστατο πάτωμα, που σαν κομμάτι από παζλ, συμπλήρωνε την χαώδη διάταξη των πραγμάτων στο χώρο του δωματίου.
Το μυαλό του γέμισε με μια σκέψη. Μια δίνη που δεν του άφηνε περιθώρια... έπρεπε, με οποιονδήποτε τρόπο, να πάει στο Πανεπιστήμιο! Τώρα!
Οι επόμενες ημέρες κύλησαν σε πυρετώδεις ρυθμούς έρευνας. Ο Αχιλλέας υπέβαλε το αίμα των φυαλιδίων σε κάθε δυνατή εξέταση και κατέγραφε τα αποτελέσματα στον υπολογιστή του σχολαστικά, ενώ η κόκκινη κηλίδα στο στήθος του μεγάλωνε και είχε αρχίσει να βγάζει ένα υγρό. Μάζεψε λίγο και το υπέβαλε και αυτό σε εξετάσεις, για να διαπιστώσει λίγο αργότερα πόσο μεγάλες ομοιότητες υπήρχαν με το αίμα. Και δεν είχε περάσει πολύς καιρός, όταν η ανακάλυψη που έκανε του αναστάτωσε το μυαλό. Γιατί, μέσα στο αίμα και στο ορώδες υγρό που έτρεχε από την πληγή στο στέρνο του, ανακάλυψε ένα μικροοργανισμό που καμία σχέση δεν είχε με τους γνωστούς και η βιοχημική του δομή ήταν τέτοια που μόνο η παραδοχή της εξωγήινης προέλευσης θα δικαιολογούσε την ύπαρξή του.
Οι έρευνές του δεν είχαν κανένα λάθος, επανέλαβε τις εξετάσεις πολλές φορές και υπήρξαν ημέρες που δεν έφυγε καθόλου από το εργαστήριό του μόνο, περισσότερο εσωστρεφής πιά, κλεινόταν εκεί μέσα και δεν επέτρεπε σε κανέναν να εισέλθει, ούτε και απαντούσε στις ερωτήσεις των συναδέλφων του. Ακόμα και τις αιμοληψίες στον εαυτό του τις έκανε μόνος του, για να επιβεβαιώσει πολλές φορές αυτό που είχε βρει στην αρχή. Είχε μέσα του το ίδιο μικρόβιο που υπήρχε στο ορώδες έκκριμα της κηλίδας και στο αίμα που του είχαν στείλει από την Αργολίδα. Εκείνο το μικρόβιο που αδιαφορούσε για τη βιοχημεία του άνθρακα, που είχε μια δομή εντελώς διαφορετική από όσα "επέβαλε" το κεντρικό δόγμα της Βιολογίας και μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζει μόνο νοήμοντες οργανισμούς - παράδοξο που καμία βιολογία δεν μπορούσε να εξηγήσει, αφού νοημοσύνη δεν χαρακτηρίζει μικρόβια.
Και δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ο Αχιλλέας ξεκίνησε τα μυστήρια ταξίδια του στο εξωτερικό, όταν στο πανεπιστήμιο άρχισαν να φτάνουν επισκέπτες με πολυτελή αυτοκίνητα που κλειδώνονταν στο εργαστήριο του Αχιλλέα με τις ώρες, κάνοντας όλους να αναρωτιούνται...
Οι έρευνές του δεν είχαν κανένα λάθος, επανέλαβε τις εξετάσεις πολλές φορές και υπήρξαν ημέρες που δεν έφυγε καθόλου από το εργαστήριό του μόνο, περισσότερο εσωστρεφής πιά, κλεινόταν εκεί μέσα και δεν επέτρεπε σε κανέναν να εισέλθει, ούτε και απαντούσε στις ερωτήσεις των συναδέλφων του. Ακόμα και τις αιμοληψίες στον εαυτό του τις έκανε μόνος του, για να επιβεβαιώσει πολλές φορές αυτό που είχε βρει στην αρχή. Είχε μέσα του το ίδιο μικρόβιο που υπήρχε στο ορώδες έκκριμα της κηλίδας και στο αίμα που του είχαν στείλει από την Αργολίδα. Εκείνο το μικρόβιο που αδιαφορούσε για τη βιοχημεία του άνθρακα, που είχε μια δομή εντελώς διαφορετική από όσα "επέβαλε" το κεντρικό δόγμα της Βιολογίας και μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζει μόνο νοήμοντες οργανισμούς - παράδοξο που καμία βιολογία δεν μπορούσε να εξηγήσει, αφού νοημοσύνη δεν χαρακτηρίζει μικρόβια.
Και δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ο Αχιλλέας ξεκίνησε τα μυστήρια ταξίδια του στο εξωτερικό, όταν στο πανεπιστήμιο άρχισαν να φτάνουν επισκέπτες με πολυτελή αυτοκίνητα που κλειδώνονταν στο εργαστήριο του Αχιλλέα με τις ώρες, κάνοντας όλους να αναρωτιούνται...
Οι επισκέπτες στο Πανεπιστήμιο "Άγιος Ανδρέας" έρχονταν πάντα με πολυτελέστατα αυτοκίνητα, συνήθως χωρίς πινακίδες ή άλλα διακριτικά, ενώ ένα επιπλέον κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν τα σκουρόχρωμα τζάμια που εμπόδιζαν να δει κανείς το εσωτερικό τους. Πάντως, μερικοί περίεργοι, είχαν κατορθώσει να δουν μερικές φορές ποιοί έβγαιναν από τα αυτοκίνητα. Δεν ήταν γνωστά πρόσωπα, όμως άνηκαν σε διάφορες φυλές και ένας επιστάτης είχε παρατηρήσει πως ένας από αυτούς φορούσε κάτι που του θύμιζε έντονα ιερωμένο χριστιανικού δόγματος, ενώ κάποιος άλλος πρέπει να άνηκε σε κάποιο βουδιστικό ή ασιατικό - τελοσπάντων - δόγμα. Κάποιοι άλλοι κρατούσαν μεγάλες δερμάτινες τσάντες, ένας ήταν ντυμένος με στρατιωτική στολή, κάποιοι είχαν παρουσιαστικό επιστημόνων και η ποικιλία στην εμφάνιση των επισκεπτών, που έρχονταν πάντα με μυστικότητα και πήγαιναν κατευθείαν στο εργαστήριο, χωρίς ποτέ να μιλάνε σε κανέναν άλλο, έκανε τις φήμες στο πανεπιστήμιο να οργιάζουν.
Εκείνο όμως που μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα πηγαδάκια των φοιτητών και των καθηγητών, ήταν το γεγονός ότι το εργαστήριο πλέον φυλασσόταν από σεκιούριτι, με την ανοχή της Συγκλήτου και απαγορευόταν σε όλους να περάσουν έστω και απ' έξω. Ο νεαρός καθηγητής ούτε που έβλεπαν αν έφευγε καθόλου ή αν ερχόταν, αφού είχε σταματήσει πια να διδάσκει και οι φοιτητές του δεν τον έβρισκαν πια ούτε στο τηλέφωνο. Ακόμα και η προσωπική του ιστοσελίδα είχε απενεργοποιηθεί. Κάτι πολύ περίεργο συνέβαινε, χωρίς να ανακαλύψει κανείς τι ακριβώς γινόταν. Ακόμα και στην ερώτηση ενός καθηγητή προς το Συμβούλιο για το αν ήταν επιτρεπτό να φυλάσσεται ένας χώρος που άνηκε στο πανεπιστήμιο από κάποιους άγνωστους σεκιούριτι, ο Πρύτανης είχε απαντήσει απορρίπτοντας κάθε πιθανότητα να ασκηθεί ο οποιοσδήποτε έλεγχος στο νεαρό καθηγητή.
" Μη με πιέζετε και μην το ψάχνετε το ζήτημα. Έχω δεχτεί πιέσεις από πολύ ψηλά για να αφήσουμε τον Αχιλλέα να κάνει το έργο του απερίσπαστος. Τα έξοδά του δεν επιβαρύνουν το πανεπιστήμιο, αλλά καλύπτονται στο ακέραιο από κάποιους χρηματοδότες, που είναι τόσο ισχυροί ώστε να ζητήσουν από τον ίδιο τον Υπουργό να μου υποδείξει πως η οποιαδήποτε παρακώληση στο έργο του θα είχε δυσμενείς συνέπειες τόσο στο πανεπιστήμιο όσο και στην καριέρα του καθενός από εμάς ξεχωριστά..." απάντησε ο Πρύτανης και οι καθηγητές κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία.
Εκείνο όμως που μονοπώλησε το ενδιαφέρον στα πηγαδάκια των φοιτητών και των καθηγητών, ήταν το γεγονός ότι το εργαστήριο πλέον φυλασσόταν από σεκιούριτι, με την ανοχή της Συγκλήτου και απαγορευόταν σε όλους να περάσουν έστω και απ' έξω. Ο νεαρός καθηγητής ούτε που έβλεπαν αν έφευγε καθόλου ή αν ερχόταν, αφού είχε σταματήσει πια να διδάσκει και οι φοιτητές του δεν τον έβρισκαν πια ούτε στο τηλέφωνο. Ακόμα και η προσωπική του ιστοσελίδα είχε απενεργοποιηθεί. Κάτι πολύ περίεργο συνέβαινε, χωρίς να ανακαλύψει κανείς τι ακριβώς γινόταν. Ακόμα και στην ερώτηση ενός καθηγητή προς το Συμβούλιο για το αν ήταν επιτρεπτό να φυλάσσεται ένας χώρος που άνηκε στο πανεπιστήμιο από κάποιους άγνωστους σεκιούριτι, ο Πρύτανης είχε απαντήσει απορρίπτοντας κάθε πιθανότητα να ασκηθεί ο οποιοσδήποτε έλεγχος στο νεαρό καθηγητή.
" Μη με πιέζετε και μην το ψάχνετε το ζήτημα. Έχω δεχτεί πιέσεις από πολύ ψηλά για να αφήσουμε τον Αχιλλέα να κάνει το έργο του απερίσπαστος. Τα έξοδά του δεν επιβαρύνουν το πανεπιστήμιο, αλλά καλύπτονται στο ακέραιο από κάποιους χρηματοδότες, που είναι τόσο ισχυροί ώστε να ζητήσουν από τον ίδιο τον Υπουργό να μου υποδείξει πως η οποιαδήποτε παρακώληση στο έργο του θα είχε δυσμενείς συνέπειες τόσο στο πανεπιστήμιο όσο και στην καριέρα του καθενός από εμάς ξεχωριστά..." απάντησε ο Πρύτανης και οι καθηγητές κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία.
Τον επόμενο καιρό, μεγάλη κινητικότητα επικρατούσε έξω και προφανώς μέσα στο εργαστήριο. Μεγάλα οχήματα, με σκουρόχρωμα παράθυρα, πηγαινοέρχονταν και δεκάδες εργάτες, με μια τάξη και οργάνωση που παρατηρεί κανείς σε μυρμήγκια ή σε καλά εκπαιδευμένους σταρτιώτες, μετέφεραν πολυάριθμα κιβώτια από το εργαστήριο στα οχήματα και αντίστροφα. Ολόκληρη η επιχείρηση παρακολουθούνταν από οπλισμένους άντρες που φορούσαν μαύρες στολές χωρίς κανένα διακριτικό επάνω τους.
Ο Αχιλλέας δεν είχε φανεί ούτε μια στιγμή, όπως και οι υψηλοί επισκέπτες του, που αργά το βράδυ τους πήρε το μάτι ενός νυχτοφύλακα να βγαίνουν από το πανεπιστήμιο, να δίνουν ο ένας στον άλλο χειραψία και να φεύγουν με ζωγραφισμένη την ικανοποίηση στα πρόσωπά τους.
Την επόμενη ημέρα, μια από τις τοπικές εφημερίδες, δημοσίευσε το παρακάτω άρθρο.
" Πομπή τροχοφόρων οχημάτων χωρίς πινακίδες προκάλεσε κυκλοφοριακό χάος στα δυτικά προάστεια της πόλης και στη λεωφόρο που ενώνει την Πάτρα με τον αυτοκινητόδρομο προς Αθήνα. Η τροχαία διέκοψε την κυκλοφορία και αστυνομικοί εμπόδιζαν τους περαστικούς να στέκονται στα πεζοδρόμια και να παρακολουθούν την πομπή. Σύμφωνα με εξακριβωμένες πληροφορίες, τα οχήματα είχαν ξεκινήσει από το Πανεπιστήμιο "'Αγιος Ανδρέας", μεταφέροντας κιβώτια άγνωστου περιεχομένου και συνοδεύτηκαν ως την Αθήνα κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Οι τροχαίες Αχαίας, Κορινθίας και Αττικής διέκοπταν κατά διαστήματα την κίνηση στην εθνική οδό και από τα δύο ρεύματα, ενώ για διάστημα δύο ωρών απαγορεύτηκε η κίνηση και στην Αττική Οδό, από όπου η πομπή των τροχοφόρων οδηγήθηκε προς άγνωστη κατεύθυνση..."
Ο Αχιλλέας δεν είχε φανεί ούτε μια στιγμή, όπως και οι υψηλοί επισκέπτες του, που αργά το βράδυ τους πήρε το μάτι ενός νυχτοφύλακα να βγαίνουν από το πανεπιστήμιο, να δίνουν ο ένας στον άλλο χειραψία και να φεύγουν με ζωγραφισμένη την ικανοποίηση στα πρόσωπά τους.
Την επόμενη ημέρα, μια από τις τοπικές εφημερίδες, δημοσίευσε το παρακάτω άρθρο.
" Πομπή τροχοφόρων οχημάτων χωρίς πινακίδες προκάλεσε κυκλοφοριακό χάος στα δυτικά προάστεια της πόλης και στη λεωφόρο που ενώνει την Πάτρα με τον αυτοκινητόδρομο προς Αθήνα. Η τροχαία διέκοψε την κυκλοφορία και αστυνομικοί εμπόδιζαν τους περαστικούς να στέκονται στα πεζοδρόμια και να παρακολουθούν την πομπή. Σύμφωνα με εξακριβωμένες πληροφορίες, τα οχήματα είχαν ξεκινήσει από το Πανεπιστήμιο "'Αγιος Ανδρέας", μεταφέροντας κιβώτια άγνωστου περιεχομένου και συνοδεύτηκαν ως την Αθήνα κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Οι τροχαίες Αχαίας, Κορινθίας και Αττικής διέκοπταν κατά διαστήματα την κίνηση στην εθνική οδό και από τα δύο ρεύματα, ενώ για διάστημα δύο ωρών απαγορεύτηκε η κίνηση και στην Αττική Οδό, από όπου η πομπή των τροχοφόρων οδηγήθηκε προς άγνωστη κατεύθυνση..."
Και ξαφνικά, όσο αναπάντεχα είχαν ξεκινήσει όλες αυτές οι περίεργες κινήσεις, άλλο τόσο απότομα τελείωσαν. Σταμάτησαν οι μυστηριώδεις επισκέψεις και οι μεταφορές των κιβωτίων και η τάξη στο πανεπιστήμιο αποκαταστάθηκε. Οι φοιτητές ενημερώθηκαν πως ο Αχιλλέας θα συνέχιζε τις παραδόσεις των μαθημάτων του και ανυπομονούσαν να τον δουν, γιατί με το μυαλό τους είχαν πλάσει διάφορες ιστορίες, ακόμα και το ότι θα επέστρεφε εντελώς αλλαγμένος.
Όμως έκαναν λάθος, γιατί ο νεαρός καθηγητής δεν είχε αλλάξει εμφανώς, εκτός ίσως από το ότι είχε χάσει μερικά κιλά, προφανώς από την κούραση του τελευταίου καιρού. Κατά τα άλλα, όμως, ήταν εντελώς ίδιος με αυτό που γνώριζαν όλοι. Πόσο λάθος έκαναν! Μπορεί η εμφάνίσή του να μην είχε αλλάξει, όμως ο εσωτερικός του κόσμος είχε δεχτεί πλήγματα που κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο δεν θα μπορούσε να ξέρει.
Τελειώνοντας την τελευταία παράδοση, βγήκε έξω και είδε πως είχε νυχτώσει. οίταξε τον ουρανό, με τα χιλιάδες μικρά και μεγάλα άστρα και αναστέναξε, γιατί ήξερε πως εκεί πάνω, πέρα από όσο το τελειότερο τηλεσκόπιο μπορεί να διακρίνει, κατοικεί ένας αρχέγονος φόβος που είχε βάλει στο μάτι τη Γη από παλιά. Και ήξερε πως και ο ίδιος είχε γίνει το μέσο για να επιστρέψει εκείνος ο τρόμος πίσω, αλλά όλως περιέργως, δεν ένιωθε καθόλου άσχημα. Μάλιστα, ένιωθε μια περίεργη ηρεμία και γαλήνη στην ψυχή του.
" Θα έχεις περισσότερα από όσα ζήτησες, από όσα ονειρεύτηκες ποτέ σου" του είχε πει εκείνη η φωνή αρκετό καιρό πριν και ένιωθε μια υπέροχη σιγουριά στο άκουσμά της. Του είχε υποσχεθεί ακόμα πως πολύ σύντομα θα την έβλεπε ζωντανή μπροστά του και πως του είχε μια έκπληξη μεγαλύτερη από τις έως τότε. Ένιωθε μεγάλη ανυπομονησία, σαν ένα μικρό παιδί που περιμένει τα δώρα του κάθε βράδυ κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Όμως έκαναν λάθος, γιατί ο νεαρός καθηγητής δεν είχε αλλάξει εμφανώς, εκτός ίσως από το ότι είχε χάσει μερικά κιλά, προφανώς από την κούραση του τελευταίου καιρού. Κατά τα άλλα, όμως, ήταν εντελώς ίδιος με αυτό που γνώριζαν όλοι. Πόσο λάθος έκαναν! Μπορεί η εμφάνίσή του να μην είχε αλλάξει, όμως ο εσωτερικός του κόσμος είχε δεχτεί πλήγματα που κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο δεν θα μπορούσε να ξέρει.
Τελειώνοντας την τελευταία παράδοση, βγήκε έξω και είδε πως είχε νυχτώσει. οίταξε τον ουρανό, με τα χιλιάδες μικρά και μεγάλα άστρα και αναστέναξε, γιατί ήξερε πως εκεί πάνω, πέρα από όσο το τελειότερο τηλεσκόπιο μπορεί να διακρίνει, κατοικεί ένας αρχέγονος φόβος που είχε βάλει στο μάτι τη Γη από παλιά. Και ήξερε πως και ο ίδιος είχε γίνει το μέσο για να επιστρέψει εκείνος ο τρόμος πίσω, αλλά όλως περιέργως, δεν ένιωθε καθόλου άσχημα. Μάλιστα, ένιωθε μια περίεργη ηρεμία και γαλήνη στην ψυχή του.
" Θα έχεις περισσότερα από όσα ζήτησες, από όσα ονειρεύτηκες ποτέ σου" του είχε πει εκείνη η φωνή αρκετό καιρό πριν και ένιωθε μια υπέροχη σιγουριά στο άκουσμά της. Του είχε υποσχεθεί ακόμα πως πολύ σύντομα θα την έβλεπε ζωντανή μπροστά του και πως του είχε μια έκπληξη μεγαλύτερη από τις έως τότε. Ένιωθε μεγάλη ανυπομονησία, σαν ένα μικρό παιδί που περιμένει τα δώρα του κάθε βράδυ κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.