ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/Σουαντάκ

Σουαντάκ

Μιχάλης9 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Αλίμονο, πόσο ματαιόδοξοι και υπερφίαλοι είμαστε οι άνθρωποι! Ζούμε σε εποχές που, εξαιτίας της κολοσσιαίας ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας, θεωρούμε, εντελώς εγωιστικά και σχεδόν βλάσφημα, ότι έχουμε λύσει όλα τα μυστήρια του πλανήτη μας, πως έχουμε εξερευνήσει κάθε γωνιά του, όσο απρόσιτη και αν είναι και πως δεν υπάρχει τίποτε που να μην έχει φωτιστεί από το παγωμένο φως της επιστήμης.
Οι δορυφόροι μας, με τα προγράμματα παγκόσμιου εντοπισμού και φωτογραφήσεων που διαθέτουν και που μας τα προσφέρουν απλόχερα και φθηνά τόσο στους οικιακούς υπολογιστές μας όσο και στα κινητά μας τηλέφωνα, μας δίνουν την ψευδαίσθηση πως μπορούμε, όποια στιγμή θέλουμε, να έχουμε “ζωντανή” εικόνα από οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη.
Επιπλέον, με την εκρηκτική ανάπτυξη του διαδικτύου και τα εκατομμύρια των πληροφοριών που υπάρχουν εκεί μέσα, έχουμε την αφέλεια να νομίζουμε πως μέσα εκεί μπορούμε να συναντήσουμε ολόκληρη τη σοφία του κόσμου. Αλλά δεν είναι έτσι. Προσπαθήστε, για παράδειγμα, μέσω του διαδικτύου να βρείτε πληροφορίες για το “Σουαντακ”. Δεν θα βρείτε. Δεν υπάρχει καμία πληροφορία για το Σουαντάκ, με όποιον τρόπο και αν το γράψετε και σε οποιαδήποτε γλώσσα, εκτός από κάτι αποτελέσματα, ελάχιστα, που δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που είναι πραγματικά.
Εμένα το έφερε η μοίρα – δυστυχώς – να γνωρίσω καλά το Σουαντάκ και, πιστέψτε με, είναι μια γνώση που θα προτιμούσα να μην είχα αποκτήσει ποτέ, να μην είχα ακούσει ποτέ το φριχτό του όνομα. Αλλά ήταν γραφτό μου να έχω το δικό μου ρόλο, άχαρο βέβαια, σε εκείνη την αλλόκοτη ιστορία, τη γεμάτη τρόμο και αίμα και ήμουν προορισμένος εγώ να είμαι από τους ελάχιστους ανθρώπους που έχουν δει το Σουαντάκ και παραμένουν ζωντανοί. Όμως, ας προσπαθήσω να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά.
Πρώτα από όλα, “Σουαντάκ” είναι η φωνητική απόδοση του ονόματός του. Σωστότερα όμως γράφεται “Σου αν ντ΄ακ” και δεν γνωρίζω σε ποια γλώσσα αναφέρεται ούτε και τι σημαίνει. Πιθανότατα έτσι ονομάζει τον εαυτό του, στη δική του την καταραμένη γλώσσα, εγώ πάντως το διάβασα στα ελληνικά, σε ένα φρικιαστικό βιβλίο και από τότε ολόκληρη η ζωή μου άλλαξε.
Είμαι Λοχαγός του στρατού και η σκοτεινή αυτή ιστορία συνέβη πριν από ένα χρόνο, όταν με κάλεσε ο Διοικητής μου για να μου ανακοινώσει την επόμενη μετάθεσή μου. Ήμουν βέβαιος πως θα άφηνα την άνεση της Αθήνας και θα πήγαινα κάπου μακριά, όμως όταν διάβασα τον τόπο της μετάθεσής μου θεώρησα πως η τύχη μου είχε τελειώσει. Με διόριζαν υπεύθυνο αξιωματικό σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο, ψηλά στα σύνορα, το οποίο το είχαν εγκαταλείψει για χρόνια αλλά είχαν αποφασίσει να το λειτουργήσουν ξανά.
Κοίταξα το χάρτη και δεν μπόρεσα να βρω την τοποθεσία, την οποία δεν θα αποκαλύψω, όπως και δεν θα σας δώσω στοιχεία για τον καταραμένο εκείνο τόπο. Δεν παύω να είμαι αξιωματικός ακόμα και όλες αυτές οι πληροφορίες είναι απόρρητες, οπότε θα δικαιολογήσετε, πιστεύω την όποια μυστικοπάθειά μου…
Πέρασα τις επόμενες ημέρες προσπαθώντας να οργανώσω κάπως το φυλάκιο, μιας και θα έπρεπε ουσιαστικά να λειτουργήσει από την αρχή, οπότε είχα σειρά συναντήσεων με ανώτερους αξιωματικούς από διάφορους κλάδους, ενώ ταυτόχρονα ενημερώθηκα και για τους στρατιώτες που θα είχα μαζί μου. Τρία πράγματα μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση τότε. Πρώτον ο εξαιρετικά λεπτομερής σχεδιασμός και η οργάνωση της επαναλειτουργίας του φυλακίου, δεύτερον ο υπερσύγχρονος και πρωτόγνωρος για τα δεδομένα μας εξοπλισμός και τρίτον η επιλογή των δέκα στρατιωτών που θα είχα μαζί μου.
Διαβάζοντας τους φακέλους τους παρατήρησα πως ήμουν ο λιγότερο μορφωμένος, μιας και ανάμεσά τους βρίσκονταν ειδικοί ηλεκτρονικοί, ένας γιατρός με ειδίκευση στην παθολογοανατομία και την ιατροδικαστική, ένας βιολόγος με μεταπτυχιακό στη μοριακή βιολογία και γενετική, ένας θεολόγος με ειδίκευση στη συγκριτική θρησκειολογία, ένας αστροφυσικός και ένας ειδικός στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Περισσότερη εντύπωση από όλους αυτούς, όμως, μου έκανε ο πλέον νεαρός, ένα παιδί 25 χρονών που είχε μόνο βασική εκπαίδευση αλλά είχε δηλώσει, αρκετά περίεργα ομολογώ, ότι ασχολούνταν με τον αποκρυφισμό και τη μαγεία και, όπως έμαθα, από όσα στρατόπεδα είχε περάσει τον θεωρούσαν ως μια εξαιρετικά περίεργη προσωπικότητα τόσο που στο Κέντρο Εκπαίδευσης είχαν ζητήσει ψυχιατρική εκτίμησή του. Οι ψυχίατροι που τον εξέτασαν, όμως, τον βρήκαν απόλυτα φυσιολογικό, οπότε όλα αποδόθηκαν στην εκκεντρικότητα του χαρακτήρα του. Άλλωστε ποτέ δεν προκάλεσε το παραμικρό πρόβλημα στην έως τότε θητεία του.
Έκλεισα τους φακέλους προβληματισμένος. Είναι γνωστό πως το επίπεδο των στρατιωτών έχει αλλάξει πολύ, μιας και πλέον ο οποιοσδήποτε λαμβάνει μόρφωση σημαντικού επιπέδου αλλά όλη εκείνη η συνάθροιση εξειδικευμένων επιστημόνων με έκανε να νιώθω άβολα και, η αλήθεια είναι και αρκετά μειονεκτικά. Η παράξενη αίσθηση που είχα, εντάθηκε πολύ περισσότερο όταν είδα όλον εκείνο τον σύγχρονο εξοπλισμό, που δεν καταλάβαινα σε τι ακριβώς αποσκοπούσε και περιλάμβανε μηχανήματα που δεν είχα ξαναδεί αλλά και δεν επιτρέπεται να σας τα περιγράψω. Μπορώ μόνο να πω ότι τα περισσότερα από αυτά ήταν μηχανισμοί παρακολούθησης και συστήματα ασφαλείας που μόνο σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας ίσως να έχουμε δει και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ο Στρατός που ξέρω, δεν τα χρησιμοποιεί.
Για αρκετές ημέρες πέρασα ειδικά σεμινάρια από υψηλά ιστάμενους, μερικοί από τους οποίους δεν ήταν καν Έλληνες. Με δίδαξαν από την αρχή τους κανόνες διοίκησης, αρκετά διαφορετικούς και με κατατόπισαν πάνω στη λειτουργία των μηχανημάτων, τα οποία τελικά δεν ήταν τόσο δύσκολα από πλευράς χειρισμού, όσο είχα αρχικά φανταστεί.
Έπειτα, για περίπου δέκα ημέρες, κάναμε ομαδικά σεμινάρια με τους στρατιώτες μου και περάσαμε από λεπτομερείς ιατρικές εξετάσεις. Πιο πολύ από όλους, προσπάθησα να πλησιάσω τον μικρό αποκρυφιστή αλλά η αλήθεια είναι πως κατάλαβα αμέσως γιατί τον θεωρούσαν παράξενο. Ήταν μονίμως σοβαρός και λιγομίλητος, ενώ κάποιες φορές απομακρυνόταν από τους υπόλοιπους και με κλειστά τα μάτια μουρμούριζε φράσεις που έμοιαζαν με ποιήματα ή προσευχές. Και όταν μας έδειξαν σε έναν χάρτη την ακριβή τοποθεσία του φυλακίου, σήκωσε το φρύδι, αναστέναξε και δεν είπε τίποτα, σε αντίθεση με τους άλλους που έκαναν ένα σωρό ερωτήσεις.
Η αναχώρησή μας ορίστηκε για δυο μέρες αργότερα. Θα πηγαίναμε εκεί με ένα τζιπ και ένα φορτηγό, ενώ ο εξοπλισμός είχε σταλεί μερικές ημέρες νωρίτερα. Μας δόθηκε άδεια για να ετοιμαστούμε, αφού μας ενημέρωσαν πως τουλάχιστον για τους επόμενους δύο μήνες δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε άδειες και μας έδωσαν τα σχετικά φύλλα πορείας…

Εκμεταλλεύτηκα τη διήμερη άδεια για να κάνω μια μικρή εκδρομή με την αρραβωνιαστικιά μου, την οποία δεν θα έβλεπα για καιρό. Όταν αποχαιρετιστήκαμε, μια παράξενη και αδικαιολόγητη θλίψη βάρυνε την καρδιά μου. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έφευγα μακριά της αλλά αυτή τη φορά ένιωθα τόσο άσχημα που δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Και εκείνη όμως, παρά το ότι δεν είναι θρησκευόμενη, μου έδωσε μια μικρή εικόνα της Παναγίας και, πράγμα παράδοξο για εμένα μιας και δήλωνα άθεος, τη δέχτηκα και την έβαλα στην τσέπη μου, φιλώντας τη κρυφά.
Το ίδιο πρωί, στις έξι ακριβώς, πήγα στο στρατόπεδο και έκανα μια τελευταία επιθεώρηση. Οι στρατιώτες παρατάχθηκαν και, χαιρετώντας τους βαθμοφόρους που είχαν μαζευτεί για τις τελευταίες οδηγίες, ανέβηκαν στο φορτηγό. Επικρατούσε μια παράξενη ησυχία και όλα έγιναν σιωπηλά, με κάθε τάξη και σοβαρότητα. Οι αξιωματικοί μας χαιρέτησαν σκυθρωποί και σοβαροί και οι στρατιώτες μου ήταν αγέλαστοι και αυτοί.
Περισσότερο από όλους μας όμως, ανέκφραστος ήταν ο νεαρός αποκρυφιστής, που είχε οριστεί για οδηγός στο τζιπ μου και όσο και αν προσπάθησα στη διαδρομή να ξεκινήσω κάποια κουβέντα, παρέμενε σιωπηλός και σκεφτικός.
Φεύγοντας από την Αθήνα κατευθυνθήκαμε βόρεια, ακολουθώντας για εκατοντάδες χιλιόμετρα την Εθνική Οδό, για να την αφήσουμε λίγο μετά τη Θεσσαλονίκη και να ακολουθήσουμε επαρχιακές οδούς. Οι απέραντες πεδιάδες σύντομα έδωσαν τη θέση τους σε πανέμορφα δάση κωνοφόρων, καθώς ο δρόμος άρχισε σιγά αλλά σταθερά να ανηφορίζει. Ανεβαίναμε τους ορεινούς όγκους των βουνών και ο καιρός, από ηλιόλουστος αλλά κρύος, έγινε συννεφιασμένος. Μετά από ένα ορισμένο υψόμετρο άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες χιονιού και πριν περάσει πολλή ώρα ολόκληρο το τοπίο έγινε λευκό.
Σταματήσαμε για λίγο και οι στρατιώτες, σαν μικρά παιδιά, άρχισαν να παίζουν με το χιόνι. Γρήγορα όμως τους υποχρέωσα να σταματήσουν, για να μη δώσουμε στόχο στους περαστικούς αλλά τότε μόνο διαπίστωσα ότι εδώ και πολλά χιλιόμετρα δεν είχαμε συναντήσει κανέναν. Κοίταξα προσεκτικά το δρόμο για λίγο και μετά πήρα κι εγώ μέρος στο παιχνίδι με το χιόνι, παραδομένος σε μια παρόρμηση που την είχα ανάγκη, γιατί έως τότε το ταξίδι μας ήταν λες και το κάλυπτε ένα δυσοίωνο πέπλο απαισιοδοξίας που είχε πλακώσει τις ψυχές μας. Εκείνη, από όσο θυμάμαι τώρα, πρέπει να ήταν και η τελευταία φορά που γελάσαμε…
Συνεχίσαμε το ταξίδι μας, μουσκεμένοι από το χιόνι αλλά με κάπως καλύτερη διάθεση. Ο δρόμος τώρα βρισκόταν πολύ ψηλότερα και κάτω, μέχρι εκεί που έβλεπαν τα μάτια μου υπήρχαν μόνο χιονισμένες οροσειρές και πουθενά το παραμικρό σημάδι ανθρώπινης παρουσίας. Μία ώρα αργότερα τα βουνά είχαν πλησιάσει σε απόσταση που μόνο ένας πολύ στενός γκρεμός μας χώριζε και σε κάποιο σημείο ο δρόμος περνούσε ανάμεσα από δυο βουνά που το ένα λες και στηριζόταν επάνω στο άλλο. Μόλις βγήκαμε από την άλλη πλευρά, ένα οροπέδιο φάνηκε στα μάτια μας, γεμάτο λίμνες και σπίτια που πρόβαλαν εδώ κι εκεί. Ο δρόμος άρχισε επιτέλους να κατηφορίζει φιδογυρίζοντας στην πλαγιά και τα σύννεφα, αραιότερα στο σημείο εκείνο, επέτρεψαν στις ακτίνες ενός δειλού ήλιου να μας φωτίσουν.
Διασχίσαμε το οροπέδιο εκείνο, περνώντας μέσα από τα μικρά χωριά του και πότε πότε γέρικες φιγούρες ξεπρόβαλαν από τα φτωχά σπίτια και μας κοιτούσαν γεμάτες περιέργεια. Η κατεύθυνσή μας τότε έγινε βόρεια, απευθείας προς την απέναντι οροσειρά, η οποία αποτελούσε τα σύνορα της Ελλάδας. Ο ήλιος είχε δύσει προφανώς πίσω από τα σύννεφα και σκοτείνιαζε όταν φτάσαμε στο τελευταίο πριν από το φυλάκιο χωριό. Αυτό είχε προβλεφθεί από το επιχειρησιακό σχέδιο, για αυτό και θα διανυκτερεύαμε στο χωριό εκείνο και πολύ νωρίς το πρωί θα συνεχίζαμε για να καλύψουμε τα υπόλοιπα 20 χιλιόμετρα που μας χώριζαν από το φυλάκιο. Η απόσταση εκείνη δεν μπορούσε να καλυφθεί με σκοτάδι, γιατί ο δρόμος ήταν εξαιρετικά δύσβατος και, για την ακρίβεια, δεν θα μπορούσαμε να πηγαίνουμε πολύ συχνά στο χωριό, παρά μόνο όταν θα χρειαζόμασταν εφόδια και τρόφιμα.
Στο χωριό μας περίμενε ο πρόεδρος που μας δέχτηκε χωρίς να δείχνει και πολύ μεγάλη προθυμία, ωστόσο είχε φροντίσει να εξασφαλιστεί καθαρό και ζεστό κατάλυμα για τους στρατιώτες καθώς και σπιτικό φαγητό, το οποίο τίμησαν δεόντως αν και δεν επέτρεψα να πιούν κρασί. Ο πρόεδρος, ωστόσο, με παρακάλεσε να τους αφήσω, γιατί το κρασί θα έκανε καλό εκείνη την κρύα νύχτα και, για χάρη του, έδωσα τη συγκατάθεσή μου και ήπια κι εγώ ένα ποτηράκι.
Μόλις οι στρατιώτες κοιμήθηκαν, ο πρόεδρος με προσκάλεσε να τελειώσουμε το κρασί μας κι εγώ, που δεν μου κολλούσε ύπνος παρά το πολύωρο ταξίδι που είχε ξεπεράσει τις δώδεκα ώρες, έμεινα μαζί του και συζητήσαμε πολύ.

Oπρόεδρος ήταν ένας τυπικός Έλληνας της επαρχίας. Σαφής στο λόγο του, κοφτός, ντόμπρος σε όλα του, έλεγε αυτό που πίστευε και δεν δεχόταν να τον κοροϊδεύεις. Από την πρώτη στιγμή μου είπε και δεν δέχτηκε καμία δικαιολογία ότι όλη εκείνη η επιχείρηση του φαινόταν ύποπτη. Λίγες ημέρες πριν μια τεράστια δύναμη του Στρατού, αποτελούμενη και από πολλούς με πολιτικά, που έμοιαζαν ξένοι, είχε επισκεφτεί την περιοχή με μεγάλα καμιόνια και πολλά φορτηγά, ενώ μαύρα ελικόπτερα χωρίς διακριτικά πετούσαν συνεχώς, μέρα και νύχτα. Ο δρόμος που οδηγούσε στο εγκαταλελειμμένο φυλάκιο είχε αποκλειστεί από χαμηλά από πάνοπλους άντρες, αν και οι χωρικοί ποτέ δεν πλησίαζαν εκείνο το χωματόδρομο, εκτός από τους βοσκούς που κι εκείνοι όμως έβοσκαν τα κοπάδια τους αρκετά μακριά και ποτέ καθένας μόνος του, μόνο μαζεύονταν τέσσερις πέντε μαζί.
Γιατί οι χωρικοί τη φοβόντουσαν εκείνη την περιοχή από πολύ παλιά και τη θεωρούσαν καταραμένη, ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στην εγκατάλειψη του φυλακίου, για τα οποία όμως ο Πρόεδρος δεν μίλησε αναλυτικά αλλά μόνο μέσα από υπονοούμενα. Με σοβαρό ύφος είπε ότι το φυλάκιο δεν εξυπηρετούσε κανέναν απολύτως σκοπό φύλαξης, αν και βρισκόταν επάνω στα σύνορα και αυτό γιατί οι λαθρομετανάστες φοβούνταν να περάσουν από εκείνα τα δύσβατα, άγρια μέρη που τα φυλούσε ο τρόμος και προτιμούσαν να κάνουν μια παράκαμψη δεκάδων χιλιομέτρων, ώστε να έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο τις δυσκολίες των ορεινών όγκων και τίποτε άλλο.
Στην ερώτησή μου σχετικά με το ποιος τρόμος φυλούσε εκείνα τα μέρη ο Πρόεδρος σιώπησε και για αρκετή ώρα έπινε το κρασί του και κάπνιζε το τσιγάρο του χωρίς να μιλάει. Έπειτα μίλησε αρκετή ώρα για τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες του παλιού καιρού, που ακόμα και σήμερα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά και ήταν αυτές που έριχναν το τρομώδες πέπλο τους σε εκείνη την περιοχή, θεωρώντας την καταραμένη από εποχές ήδη λησμονημένες. Γιατί υπήρχε μια παλιά παράδοση ότι τον αρχαίο καιρό, σε εκείνη την άγρια περιοχή υπήρχε το βασίλειο των Λιμναίων, ενός μυστηριώδους λαού που ήταν κυριολεκτικά ένα με τη φύση και δεν άφησαν ίχνη του πολιτισμού τους, τουλάχιστον σύμφωνα με την επίσημη αρχαιολογία. Εκείνοι λάτρευαν κακόβουλες θεότητες μιας άγνωστης θεολογίας και τιμούσαν ιδιαίτερα το γεννήτορά τους, έναν ημίθεο που ονόμαζαν Σουαντάκ, όσο τουλάχιστον είχαν την ικανότητα να μιλούν ακόμα με τον ανθρώπινο τρόπο. Φόβος και τρόμος ήταν για την περιοχή και πολλά υπέφεραν οι άνθρωποι εξαιτίας τους, ώσπου χάθηκαν ξαφνικά και σχεδόν αναίτια. Αλλά ο τρόμος που άφησαν πίσω τους πέρασε στο συλλογικό ασυνείδητο των ανθρώπων και η φρικιαστική μνήμη τους παρέμεινε μέσα στα παραμύθια και τις παραδόσεις της περιοχής και οι θρύλοι επέζησαν ακόμα και ως την εποχή της τεχνολογίας και της επιστήμης. Με τους ίδιους θρύλους μεγάλωσε και ο Πρόεδρος, τους ίδιους και χειρότερους άκουγαν και οι δικοί του οι γονείς και οι γονείς των γονιών του…
Στην ερώτησή μου αν ο ίδιος πίστευε σε όλα αυτά, ένας άνθρωπος που για τα δεδομένα της περιοχής του θεωρούνταν μορφωμένος, μου απάντησε πως η επιστήμη των ανθρώπων έχει την ψευδαίσθηση πως έχει απαντήσεις για όλα, ακόμα και για θέματα που ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να ερευνήσει. Όσο όμως απαξιούσε να ασχοληθεί, θα παρέμενε μια ατελής και αρκετά παιδαριώδης γνώση.
Πάντοτε ήμουν άνθρωπος ορθολογιστής, με απόλυτη πίστη στην επιστήμη και τη Λογική αλλά δεν θα έμπαινα στον κόπο να αναλύσω τη σκέψη μου σε έναν άνθρωπο που καταλάβαινα πως ήταν προκατειλημμένος. Προσπάθησα απλά, με λογικές ερωτήσεις να τον κάνω να καταλάβει πως όλες αυτές οι παραδόσεις είναι μύθοι που η ψυχολογία έχει ήδη αποσαφηνίσει αλλά ομολογώ πως οι απαντήσεις του τελικά έκαναν εμένα να αρχίσω να αμφιβάλω. Τον ρώτησα πως εξηγούσε το, εάν όλα αυτά ήταν αληθινά, ο στρατός αποφάσισε να επαναλειτουργήσει το φυλάκιο, δαπανώντας τόσα πολλά χρήματα και στέλνοντας εκεί απλούς φαντάρους. Η ερώτησή μου είχε παγίδα. Για να απαντήσει, θα έπρεπε να μου αποκαλύψει για ποιο λόγο έκλεισε πριν περίπου είκοσι χρόνια το φυλάκιο, όμως εκείνος ήταν ήδη αποφασισμένος να μην αποκαλύψει τίποτα.
Μου είπε, λοιπόν, πως όπως μια επιχείρηση χρησιμοποιείται ως βιτρίνα για να καλύψει άλλες, σκοτεινότερες δοσοληψίες, έτσι υπήρχε περίπτωση – και μου τόνισε τη λέξη περίπτωση – η επαναλειτουργία του φυλακίου ως δήθεν σημείο εντοπισμού των λαθρομεταναστών να αποτελούσε κάλυψη για κάποια άλλη επιχείρηση. Η ανάθεση της επιχείρησης αυτής στο Στρατό ίσως και να έγινε επειδή, εκ των πραγμάτων, ο Στρατός τελεί υπό συνθήκες απορρήτου και ερευνητές και δημοσιογράφοι μένουν εκτός έρευνας σε ό,τι τον αφορά. Και, όπως όλοι οι σωστοί επενδυτές, προφανώς ξοδεύουν τόσα χρήματα επειδή τα οφέλη από την επιχείρηση είναι ακόμη μεγαλύτερα.

Η επιλογή απλών στρατιωτών και εμένα, του ανίδεου Λοχαγού, έγινε προφανώς για λόγους μυστικότητας, ώστε να μπορέσει ο Στρατός να αρνηθεί την οποιαδήποτε γνώση, σε περίπτωση που διέρρεε κάτι σχετικό με την αποστολή αλλά ίσως και για άλλους λόγους που δεν μπορούμε να ξέρουμε. Πάντως μου είπε ότι θα διαπίστωνα κι εγώ από την επομένη ότι, από το σημείο που ήταν χτισμένο το φυλάκιο δεν υπήρχε καμία περίπτωση εισβολής στη χώρα μας ή διέλευσης λαθρομεταναστών, επομένως σε άλλα αίτια θα έπρεπε να αποδώσουμε τη λειτουργία του και όχι στη συνοριοφύλαξη. Για αυτά τα αίτια όμως αρνήθηκε να μου μιλήσει ή έστω να κάνει υποθέσεις, γιατί είπε πως έτσι κι αλλιώς δεν είχε κανένα δεδομένο, απλά διατύπωνε προβληματισμούς.
Είπε όμως ότι όταν η επιχείρηση τελείωσε πριν από μερικές ημέρες, τον επισκέφτηκε ένα κλιμάκιο από αξιωματικούς και του ζήτησε να φιλοξενήσει εμένα και τους στρατιώτες μου, όπως και να μας παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια του ζητούσαμε τον επόμενο χρόνο, σε ζητήματα κυρίως τροφοδοσίας και σίτισης, χωρίς να ζητήσει αμοιβή από εμάς. Για το σκοπό αυτό του κατέθεσαν ένα εξαιρετικά σεβαστό ποσό, για να καλύψει τις ανάγκες μας.
Βλέποντας ότι δεν ήταν πρόθυμος να μου λύσει τις απορίες μου, τον ρώτησα και μου έδωσε πολλές πληροφορίες για την τοποθεσία. Εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι μου τόνισε, όπως ακριβώς μου είχαν τονίσει και στο επιχειρησιακό σχέδιο, ότι δεν θα έπρεπε να απομακρυνθούμε από το φυλάκιο κατά τις ώρες που πέφτει η νύχτα και οποιαδήποτε κίνησή μας θα γίνεται μόνο τις ώρες που υπάρχει φως. Δεν θα έπρεπε να είμαστε στο δρόμο στο ημίφως ή το σκοτάδι, για οποιονδήποτε λόγο, επί ποινή σημαντικής τιμωρίας. Αυτό μου είχε κάνει εντύπωση γιατί οι λαθρομετανάστες, τους οποίους υποτίθεται πως έπρεπε να συλλαμβάνουμε, συνήθως προτιμούν το σκοτάδι για κάλυψη. Αυτές ήταν οι διαταγές μου, όμως και όφειλα να υπακούσω.
Η ώρα είχε περάσει, όμως και όταν κάπνισα το τελευταίο μου τσιγάρο, καληνύχτισα τον Πρόεδρο. Σε τρεις ώρες θα έπρεπε να ξυπνήσουμε και να συνεχίσουμε το δρόμο μας. Μόλις φτάναμε στο Φυλάκιο θα επικοινωνούσα με τη Διοίκηση. Παράξενο, αλλά εκεί κοντά δεν υπήρχε κανένα στρατόπεδο και το κοντινότερο φυλάκιο απείχε περισσότερο από 50 χιλιόμετρα. Εμείς όμως υπαγόμασταν απευθείας στην Αθήνα. Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ πως όντως υπήρχαν ορισμένες στρατιωτικές παράμετροι του σχεδίου που δεν ήταν συνηθισμένες. Δεν μπορώ, για τους γνωστούς λόγους να τις εκθέσω αλλά όντως ήταν μη συνηθισμένες. Οι ανώτεροί μου, όμως, ήξεραν τι έκαναν. Ο δικός μου ρόλος δεν ήταν να αξιολογήσω το σχεδιασμό τους αλλά να τον υλοποιήσω και αν το κατόρθωνα, μου είχαν πει ότι με περίμενε προαγωγή σε Αντισυνταγματάρχη, χωρίς την απαραίτητη αναμονή. Και αυτό το γεγονός είναι από μόνο του παράξενο…

Η αναχώρησή μας την επόμενη ημέρα έγινε σε ακόμη πιο βαρύ κλίμα, καθώς είχαν μαζευτεί οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού και με αυστηρά και σοβαρά πρόσωπα μας παρακολουθούσαν να κάνουμε τις τελευταίες ετοιμασίες. Ευχαρίστησα τον Πρόεδρο για τη φιλοξενία κι εκείνος που έσφιξε το χέρι σχεδόν με συγκίνηση. Έδωσα εντολή στους στρατιώτες να ανέβουν στα οχήματα, όμως εκείνη τη στιγμή μια γυναίκα πέρασε μέσα από το πλήθος που με σεβασμό της άνοιξε δρόμο. Ήρθε μπροστά μου, με κοίταξε και άπλωσε το χέρι της δίνοντάς μου ένα μικρό βάζο και έναν φάκελο. “Όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει, θα δεις ότι δεν είναι ένα απλό αλάτι αυτό στο βάζο. Να τα έχεις πάντα μαζί” μου είπε με σοβαρή φωνή και ήταν τέτοιο το ύφος της που με έπεισε και τα έβαλα στη μέσα τσέπη της στολής μου και τα φύλαξα εκεί για καιρό.
Ξεκινήσαμε και οι σοβαρές φιγούρες μας κοίταζαν αμίλητες, μέχρι που αφήσαμε πίσω μας το χωριό και διασχίσαμε το βορεινό τμήμα του οροπεδίου. Μετά από μια διαδρομή περίπου είκοσι χιλιομέτρων μέσα σε μικρές λίμνες, που είχαν προφανώς σχηματιστεί από τις έντονες βροχοπτώσεις, μιας και δεν είδαμε κανένα ποτάμι, πήραμε τον ανηφορικό δρόμο που φιδογύριζε στα βουνά εκείνα που δεν είχαν όνομα. Λίγο αργότερα, όταν πια κάθε θέα του χωριού και του οροπεδίου είχε χαθεί από τα μάτια μας, βρεθήκαμε να ανηφορίζουμε το χωματόδρομο που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά από ένα βαθύ φαράγγι, στο βάθος του οποίου κυλούσε ένας χείμαρρος. Τα χιόνια είχαν φτάσει ως χαμηλά αλλά δεν έκλειναν το δρόμο. Βλέπαμε όμως σε μεγάλο ύψος τις κορυφές των κατάφυτων βουνών να είναι σκεπασμένες με λευκό πέπλο και σύντομα άρχισε να κάνει ανυπόφορο κρύο. Ο χείμαρρος τώρα κυλούσε ανάμεσα σε μεγάλα κομμάτια πάγου και χιονιού και η βουή του ήταν ο μόνος θόρυβος εκτός από τις μηχανές των οχημάτων μας. Τα δυο βουνά είχαν πλησιάσει πολύ και το φαράγγι είχε βαθύνει. Ο δρόμος μας ήταν μια λεπτή ταινία ανάμεσα στο τίποτα και η ατμόσφαιρα, παρά την υπέροχη εξοχή, σύντομα έγινε κλειστοφοβική και επηρέασε τη διάθεσή μας.
Κοίταξα το κινητό μου. Δεν υπήρχε καθόλου σήμα. Πάντοτε με φόβιζε να είμαι σε μέρος που δεν πιάνει το κινητό αλλά σκέφτηκα πως από το φυλάκιο θα είχαμε τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και αυτή η σκέψη αποδείχτηκε αρκετά παρήγορη. Μισή ώρα αργότερα τα βουνά απομακρύνθηκαν κάπως και οι όχθες του χειμάρρου μεγάλωσαν. Και ήταν τότε που στη δεξιά πλευρά του βουνού, σε ένα ύψωμα δίπλα από τον χείμαρρο, είδαμε ένα κτίριο να φαίνεται σαν φωλιά επάνω στον κάθετο βράχο. Ήταν το φυλάκιο που θα περνούσαμε τους επόμενους μήνες, χαμένο μέσα στο πουθενά, το μοναδικό δείγμα πολιτισμού στο βασίλειο της μοναξιάς.
Ήταν ένα μεγάλο κτίριο δύο ορόφων, με συρματόπλεγμα περιμετρικά του και στην πλευρά του χειμάρρου υπήρχε ένα ψηλό, γύρω στα δέκα μέτρα παρατηρητήριο χωρίς πόρτα, το οποίο προφανώς ήταν η σκοπιά για την οποία είχαν μιλήσει με τους ανωτέρους. Κατέβηκα και άνοιξα τη σιδερένια πόρτα με τα κλειδιά που μου είχαν δοθεί. Τα οχήματα μπήκαν μέσα και άραξαν, ενώ οι στρατιώτες κατέβηκαν ένας ένας και όλοι μαζί παρατηρήσαμε το φυλάκιο με περισσότερη προσοχή.

Πρώτα από όλα, με έκπληξη είδαμε πάνω στο συρματοπλεγμένο φράχτη ότι υπήρχαν ταμπέλες προειδοποίησης πως ήταν ηλεκτροφόρος. Τέτοιοι φράχτες δεν συνηθίζονται βάση καταστατικού. Επίσης, ο όρχος που σταθμεύσαμε τα οχήματα μπροστά του, λειτουργούσε με ηλεκτρονικό κλείδωμα, ώστε τα οχήματα να μη μένουν εκτεθειμένα. Για αυτά δεν μας είχαν ενημερώσει.
Έπειτα, όλο το κτίριο δεν είχε παράθυρα παρά μόνο από μια μικρή χαραμάδα σε κάθε του όροφο, από την οποία ίσα που θα μπορούσε να κοιτάξει ένας άνθρωπος. Η κεντρική του είσοδος άνοιγε και έκλεινε με ηλεκτρονικό μηχανισμό, τον κωδικό του οποίου μου είχαν δώσει σε σφραγισμένο φάκελο. Πάτησα τους κωδικούς και η βαριά κεντρική πόρτα του φυλακίου άνοιξε, συρόμενη στον εξωτερικό τοίχο, για να μας αποκαλύψει το εσωτερικό του φυλακίου που κυριολεκτικά μας άφησε άφωνους.
Γιατί μέσα τα πάντα αποτελούσαν την τελευταία λέξη της υψηλής τεχνολογίας και ανάμεσά τους υπήρχαν πολλά εξειδικευμένα μηχανήματα που οι στρατιώτες μου, αναλόγως της ειδίκευσης στη συγκεκριμένη επιστήμη του καθενός, τα αναγνώρισαν και τα θαύμασαν. Στον προθάλαμο υπήρχαν μηχανήματα ελέγχου της θερμοκρασίας, της υγρασίας και μια συσκευή που με τηλεόραση παρακολουθούσε ολόκληρο το προαύλιο. Στο επόμενο δωμάτιο ήταν ο θάλαμος των οπλιτών, ευρύχωρος και άνετος αλλά χωρίς παράθυρα. Δεξιά του ήταν η κουζίνα, αριστερά τα λουτρά και ευθεία, ανοίγοντας μια συρόμενη πόρτα επίσης, ήταν το προσωπικό μου γραφείο και δωμάτιο. Από μια καταπακτή που υπήρχε στη γωνία του θαλάμου των οπλιτών, κατέβηκα στο υπόγειο, το οποίο ήταν χωρισμένο σε δυο διαμερίσματα. Στο ένα ήταν ένα πλήρως εξοπλισμένο ιατρείο – εργαστήριο και στο άλλο υπήρχαν επίσης αρκετά γραφεία με ακόμα πιο πολύπλοκα μηχανήματα και υπολογιστές, που δεν μου επιτρέπεται να περιγράψω. Εκεί βρισκόταν επίσης και μια σήραγγα που οδηγούσε υπογείως στο παρατηρητήριο της αυλής, καθώς και το κέντρο ελέγχου που λάμβανε εικόνα από τις κάμερες του χώρου.
Τα πάντα ήταν ιδιαίτερα φροντισμένα, οι φοριαμοί των στρατιωτών ήταν γεμάτοι με ρούχα αλλά και αλεξίσφαιρα γιλέκα, υπήρχαν όπλα που δεν χρησιμοποιούνται από στρατιώτες κανονικά. Η κουζίνα είχε τρόφιμα που χοντρικά θα μας έφταναν για μερικούς μήνες χωρίς να ανεφοδιαστούμε, καθώς τα πάντα ήταν κατεψυγμένα, ακόμα και το ψωμί. Όλα είχαν μελετηθεί προσεκτικά και τα πάντα είχαν ληφθεί υπόψη με ιδιαίτερη σημασία στις λεπτομέρειες.
Όμως όλα αυτά δεν ήταν φυσιολογικά. Δεν έχω υπόψη μου κανένα φυλάκιο στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό που να μοιάζει με εκείνο που ζήσαμε τις εφιαλτικότερες στιγμές της ζωής μας. Περισσότερο έμοιαζε σαν επιστημονικό εργαστήριο, όμοιο με εκείνα που βλέπουμε στον κινηματογράφο, παρά με συνοριακό σταθμό ελέγχου των λαθρομεταναστών. Η ατμόσφαιρά του, με την έλλειψη παραθύρων και παρά τον άψογο εξαερισμό, ήταν κλειστοφοβική και ο όλος σχεδιασμός του με έκανε να νομίζω ότι είχε γίνει προκειμένου να κρατήσει έξω από το φυλάκιο κάποιον απροσδιόριστο αλλά μεγάλο κίνδυνο.
Βγαίνοντας έξω για να συντονίσω τη μεταφορά ορισμένων εφοδίων από τους στρατιώτες, κοίταξα καλά το τοπίο γύρω μου. Το φυλάκιο βρισκόταν στη δεξιά όχθη του χειμάρρου, ζωσμένο από ηλεκτροφόρα σύρματα. Δίπλα, σε ένα βάθος περίπου δέκα ή και παραπάνω μέτρων, έτρεχε ο χείμαρρος μέσα σε ένα φαράγγι που είχε δημιουργήσει η ροή του στο πέρασμα των αιώνων, ενώ στην κορυφή του βουνού, είδα εγκατεστημένες κεραίες, οι οποίες προφανώς εξυπηρετούσαν τις επικοινωνιακές μας ανάγκες. Διαπίστωσα τότε πως ο Πρόεδρος του χωριού, είχε δίκιο όταν έλεγε πως το Φυλάκιο δεν προστάτευε από λαθρομετανάστες. Τα βουνά ήταν ουσιαστικά πέτρινοι όγκοι αδιάβατοι και το μόνο πέρασμα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ήταν διαμέσου του χειμάρρου. Ωστόσο η ορμητικότητά του και το γεγονός ότι μέσα του υπήρχαν μυτερά κι επικίνδυνα βράχια, καθιστούσε και εκείνο το πιθανό πέρασμα αδιάβατο. Έπειτα, η υπερσύγχρονη και πανάκριβη τεχνολογία του, δεν δικαιολογούσε τη συνοριοφύλαξη. Προφανώς άλλος ήταν ο σκοπός της κατασκευής του, ο οποίος είχε κρατηθεί κρυφός ακόμη κι από εμένα, που είχα την ευθύνη των στρατιωτών, σε εκείνο το καταραμένο μέρος του κόσμου.
Όσο καθόμουν αμίλητος και προσπαθούσα, συγκρίνοντας τα όσα μου είπε ο Πρόεδρος με όσα είδαν τα μάτια μου και διάβασα και στο επιχειρησιακό σχέδιο, οι στρατιώτες τελείωσαν τις δουλειές και το φυλάκιο ξεκίνησε τη λειτουργία του μόλις οι ηλεκτρικές γεννήτριες ενεργοποιήθηκαν. Τότε, ένα βουητό μας έκανε να σηκώσουμε όλοι τα μάτια μας ψηλά.

Ένα μαύρο ελικόπτερο, χωρίς διακριτικά, έκανε την εμφάνισή του στον ουρανό και σε πολύ λίγα λεπτά, προσπερνώντας τις κορυφές των βουνών, ήρθε και προσγειώθηκε στην αυλή του φυλακίου. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας, μόλις η πόρτα του άνοιξε, κατέβηκε ένας πολύ γνωστός και ιδιαίτερα υψηλόβαθμος αξιωματικός. Οι στρατιώτες, αιφνιδιασμένοι, στάθηκαν προσοχή και χαιρέτησαν, ενώ εκείνος, με μια κίνηση του χεριού του, τους έκανε νόημα να συνεχίσουν τις δουλειές τους.
Μαζί με εμένα επιθεώρησε το φυλάκιο όπως το είχαμε ετοιμάσει και μου έκανε διάφορες ερωτήσεις σχετικά με το ταξίδι μας. Στη συνέχεια, απομονωθήκαμε στο γραφείο μου κι εκεί μου μίλησε περισσότερο ανοιχτά αλλά διατηρώντας και πάλι το μυστήριο, από το οποίο θα υπήρχε αρκετό τις ημέρες που θα ακολουθούσαν. Μου είπε ότι η αποστολή μας ήταν η παρεμπόδιση των λαθρομεταναστών να εισέλθουν στη χώρα μας αλλά ταυτόχρονα είχαμε και άλλη μια αποστολή, την οποία χαρακτήρισε ως άκρως απόρρητη. Δεν μου ξεκαθάρισε ποια ήταν η φύση της, μου είπε μόνο ότι θα έπρεπε να συλλέγουμε μια σειρά από επιστημονικά στοιχεία και να τα στέλνουμε σε μια ειδική υπηρεσία του Στρατού, που είχε σχηματιστεί ειδικά για αυτό το λόγο και λογοδοτούσε μόνο σε εκείνον. Τα στοιχεία αυτά υπήρχαν σε έτοιμες φόρμες μέσα στο λογισμικό των υπολογιστών μας και για αυτό το λόγο θα έπρεπε να του στέλνω αναφορές τρεις φορές την ημέρα, καθώς και όποτε έκρινα εγώ ότι έπρεπε να το κάνω. Μαζί με αυτά θα έπρεπε επίσης να στέλνω και αναφορά των πεπραγμένων για θέματα που δεν αφορούσαν στην αποστολή.
Στο έργο μου θα με βοηθούσαν οι στρατιώτες, οι οποίοι είχαν επιλεγεί με βάση την επιστημονική τους κατάρτιση, μιας και το πρόγραμμα δεν ήθελε να αξιοποιήσει ειδικευμένους αξιωματικούς, για λόγους που δεν μου ξεκαθάρισε. Μου έδωσε όμως και μερικές εντολές, τις οποίες έπρεπε ασυζητητί να εκτελώ ακόμα και αν δεν καταλάβαινα το σκοπό τους. Μέσα σε αυτές ήταν η καθημερινή παρατήρηση του χειμάρρου, η τοποθέτηση δύο σκοπών στον πύργο μόνο κατά τις νυχτερινές ώρες, η απαγόρευση εξόδου και εργασιών στην αυλή και γενικά στους ανοιχτούς χώρους του φυλακίου από το σούρουπο και μέχρι το λυκαυγές. Θα έπρεπε επίσης να υπάρχει ρεύμα στα ηλεκτροφόρα καλώδια κατά τις νυχτερινές ώρες και όποτε έλειπα εγώ προσωπικά από το φυλάκιο και σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε εγώ ή οι στρατιώτες να απομακρυνθούμε από το φυλάκιο, εκτός από τις περιπτώσεις που θα γινόταν Κίνηση προς το χωριό αν και κάτι τέτοιο προβλεπόταν να είναι σπάνιο, μιας και το φυλάκιο ήταν επαρκώς εφοδιασμένο για μερικούς μήνες.
Η συζήτησή μας κράτησε περίπου μία ώρα, την περισσότερη από την οποία μιλούσε εκείνος. Δεν απάντησε σε καμία από τις απορίες μου, οπότε σταμάτησα να του θέτω ερωτήματα. Φεύγοντας, μου είπε ότι κατά τις νυχτερινές ώρες επίσης, τα εξωτερικά φώτα του φυλακίου θα έπρεπε να είναι σβηστά, εκτός και αν χρειαζόταν για κάποιο λόγο να φωτίσουμε κάποιο σημείο με τους προβολείς του πύργου.
Βγήκε έξω, χαιρέτησε τους στρατιώτες κι εμένα δια χειραψίας και μπήκε στο μαύρο, χωρίς διακριτικά ελικόπτερο και σε δυο λεπτά τον χάσαμε από τα μάτια μας. Αυτή ήταν και η μοναδική επίσκεψη που θα είχαμε για αρκετό καιρό, μέχρι το βράδυ εκείνο που άλλαξαν όλα.

Οι επόμενες ημέρες κύλησαν χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο. Μέρα με τη μέρα μάθαμε πώς να χρησιμοποιούμε τα πολύπλοκα όργανα και τους υπολογιστές και, όπως μας είχε ζητηθεί, τρεις φορές την ημέρα στέλναμε τις αναφορές μας, που περιλάμβαναν δεδομένα όπως υγρασία, καιρικές συνθήκες, στάθμη του χειμάρρου, την οποία ειδικοί αισθητήρες που είχαν τοποθετηθεί τη μετρούσαν και την έστελναν στους υπολογιστές μας και άλλα δεδομένα που δεν μπορώ να αποκαλύψω αν και δεν μου έκαναν και πολύ μεγάλη εντύπωση. Οι δικές μου απόρρητες αναφορές περιλάμβαναν κυρίως τη συμπεριφορά και τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των στρατιωτών, στις οποίες αναφορές έπρεπε να καταγράφω το οτιδήποτε μου τραβούσε την προσοχή, χωρίς να αξιολογώ αν ήταν σημαντικό ή ανάξιο λόγου. Αυτό ήταν δουλειά των ψυχιάτρων και ψυχολόγων του Στρατού.
Κατά τα άλλα είχα οργανώσει τις εργασίες με τέτοιο τρόπο που κατά τις πρωινές ώρες όλοι οι στρατιώτες ασχολούνταν με το επιστημονικό μέρος της αποστολής μας ενώ τις νυχτερινές ώρες υπήρχαν δύο τρίωρες σκοπιές στον Πύργο, οι οποίες γίνονταν από δυο στρατιώτες σε κάθε βάρδια. Δεν έκανα εφόδους, άλλωστε τα πάντα καταγράφονταν σε κάμερες και δεν είχε δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα. Όλα ήταν υπερβολικά ήσυχα σε εκείνη την ξεχασμένη από το Θεό γωνιά και ήμουν σίγουρος πως πολύ σύντομα θα αρχίζαμε να βαριόμαστε.
Οι στρατιώτες από την άλλη έδειχναν να το διασκεδάζουν καθώς δεν ζούσαν μια αυστηρά στρατιωτική ζωή, αφού ο καθένας ήταν επιφορτισμένος με έναν ρόλο που ανταποκρινόταν στην επιστημονική του κατάρτιση. Περισσότερο έμοιαζαν με εργαζόμενους πάνω σε κάποιο πρόγραμμα, έστω και αν δεν γνώριζαν τι ακριβώς περιλαμβάνει. Ο μόνος που ήταν απόμακρος και έδειχνε να ανησυχεί για κάτι, ήταν ο νεαρός “αποκρυφιστής” ο οποίος, μη έχοντας κάποια συγκεκριμένη επιστημονική κατάρτιση, ήταν κυρίως επιφορτισμένος με τις λίγες σκοπιές, ενώ τις υπόλοιπες ώρες καθόταν κυρίως μόνος του και είτε κοιτούσε το ποτάμι είτε διάβαζε κάτι περίεργα βιβλία που δεν είχα ξαναδεί. Ανάμεσά τους ξεχώρισα βιβλία της
DionFortune
και της Έλενας Μπλαβάτσκι, ενώ είχε και κάποια άλλα που έμοιαζαν να είναι πολύ παλιά και είχαν σχήματα και σχέδια που δεν καταλάβαινα. Εκείνα όμως τα διάβαζε κυρίως απομονωμένος, τις ώρες που καθόταν μόνος του στην αυλή και έμοιαζε να κάνει κάτι σαν διαλογισμό. Προσπάθησα αρκετές φορές να τον προσεγγίσω αλλά ήταν απόμακρος αν και ευγενικός και ποτέ δεν δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα με τους υπόλοιπους στρατιώτες. Από τα λίγα που μου είπε κατάλαβα ότι ζούσε σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, ψηλά στα βουνά της Αργολίδας και πως είχε σπουδάσει γεωπονική, προκειμένου να ασχοληθεί με τα χωράφια του πατέρα του.
Έτσι λοιπόν κυλούσε ο χρόνος μας και τότε όλα έδειχναν πως οι μέρες θα περνούσαν και οι μήνες και σύντομα θα φεύγαμε όλοι μας από εκεί ψηλά, για να γυρίσουμε πίσω σε εκείνους που αγαπάμε. Πόσο ανώφελα αισιόδοξοι ήμασταν! Σύντομα θα καταλαβαίναμε πως υπάρχουν εφιάλτες από τους οποίους δεν είναι δυνατό να ξυπνήσει κανείς και πως ορισμένες Σκιές δεν κρύβονται στο φως της ημέρας. Θα παίρναμε μαζί μας εκείνο τον τρόμο που συναντήσαμε, όπου κι αν πηγαίναμε, ό,τι κι αν κάναμε και έμελλε ένα ποδόσφαιρο να είναι το πρελούδιο στον τρόμο…