ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

Λυπη

vagkri10 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Ο ήχος από το κελάηδημα των πουλιών τον ξύπνησε. Αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε σε εκείνο το μέρος εφόσον την προηγούμενη νύχτα είχε κοιμηθεί με την γυναίκα του στην κρεβατοκάμαρα και τι δουλειά είχε στην εξοχή Δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει και προσπάθησε να θυμηθεί την νύχτα που πέρασε. Στο μυαλό του ήρθε η γυναίκα του να τον καληνυχτίζει και τον ίδιο να πέφτει για ύπνο τρίβοντας το στήθος του για να μαλακώσει λίγο αυτή την δυσφορία που ένοιωθε εξ αιτίας του πολύ φαγητού. Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε πόσο περήφανος ένοιωσε ακούγοντας τα γεμάτα θαυμασμό σχόλια των φίλων του για το ελάφι που είχε σκοτώσει στο κυνήγι. Βέβαια δεν ήταν και πολύ δύσκολο να το σκοτώσει αφού το είδε από ψηλά να πίνει νερό και είχε τον αέρα αντίθετο αλλά αυτό φυσικά δεν το είπε σε κανέναν. Πολύ καλό το καινούργιο όπλο σκέφτηκε ασυναίσθητα. Όμως πως βρέθηκα εδώ ,αναρωτήθηκε. Ξαφνικά δύο μικρά ελαφάκια εμφανίστηκαν και έτρεξαν προς το μέρος του. Παράξενο σκέφτηκε , δεν με φοβούνται. Τα ελαφάκια τον πλησίασαν και άρχισαν να γλύφουν το πρόσωπο του με αγάπη. Ένοιωσε παράξενα καθώς αντί να νοιώσει αηδία ένοιωσε όμορφα και αναρωτήθηκε πως τα ελαφάκια μπόρεσαν να φτάσουν το πρόσωπο του. Τότε συνειδητοποίησε ότι είχε το ίδιο ύψος με αυτά περίπου. Ένοιωσε να τον τρώει το πόδι του και προσπάθησε να το ξύσει όμως με τρόμο κατάλαβε ότι δεν είχε χέρια. Τρομοκρατήθηκε και άρχισε να τρέχει φοβισμένος και είδε με έπληξη ότι η ταχύτητα του ήταν πολύ μεγάλη. Προσπαθώντας να καταλάβει τι του συμβαίνει. έφτασε σε ένα ποτάμι λαχανιασμένος . Πλησίασε στην όχθη και λαχανιασμένος έσκυψε να πιεί λιγο νερό και τότε ένοιωσε ένα κάψιμο στην πλάτη και άκουσε ένα πυροβολισμό. Το χτύπημα τον πέταξε κάτω και τότε κατάλαβε.
ένοιωσε τον θανατο να έρχεται τα μάτια του γεμισαν δάκρυα και ένοιωσε λύπη ….
2006-03-11 18:42
Ξαφνικά ένοιωσε καλύτερα , η πλάτη δεν πόναγε πια και ένοιωθε ανάλαφρος.Σηκωθηκε όρθιος χωρις προσπάθεια.Μα ....σηκώθηκε πολυ ψηλα και ειδε το ελάφι σκοτωμενο και .... απιστευτο ... τον εαυτό του να κατεβαινει την πλαγιά μαζι με τα σκυλια.Δεν μπορουσε να καταλαβει ... Τοτε ξαφνικά άρχισε να ανεβαινει απότομα πολυ ψηλα ,με φοβερη ταχύτητα.Το φως της ημέρας αρχισε να γινεται σκοταδι και δεν μπορουσε να ακούσει κανεναν ήχο.Ολο ανεβαινε και ανεβαινε.Εβλεπε την γη όπως στις ταινίες από μακρυά και πηγαινε κι άλλο....
Θλίψη για αυτό που του συνέβη; Μετάνοια για ό,τι έκανε;...για ό,τι "πόνεσε" και "σκότωσε"; Μίσος για τον εαυτό του; ή όλα μαζί;
Ένα ταξίδι που ξεκίνησε και που ποτέ δεν θα τελειώσει, νιώθοντας να χάνει ό,τι είχε ως τώρα και ό,τι έζησε.....ένα ταξίδι σε έναν κόσμο όμορφο ή άσχημο για αυτόν; Σε έναν κόσμο όπου θα υπάρχει αρχή ή τέλος, τιμωρία ή συγχώρεση, αγάπη ή μίσος; Κάπου, όπου όλα θα είναι άγνωστα και ταυτόχρονα γνωστά, όμορφα και μαζί άσχημα.............
Τόσες πολλές σκέψεις… Σα να περνά ολόκληρη η ζωή του σα ταινία από μπροστά του.. Μία μία, όλες εκείνες οι στιγμές. Δυσάρεστες και ευχάριστες…

Το ξημέρωμα έπειτα από ένα τόσο ανήσυχο ύπνο ήρθε σα λύτρωση για τον Απόστολο. Έναν συνηθισμένο σαραντάρη που, όπως και οι περισσότεροι της γενιάς του, αναγκαστικά άφησε την αγαπημένη του κωμόπολη, το Καρπενήσι και εδώ και περίπου είκοσι χρόνια είναι υπάλληλος σε μεγάλο ξενοδοχείο της πρωτεύουσας. Και δε παραπονιόταν για τίποτα. Η ζωή του, από τότε που παντρεύτηκε την Αφροδίτη, συνάδελφό του στο ξενοδοχείο, κυλούσε καλύτερα και από ομαλά! Και σ’ αυτό ,σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι η γυναίκα του, όντας και αυτή από αγροτική οικογένεια ενός μικρού χωριού της Μακεδονίας, δε του στεκόταν εμπόδιο στο να εξασκεί σε κάθε ευκαιρία το αγαπημένο του χόμπι. Σ’ αυτό που από πιτσιρίκο κιόλας τον μύησε ο παππούς του.. Το κυνήγι.
Η εξόρμηση του σαββατοκύριακου με τη γνωστή παρέα ήταν πλέον θεσμός. Και είχε να καυχιέται ο Απόστολος, μιας και ήταν ,έπειτα και από τη σύμφωνη γνώμη των φίλων του, ο καλύτερος κυνηγός της παρέας.

Και η χθεσινή μέρα ήταν τόσο όμορφη!
Έπειτα από τις παγωνιές των προηγούμενων εβδομάδων, ο καιρός είχε φτιάξει για τα καλά. Και όλες αυτές οι ευνοϊκές συνθήκες επισφραγίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο.
Πλέον δε θα γύριζαν πίσω με άδεια χέρια αλλά, με τη γνωστή πρακτική των κυνηγών να επιδεικνύουν τα θηράματα τους, επέστρεψαν με δεμένο στο μπροστινό μέρος του λασπωμένου Τζιπ, το πανέμορφο αυτό ζώο.

Όντως , το ξημέρωμα ήρθε σα λύτρωση για τον Απόστολο…
Αλλά τίποτε δεν ήταν πια όπως πριν.
Κάτι άλλαξε μέσα του. Κάτι, που εκείνο το πρωί το συνόδευε μία κατήφεια… μία απογοήτευση… μία Λύπη!
Με τις σκέψεις που έκανε δεν κατάλαβε ποση ώρα περασε.Ενοιωσε την ταχύτητα να μειώνεται και είδε ένα λευκό φως να πλησιάζει.Χωρίς να καταλάβει πώς , βρεθηκε σε ένα μερος χωρίς ουρανό και γή ,αλλά με φώς ημέρας.Εμοιαζε σαν να μην υπαρχουν διαστάσεις.Παντού υπήρχαν ζώα και άνθρωποι.Δεν υπήρχε κανένας ήχος, τα πάντα ήταν σιωπηλά.Υπήρχαν άγρια ζώα δίπλα σε ήμερα,παιδιά δίπλα σε γέρους , μαυροι , άσπροι , ινδιάνοι , στρατιώτες ,όλα τα είδη των πλασμάτων.Ολα είχαν μία λυπημένη έκφραση και τα περισσότερα είχαν ...πληγές.Τοτε κατάλαβε.
Τα πλάσματα αυτά ήταν νεκρά !!!
Από παντού έβλεπε να έρχονται διάφορα ζώα και άνθρωποι με πληγές στα σώματα τους αλλά και άνθρωποι χωρίς πληγές.Άλλα μαζί και άλλα μόνα τους.
Ορισμένοι άνθρωποι ήταν βαμένοι κόκκινοι ....με αίμα!!!!!
Κοιτάχτηκε και ένοιωσε φρίκη!!!
Όλο το σώμα του ήταν γεμάτο αίμα !!!!
Ενοιωσε να κινήται και βρέθηκε ανάμεσα σε ζώα.Υπήρχαν ελάφια ,λαγοί,πουλιά, και ένας άνθρωπος !!!.Μα αυτός είναι ο πεζός που χτύπησα και εγκατέλειψα εκείνο το βραδυ σκέφτηκε.. Θυμήθηκε τα δελτία ειδήσεων που έδειχναν την φωτογραφία του ανθρώπου που ο ασυνείδητος οδηγός χτύπησε και εγκατέλειψε.
Τότε ένας άνθρωπος με γαλήνια μορφή παρουσιάστηκε από το πουθενά.
Φαινότανε μόνο το προσωπο του ,όλο το υπόλοιπο σώμα του ήταν μέσα σε μία ομίχλη.Τον κοίταξε και έρχισε να του μιλάει χωρίς να κουνάει τα χείλη του.
Βρίσκεσαι ανάμεσα στις ψυχές των θυμάτων σου , του είπε.Πρέπει να νοίωσεις την λύπη και τον πόνο που προκάλεσες πριν πάς στο επόμενο στάδιο.Μην φοβάσαι ότι γινει θα γίνει για το καλό σου , είπε και εξαφανίστηκε.
"Για το καλό μου;"..."Δεν μου αξίζει!"...χαμένος μέσα στο κενό...Η ζωή του μια ταινία που επαναλαμβάνεται...Μα τι έκανα; Πόσους πλήγωσα; Πόσους πόνεσα; Κενό και πάλι κενό....Μορφές να τον περιτριγυρίζουν, άλλες γνωστές και άλλες άγνωστες, άλλες ισχυρές και άλλες αδύναμες, άλλες να "τον κοιτούν" με μίσος και άλλες αδιάφορα...Που βρίσκομαι; Που πηγαίνω; Ποιό καλό μου; Στα μάτια του η θλίψη, η απορία, ο πόνος, η Λύπη.........Σε ένα ταξίδι άγνωστο, που συνεχίζεται, που συνεχίζει μόνος.....Και δεν σταματά πουθενά.....
το όνειρο και η συνειδητότητα έπαψαν να είναι δύο ξεχωριστές έννοιες για τον απόστολο, αφού ο εγκέφαλός του αρνιόταν πεισματικά να του αποκαλύψει τι από όλα αυτά ήταν αλήθεια και τι ένας τρομερός εφιάλτης. αυτό ίσως να ήταν το χειρότερο που του συνέβη, γιατί ήταν άνθρωπος με βαθιά μόρφωση και πάντοτε κοίταζε τα πράγματα μέσα από ένα υλιστικό πρίσμα που τον έκανε να νιώθει ασφάλεια απέναντι στην απεραντοσύνη του ανεξήγητου.
κάθισε λοιπόν και προσπάθησε να τοποθετήσει τις αναμνήσεις του σε σωστή βάση. είχε πάει για κυνήγι, αυτό το θυμόταν καλά. είχε σκοτώσει μερικά πουλιά και κάτι ακόμα, που δεν το θυμόταν καλά, αλλά ευτυχώς ήξερε πως ήταν τετράποδο. μια χαρά ως εδώ. μετά, όμως, κάτι άλλαξε. η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά, ζαλιζόταν και άρχισε να ασθμαίνει. σήκωσε ξανά το όπλο του και άρχισε να πυροβολεί ότι έβρισκε γύρω του, πουλιά, ζώα, ακόμα και το χώμα και τους κορμούς των δέντρων. πόση άγρια χαρά ένιωθε με αυτό! έβγαλε μια κραυγή ικανοποίησης, λες και τα πιο πρωτόγονα ένστικτα να είχαν κάνει τη μεγαλειώδη εμφάνισή τους μέσα του. μπήκε μέσα στο αμάξι, φορτώνοντας τα θηράματά του, γεμίζοντας τα ρούχα και το πρόσωπό του με το αίμα τους και σαν τρελός άρχισε να τρέχει στο χωμάτινο δρόμο. πόση ελευθερία ένιωθε, μια ελευθερία που ποτέ πριν δεν είχε βιώσει! ο αέρας του χτυπούσε το πρόσωπο δυνατά και ένιωθε πως πετούσε, πως είχε βγάλει φτερά...
λίγο παρακάτω, είδε από μακριά έναν άνθρωπο να διασχίζει το δρόμο. για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να περπατήσει γρήγορα. εάν συνέχιζε με την ίδια ταχύτητα δεν θα απόφευγε τη σύγκρουση μαζί του, όμως δεν πάτησε το φρένο. δεν θα ήταν ελευθερία αυτό, θα ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο. όμως, εάν συνέχιζε την πορεία του, αδιαφορώντας για τις συνέπειες? τότε μόνο θα ήταν ελεύθερος. η σκέψη πως η ζωή του περαστικού βρισκόταν στην ελεύθερη βούλησή του, γέμισε με μια πρωτόγνωρη ηδονή τον αποστόλη. πάτησε το γκάζι ακόμα περισσότερο. ο άγνωστος γύρισε το βλέμμα του επάνω του και δεν πρόλαβε ούτε καν να τρομάξει, όλα έγιναν τόσο γρήγορα. πετάχτηκε στον αέρα, χτυπημένος από το παρμπρίζ και ο απόστολος τον είδε από τον καθρέφτη να πέφτει στο έδαφος μερικά δευτερόλεπτα αργότερα. η ζωή του αγνώστου ήταν στα χέρια του κι εκείνος, σαν θεός, είχε αποφασίσει πως το νήμα της ζωής του έπρεπε να είχε κοπεί. και το έκοψε.
2006-04-04 12:05
“Πάλι τα ίδια Αποστόλη;” Η παρουσία του ήρεμου άντρα αυτή την φορά ήταν έντονη και επιβλητική. Τον ένιωθε να του μιλάει αλλά δεν τον έβλεπε, να απορρίπτει τις ψεύτικες απαντήσεις του χωρίς να του απαντάει! Αισθανόταν σταδιακή και ολοκληρωτική αφαίρεση – ύλης, ιδεών, χρόνου, ζωής... και όμως 'έβλεπε' την Αγάπη! Είχε τόσα χρώματα που δεν μπορούσε να διακρίνει ένα, τόσα σχήματα που ήξερε πως λειτουργούσαν όλα τους, τόσες μορφές που ένοιωθε πως τις γνωρίζει όλες. “Να γιατί αγωνιζόμουνα για την ελευθερία μου” σκέφτηκε χαμογελώντας και για να περάσει τα πολύτιμα δεπτερόλεπτα της αυτο-αναγνώρισης (τεχνική που καλλιεργούσε μετά από κάθε επιτυχημένο κυνήγι) αγκάλιασε την Αφροδίτη χωρίς να αναρωτηθεί για την αλλόκοτη εμφάνισή της. “Ας παρατηρήσουμε μαζί” πήγε να της πει αλλά πλέον όλα άρχισαν να σβύνουν γλυκά και απαλά - βυθιζόταν...

“Είσαι καλά;” η γνώριμη γλυκιά φωνή της Αφροδίτης τον τράνταξε. Aνοίγοντας τα μάτια του είδε πως βρισκόταν σε ένα μικρό και ψυχρό δωμάτιο νοσοκομείου. “Τι σου συμβαίνει τις τελευταίες μέρες; Πως βρέθηκες εδώ; Ο γιατρός είπε πως μέχρι να σου κάνει την ένεση, παραληρούσες και τραγούδαγες.” Προσπαθώντας να βρει μία καλή διακαιολογία συνειδητοποίησε την ενοχική σκέψη του, μιας και δεν υπήρχε καμία λογική εξήγηση στο μυαλό του - και όμως, αισθανόταν μια περίεργη διαύγεια! “Μίλα μου”, αυτή την φορά η Αφροδίτη κατάφερε να κάνει τα λόγια της να ακουστούν και να μείνουν στον αέρα πάνω από τις σκέψεις του Αποστόλη.
2006-04-17 12:16
ο αποστόλης ανασηκώθηκε. δεν είχε καμία διάθεση να της μιλήσει, να της εκφράσει με λόγια την ευφορία που ένιωθε μέσα του. δεν θα τον καταλάβαινε ούτε εκείνη ούτε κανείς, γιατί όλοι τους ήταν σκλάβοι δεμένοι στα δεσμά τους. μόνο εκείνος ήταν ελεύθερος, απόλυτα ελεύθερος, κάτι που η πλειοψηφία των θνητών ποτέ δεν θα απολάμβανε.
θυμήθηκε το ατύχημα που είχε προκαλέσει και θα ορκιζόταν πως είδε το θύμα του να χαμογελάει ευτυχισμένο την ώρα που έπεφτε στο έδαφος, σαν να επικροτούσε την απόφασή του να τον απαλλάξει από μια μίζερη ζωή που σίγουρα ζούσε. ποιός είπε πωψς είναι αμαρτία να αφαιρείς μια ζωή? όποιος και να το είχε πει, είχε κάνει λάθος. δεν ήταν αμαρτία, ήταν η μεγαλύτερη προσφορά που θα μπορούσες να κάνεις ανιδιοτελώς αλλά οι νόμοι των ανθρώπων ήταν τυφλοί και μονομερείς, όσο κι εκείνοι που τους έγραψαν.
ο απόστολος δεν είχε σταματήσει να τρέχει και πολλά χιλιόμετρα παρακάτω μια απότομη στροφή τον είχε προδώσει, βγάζοντάς τον από το δρόμο και τουμπάροντας το αμάξι του. έτσι, δεν μπόρεσε κανείς να τον συνδέσει με το ατύχημα που είχε συμβεί πολύ μακρύτερα από το σημείο που βρέθηκε ο σκοτωμένος άγνωστος. εάν αυτό δνε ήταν θεία επέμβαση, που έκρυβε μέσα της την επιδοκιμασία του θεού για τη γεμάτη έλεος πράξη του, τότε τι ήταν? ο ίδιος ο θεός θέλησε να μην κατηγορήσει κανείς τον αποστόλη για εκείνο το έγκλημα και τώρα, με τη θεϊκή έγκριση, θα μπορούσε να συνεχίσει το έργο του...
βγαίνοντας από το νοσοκομείο, ο απόστολος έπρεπε να μείνει στο σπίτι περισσότερο από ένα μήνα. οι εντολές των γιατρών ήταν σαφείς και αυστηρές. δεν έπρεπε να κουραστεί καθόλου, ούτε σωματικά ούτε ψυχικά, θα έπρεπε να παίρνει ανελλιπώς τα φάρμακα που του είχαν δώσει και να κοιμάται πολλές ώρες την ημέρα. η αφροδίτη, σωστός κέρβερος, είχε αναλάβει την "επιτήρησή" του και τα κατάφερνε αρκετά καλά. όμως, δεν είχε καμία δυνατότητα πρόσβασης στο μυαλό και στη σκέψη του κι έτσι ο αποστόλης περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας προσπαθώντας να καταλήξει σε αποφάσεις σχετικά με το θείο έργο που είχε αναλάβει. και αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο από την απαλλαγή των ανθρώπων από τη μίζερη ζωή που ζούσαν και που δεν έβρισκαν το θάρρος από μόνοι τους να τερματίσουν. θα γινόταν εκείνος ο καταλύτης της αντίδρασης που δεν έλεγε να ξεκινήσει μέσα τους. θα αντιδρούσαν, αυτό ήταν σίγουρο, γιατί καθώς ήταν αδύναμοι, φοβούνταν το θάνατο, αλλά ήταν σίγουρος πως στο τέλος, όταν πήγαιναν σε έναν άλλο κόσμο, θα τον ευγνωμονούσαν. και η σκέψη του αυτή έγινε βεβαιότητα, όταν άρχισε να βλέπει στον ύπνο του τον περαστικό που είχε σκοτώσει, να λάμπει μέσα στα λευκά του ρούχα, γεμάτος από μια πληρότητα που δεν είχε ποτέ στη ζωή του, ευτυχισμένος και δυνατός. να άλλο ένα σημάδι από το θεό, ότι έπρεπε να συνεχίσει το έργο του...