ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/Το σπίτι της οδού Μακρυγιάννη

Το σπίτι της οδού Μακρυγιάννη

Μιχάλης10 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
« Ενοικιάζεται μονοκατοικία, επί της οδού Μακρυγιάννη, με πολύ χαμηλό ενοίκιο, λόγω ανάγκης. Επικοινωνήστε στο 69….». Ο Αχιλλέας είχε κυκλώσει την αγγελία και είχε κανονίσει το ραντεβού με τον ιδιοκτήτη γύρω στις έντεκα το πρωί. Επειδή ήταν νέος στην πόλη και δεν γνώριζε καλά τους δρόμους της, ζήτησε από τον ξενοδόχο να τον ξυπνήσει μία ώρα νωρίτερα αν και, λόγω της δουλειάς του, του ήταν πολύ δύσκολο να ξυπνάει τέτοιες ώρες. Πριν λίγο καιρό είχε τελειώσει το στρατιωτικό του και στην αρχή ήταν δύσκολο να βρει δουλειά, ευτυχώς όμως, ένας συνάδελφός του στο στρατό του είχε προτείνει να δουλέψει ως μπάρμαν στο μαγαζί που του άνηκε και ήταν μια δουλειά που άρεσε στον Αχιλλέα. Το πρόβλημα, όμως, ήταν ότι θα έπρεπε να φύγει από την Αθήνα και να πάει να ζήσει στο Α . Η ανάγκη του όμως να δουλέψει ήταν μεγάλη και τελικά έπεισε τον εαυτό του να πάει να ζήσει στην επαρχία. Θα τα κατάφερνε γιατί ο μισθός ήταν καλός, εξάλλου, όπως του είχαν πει, θα έβγαζε και κάτι παραπάνω από τα φιλοδωρήματα.

Κατέβηκε στη ρεσεψιόν, πήρε οδηγίες για το πως θα φτάσει στην οδό Μακρυγιάννη και όταν έφτασε διαπίστωσε ότι ήταν ένας σχετικά απομονωμένος δρόμος με λίγες μόνο πολυκατοικίες και μάλιστα όχι μακρυά από το κέντρο, που κατέληγε στο τέρμα του στο κάστρο της πόλης, ψηλά στο βουνό. Δεν ήταν δύσκολο να βρει τη μονοκατοικία, ήταν η μόνη που υπήρχε εκεί και στάθηκε να την κοιτάζει έπληκτος. Ήταν ένα διώροφο κτίριο, νεοκλασικού ρυθμού, με μεγάλη αυλή και δύο ψηλούς φοίνικες να στέκουν δεξιά και αριστερά της σκάλας που σε ανέβαζε στην κύρια είσοδο. Φαινόταν πως είχε χρόνια να ανακαινιστεί αλλά σε καμία περίπτωση δεν έδειχνε ετοιμόρροπη. Ήταν ένα υπέροχο σπίτι, έργο τέχνης θα έλεγε κανείς, αφού ακόμα και τα κάγκελα επάνω στο μικρό μαντρότοιχο ήταν δουλεμένα με τέχνη και μεράκι.

Στην εξωτερική είσοδο, ένας κύριος γύρω στα πενήντα, με γκρι σακάκι και γκριζοάσπρα μαλλιά τον περίμενε και πλησιάζοντάς τον του πρότεινε το χέρι σε μια αδύναμη χειραψία.

« Πρέπει να είστε ο κύριος Αχιλλέας, χαίρω πολύ», είπε με σιγανή και σχεδόν κουρασμένη φωνή. «Εγώ είμαι ο Παναγιώτης». Ο Αχιλλέας του έσφιξε ελαφρώς το χέρι. «Κύριε Παναγιώτη χαίρομαι για τη γνωριμία, ωστόσο κοιτάζοντας αυτό το υπέροχο σπίτι καταλαβαίνω πως μάλλον έκανα λάθος. Δεν διευκρινίζετε στην αγγελία ότι είναι τόσο μεγάλο και τόσο…καταπληκτικό…είμαι μόνος μου και αυτό ταιριάζει σε μια οικογένεια αλλά και πάλι μεγάλο θα ήταν, εκτός και αν η οικογένεια είχε και οδηγούς και υπηρέτες και μάγειρες, όπως βλέπουμε στις ταινίες.»

Ο κύριος Παναγιώτης χαμογέλασε. «Κάποτε είχε όλα αυτά που είπατε και ακόμα περισσότερα. Οι καιροί, όμως, άλλαξαν και τώρα αυτό το σπίτι είναι μόνο του. Μη βιάζεστε να απορρίψετε κάτι που δεν έχετε δει ούτε το εσωτερικό του ακόμα. Ελάτε μέσα να πιείτε έναν καφέ και μετά αποφασίζετε.»

Ο Αχιλλέας δεν μπόρεσε να αρνηθεί, αφού ο κύριος ήδη είχε γυρίσει και περπατούσε προς την είσοδο του κτιρίου. Ακολουθώντας τον διαπίστωσε ότι το σπίτι είχε στο πλαϊνό μέρος μεγάλα μπαλκόνια με κίονες δωρικού ρυθμού που στη βόρεια πλευρά τους έβλεπαν στον υπόλοιπο κήπο, στη μέση του οποίου υπήρχε ένα συντριβάνι με ένα αγαλματένιο αγγελάκι που κρατούσε στο στόμα του κάτι σαν τρομπέτα, από όπου προφανώς έβγαινε κάποτε το νερό. Τόσο το συντριβάνι όμως όσο και ο κήπος φαίνονταν να έχουν εγκαταληφθεί από καιρό. Και ήταν κρίμα για ένα τέτοιο σπίτι.

Το εσωτερικό του έδειχνε πάλι την ίδια εγκατάλειψη αλλά τίποτα δεν ήταν κατεστραμμένο. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος φθοράς ή υγρασίας, πράγμα περίεργο αφού οι τοίχοι ήταν επενδυμένοι με ξύλο ενώ ακόμα και η σκάλα ήταν από ξύλο, ακριβής μάλλον ποιότητας αλλά ο Αχιλλέας δεν γνώριζε το είδος του. Μετά το χώρο υποδοχής, όπου υπήρχε ένας καλόγηρος για τα ρούχα κι ένας καθρέφτης με ένα μικρό έπιπλο μπροστά του, στο δεξί μέρος ήταν το σαλόνι, μεγάλο όσο ένα δυάρι διαμέρισμα, με μεγάλα παράθυρα και βαριές πορφυρές κουρτίνες. Στη γωνία υπήρχε ένα τζάκι, αρκετά μεγάλο, με ένα γυναικείο πορτρέτο στην καπνοδόχο. Ολόκληρη η ατμόσφαιρα μύριζε παλιό και έρημο.

Στον επάνω όροφο υπήρχαν τρία μεγάλα υπνοδωμάτια και ένα μεγάλο, άδειο σχεδόν δωμάτιο, με μερικά έπιπλα σκεπασμένα με σεντόνι. Εντύπωση έκανε στον Αχιλλέα ότι, παρόλη την εγκατάλειψη, δεν υπήρχε ίχνος φθοράς ούτε δυσλειτουργίας στην ύδρευση ή στο ρεύμα. Δεν υπήρχε ούτε ένας ξεχασμένος ιστός αράχνης ούτε το παραμικρό ίχνος σκόνης επάνω στα βαριά, κλασικά έπιπλα. « Προφανώς το συντηρούν, ίσως και ο ίδιος ο κύριος Παναγιώτης» σκέφτηκε ακολουθώντας τον οικοδεσπότη του στο σαλόνι, όπου ήδη τον περίμενε έτοιμος ο ζεστός καφές και μερικά γλυκίσματα. Κάθισαν στις αναπαυτικές πολυθρόνες κοντά στο τζάκι και ήπιαν μερικές γουλιές καφέ, αμίλητοι για λίγο. Ο Αχιλλέας ήθελε να πει πως αποκλείεται η τσέπη του να άντεχε το ενοίκιο για ένα τέτοιο σπίτι και έψαχνε τρόπο να το διατυπώσει κομψά.
« Κύριε Παναγιώτη, το σπίτι είναι καταπληκτικό, εξίσου μέσα όπως και από έξω και περισσότερο καλοδιατηρημένο από όσο δείχνει, είναι, ωστόσο, τεράστιο για ένα μόνο άτομο. Εγώ χρειάζομαι μόνο ένα δωμάτιο, μια κουζίνα και ένα μπάνιο, τα υπόλοιπα είναι περιττά για μένα.»

Ο Παναγιώτης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. « Είμαι σίγουρος, νεαρέ, πως μπορείς να βρεις μια καλή γκαρσονιέρα σε οποιαδήποτε πολυκατοικία στην πόλη μας, με όσα ακριβώς δωμάτια σου χρειάζονται. Φαντάζομαι πως δεν θα πληρώσεις περισσότερα από 300 με 400 ευρώ το μήνα. Εγώ αυτό το σπίτι το νοικιάζω με 200 ευρώ και αντιστοιχεί από άποψη χώρου σε περισσότερες από 10 γκαρσονιέρες μαζί.»

Ο Αχιλλέας δεν πίστευε στα αυτιά του. « 200 ευρώ είπατε; με όλο το θάρρος, αυτή είναι εξευτελιστική τιμή. Βέβαια, γράφετε στην αγγελία ότι υπάρχει ανάγκη αλλά φαντάζομαι ότι και 1000 ευρώ να ζητούσατε και πάλι θα ήταν λίγα.»

« Παιδί μου, κανείς σε αυτή την πόλη δεν θα μπορούσε να πληρώνει 1000 ευρώ ενοίκιο το μήνα.»

« Σωστά...υπάρχει και η άλλη λύση, όμως. Γιατί δεν το πουλάτε; Θα μπορούσε να το αγοράσει κάποιος για την οικογένειά του ή, πολύ πιθανότερο, κάποια μεγάλη εταιρεία. Είναι καταπληκτικό για γραφεία και από όσο είδα, υπάρχουν αρκετές εταιρείες στην πόλη σας. Με τέτοιους χώρους και με δυνατότητα στάθμευσης, θα παίρνατε πάρα πολλά χρήματα, γιατί προφανώς έχει και κάποια ιστορική αξία ως κτίριο.»

Ο κύριος Παναγιώτης σηκώθηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο για πολύ ώρα, με ύφος ξεχασμένο λες σε παλιές εποχές, ίσως περισσότερο χαρούμενες.

« Αγόρι μου, οι νέοι, όπως εσύ, βλέπετε τα σπίτια σαν μερικούς τοίχους και ντουβάρια, σαν άψυχα αντικείμενα. Δεν είναι όμως έτσι. Τα σπίτια, το κάθε σπίτι, κουβαλάνε μαζί τους τις αναμνήσεις και τα συναισθήματα των όσων έζησαν μέσα από τους τοίχους τους. Έχουν αναμνήσεις από χαρές και από λύπες, από ζωή και από θάνατο, από αγάπη και προδοσία. Πολλές φορές, κρατάνε αυτές τις αναμνήσεις ακόμα και όταν οι ένοικοί τους τα εγκαταλείψουν. Το κάθε σπίτι είναι ζωντανό που περιμένει να του συμπεριφερθούν με σεβασμό, γιατί στεγάζει όλες τις ελπίδες και τα όνειρα των ενοίκων του, γιατί τους προστατεύει από τη βροχή και το κρύο. Οι τοίχοι του κάθε σπιτιού κρατούν τα μυστικά που οι άνθρωποι δεν θέλουν να αποκαλύψουν και δεν τα αφήνουν να βγουν παραέξω. Προστατεύουν τους ανθρώπους σαν τους ίδιους τους τους γονείς και, αρκετά συχνά τους φυλάνε και από κάθε κακό.

Σε αυτό το σπίτι δείπνησαν υπουργοί και βασιλείς, βρήκαν καταφύγιο κατατρεγμένοι, κρύφτηκαν όσοι καταδιώκονταν, γεννήθηκαν σπουδαίοι άνθρωποι και πέθαναν ακόμα σπουδαιότεροι, γέλασαν, έκλαψαν, χάρηκαν, λυπήθηκαν και πόνεσαν πολλοί και άφησαν εδωμέσα τη δική τους ιστορία. Δεν μπορώ να το δώσω σε μια ψυχρή εταιρεία που θα του διαταράξει τις αναμνήσεις. Το νοικιάζω φτηνά για να έρχονται καλοί άνθρωποι, με όνειρα και ελπίδες, σαν κι εσένα, για να προσθέσουν τα δικά τους συναισθήματα σε αυτή την «τράπεζα». Τί έχεις σπουδάσει;»

« Είμαι απόφοιτος της σχολής Καλών Τεχνών, είμαι ζωγράφος, κύριε»

« Τότε το σπίτι θα σε εκτιμήσει αφάνταστα, φίλε μου, γιατί είσαι άνθρωπος με αυξημένες ευαισθησίες. Το άδειο δωμάτιο επάνω θα είναι ότι πρέπει για ατελιέ σου, αν φυσικά δεχτείς την προσφορά μου.»

Ο Αχιλλέας προβληματίστηκε έντονα. Η προσφορά ήταν κάτι παραπάνω από συμφέρουσα, το σπίτι ήταν υπέροχο και σε άριστη κατάσταση. Ήταν πολύ μεγάλο, βέβαια, αλλά θα είχε την άνεσή του, θα μπορούσε να καλεί και να φιλοξενεί κόσμο, θα μπορούσε να έχει το δικό του ατελιέ. Τί γίνεται με το καθάρισμα, όμως; Καλά, θα μπορούσε να περιοριστεί στα απαραίτητα δωμάτια και τα υπόλοιπα θα έμεναν κλειδωμένα. Δεν έπρεπε να χάσει αυτή την ευκαιρία.

« Κύριε Παναγιώτη, αν και αισθάνομαι σαν να σας κλέβω, αποφάσισα να δεχτώ την προσφορά σας. Πείτε μου τι πρέπει να σας προκαταβάλω, τον τρόπο πληρωμής, τα συμβόλαια...»

« Αυτά θα τα βρούμε» τον διέκοψε ο κ. Παναγιώτης. « Δεν θα προκαταβάλεις τίποτα, δεν θα υπογράψουμε συμβόλαια γιατί σε εμπιστεύομαι και θα περνάω εγώ να παίρνω το ενοίκιο, όποτε έχεις χρήματα. Θα συνεργαστούμε καλά, οπότε μην ανησυχείς για το πρακτικό μέρος.»

« Μπορώ να ρωτήσω με τι ασχολείστε;» ρώτησε ο Αχιλλέας

« Ήμουν Στρατηγός» απάντησε ο άντρας με το ίδιο βλέμμα που λίγο πριν είχε, όταν μιλούσε για το σπίτι. « Σε αποστρατεία εδώ και πολλά χρόνια».

« Είστε πολύ νέος για να έχετε πάρει σύνταξη και με τέτοιο βαθμό, μάλιστα. Μπράβο σας, πρέπει να είστε πολύ άξιος άνθρωπος» είπε ο νεαρός με θαυμασμό. Ο κύριος Παναγιώτης χαμογέλασε κουρασμένα.

« Περασμένα μεγαλεία. Τώρα όλα αυτά είναι αναμνήσεις για να περνάμε την ώρα μας.»

Ο Αχιλλέας διέκρινε νοσταλγία και λύπη στο πρόσωπό του και δεν συνέχισε την κουβέντα. Τελείωσαν τον καφέ τους μιλώντας για άσχετα θέματα και αποχαιρετήθηκαν καθορίζοντας το επόμενο ραντεβού τους σε λίγες μέρες που θα γινόταν η μετακόμιση.

«Ώστε, επιτέλους βρήκες σπίτι, πολύ χαίρομαι» είπε ο Αλέξης γεμίζοντας κρασί το ποτήρι του Αχιλλέα.

«Ναι, μια πολύ καλή ευκαιρία, που να στα λέω.». Η κυρία Ευανθία, η μητέρα του Αλέξη του πρόσφερε το πιάτο του ενώ ο πατέρας του τσούγκρισε μαζί τους.

«Άντε, παιδιά μου, καλά να πάει η συνεργασία σας, καλές δουλειές να έχετε και να προσέχετε τι ποτά σερβίρετε στον κόσμο για να σας προτιμάνε.»

« Δεν μας είπες, πού νοίκιασες σπίτι τελικά;» ρώτησε ο Αλέξης τρώγοντας μια τεράστια μπουκιά από το μοσχαράκι.

« Είναι ένα μεγάλο νεοκλασικό στην οδό Μακρυγιάννη» είπε ο Αχιλλέας και δεν παρατήρησε την κυρία Ευανθία που ενώ πήγαινε να φάει, άφησε το πιρούνι κάτω και κοίταξε τον άντρα της.

« Νεοκλασικό; μήπως θα έπρεπε να βρεις κάτι περισσότερο ταιριαστό στην ηλικία σου, ένα διαμερισματάκι ας πούμε, σε μια μεγάλη πολυκατοικία κοντά στο κέντρο. Το νεοκλασικό είναι πολύ μεγάλο και φαντάζομαι ακριβό» του είπε.

« Δεν θα το πιστέψετε. Ο κύριος μου το άφησε μόνο 200 ευρώ, αν είναι δυνατόν. Λέει πως δεν έχει ανάγκη από χρήματα αλλά θέλει να το νοικιάζει σε καλούς ανθρώπους. Είπα να μη χάσω τέτοια ευκαιρία»

Η κυρία Ευανθία μίλησε αργά και σοβαρά. « Ξέρω πως εσείς οι νέοι δεν ασχολείστε με αυτά, ωστόσο οι γονείς μας, όταν ήμουν μικρή, ποτέ δεν μας άφηναν να παίζουμε κοντά σε εκείνο το σπίτι. Είναι...πως να το πω... έχει γρουσουζιά το μέρος. Πολλά έχουν συμβεί για αυτό και δεν το νοικιάζει κανείς κι έχει μείνει ρημάδι πολλά χρόνια. Ούτε που ήξερα πως υπάρχει κάποιος ιδιοκτήτης. Ο Δήμαρχος, πολύ φίλος μου από παιδί, έψαχνε να βρει αν υπάρχουν δικαιούχοι για να το αγοράσει για Δημαρχείο ή για να στεγαστεί κάποια υπηρεσία και δεν βρήκε νόμιμους κληρονόμους. Κανείς δεν γνωρίζει τους ιδιοκτήτες του και από όσο ξέρω το θέμα έμεινε εκεί για νομικούς λόγους. Δεν ξέρω.»

« Μητέρα, πάλι δεισιδαιμονίες. Δεν τα μπορώ αυτά. Μου θυμίζεις το θείο το Μιχάλη όταν λες κάτι τέτοια» διαμαρτυρήθηκε ο Αλέξης.

« Μη συνδέεις τη μητέρα σου με το θείο Μιχάλη» επενέβη ο πατέρας του. « Ευανθία, αλλάζουν οι καιροί και τώρα όλα αυτά που εμείς βλέπαμε, τα νέα παιδιά δεν μπορούν να τα δουν. Τώρα αφέντης είναι ο άνθρωπος και όλα τα άλλα χάνονται. Ας μην τρομάζουμε τον Αχιλλέα με τις προλήψεις μας.»

Ο Αχιλλέας τους παρότρυνε να συνεχίσουν και άλλο. Παιδί γέννημα θρέμμα της μεγαλούπολης, πάντα αρέσκονταν στο να ακούει ιστορίες από την επαρχία, όπου πολλές αντιλήψεις εξακολουθούν να υπάρχουν και ως καλλιτέχνης γοητευόταν αφάνταστα. Κανείς όμως δεν ήταν πρόθυμος να συνεχίσει και το θέμα έμεινε εκεί.

Τις επόμενες ημέρες κανόνισε τη μετακόμιση και την καθαριότητα του τεράστιου σπιτιού. Γονείς και φίλοι τον βοήθησαν και όλοι ήταν ενθουσιασμένοι με το σπίτι, τόσο που του υποσχέθηκαν ότι πολύ συχνά θα ζητούσαν τη φιλοξενία του. Διαμόρφωσε ένα δωμάτιο του πάνω ορόφου σε στούντιο, όπου περνούσε τις ώρες του κοιτάζοντας τους πίνακες που είχε ζωγραφίσει. Όταν όλα ήταν όπως έπρεπε, ασχολήθηκε πολλές μέρες με τον κήπο, σκαλίζοντας, ποτίζοντας και βγάζοντας όλα τα ζιζάνια που τον ταλαιπωρούσαν με τα τόσα χρόνια εγκατάλειψης. Ο καιρός ήταν ζεστός και ηλιόλουστος και σύντομα κατέφτασαν οι πρώτοι φίλοι για να περάσουν το σαββατοκύριακό τους. Στη δουλειά του ήταν πολύ ευχαριστημένος γιατί το μαγαζί είχε πάντα κόσμο, οπότε εκτός από τα αρκετά φιλοδωρήματα έκανε και πολλές γνωριμίες. Τελικά η επιλογή του να ζήσει στην επαρχία ήταν ιδανική καθώς όλα του πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο, εκτός από ένα πράγμα. Δεν είχε ζωγραφίσει τίποτα εδώ και περίπου ένα χρόνο. Η εμπνευσή του τον είχε εγκαταλείψει και αυτό τον στενοχωρούσε αλλά το απέδιδε στις τόσες πολλές ασχολίες που είχε αποκτήσει πια.
Ένα κυριακάτικο πρωινό που οι φίλοι του από την Αθήνα κοιμόνταν ακόμα από το βραδινό ξενύχτι, χτύπησε η πόρτα. Ο Αχιλλέας άνοιξε και είδε τον κύριο Παναγιώτη. Τον πέρασε μέσα, του πρόσφερε καφέ αλλά εκείνος αρνήθηκε ευγενικά.

« Λοιπόν, είσαι ευχαριστημένος Αχιλλέα από το σπίτι;» τον ρώτησε ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω.

«Απόλυτα, κι εγώ και όλοι» απάντησε ο Αχιλλέας.

Ο κύριος Παναγιώτης κούνησε το κεφάλι καταφατικά. « θα πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη που σε ενόχλησα Κυριακή πρωί, δεν θα πρέπει να έχεις κοιμηθεί και πολλές ώρες, όμως έχω κάποιες βιαστικές δουλειές στην πόλη και θα φύγω σύντομα. Πέρασα απλώς να δω τι κάνεις και είμαι πολύ ευχαριστημένος γιατί διαπιστώνω ότι το κλίμα στο σπίτι είναι γεμάτο χαρά. Επιτέλους, γέμισε ξανά με γέλια, το χρειαζόταν, το αισθάνομαι, όμως υπάρχει και κάτι που σε απασχολεί»

Ο Αχιλλέας αναστέναξε. Προσπάθησε να αποφύγει τη συζήτηση αλλά ήθελε οπωσδήποτε να μιλήσει κάπου. «Να, δεν έχω πια έμπνευση, δεν έχω ζωγραφίσει τίποτα εδώ και πολύ καιρό» είπε στενοχωρημένος.

Ο κύριος Παναγιώτης χαμογέλασε όλος καλοσύνη. «Αυτό διορθώνεται εύκολα. Σήμερα θα ζωγραφίσεις ξανά. Θα φύγουν οι φίλοι σου, θα τους αποχαιρετήσεις στο σταθμό και όταν γυρίσεις...όμως πέρασε η ώρα, είναι ανάγκη να φύγω τώρα» είπε και κατευθύνθηκε στην πόρτα. « Αυτό το σπίτι θα σου δώσει ξανά τη χαμένη σου έμπνευση πίσω, αγόρι μου» είπε και ο Αχιλλέας γέμισε θάρρος.

Αργά το απόγευμα πήγε τους φίλους του στο σταθμό των λεωφορείων, τους αποχαιρέτησε και γύρισε σπιτι. Απέρριψε την πρόταση για καφέ ενός συναδέλφου, γιατί Κυριακή βράδυ δεν δούλευε και ήθελε να ξαπλώσει νωρίς. Ήπιε ένα ζεστό γάλα και έπεσε στο κρεβάτι. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Άκουγε τους λεπτοδείκτες από το ρολόι να χτυπούν για πολλή ώρα και ο μονότονος ήχος τους τον κοίμησε αλλά ήταν ένας ύπνος ανήσυχος, γεμάτος όνειρα με πόλεις που καίγονταν με φωτιά που έπεφτε από τον ουρανό και ανθρώπους που έτρεχαν πανικόβλητοι να γλιτώσουν από κάποιες σκιές που τους κυνηγούσαν. Άνοιξε τα μάτια του απότομα και ανακάθισε στο στρώμα. Ήταν τόσο ζωντανό το όνειρο... Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος και πήγε στη σοφίτα. Πήρε έναν άδειο καμβά και άρχισε να ζωγραφίζει μέχρι που ο ήλιος βγήκε και σαν να ξύπνησε από όνειρο κοίταξε τον πίνακα και είδε ότι είχε αποτυπώσει το όνειρό του επάνω του, μόνο που πάνω από τις πόλεις που καίγονταν βρισκόταν μια τεράστια φιγούρα, περίπου ανθρώπινη, σαν από σύννεφο και από τη μία της άκρη έβγαινε ένα λευκό φως, σαν μικρός ήλιος.

Τις επόμενες ημέρες η συμπεριφορά του έγινε περίεργη. Ήταν λιγομίλητος, σαν κάτι να τον απασχολούσε και έβγαινε από το σπίτι μόνο για να πάει στη δουλειά, ενώ πια δεν καλούσε κόσμο για να τον φιλοξενήσει, ούτε καν τον Αλέξη, ο οποίος άρχισε να ανησυχεί και μίλησε στη μητέρα του.

« Εγώ σας είχα πει από την αρχή για το σπίτι, πρέπει να τον απομακρύνεις από ‘κει» του απάντησε. Ο Αχιλλέας, όμως, δεν ήθελε να ακούσει τίποτα.

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα κατέφτασαν οι φίλοι του από την Αθήνα, απρόσκλητοι και ο Αχιλλέας δεν χάρηκε και πολύ που τους είδε αλλά αναγκάστηκε να τους φιλοξενήσει και το σπίτι γέμισε ξανά από φωνές και ζωή. Φαίνεται ότι του έκαναν καλό, γιατί έγινε πάλι κοινωνικός και έβγαινε μαζί τους κάθε μέρα, παραμελώντας τη ζωγραφική. Είχε, μάλιστα κλειδώσει τη σοφίτα και δεν ανέβηκε καθόλου για αρκετές ημέρες.

Ένα βράδυ που δεν δούλευε και έπαιζαν όλοι μαζί παντομίμα στο σαλόνι, ξαφνικά άρχισε να κάνει πολύ κρύο, τόσο που έβγαιναν καπνοί από τα χνώτα τους, ενώ τους έπιασε μια ξαφνική και αδικαιολόγητη ανησυχία. Ο Αχιλλέας με τον Αλέξη σηκώθηκαν να ελέγξουν το καλοριφέρ, όταν ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος από το επάνω πάτωμα, σαν να περπατούσαν πολλοί άνθρωποι. Προσπάθησαν να το τσεκάρουν αλλά δεν βρήκαν τίποτα, όταν και δεύτερος ήχος, πιο δυνατός αυτή τη φορά ακούστηκε από τη σοφίτα, σαν κάτι να έπεφτε. Όταν ξεκλείδωσαν το δωμάτιο, βρήκαν όλους τους πίνακες πεταμένους στο πάτωμα και ο χώρος ήταν αναστατωμένος. Ο Αλέξης σήκωσε έναν καμβά και έμεινε έκπληκτος βλέποντας ότι ο φίλος του είχε ζωγραφίσει περισσότερους από δέκα πίνακες, όλοι με το ίδιο θέμα. Πόλεις να καίγονται, άνθρωποι να κυνηγιούνται από κάτι παράξενα πλάσματα και πάνω από όλους να βρίσκεται ένα φως μέσα σε ένα τεράστιο σύννεφο. Ο Αχιλλέας δεν θυμόταν να τους έχει ζωγραφίσει και δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί το δωμάτιο ήταν σαν να είχε περάσει ανεμοστρόβιλος, αφού τα παράθυρα ήταν καλά κλεισμένα. Αποφάσισαν να πουν στους υπόλοιπους ότι είχε μπει μια γάτα από το ανοιχτό παράθυρο και είχε πετάξει μερικά πράγματα. Οι υπόλοιποι δέχτηκαν την εξήγηση και δεν έδωσαν περισσότερη σημασία. Ο Αλέξης, όμως, ήταν φανερά προβληματισμένος.
Την ημέρα των Χριστουγέννων, κάθισαν όλοι μαζί το βράδυ για φαγητό και αργότερα θα έπαιζαν και λίγο χαρτάκι, έτσι για το καλό, ώσπου μια φίλη του Αχιλλέα έριξε την ιδέα.

« Θέλετε να πούμε ιστορίες για φαντάσματα;» ρώτησε και οι υπόλοιποι συμφώνησαν.

« Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει αυτό που θα πω, αλλά επειδή σπούδασα χρόνια στην Αγγλία, έχουν μια ωραία παράδοση εκεί, για τη σημερινή βραδιά» είπε η Φαίδρα. « Τα Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη γιορτή για τους καθολικούς και πιστεύουν πως η φωνή του πετεινού διώχνει μακριά τα κακά πνεύματα. Λένε, λοιπόν, ότι σήμερα τη νύχτα οι πετεινοί λαλούν συνέχεια μέχρι το πρωί, ώστε κανένα κακό πνεύμα να μη μολύνει με την παρουσία του την Άγια αυτή νύχτα».

« Αυτή είναι όντως μια πολύ ωραία παράδοση» έσπευσε να δηλώσει ο Αλέξης, που είχε έναν κρυφό έρωτα για τη Φαίδρα. « Εμείς εδώ θεωρούμε ότι τη σημερινή βραδιά βγαίνει ο βασιλιάς των Καλικαντζάρων και όλοι οι υπηρέτες του και αναστατώνουν τα σπίτια με τις σκανταλιές τους. Είναι άκακοι ως επί το πλείστον, απλά κάνουν ζημιές αλλά ο βασιλιάς τους είναι μοχθηρός και όποιος έχει την ατυχία να τον συναντήσει έχει μεγάλους μπελάδες» πρόσθεσε.

« Εγώ δεν πιστεύω σε καλικάντζαρους και σε δεισιδαιμονίες γενικότερα» πετάχτηκε ο Λάμπης. « Αυτά είναι αποτέλεσμα της αγραμματοσύνης του λαού, φόβοι που επιβλήθηκαν από το εκάστοτε θρησκευτικό σύστημα για να καθιερώσει και να ενισχύσει την εξουσία του πάνω στους ανθρώπους.»

« Δηλαδή, δεν πιστεύεις στην ύπαρξη του κόσμου των πνευμάτων;» ρώτησε ο Αχιλλέας.

« Φυσικά και όχι. Όλα είναι παιχνίδια του μυαλού, προβολές του υποσυνείδητου, όπως θεωρεί ο Φρόυντ και άλλοι ψυχαναλυτές. Αρχέγονοι, αρχετυπικοί φόβοι, που διατηρήθηκαν μέσα στους αιώνες και το φως της επιστήμης και της τεχνολογίας δεν κατάφερε να τους διώξει».

« Μα η ίδια η επιστήμη, η Φυσική πιο συγκεκριμένα, δέχεται την ύπαρξη και άλλων κόσμων, παράλληλων συμπάντων, μαζί με το δικό μας. Οι άλλοι κόσμοι κινούνται σε πολύ περισσότερες διαστάσεις από τον δικό μας και αυτό επιτρέπει στους κατοίκους τους να διέρχονται από τον δικό μας ενώ εμείς δεν μπορούμε να επισκευτούμε τον δικό τους, παρά μόνο σε κατάσταση ύπνου ή θανάτου, οπότε και αλλάζει η δόνηση του σώματός μας» απάντησε ο Αλέξης, θεωρώντας ότι έκανε εντύπωση στη Φαίδρα.

« Όλα αυτά είναι θεωρίες που δεν έχουν αποδειχτεί» του αντέτεινε ο Λάμπης και μαζί του συμφώνησαν και άλλοι δυο τρεις από την παρέα.

« Εγώ συμφωνώ με τον Αλέξη» είπε ο Αχιλλέας. « Και έχω να προσθέσω πως η δόνηση του σώματος αλλάζει και κάτω από ισχυρά συναισθήματα. Η λύπη, για παράδειγμα, δονεί το σώμα σε υψηλότερες συχνότητες και η επαφή με το υπερφυσικό γίνεται ευκολότερη. Η επιστήμη θεωρεί, όμως και λανθασμένα κατά την άποψή μου, ότι ένας πολύ λυπημένος άνθρωπος, ένας καταθλιπτικός ασθενής, για παράδειγμα, φτιάχνει όλες αυτές τις επαφές με το μυαλό του, που δεν λειτουργεί όπως στους φυσιολογικούς ανθρώπους. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι εάν κάποιος είναι πολύ λυπημένος και αγχωμένος, τότε τα τσάκρα του είναι εξασθενημένα και μπορεί να προσελκύουν κατά κάποιο τρόπο πνεύματα της κατώτερης διάστασης, που κυριολεκτικά ζουν απορροφώντας αυτή την αρνητική ενέργεια, ενεργειακά βαμπίρ...» είπε ο Αχιλλέας.

« Ναι, για αυτό λένε πως δεν πρέπει να κάνουμε αρνητικές σκέψεις» συμφώνησε η Φαίδρα.

« Εγώ, πάλι, τα βρίσκω όλα αυτά ανόητα» διαφώνησε ο Λάμπης. « Θα ακολουθήσω το παράδειγμα του άπιστου Θωμά και μόνο εάν δω κάτι με τα ίδια μου τα μάτια θα το πιστέψω και μόνο εάν δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη δύναμη της λογικής».

Εκείνη τη στιγμή ένα ρεύμα αέρα φύσηξε και έσβησε μερικά κεράκια που είχαν ανάψει για να κάνουν ατμόσφαιρα. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Δεν υπήρχε ρεύμα από πουθενά, αφού όλα τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν ερμητικά κλειστά, μιας και έξω έριχνε χιόνι. Η πόρτα χτύπησε και ο Αχιλλέας πήγε να ανοίξει. Ήταν ο κύριος Παναγιώτης, που ευχήθηκε σε όλους και κάθισε στην παρέα, αν και αρνήθηκε να φάει ή να πιεί οτιδήποτε, λέγοντας ότι θα έφευγε σύντομα.

« Κύριε Παναγιώτη, έχουμε πιάσει μια κουβέντα για πνεύματα, φαντάσματα, αν υπάρχουν ή όχι» του είπε ο Αχιλλέας.

« Για μερικούς ανθρώπους δεν υπάρχουν γιατί δεν μπορούν να τα δουν. Η όραση, όμως, δεν είναι αξιόπιστο κριτήριο, επειδή είναι προορισμένη να βλέπει ένα μέρος της δημιουργίας και μόνο. Πάρτε για παράδειγμα τα ραδιοκύματα. Κανείς δεν μπορεί να τα δει και όμως υπάρχουν. Η μέλισσα βλέπει και στο υπεριώδες, ενώ οι άνθρωποι όχι. Οι νυχτερίδες ακούν και τους υπέρηχους ενώ οι άνθρωποι δεν μπορούν. Για αυτά τα πλάσματα ο κόσμος έχει διαφορετική μορφή από ότι για τους ανθρώπους. Ο κόσμος μας θα ήταν αλλιώτικος αν ήταν διαφορετικές οι αισθήσεις μας, μην το ξεχνάτε. Υπάρχουν κάποιοι, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να βλέπουν πέρα από όσα πιάνει το μάτι και το αυτί και είναι εκείνοι που ξέρουν ότι η Δημιουργία είναι αφάνταστα περισσότερο πλούσια από όσο αντιλαμβανόμαστε. Υπάρχει ο κόσμος του φωτός και ο κόσμος του σκότους, με διαφορετικά πλάσματα και με άλλες ιδιότητες και ιεραρχίες. Υπάρχει πολύ περισσότερο φως και πολύ περισσότερο σκοτάδι εκεί, αλλά κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορούν αυτοί οι κόσμοι να γίνουν αντιληπτοί από τον δικό μας. Μόνο που χρειάζεται να χαλαρώσουν κάπως οι αισθήσεις μας και ο εγκέφαλός μας να σταματήσει για λίγο να εφαρμόζει με τόση αυστηρότητα τους νόμους της δήθεν λογικής.»

Εκείνη τη στιγμή μια πόρτα από το επάνω πάτωμα χτύπησε δυνατά καθώς έκλεινε και ο κύριος Παναγιώτης σήκωσε τα μάτια ψηλά.
« Και, όπως ακριβώς και εδώ, σε αυτή τη διάσταση υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι, που κρίνονται έτσι από τις επιλογές τους, έτσι κι εκεί υπάρχει πολύ κακό αλλά και πολύ καλό» πρόσθεσε καθώς η πόρτα συνέχιζε να χτυπάει και συνέχισε με πιο δυνατή φωνή « όμως, το σκοτάδι το διώχνει το φως και οι σκιές φεύγουν μπροστά στην παντοδυναμία του και δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από το να μας τρομάζουν». Τα τελευταία λόγια τα πρόφερε σχεδόν φωνάζοντας, καθώς η πόρτα συνέχιζε να χτυπάει με μανία, πριν τελικά σταματήσει με την τελευταία του πρόταση. Η παρέα ανακουφίστηκε γιατί είχε τρομάξει κάπως από το παράξενο γεγονός. Ο κυρ Παναγιώτης τους καληνύχτησε φεύγοντας βιαστικά και η παρέα έμεινε αμίλητη, προσπαθώντας να αποδώσει το χτύπημα της πόρτας σε κάποιο φυσικό φαινόμενο.

Η νύχτα κύλησε ήσυχη για όλους, εκτός από τον Αχιλλέα, ο οποίος είχε πάλι τους ίδιους εφιάλτες, μόνο που αυτή τη φορά οι σκιές κυνηγούσαν εκείνον και υπήρχε και κάποιος άλλος, σαν αρχηγός τους, ένας χοντρός ηλικιωμένος άντρας με άσπρα μαλλιά και μαύρα ρούχα, που φαίνεται σαν να τις όριζε. Σε μια τους επίθεση βγήκαν από τη σοφίτα και του επιτέθηκαν, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή εμφανίστηκε ένας άλλος άντρας που σήκωσε το χέρι του ψηλά και ένας μικρός ήλιος άστραψε στην παλάμη του, τρέποντας τις σκιές σε φυγή. Κάτι του θύμιζε εκείνος ο άντρας στο όνειρο αλλά δεν ήταν σίγουρος, ούτε και όταν ξύπνησε.

Ολόκληρη την περίοδο των γιορτών ο Αχιλλέας συνέχισε ξανά να ζωγραφίζει, με μανία, σαν μέσα σε παραλήρημα και αυτή τη φορά ξεχνούσε να φάει και να κοιμηθεί, τόσο που όλοι τον έβλεπαν και δεν τον αναγνώριζαν. Είχε ένα μονίμως «χαμένο» βλέμμα, είχε αδυνατίσει πολύ και ήταν χλωμός. Λίγο μετά τις γιορτές ζήτησε άδεια από τον Αχιλλέα και εκείνος, πιστεύοντας ότι ο φίλος του ήταν άρρωστος του την έδωσε αλλά ανησυχούσε πολύ.



Ο Μάρτιος έφτασε και ο καιρός άρχισε να δίνει κάποιες λιακάδες. Ο Αλέξης ήταν πολύ απασχολημένος γιατί μιας και οι δουλειές του πήγαιναν πάρα πολύ καλά αποφάσισε να κλείσει μερικές μέρες το μαγαζί για να του κάνει ανακαίνιση, οπότε δεν βλεπόταν συχνά με τον Αχιλλέα, του οποίου η κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.

Ένα απόγευμα βρήκε λίγο χρόνο και επισκεύτηκε τον Αχιλλέα στο νεοκλασικό, ο οποίος όμως έδειχνε φανερά ότι δεν ήθελε να τον αφήσει να μπει στο σπίτι. Παρακάμπτοντας την άρνηση του φίλου του μπήκε μέσα στο σπίτι και έμεινε άναυδος. Ο Αχιλλέας είχε αφαιρέσει την ταπετσαρία στο σαλόνι και στους τεράστιους τείχους του είχε ζωγραφίσει ένα υπερφυσικών διαστάσεων έργο, που μόνο πίνακες του Ιερώνυμου Μπος θα μπορούσαν να τον περιγράψουν. Σε μια γωνιά υπήρχε ένα φωτεινό σύννεφο που έβρεχε σταγόνες φωτός, οι οποίες λίγο παρακάτω μεγάλωναν, έπαιρναν ένα δωδεκάεδρο σχήμα, που το καθένα είχε μέσα του κάτι περίεργα σχέδια, σαν ιερογλυφικά. Παραδίπλα μορφές αλλοπρόσαλλες, σαν τέρατα φωτιάς και μαύρου χρώματος προσπαθούσαν να απλώσουν τα χέρια τους και να πιάσουν αυτά τα δωδεκάεδρα αλλά λίγο παρακάτω τα δωδεκάεδρα έβγαζαν ένα φως από μέσα τους, από το οποίο τα τέρατα έκρυβαν το πρόσωπό τους και έπεφταν σε ένα κενό μαύρο χώρο. Έπειτα, ο Αχιλλέας είχε ζωγραφίσει μια σχεδόν αρρωστημένη εκδοχή της Δημιουργίας, όπως την είχαν μάθει στο σχολείο. Γκροτέσκες, παραμορφωμένες μορφές ζώων και ανθρωποειδών, γιγάντιαίων διαστάσεων που επιτίθονταν η μία στην άλλη και τα δωδεκάεδρα από πάνω τους να αστραποβολούν και κατά κάποιον τρόπο να αποκαθιστούν την τάξη, αφού λίγο πιο πέρα οι μορφές ξεκαθαρίζονταν αποκτώντας το σχήμα κανονικών ανθρώπων και ζώων, περνώντας από ένα λαβύρινθο φωτιάς και λίθων που έπεφταν από τον ουρανό.

Έπειτα από εκατοντάδες άλλες λεπτομέρειες που δεν μπορούν να αποδοθούν με ακρίβεια, είχε ζωγραφίσει σκηνές από την καθημερινή ζωή στις πόλεις, άνθρωποι να συνωστίζονται στα μέσα μεταφοράς, να εργάζονται, να διασκεδάζουν, να κάνουν εγκλήματα, να κάνουν έρωτα και κάτω από όλα αυτά να υπάρχουν οι σκοτεινές εκείνες μορφές που άπλωναν μαύρα πλοκάμια και συνέδεαν όλα αυτά τα θέματα μεταξύ τους.

Στον επόμενο τοίχο τα βίαια θέματα κυριαρχούσαν μεταξύ ανθρώπων και ζώων, που πάνω στα κεφάλια τους είχαν ζωγραφισμένα με μωβ χρώμα κάποια άλλα ιερογλυφικά, ενώ τα «τέρατα» είχαν πλέον ορθωθεί από πάνω τους, σαν να τα επιβλέπουν και οι μορφές των ανθρώπων προοδευτικά διαλύονταν σε μια σειρά από γραμμές και σχήματα σαν αραβουργήματα, που με μεγάλη φαντασία μόνο θα μπορούσε κανείς να πει τι ακριβώς παρίσταναν.

Ο Αλέξανδρος δεν έβρισκε τι να πει. Η τεράστια τοιχογραφία τον τρόμαζε και τράβηξε με το ζόρι έξω το φίλο του. Τις επόμενες ημέρες τον φιλοξένησε σπίτι του, μη αφήνοντάς τον να γυρίσει στο νεοκλασικό. Τηλεφώνησε σε μια πρώην φίλη του, που ήταν ψυχολόγος στο νοσοκομείο της πόλης και συναντήθηκαν έξω από το σπίτι του Αχιλλέα.
« Ακουγόσουν πολύ ανήσυχος στο τηλέφωνο» του είπε η κοπέλα μπαίνοντας αμέσως στο θέμα.

« Ο λόγος που σε κάλεσα είναι γιατί θέλω να δεις τις ζωγραφιές που έκανε ένας φίλος μου και να μιλήσεις μαζί του. Δεν είναι καλά» της είπε και μπήκαν και οι δύο στο σπίτι.

Η κοπέλα κοίταξε την τοιχογραφία πολλή ώρα και εξέτασε όλες τις λεπτομέρειες.

« Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο» του είπε με θαυμασμό. « Θα χρειαστεί να δω και τον ίδιο, φυσικά αλλά νομίζω πως πήρα μια πρώτη εικόνα.»

« Πιστεύεις ότι είναι άρρωστος;»

« Αυτό είναι αμφιλεγόμενο. Θα έλεγα ότι δεν δείχνει να είναι ένας ισορροπημένος άνθρωπος. Πάρε για παράδειγμα αυτή τη φιγούρα του στρατιώτη, σε αυτό το σημείο» είπε και έδειξε ένα μέρος της τοιχογραφίας. « Παρατήρησε τώρα πως αυτή η μορφή διαλύεται προοδευτικά, τόσο που στο τέλος της τοιχογραφίας δεν καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο αλλά για ένα αφηρημένο σχήμα. Το ίδιο συμβαίνει σχεδόν με όλα τα όντα είτε είναι άνθρωποι είτε ανθρωποειδή. Κοίταξε και κάτι άλλο. Πάνω από κάθε σκηνή υπάρχει μια φιγούρα, φωτεινή, με αυτά τα ιερογλυφικά, που μοιάζει σαν να τους κρίνει τους αποκάτω. Η φιγούρα αυτή είναι η μόνη που δεν διαλύεται αλλά σχηματοποιείται όλο και περισσότερο. Από ένα δωδεκάεδρο που ξεκινά, παίρνει όλο και πιο ανθρώπινη μορφή, αν μπορώ να το πω έτσι. Κι έπειτα, επαναλαμβάνει διαρκώς τα ίδια χρώματα: μαύρο, κόκκινο, λευκό και μωβ.»

« Ποιό είναι το συμπέρασμα;»

« Δεν είμαι σίγουρη... πρέπει να τον δω. Σε πρώτη φάση, πάντως, νομίζω πως υπάρχει κάποια παθολογική κατάσταση σε εξέλιξη. Οι διαλυμένες μορφές με κάνουν να υποψιάζομαι κάτι σοβαρό. Ψύχωση, σχιζοφρένεια. Αλλά μην το δένεις. Νομίζω πως πρέπει να μπει για λίγο στο νοσοκομείο, για παρακολούθηση και πρέπει οπωσδήποτε να του μιλήσω».

Ο Αλέξανδρος αναστέναξε βαριά και έδωσε το λόγο του πως θα προσπαθούσε να έπειθε το φίλο του να την επισκευτούν. Παραδόξως δεν συνάντησε αντίσταση όταν του το είπε. Ο Αχιλλέας έμεινε λίγες ημέρες στο νοσοκομείο, έκανε μια σειρά από εξετάσεις και μίλησε πολλές φορές με την κοπέλα.

« Εγκεφαλογράφημα και μαγνητικές είναι όλες καθαρές, το ίδιο και οι τοξικολογικές που ζήτησα, μην τυχόν και έπαιρνε ναρκωτικά. Μιλάει και σκέφτεται όπως ένας οποιοσδήποτε υγιής άντρας της ηλικίας του. Έχει ένα μικρό βαθμό κατάθλιψης βέβαια αλλά κατά τα άλλα χαίρει άκρας υγείας».

Ο Αλέξης δεν πίστευε τα όσα του έλεγε η κοπέλα.

« Και αυτά που έλεγες για ψύχωση;»

« Μου εξήγησε ότι όσα ζωγραφίζει είναι αποτέλεσμα πειραματισμών πάνω την τέχνη του και πως αντλεί τα θέματά του από κόμικς. Δεν μπορώ να τον κρατήσω στην κλινική και η κατάθλιψή του είναι τόσο μικρή που δεν χρειάζεται φάρμακα. Περνάει μια περίοδο έντασης, ίσως λόγω της αλλαγής περιβάλλοντος, μπορεί να του λείπει το σπίτι του, αλλά τίποτε από αυτά δεν είναι σοβαρό».

« Δεν με καθησυχάζουν αυτά που λες... έχει αλλάξει σοβαρά»

« Κοίτα, κράτησέ τον σπίτι σου για ένα διάστημα και αν δεν θέλει να πάει στη δουλειά μην τον πιέσεις. Προσπάθησε να διασκεδάζει λίγο και φέρτον να τον βλέπω μια φορά την εβδομάδα αλλά σου λέω πως δεν είναι τίποτα.»

Κάτι μέσα στον Αλέξανδρο, όμως, δεν έλεγε να ησυχάσει. Δεν τόλμησε να της αναφέρει τίποτα από τα παράξενα που συνέβαιναν στο σπίτι, γιατί ήξερε εκ των προτέρων ότι η φίλη του δεν θα τον πίστευε. Εξάλλου το είχαν συζητήσει και παλιά και του είχε πει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι όλα αυτά τα δήθεν υπερφυσικά είναι παιχνίδια του μυαλού και τίποτε άλλο.

Έκανε, όμως όσα τον συμβούλεψε και κράτησε τον Αχιλλέα κοντά του για μερικές ημέρες ενώ και ο ίδιος δεν πήγαινε στη δουλειά για να τον έχει από κοντά. Τίποτε όμως το περίεργο δεν συνέβη και ο Αχιλλέας ήταν χαρούμενος και ευδιάθετος συνεχώς, τόσο που ο Αλέξης ηρέμησε και είχε την ελπίδα πως όλα αυτά ήταν απλά επακόλουθα της κούρασης και του άγχους του φίλου του.

Εάν όμως ο Αλέξης ηρέμησε, η κυρία Ευανθία καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα.
«’Ολα αυτά είναι ημίμετρα» έλεγε στο γιο της ανήσυχη. «Το παιδί πρέπει να απομακρυνθεί από εκείνο το σπίτι για να γίνει καλά. Μην εφησυχάζεις. Πηγαίνετε μια βόλτα από το θείο το Μιχάλη, εκείνος θα ξέρει τι να κάνει».

« Μα εσείς λέτε τόσα χρόνια με τον πατέρα, ότι ο θείος έχει χάσει τα μυαλά του και τώρα με συμβουλεύεις να ζητήσω τη γνώμη του;» διαμαρτυρόταν ο Αλέξης.

« Τον θείο σου από μικρό τον έλεγαν αλαφροϊσκιωτο, επειδή έβλεπε διάφορα και δεν τον πίστευε κανείς. Τώρα, όμως, αναρωτιέμαι μήπως κείνος έβλεπε πολύ καλά και όλοι εμείς ήμασταν οι τυφλοί» έλεγε η ηλικιωμένη μητέρα μισοκλείνοντας τα μάτια, σαν να προσπαθούσε να φέρει το παρελθόν μπροστά της. « Ο Μιχάλης ήταν ο μόνος από τα παιδιά της γενιάς μου που τόλμησε να μπει στο σπίτι ενώ μας το ‘χαν απαγορέψει. Βγήκε έξω τρέχοντας και κλαίγοντας και ποτέ δεν είπε σε κανέναν τι είδε ούτε καν σε μένα που ήμουν πιο κοντά του από τα άλλα μας αδέρφια. Ακόμα θυμάμαι το πρόσωπό του όταν βγήκε από κει μέσα. Δάκρυα και μύξες έτρεχαν στα μαγουλάκια του που είχαν γεμίσει χώματα, γιατί τρέχοντας να ξεφύγει από κάτι που είδε, σκόνταφτε και έπεφτε και σηκωνόταν ξανά μέχρι που ξαναέπεφτε. Ήταν το πιο λυπητερό θέαμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου» είπε η κυρία Ευανθία και σκούπισε τα μάτια της με την ανάποδη του χεριού. « Πήγαινε το παιδί στο Μιχάλη, δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Νιώθω πως στέκει από πάνω του ένα κακό που είναι πέρα από τον κόσμο αυτό» είπε και πήγε στην κουζίνα της να συνεχίσει το μαγείρεμα.

Έτσι μίλησε η μητέρα του και ο Αλέξης το πήρε απόφαση και ένα πρωί σήκωσε τον Αχιλλέα νωρίς. Δεν του είπε που πήγαιναν και δεν είχε ειδοποιήσει το θείο του για την επίσκεψη.

Ο θείος Μιχάλης έμενε σε ένα σπίτι λίγο έξω από την πόλη και ήταν αρκετά παραδοσιακός όσον αφορούσε στον τρόπο ζωής του. Το σπίτι του ήταν μια παλιά παραδοσιακή αγροικία, με έναν κήπο με λαχανικά που μόνος του καλλιεργούσε και με κατοικίδια ζώα που του πρόσφεραν τροφή, αφού ο ίδιος αρνιόταν να φάει οτιδήποτε εμπορευματοποιημένο. Μόλις έφτασαν είδαν τον ηλικιωμένο θείο με τα χαρακτηριστικά κατάλευκα μαλλιά και μούσια να περιποιείται τον κήπο του. Ο Αλέξης πλησίασε και τον αγκάλιασε και έκανε τις απαραίτητες συστάσεις. Ο Θείος χάρηκε πολύ που τους είδε και, αφού έψησε καφέ, κάθισαν στον κήπο και για αρκετή ώρα συζητούσαν για άσχετα θέματα ώσπου ο Αλέξης έφερε τη συζήτηση εκεί που ήθελε.

« Ξέρεις, Θείε, ο Αχιλλέας μένει στο νεοκλασικό στην Μακρυγιάννη.» Το πρόσωπο του θείου σκοτείνιασε.

« Μια όχι και τόσο σωστή επιλογή» είπε και ανακάθισε.

« Γιατί το λέτε;» ρώτησε ο Αχιλλέας

« Έχω τους λόγους μου» είπε κοφτά. « Υπάρχει πολλή αρνητική ενέργεια κει μέσα, που επηρεάζει τους ανθρώπους και τους δίνει όνειρα ακόμα και όταν δεν κοιμούνται.»

« Να σας πω, εγώ πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι εκείνος που κουβαλάει μαζί του τη διάθεση που έχει, καλή ή κακή» είπε ο Αχιλλέας ενοχλημένος.

« Σωστά και το σπίτι την απορροφά και τη μεταδίδει. Τα σπίτια είναι σαν μπαταρίες που φορτίζονται από την ενέργεια εκείνων που μένουν μέσα τους. Και το σπίτι αυτό έχει ρουφήξει πολλή αρνητική ενέργεια, αγόρι μου, όλοι όσοι έζησαν μέσα του δεν άντεξαν για πολύ, για αυτό έμεινε για χρόνια ακατοίκητο. Τώρα όμως, μιας και ζεις μέσα του, βρήκε τρόπο να ξαναφορτίσει για να ζήσει και αυτό ξανά, γιατί δεν του αρέσει να είναι νεκρό».

Οι δυο φίλοι κοιτάχτηκαν αμήχανα αλλά ο γέροντας συνέχισε.

« Κάτω από τα θεμέλιά του, πριν από αμέτρητα χρόνια υπήρχε ένας αρχαίος ναός, την εποχή που λατρεύονταν ακόμα οι σκοτεινές δυνάμεις και οι πρόγονοί μας έκαναν ανθρωποθυσίες. Η γη ποτίστηκε με αίμα και όταν η λατρεία αυτή εγκαταλείφτηκε, κανείς δεν πλησίαζε κοντά, γιατί είχε πια ανοιχτεί μια πύλη εκεί, μία πόρτα από όπου το σκοτάδι έβγαινε ανενόχλητο και σκορπιζόταν γύρω. Πέρασαν πολλοί αιώνες και, λίγο μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ένας πλούσιος τσιφλικάς αποφάσισε να χτίσει εκεί το σπίτι του. Δεν το έκανε τυχαία, χωρίς να γνωρίζει. Ήξερε καλά τι βρισκόταν από κάτω και χρησιμοποίησε πέτρες από τον αρχαίο ναό, πέτρες που είχαν ρουφήξει αίμα αθώων. Έφερε, λοιπόν την οικογένειά του και τους υπηρέτες του να ζήσουν εκεί και μερικές φορές το χρόνο φιλοξενούσε σημαντικούς ανθρώπους, πολιτικούς, στρατιωτικούς, καλλιτέχνες της εποχής και, κρυφά από όλους, η σκοτεινή λατρεία συνεχιζόταν στο υπόγειο, όπου τα θεμέλια του αρχαίου ναού εξακολουθούσαν να βρίσκονται. Η ενασχόλησή του με αυτές τις αποτρόπαιες τέχνες τον έκανε αδίστακτο. Η περιουσία του μεγάλωσε και ο ίδιος απέκτησε δυνάμεις μεγάλες. Εκείνα τα χρόνια εξαφανιζόταν κόσμος, κυρίως νεαρές γυναίκες και κανείς δεν μπορούσε να το εξηγήσει, εγώ όμως ξέρω. Θυσιάζονταν όλοι αυτοί στις τελετές που παραβρίσκονταν τόσο σημαντικά πρόσωπα, με αντάλλαγμα την απόκτηση γνώσης και δύναμης. Μια φορά, πήρε εντολή από τους σκοτεινούς αφέντες του να θυσιάσει την ίδια του την κόρη. Δεν χρειάζεται να σας πω ότι το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη. Τότε η γυναίκα του, που ήταν ανίδεη για το τι συνέβαινε στο σπίτι της, έχασε τα μυαλά της και έτρεχε νύχτες στα δάση ψάχνοντας την κόρη της, ώσπου τη βρήκαν ένα πρωί σκοτωμένη. Είχε πέσει στο ρέμα, μέσα στην αλλοφροσύνη της η δόλια. Η οικογένειά του διαλύθηκε, οι υπηρέτες του τον εγκατέλειπαν ένας ένας, μην μπορώντας να αντέξουν την τρέλα του αλλά και τα όσα συνέβαιναν στο σπίτι: ουρλιαχτά μέσα στη νύχτα, πόρτες που ανοιγόκλειναν μόνες τους και σκιές που περπατούσαν και τους τρόμαζαν. Έμεινε μόνος του εκεί μέσα και συνέχιζε να εξελίσει την τέχνη του αδιαφορώντας για τη ζωή του που είχε καταστραφεί και ο θυμός του αύξανε, επειδή οι αφέντες του, οι Σκιές, δεν του έδιναν το δώρο που του είχαν υποσχεθεί: την αθανασία. Και όσο δεν του την έδιναν, τόσο εκείνος συνέχιζε τις τελετές και τόσο θυσίαζε ανθρώπους, με μανία αυτή τη φορά. Οι φήμες στην πόλη έγιναν έντονες και όλοι πλέον τον κατηγορούσαν ανοιχτά ότι εκείνος απήγαγε κοπέλες και μικρά παιδιά αλλά είχε τόσο ισχυρούς προστάτες, μέλη της ίδιας αίρεσης, που κανείς δεν τολμούσε να τον πειράξει.

Μια μέρα, ένας νεαρός χτύπησε την πόρτα του ζητώντας δουλειά ως υπηρέτης. Τον προσέλαβε και δεν είχε περάσει μια εβδομάδα όταν, στη μέση άλλης μιας αποτρόπαιας τελετής, το σπίτι έπιασε φωτιά και κανείς δεν ξαναείδε το γέρο και τον υπηρέτη. Χρόνια μετά, κάτι μακρινά ανήψια του, ανακαίνισαν το σπίτι και έζησαν εκεί αλλά για λίγο. Έφυγαν σαν κυνηγημένοι, λέγοντας πως το μέρος ήταν στοιχειωμένο. Και από τότε στέκει έτσι, έρημο.»
Ο Αχιλλέας δεν έκρυβε τη δυσπιστία του.

« Κύριε Μιχάλη, αυτές οι ιστορίες είναι ωραίες για τα αυτιά αλλά θα μου επιτρέψετε να μην τις πιστεύω. Εγώ ζω εκεί μερικούς μήνες τώρα και τίποτα περίεργο δεν έχει συμβεί. Μάλιστα ο ιδιοκτήτης του είναι πολύ καλός και ευγενικός μαζί μου».

Ο κύριος Μιχάλης τον κοίταξε έντρομος.

« Δεν ζει κανείς από την οικογένεια του γέρου, αγόρι μου. Δεν υπάρχουν πια κληρονόμοι.»

« Κι όμως, υπάρχει ο κύριος Παναγιώτης που όχι μόνο μου έχει δώσει το τηλέφωνό του αλλά έρχεται και με βλέπει αραιά και που».

Ο γέροντας πήρε ένα ύφος προβληματισμένο. « Τότε, καλό θα ήταν να πηγαίνατε στην εφημερίδα που είδες την αγγελία και να ζητούσατε να σας δώσουν τα στοιχεία αυτού του ανθρώπου. Έχεις δοκιμάσει να του τηλεφωνήσεις ποτέ, από τότε που σου νοίκιασε το σπίτι;»

« Όχι, αλλά μπορώ να το κάνω τώρα αμέσως» απάντησε ο Αχιλλέας και σχημάτισε τον αριθμό στο κινητό του. Ο τηλεφωνητής απάντησε. ο αριθμός που καλέσατε δεν χρησιμοποιείται.

« Εντάξει, μπορεί να άλλαξε αριθμό και να μη μου τον έχει δώσει ακόμα» απάντησε ο νεαρός.

Ο κυρ Μιχάλης πήρε ένα μικρό ξύλο και ζωγράφισε στο χώμα ένα περίεργο ιερογλυφικό. Ήταν σαν το αρχαίο γράμμα κόππα, με μικρούς κύκλους στις άκρες του ενώ στο δεξί μέρος ήταν μια μικρή κυματιστή γραμμή, σαν ένας μικρός κεραυνός. « Σου λέει κάτι αυτό;» Ο Αχιλλέας το κοίταξε και κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Ο Αλέξης, όμως, αναγνώρισε ένα από τα σύμβολα που είχε δει στην τοιχογραφία αλλά δεν είπε τίποτα.

« Πηγαίνετε στα γραφεία της εφημερίδας και τα ξαναλέμε» είπε ο γέροντας. Και έτσι έκανε ο Αχιλλέας. Η υπάλληλος όμως ήταν κατηγορηματική. « Δεν υπάρχει καμία τέτοια αγγελία στην εφημερίδα μας. Ούτε στον υπολογιστή ούτε σε κάποιο φύλλο. Τώρα, βλέπω ότι στο δικό σας απόκομμα υπάρχει...τι να πω...ίσως κάποιο λάθος στο τυπογραφείο».



Ο κύριος Μιχάλης χαμογέλασε. « Φυσικά και δεν θα υπήρχε η αγγελία. Είναι το ίδιο το σπίτι που διαλέγει τον ένοικό του, για τους δικούς του λόγους κάθε φορά. Ο φίλος σου κινδυνεύει, έχει μετατραπεί χωρίς να το θέλει σε υπηρέτη των σκοτεινών δυνάμεων που κατοικούν εκεί. Πήγα χτες ξανά εκεί μέσα...»

« Πήγες στο σπίτι!» αναφώνησε ο Αλέξης.

Ο γέροντας πήρε ένα κουρασμένο βλέμμα. « Ναι, μετά από πενήντα χρόνια και βάλε. Είναι το ίδιο ζωντανό, όπως και τότε αλλά εγώ είμαι διαφορετικός, πιο δυνατός τώρα πια. Ο φίλος σου έχει αφήσει ημιτελή την τοιχογραφία του και κάποια στιγμή θα κληθεί να την ολοκληρώσει.»

« Τι ρόλο παίζει αυτή η ζωγραφιά και τι είναι όλα εκείνα τα ιερογλυφικά πάνω της;»

« Δεν ξέρω να σου πω σίγουρα. Τα ιερογλυφικά είναι μια περίεργη γλώσσα, που για όσους ξέρουν, αποκαλείται γλώσσα των αγγέλων ή Ενωχιανά. Τα σύμβολα αυτά είναι, υποτίθεται, τα μυστικά ονόματα των αγγέλων, στην ουράνια γλώσσα. Δίπλα σε αυτά, όμως, υπάρχουν και τα σύμβολα των σκοτεινών πνευμάτων. Όποιος γνωρίζει το μυστικό τους όνομα, το σύμβολό τους και έναν ειδικό αριθμό μπορεί, μέσω μιας τελετουργίας να τους επικαλεστεί και να τους υλοποιήσει στον κόσμο μας. Ίσως είναι παρακινδυνευμένη η πρόβλεψή μου αλλά πιστεύω ότι ο φίλος σου, καθοδηγούμενος δεν ξέρω από ποιόν ή από τι, προσπαθεί να επικαλεστεί μερικές πολύ ισχυρές δυνάμεις, φωτεινές και σκοτεινές.»

« Και ο υποτιθέμενος ιδιοκτήτης, τον οποίο έχω δει και εγώ, τι ρόλο παίζει;»

« Ούτε αυτό το ξέρω σίγουρα. Τι αίσθηση σου άφησε όταν τον είδες;»

« Τι να πω... συμπαθητικός φαινόταν... αυτό μόνο» απάντησε ο Αλέξης προβληματισμένος.

« Ας ελπίσουμε ότι είναι σαν εμάς και όχι τίποτε άλλο» είπε ο γέροντας αινιγματικά.

« Τι εννοείς σαν εμάς;»

« ‘Ανθρωπος, φυσικά. Πάση θυσία πρέπει να εμποδίσεις τον Αχιλλέα να γυρίσει στο σπίτι. Θα είμαστε σε διαρκή επαφή. Το σπίτι πρέπει να σφραγιστεί.»
Το να εμποδίσει τον Αχιλλέα ήταν μια κουβέντα. Ο νεαρός είχε κουραστεί να βρίσκεται υπό διαρκή παρακολούθηση και τσακωνόταν με τον Αλέξη που δεν τον άφηνε να γυρίσει στο σπίτι του. Τον κατηγορούσε ότι πίστευε σε προλήψεις και δεισιδαιμονίες και είχε γίνει επιθετικός. Σαν το ναρκωμανή, του έλειπε το ναρκωτικό του, το νεοκλασικό της οδού Μακρυγιάννη.



Ένα βράδυ ο Αχιλλέας διαπίστωσε ότι ο φίλος του το είχε σκάσει. Έντρομος τηλεφώνησε στον κύριο Μιχάλη.

« Έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς να με πάρεις. Αυτό πρέπει να λήξει απόψε» απάντησε ο γέροντας αποφασιστικά. Σε δέκα λεπτά βρισκόταν στο αυτοκίνητο του ανηψιού του και σε άλλο ένα τέταρτο έξω από το νεοκλασικό που ήταν σκοτεινό και ήσυχο.

Χτύπησαν την πόρτα πολλές φορές αλλά κανείς δεν απάντησε. Ο Αλέξης άνοιξε με το κλειδί που του είχε δώσει ο φίλος του και, θείος και ανηψιός μπήκαν μέσα προσεκτικά. Στο σαλόνι, ο Αχιλλέας στεκόταν στο επάνω μέρος μιας σκάλας και ζωγράφιζε με γρήγορες κινήσεις. Οι δύο άντρες κοίταξαν εντυπωσιασμένοι την τεράστια τοιχογραφία να έχει σχεδόν ολοκληρωθεί μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Ήταν ένας άντρας, ύψους όσο ο τοίχος, ντυμένος με στολή που έμοιαζε με ρωμαίου αξιωματικού. Το ύφος του ήταν αυστηρό και στο ένα χέρι κρατούσε ένα ξίφος ενώ στο άλλο, που ήταν προτεταμένο, ένα λευκό φως έβγαινε από την παλάμη του, ένα φως δωδεκάεδρου σχήματος. Ο άντρας πατούσε πάνω σε ένα τέρας, σαν δράκος, ζωγραφισμένος με μαύρη μπογιά εκτός από το στόμα και τα μάτια του που ήταν κόκκινα, σαν φλόγες φωτιάς, ενώ στο σώμα του ήταν ζωγραφισμένο άλλο ένα περίεργο ιερογλυφικό που φωσφόριζε.

Ο Αχιλλέας γύρισε, τους κοίταξε και σαν να αδιαφορούσε για την παρουσία τους, συνέχισε να διορθώνει με μπογιά κάποιες λεπτομέρειες. Ο κύριος Μιχάλης ανασκουμπώθηκε.

« Ανηψιέ, πρέπει να με βοηθήσεις απόψε» είπε και έβγαλε από το σάκκο που κουβαλούσε μαζί του μια χούφτα άσπρη άμμο. Έφτιαξε έναν κύκλο στο πάτωμα, μεγάλο και έναν μικρότερο δίπλα του. Στο μεγάλο κύκλο σχημάτισε με την άμμο ένα ιερογλυφικό και τέσσερα άλλα μικρότερα σε σχήμα σταυρού σε καθέναν από τους δύο κύκλους.

« Μπες μέσα στον κύκλο και μην βγεις έξω για κανένα λόγο, ότι κι αν δεις, ότι και αν ακούσεις» πρόσταξε ο θείος και ο Αλέξης συμμορφώθηκε. Ο κύριος Μιχάλης μπήκε στο δικό του κύκλο, άνοιξε ένα παλιό, δερματόδετο βιβλίο και άρχισε να απαγγέλει ψαλμωδίες σε ακατάλυπτη γλώσσα. Για μερικά λεπτά δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Κάποτε, ο Αχιλλέας, λες και μόλις τότε άκουσε τους ψαλμούς, γύρισε πίσω απορημένος και είδε τους δυο άντρες να στέκονται ο ένας δίπλα από τον άλλο.

« Τι είναι όλα αυτά που τραγουδάς;» ρώτησε με απορία αλλά ο γέροντας δεν του απάντησε.

« Δεν ξέρεις ότι είναι επικίνδυνο να παίζει κανείς με τη φωτιά;» ρώτησε πιο έντονα αλλά και πάλι δεν πήρε απάντηση. Τότε, κατέβηκε αργά αργά από τη σκάλα και πλησίασε τους δύο άντρες. Κοίταξε τους κύκλους στο έδαφος και χαμογέλασε.

« Σοβαρά, έχεις την αφέλεια να πιστεύεις ότι αυτά τα σχέδια θα σε προστατέψουν από εκείνον που έρχεται;» ρώτησε και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. « Που ήσουν εσύ όταν εκείνος περπατούσε στη γη και τι ήσουν όταν μυριάδες δούλοι του έτρεμαν όταν έριχνε το βλέμμα του πάνω τους;» Ο γέροντας δυνάμωσε τον τόνο της φωνής του στέκοντας ατάραχος στο μέσο του κύκλου. Ο Αχιλλέας έριξε μια υποτιμητική ματιά στον Αλέξη που αμίλητος παρακολουθούσε τη σκηνή.