ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/Το τάγμα των Εκπεσόντων

Το τάγμα των Εκπεσόντων

Μιχάλης9 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Ο Δαμασκηνός έμεινε μόνος του, προβληματισμένος στο δωμάτιο. Η πρώτη γνωριμία του με τον Ηγούμενο του απέδειξε πως αλλιώς τον είχαν περιγράψει και αλλιώς τον βρήκε εκείνος. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν – ή τουλάχιστον δεν παρουσιάστηκε έτσι – αυστηρός και απρόθυμος. Στην τελική, ο οποιοσδήποτε θα αισθανόταν άσχημα να υποβάλλεται σε επιτήρηση παρά τη θέλησή του. Ίσως θα έπρεπε οι εκκλησιαστικές αρχές να μην ήταν τόσο αυστηρές σε εκείνη την επιστολή, που από ότι είδε ο νεαρός Αρχιμανδρίτης, σε ορισμένα σημεία άγγιζε τα όρια του απαξιωτικού.

Τις σκέψεις του τις διέκοψε ένα μουρμουρητό που ακούστηκε από έξω, λες και πολλές φωνές μαζί έψελναν δυνατά μια φράση και μετά, απότομα, σιώπησαν. «Ότι σε αινούσιν οι δυνάμεις των ουρανών» ακούστηκε μέσα στο δωμάτιο και ο Δαμασκηνός γυρίζοντας είδε ένα μικρό δόκιμο που αθόρυβα είχε ανοίξει την πόρτα και είχε μπει στο δωμάτιο, όσο εκείνος προσπαθούσε να ακούσει από πού έρχονταν οι φωνές.

«Συνηθίζουμε να ψάλλουμε αυτό τον ύμνο ανά μία ώρα» είπε ο δόκιμος και έσπευσε να φιλήσει το χέρι του Δαμασκηνού. «Είμαι ο Θεόδουλος και ο Ηγούμενος μου έβαλε υπακοή να είμαι υποτακτικός σας όσο καιρό θα είστε εδώ». Ο Δαμασκηνός κοίταξε το νεαρό αγόρι που δεν έδειχνε να είναι πάνω από δεκαπέντε ετών. Ψηλό, αμούστακο παιδί, με μεγάλα κατάμαυρα μάτια και χλωμό πρόσωπο, στεκόταν σε στάση προσοχής μπροστά στον Αρχιμανδρίτη, τόσο που ο Δαμασκηνός αναγκάστηκε να τον παρακαλέσει να καθίσει σε μια καρέκλα δίπλα του.

«Λοιπόν, Θεόδουλε, πρέπει να γνωρίσω τον υποτακτικό μου φαντάζομαι, οπότε πες μου για σένα». Ο νεαρός φαινόταν πως είχε όρεξη για κουβέντα, απλά χρειαζόταν λίγη ώθηση.

« Το κατά κόσμον όνομά μου είναι Αντώνης. Δεν ξέρω από πού είμαι ούτε ποιοι είναι οι γονείς μου, γιατί μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη. Μια φορά που μας είχε επισκεφτεί ο Ηγούμενος, μου μίλησε με τόση αγάπη μόλις έμαθε την ιστορία μου, που αμέσως ζήτησα να με πάρουν ως δόκιμο στη Μονή. Μου είχε περιγράψει πόσο ωραία είναι εδώ πάνω, αλλά όταν ήρθα κατάλαβα πως τα λόγια του δεν μπορούσαν να περιγράψουν τόση ομορφιά. Βέβαια, τους πέτυχα σε δυσάρεστη στιγμή, μόλις είχε πεθάνει ένας νεαρός μοναχός και ήταν όλοι θλιμμένοι, αλλά και πάλι υπήρχε τόση γλύκα μέσα στην τόση θλίψη. Έμεινα εδώ, λοιπόν και έκανα διάφορα θελήματα και υπακοές. Πιστεύω πως είμαι καλός, γιατί ο Ηγούμενος μου είπε πως δεν θα αργήσει η χειροτονία μου. Μάλιστα μου είπε πως θα χειροτονηθώ αμέσως μόλις τελειώσουν οι δουλειές που έχετε να κάνετε εδώ» είπε το παιδί και τα μάτια του έλαμπαν. Ο Δαμασκηνός συγκινήθηκε από το ζήλο του παιδιού και του έδωσε την ευχή του, μαζί με κάποιες συμβουλές που ο νεαρός άκουσε αχόρταγα, κοιτάζοντας τον Αρχιμανδρίτη κατάματα, λες και αν δεν τον κοιτούσε δεν θα μπορούσε να ακούσει τα πάντα από όσα του έλεγε.

Λίγη ώρα μετά, ο Θεόδουλος οδήγησε το Δαμασκηνό στο κελί του, που βρισκόταν σε ένα ξεχωριστό κτίριο στο βορινό τμήμα της Μονής, ακριβώς πίσω από το Ιερό του Ναού των Αγγέλων. Τον βοήθησε να τακτοποιήσει τα λιγοστά του πράγματα, του εξήγησε το πρόγραμμα που κάθε μοναχός ακολουθούσε και έπειτα κατέβηκαν μαζί να προσκυνήσουν το ναό, εκεί που ο Δαμασκηνός πήρε μια πρώτη μεγάλη έκπληξη καθώς άνοιξε την πόρτα.
Το εσωτερικό του ναού ήταν μισοσκότεινο. Φως έπεφτε από τους φεγγίτες και μπροστά στα μάτια του νεαρού Αρχιμανδρίτη απλώθηκε ένας παράξενος ναός, με κίονες που προφανώς είχαν χρησιμοποιηθεί από το αρχαίο ιερό της Εκάτης. Δωρικού τύπου ήταν οι περισσότεροι κίονες, φθαρμένοι από το χρόνο, αλλά ανάμεσά τους, σε διάφορα σημεία, υπήρχαν και κίονες αιγυπτιακοί και άλλοι διαφορετικής τεχνοτροπίας, άγνωστης στο Δαμασκηνό. Οι τοίχοι ήταν σε διάφορα σημεία αγιογραφημένοι, ενώ σε άλλα έφεραν αρχαίες επιγραφές, που το πέρασμα των αιώνων είχε φθείρει, καθιστώντας δύσκολη έως αδύνατη την ανάγνωσή τους. Δεξιά και αριστερά, ανάμεσα στους κίονες, αγάλματα Αγγέλων, πιο ψηλά από το μέσο άνθρωπο έστεκαν, με σοβαρές, αυστηρές και θλιμμένες μορφές. Πολεμιστές Άγγελοι με ξίφη και δόρατα σε στάση επίθεσης, Άγγελοι ικέτες με τα χέρια σε θέση προσευχής και θλιμμένα πρόσωπα και Άγγελοι υμνωδοί με τα δάχτυλα στη μύτη τους, σαν να προέτρεπαν σε σιωπή.

Ο Δαμασκηνός περπάτησε ανάμεσα στα αγάλματα των Αγγέλων, προβληματισμένος για τα μυστικά που έκρυβε η τοποθέτησή τους στο ναό και με έκπληξη γιατί η ορθόδοξη παράδοση δεν επιτρέπει τη δημιουργία αγαλμάτων στους ιερούς χώρους. Το τέμπλο ήταν μαρμάρινο και όταν ο Θεόδουλος άνοιξε τα φώτα, ο Αρχιμανδρίτης βρέθηκε να στέκεται μπροστά σε μια τεράστια τοιχογραφία που απεικόνιζε την Κόλαση και τον Παράδεισο. Η Κόλαση ξεκινούσε από το επάνω μέρος του τέμπλου και συνεχιζόταν έως και επάνω από την κόγχη του Ιερού. Γκροτέσκες φιγούρες, σαν πρόσωπα από έργα του Ιερώνυμου Μπος, συμπλέκονταν μεταξύ τους, άλλοι κρεμασμένοι από τσιγκέλια, άλλοι χωμένοι ως το λαιμό σε πύρινους ποταμούς, με σκουλίκια να κατατρώνε τις σάρκες κολασμένων που ήταν χωμένοι σχεδόν ολόκληροι μέσα στη γη. Κάθε λογής βασανιστήριο υπήρχε ζωγραφισμένο εκεί και ανάμεσα στις φιγούρες των τιμωρημένων, Άγγελοι χρώματος κόκκινου επέβλεπαν ή προκαλούσαν τις τιμωρίες, ενώ θηρία έτρωγαν ανθρώπους και δαίμονες. Παραδίπλα, πλάσματα που έμοιαζαν με σκιές με κόκκινα μάτια γελούσαν και από τα ορθάνοιχτα στόματά τους, έβγαιναν γλώσσες με μάτια, έντομα και ζώα που έμοιαζαν πολύ με νυχτερίδες. Καμία περιγραφή δεν μπορεί να αποδώσει παραστατικά την εμετική ατμόσφαιρα της ζοφερής εκείνης τοιχογραφίας, που θα έκανε τον πλέον ψύχραιμο και σκεπτικιστή από τους ανθρώπους να νιώσει ένα αίσθημα απερίγραπτου άγχους και φόβου.

Επάνω όμως από όλους αυτούς, δεκάδες μορφές Αγγέλων και Αγίων, των οποίων όμως τα ονόματα δεν αναφέρονταν, έστεκαν γαλήνιοι μέσα σε ένα μακάριο λευκό φως, που στεφάνωνε την εικόνα της Παναγίας στην κόγχη. Δύο πράγματα, όμως, εξόργισαν το Δαμασκηνό. Δεν υπήρχε απεικόνιση του Παντοκράτορα στο θόλο, παρά στη θέση του υπήρχε ζωγραφισμένος ένας θρόνος μέσα σε ένα λευκό φόντο, με ακτίνες να εκτοξεύονται ολόγυρά του. Το δεύτερο – και εξοργιστικότερο – ήταν πως στο Ιερό δεν υπήρχε ο Εσταυρωμένος. Στη θέση του ήταν ένα άγαλμα Αγγέλου, με ξίφος στο δεξί όρθιο χέρι του και με φτερούγες που ήταν επίχρυσες, ενώ το πρόσωπό του δεν φαινόταν, καθώς ήταν σκεπασμένο με ένα λευκό μαντίλι που έφτανε σχεδόν ως τη μέση του.

Ο Δαμασκηνός έκανε μηχανικά το σταυρό του, εξαγριωμένος σχεδόν, καθώς όπου και αν έπεφτε το μάτι του μέσα στο Ναό, έβλεπε να μην έχει τηρηθεί καμία παράδοση, που τόσο ιερή είναι για την Ορθοδοξία. Σε κάθε γωνιά, σε κάθε σημείο που το μάτι δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία, εκεί πρόβαλλε ένα σύμβολο αιρετικό, αταίριαστο με το χώρο. Και είδε πολλά σύμβολα ο Δαμασκηνός, μασονικά, ναιτικά και παγανιστικά, σύμβολα αποκηρυγμένα από την Εκκλησία, που προκαλούσαν αποστροφή σε κάθε άνθρωπο της πίστης. Τώρα ο νεαρός Αρχιμανδρίτης μπορούσε να καταλάβει την οργή και την αμφιβολία των πιστών για το μοναστήρι και να δικαιολογήσει τις φήμες που είχαν φτάσει μέχρι τα αυτιά της Ιεραρχίας.

Σαν τον εξερευνητή έψαξε το Ναό σπιθαμή προς σπιθαμή, ανάβοντας πολλές φορές τον αναπτήρα, σε μια προσπάθεια να διαβάσει τις αρχαίες επιγραφές, να διακρίνει την παραμικρή λεπτομέρεια. Οι επιγραφές, στην πλειοψηφία τους δεν διαβάζονταν, αφού ο χρόνος είχε αφήσει αμείλικτος τα σημάδια του επάνω τους και οι σκόρπιες λέξεις και φράσεις δεν τον βοήθησαν να βγάλει κάποιο νόημα. Παρατήρησε, όμως, πως επαναλαμβάνονταν οι λέξεις «δαίμων», «γίγας», «έρεβος» και κάποιες άλλες εντελώς αλλόκοτες, όπως «Ικαμπέργκ» ή κάπως έτσι, «Κεμαναχ» με κεφαλαία γράμματα, «Καραναθ» επίσης με κεφαλαία και, ανάμεσα σε ένα ανάγλυφο όπου προφανώς απεικονίζονταν μανιτάρια, ήταν γραμμένη πεντακάθαρα η λέξη ή φράση «ΓκεντνΓκαλλέι» Οι τελευταίες λέξεις δεν έμοιαζαν να ανήκουν σε κάποιον αρχαίο ελληνικό τύπο, αν και η παλαιότητα των επιγραφών ήταν ξεκάθαρη και δεν αποτελούσαν μεταγενέστερη προσθήκη.

Ο Δαμασκηνός έξυσε το κεφάλι του. «Έχεις δει πολλές τέτοιες εκκλησίες;» ρώτησε το Θεόδουλο, περισσότερο παραξενεμένος, παρά προσδοκώντας μια θετική απάντηση από τον δόκιμο.

«Η αλήθεια είναι πως όχι», απάντησε ο μικρός εντελώς αναμενόμενα.
« Είναι εντελώς αλλόκοτες οι φράσεις και οι λέξεις που έχουν σκαλιστεί επάνω στους τοίχους του ναού. Μοιάζουν σαν να προσπάθησε ο συγγραφέας τους να αποδώσει με ελληνικούς χαρακτήρες ξένους λεκτικούς τύπους, που μου είναι παντελώς άγνωστοι» είπε ο Δαμασκηνός καθώς τις σημείωνε σε ένα μπλοκ που κουβαλούσε μαζί του.

«Και τα σύμβολα γιατί σας φαίνονται περίεργα;» ρώτησε ο νεαρός δόκιμος καθώς με το φως ενός κεριού προσπαθούσε να διευκολύνει τον Αρχιμανδρίτη.

« Δεν μου φαίνονται περίεργα. Θα έλεγα ότι μου είναι όλα γνωστά, καθώς και οι αποσυμβολισμοί τους. Δεν είναι τα σύμβολα που μου κάνουν εντύπωση, αλλά κάποια χαρακτηριστικά που συναντώ για πρώτη φορά, όπως την απουσία Εσταυρωμένου από το Ιερό και Παντοκράτορα από τον τρούλο. Θα μπορούσα να υποθέσω ότι ο θρόνος αναφέρεται στο Θρόνο του Θεού και οι ακτίνες στη δύναμη που εκπέμπεται από αυτόν…αλλά δεν είμαι σίγουρος…και τώρα που σαν να έπεσε λίγο περισσότερο φως από τους φεγγίτες, βλέπω φιγούρες κόκκινες και λευκές να στροβιλίζονται γύρω από το Θρόνο, λες και κάτι της απωθεί ή τις απώθησε βίαια μακριά από το Θρόνο…» είπε ο Δαμασκηνός και προχώρησε. Έκανε το σταυρό του στην Ωραία Πύλη, φίλησε την εικόνα του Χριστού και της Θεοτόκου και μπήκε στο Ιερό. Λες και γνώριζε κάτι, σήκωσε το πανί από την Αγία Τράπεζα και πάνω στο μάρμαρο διάβασε τη φράση «εκπεσών το γένος των ανθρώπων». Τακτοποίησε με ευλάβεια το πανί επάνω στην Τράπεζα, έριξε μια ματιά στο άγαλμα του Αγγέλου και σήκωσε το πανί που έκρυβε το πρόσωπό του, για να διαπιστώσει ότι το άγαλμα δεν είχε πρόσωπο, παρά ένα κομμάτι μάρμαρο βρισκόταν εκεί που κανονικά έπρεπε να υπήρχε το πρόσωπο.

«Τόσο καιρό είμαι εδώ και δεν ήξερα πως ο Άγγελος δεν έχει πρόσωπο!» είπε ο Θεόδουλος που στεκόταν δίπλα στον Αρχιμανδρίτη αμίλητος όση ώρα εκείνος έψαχνε το χώρο. «Τι λέτε να συμβολίζει αυτό;»

« Δεν ξέρω τους σκοπούς εκείνων που έκτισαν τη Μονή. Ίσως να είχαν την άποψη πως τα ιερά πρόσωπα δεν πρέπει να απεικονίζονται, αλλά βλέπω εικόνες του Χριστού και των Αγίων με πρόσωπο. Να υποθέσω πως το πρόσωπο ή η ταυτότητα του Αγγέλου αυτού θεωρήθηκε από τους ιδρυτές της Μονής ως ιερότερη από το Χριστό; Θα ήταν εξαιρετικά βλάσφημη μια τέτοια αντίληψη. Απόλυτα αιρετική είναι και απορώ για ποιο λόγο διατηρείται μια τέτοια παράδοση εδώ πάνω. Θα χρειαστεί να μιλήσω επί μακρόν με τον Ηγούμενο για όλα αυτά τα ζητήματα» είπε και εκείνη τη στιγμή άλλη μια μικρή δόνηση ταρακούνησε το μοναστήρι και ένας υπόκωφος βρυχηθμός, προφανώς από τα υπόγεια ρεύματα του χειμάρρου που αναταράχθηκαν, έσπασε τη σιωπή.

«Ότι Σε αινούσιν αι δυνάμεις των Ουρανών» ακούστηκε ξανά η ψαλμωδία, με πιο τρεμουλιαστή φωνή αυτή τη φορά και με μια μελωδία που καμία σχέση δεν είχε με τη Βυζαντινή μουσική. Αντίθετα, έμοιαζε να είναι πολυφωνική, με ένα ανησυχητικό vibrato να την διακατέχει, ακολουθούμενο από ένα δυναμικό και αισιόδοξο crescento σε ταυτοφωνία. Οι φωνές ακούγονταν από μακριά, από κάπου προφανώς μέσα σε κτίρια, ωστόσο ήταν τόσο δυνατές και καθαρές που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πως η χορωδία βρισκόταν κρυμμένη μέσα στο ναό.

Ο Θεόδουλος έσκυψε και έκανε μια μετάνοια μπροστά στην εικόνα του Χριστού μόλις τελείωσε η ψαλμωδία και μουρμούρησε μια προσευχή ενώ ο Δαμασκηνός παρέμενε σιωπηλός, χαμένος σε σκέψεις που δεν ήθελε να μοιραστεί με το νεαρό δόκιμο. Κράτησε λεπτομερείς σημειώσεις στο μπλοκάκι του, ζωγράφισε και σχέδια από όσα του είχαν κάνει περισσότερη εντύπωση και έκρυψε το σημειωματάριο βαθιά μέσα στο ράσο του.
Εκείνη τη στιγμή, το καμπανάκι που χτύπησε, έδωσε σε όλους το σύνθημα πως είχε φτάσει η ώρα για το μεσημεριανό φαγητό. Ο Θεόδουλος οδήγησε το νεαρό Αρχιμανδρίτη σε μια ισόγεια αίθουσα, όπου σιγά σιγά άρχισαν να συγκεντρώνονται οι μοναχοί. Ο Δαμασκηνός παρατήρησε πως στην αριστερή πλευρά της τράπεζας συγκεντρώθηκαν οι γηραιότεροι μοναχοί και στην δεξιά οι νεότεροι, ενώ κάποιοι άλλοι, προφανώς δόκιμοι, κάθισαν σε ξεχωριστό τραπέζι. Ήταν πολύ δύσκολο να κρίνει κανείς την ηλικία τόσο των νέων όσο και των ηλικιωμένων. Ζαρωμένα πρόσωπα, γεμάτα έγνοιες και στερήσεις και βλέμματα που κοιτούσαν με απροσδιόριστα συναισθήματα ζωγραφισμένα στα μάτια τους. Έδειχναν περισσότερο να είναι σκελετοί, ζωντανά απολιθώματα ενός απώτερου παρελθόντος, παρά άνθρωποι της σημερινής εποχής. Χαμένοι σε σκέψεις που δεν μαρτυρούσαν ήταν λες και αιώνες είχαν περάσει από πάνω τους ανελέητα σημαδεύοντας για πάντα τα πρόσωπα και ίσως και τις ψυχές τους με μια απάθεια στα βλέμματά τους που άγγιζε τα όρια του εξωφρενικού.

Οι νεότεροι καλόγεροι, όμως, είχαν μια ευγένεια στα πρόσωπά τους και ένα παράστημα αρχοντικό, που δεν είχε καμία σχέση με την ηλικία τους, η οποία δεν μπορούσε επίσης να προσδιοριστεί με ασφάλεια. Γιατί, όσο νέοι και αν ήταν, τα πρόσωπά τους είχαν μια θλίψη και μια σοφία, που μόνο το πέρασμα πολλών χρόνων θα μπορούσε να δικαιολογήσει. Χρόνοι που, πιθανώς είχαν φέρει βάσανα και στερήσεις, αλλά είχαν αφήσει μια γλυκιά μελαγχολία και μια ευγένεια που μπορεί να συγκινίσει και τον πιο σκληρό από τους ανθρώπους.

Τόσο οι νεότεροι όσο και οι γηραιότεροι, όμως, είχαν το κοινό χαρακτηριστικό ότι έμοιαζαν με πλάσματα ενός άλλου κόσμου, σχεδόν εξαυλωμένα, από εκείνα που η παράδοση από παλιά ονόμασε με διάφορα ονόματα – ξωτικά και φαύνους, αιθερικά και μυστηριώδεις μάγους με κρυμμένες δυνάμεις, φιγούρες που θαρρείς και είχαν ζωντανέψει από παλιές τοιχογραφίες. Η μεγαλύτερη διαφορά τους με τους δόκιμους ήταν ότι οι τελευταίοι έδειχναν σαφώς περισσότερο «ανθρώπινοι», με τα πρόσωπά τους να παίρνουν όλη τη γκάμα των εκφράσεων και των συναισθημάτων καθώς μιλούσαν σιγανά ο ένας με τον άλλο.

Μόλις μπήκε ο Ηγούμενος, όλοι σηκώθηκαν και έψαλλαν μια προσευχή και ο Δαμασκηνός, που είχε προσκληθεί στο τραπέζι του Ηγούμενου, διαπίστωσε πως οι φωνές των γηραιότερων ήταν καθαρές και δυνατές, παρά την εξωτερική τους εμφάνιση που έδειχνε κουρασμένη και έμοιαζαν πολύ με τις φωνές εκείνων που έψελναν το «ότι σε υμνούσιν αι δυνάμεις των ουρανών». Το τραπέζι ήταν πλούσιο σε ποσότητες φαγητών και περιλάμβανε βραστές πατάτες και χόρτα, σαλάτες με πράσινα λαχανικά, άσπρο τυρί και φρούτα. Λιτό αλλά σε ποσότητες ικανές να χορτάσουν οποιονδήποτε πεινασμένο. Ο Δαμασκηνός κοιτούσε τους μοναχούς και προσπαθούσε να μαντέψει ποιος από εκείνους ήταν ο Ραφαήλ, ρωτώντας όμως τον Ηγούμενο, πήρε την απάντηση πως ο μοναχός Ραφαήλ προτιμά να τρώει στο κελί του, γιατί εδώ και χρόνια απέφευγε τις δημόσιες εμφανίσεις, εκτός ίσως από τη Θεία Λειτουργία, στην οποία εμφανιζόταν συχνά αλλά όχι σε τακτική βάση. Τον δικαιολόγησε, όμως, λέγοντας πως ήταν πολύ προχωρημένης ηλικίας και δυσκολευόταν ακόμα και να σηκωθεί από το κρεβάτι του, εξαιτίας μιας γενικευμένης αρθρίτιδας που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια και τον εμπόδιζε να δέχεται πολλούς πιστούς στο κελί του, αν και τα πλήθη συνέρρεαν προσδοκώντας στην ευχή και τις συμβουλές του. Δεν ήταν, όμως, μόνο η αρθρίτιδα που είχε επιφέρει στο Μοναχό ο χρόνος. Ο Ηγούμενος του είπε πως ο γέροντας έπασχε από γεροντική άνοια και πως συμπεριφερόταν όπως ένας ηλικιωμένος με ελαττωματικό μυαλό. Ξεχνούσε, έλεγε αλλόκοτα πράγματα και είχε περίεργη συμπεριφορά. Ο συνδυασμός αυτών των πραγμάτων με την ασκητική του φιγούρα, έκαναν τους πιστούς να θεωρούν πως είχε προορατικό χάρισμα και τον αντιμετώπιζαν ως Άγιο στη γη, μια αντιμετώπιση που ο ίδιος απεγχθανόταν. Ως ευσεβής ασκητής που ήταν, θεωρούσε πως οι πιστοί έπρεπε να λατρεύουν το Θεό και να τιμούν τους Αγίους του, ενώ ο ίδιος ήταν υπερβολικά αμαρτωλός, όπως τους έλεγε και συνεχώς τους προέτρεπε να προσεύχονται για τη σωτηρία της ψυχής του, γιατί αισθανόταν πως το τέλος του βρισκόταν κοντά.
Μόλις ολοκληρώθηκε το γεύμα, ο Ηγούμενος σηκώθηκε όρθιος και παρουσίασε στους μοναχούς τον Δαμασκηνό, εξηγώντας τους με κάθε λεπτομέρεια το σκοπό της ύπαρξής του και προτρέποντάς τους να τον βοηθήσουν όσο μπορούσαν στο έργο που του είχε οριστεί. Κλείνοντας την ομιλία του, τους συμβούλεψε να αναπαυθούν το μεσημέρι επί δίωρο, όπως το συνήθιζαν χρόνια τώρα, ενώ προσκάλεσε τον Αρχιμανδρίτη στο γραφείο του αφού, όπως του είπε, ο ίδιος πολύ σπάνια ξεκουραζόταν τα μεσημέρια.

Στο γραφείο τους περίμενε ένας δίσκος με ζεστό καφέ και νερό και αυτή τη φορά ο Δαμασκηνός παρατήρησε πως οι μοναχοί είχαν φτιάξει τον καφέ του ακριβώς όπως τον προτιμούσε. Ο Αβιμέλεχ για αρκετή ώρα καθόταν και παρατηρούσε τον Αρχιμανδρίτη χωρίς να μιλάει, μέχρι που ο τελευταίος ένιωσε τη δυσφορία που προκαλεί η αίσθηση του να προσπαθεί κανείς να τρυπώσει μέσα στο μυαλό σου και να καταλάβει τις βαθύτερες σκέψεις σου. Οι φλέβες στο λαιμό του σταδιακά διεστάλησαν, το πρόσωπό του κοκκίνησε και χαράχτηκε από σταγόνες ιδρώτα που έσταζαν μέχρι και μέσα στα μάτια του, κάνοντάς τα να δακρύζουν. Ένιωθε λες και μια αόρατη ηλεκτρική σκούπα προσπαθούσε να ρουφήξει το μυαλό και την ενέργειά του, καθώς οι αρθρώσεις του του έδωσαν την αίσθηση της απόλυτης κούρασης και ήταν λες και ολόκληρο το είναι του ζητούσε από αυτόν να παραδοθεί. Όμως, ο Δαμασκηνός ήταν ένας πολύ δυνατός άνθρωπος που δεν ανεχόταν την υποταγή. Έκλεισε τα μάτια του και ονειρεύτηκε τον εαυτό του κλεισμένο μέσα σε ένα φωτεινό αυγό, που έλαμπε όπως ένας μικρός ήλιος και φώτιζε και ζέσταινε το χώρο γύρω του. Οι επιθέσεις, σαν μικρά μαύρα βέλη από ένα απροσδιόριστο τόξο, έπεφταν πάνω στο κέλυφος και εξοστρακίζονταν, ανίκανα να το διαπεράσουν. Μια δεύτερη βροχή από βέλη ξέσπασε σαν καταιγίδα και σε μερικά σημεία κατάφερε να ραγίσει το φωτεινό κέλυφος, ωστόσο ο Δαμασκηνός, με μια προσπάθεια που ξεπερνούσε τα όρια του άθλου< κατάφερε να εκμηδενίσει την ενεργειακή επίθεση που δεχόταν και άνοιξε τα μάτια του, κοιτάζοντας τον Ηγούμενο που τον παρατηρούσε ατάραχος και ξεκούραστος.

«Είστε καλά;» ρώτησε ο Αβιμέλεχ και ο Δαμασκηνός κούνησε το κεφάλι. «Δείχνατε σαν να πονούσατε ή να νιώθατε κάποιου είδους δυσφορία. Σας μιλούσα και δεν με ακούγατε. Αν θέλετε, μπορείτε να ξαπλώσετε στο κελί σας, ίσως το ταξίδι να σας κούρασε» είπε ο Ηγούμενος με ειλικρίνεια αλλά ο Δαμασκηνός με μια κίνηση άρνησης απέρριψε την προσφορά του Ηγούμενου.

«Είμαι πολύ καλά, μην ενοχλείστε. Ίσως μια μικρή στομαχική διαταραχή, ανάξια λόγου, που τώρα πέρασε. Θα ήθελα να παραμείνω μαζί σας, γιατί τώρα που είμαστε μόνοι είναι ιδανική στιγμή για να μιλήσουμε για ορισμένα πράγματα που είδα και που ομολογώ πως δεν μου άρεσαν καθόλου» είπε ο Δαμασκηνός.

« Νομίζω πως μπορώ να καταλάβω τι εννοείτε και θα μου επιτρέψετε να σας προλάβω. Πήγατε να προσκυνήσετε στο Ναό και είδατε όλα εκείνα τα περίεργα σύμβολα επάνω στα μάρμαρα. Όπως γνωρίζετε, ο Ναός κτίστηκε πάνω στα ερείπια του αρχαίου ναού της Εκάτης. Χρησιμοποιήθηκαν, λοιπόν, μάρμαρα από το αρχαίο ιερό, τα οποία έφεραν επάνω τους επιγραφές και σύμβολα, τα οποία έχω μελετήσει ένα προς ένα. Είναι πράγματι ακατάλυπτα και με βάση την έρευνά μου, πιστεύω πως το ιερατείο που ζούσε εδώ πάνω, ακολουθούσε μια περίεργη λατρεία, ενώ προφανώς δεν ήταν όλοι οι ιερείς του ελληνικής καταγωγής, αφού ορισμένες φράσεις δεν είναι γραμμένες στα Ελληνικά. Αυτό είναι όλο. Δεν είναι ο πρώτος ναός που χτίστηκε με αυτό τον τρόπο και νομίζω πως κάτι τέτοιο δεν πρέπει να σας παραξενεύει.»

Ο Δαμασκηνός αναδεύτηκε. «Δεν είναι αυτό, φυσικά, που με προβληματίζει, Ηγούμενε και νομίζω πως θα έπρεπε να το είχατε καταλάβει. Περισσότερη εντύπωση μου κάνει η απουσία του Παντοκράτορα και η αντικατάστασή του από ένα θρόνο και, κυρίως, η ανυπαρξία του Εσταυρωμένου από το Ιερό, τη θέση του οποίου έχει πάρει ένας Άγγελος, με καλυμμένο κεφάλι και, φυσικά, η ύπαρξη αγαλμάτων σε ορθόδοξο ναό» απάντησε με ελαφρώς ειρωνικό τρόπο.

Ο Αβιμέλεχ κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά. «Έχετε κάθε λόγο να απορείτε και ίσως και να εκνευρίζεστε από μέσα σας, όμως εξήγηση υπάρχει και, εάν έχετε υπομονή να ανεχτείτε την κατά τα άλλα ουσιώδη φλυαρία μου, τότε ελπίζω πως θα σας λύσω όλες σας τις εύλογες απορίες».
«Πριν από πολλά χρόνια θεμελιώθηκε αυτή η Μονή. Δεν υπάρχουν αρχεία με την ακριβή της χρονολόγηση, ωστόσο είμαστε σίγουροι πως πρόκειται για μια από τις παλαιότερες μονές στον Ελληνικό χώρο. Παλιότερα, όπως ήδη έχουμε πει, υπήρχε εδώ Ιερό της Εκάτης, όπου η σκοτεινή της λατρεία προκαλούσε αποστροφή στον κόσμο. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που έπαιρναν μέρος στα μυστήριά της, λένε πως γίνονταν ανθρωποθυσίες με αποτρόπαιο βασανισμό του θύματος και πολλά άλλα που η παράδοση μόνο αποσπασματικά έχει σώσει. Το αποτέλεσμα ήταν να εξεγερθούν οι άνθρωποι και μια νύχτα συγκεντρώθηκαν εδώ με πυρσούς, σκότωσαν τους ιερείς και έκαψαν το Ναό, από τον οποίο έμειναν μόνο συντρίμμια και μερικοί άθικτοι χώροι για αιώνες, ώσπου, ένας περιπλανώμενος καλόγηρος εξάγνισε το χώρο από την παρουσία του Κακού, χτίζοντας με τα ίδια του τα χέρια μια μονή. Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν χώροι σχεδόν ακέραιοι, το έργο του ήταν μεγάλο, καθώς πρόσθεσε ολόκληρους ορόφους πάνω στα ερείπια και, καθώς τα χρόνια περνούσαν, σιγά σιγά ήρθαν και άλλοι μοναχοί και όλοι μαζί ολοκλήρωσαν το έργο. Οι ίδιοι πιθανότατα έκαναν και τις αγιογραφίες, αν και για αυτό δεν είμαστε σίγουροι. Λέγεται πάντως ότι τα πρώτα χρόνια η παρουσία του κακού ήταν πολύ έντονη και χίλια δυο φαινόμενα σατανικής προελεύσεως συνέβαιναν στη Μονή, που καμία ευχή δεν μπορούσε να εξορκίσει. Το κακό είχε ποτίσει ακόμα και το βραχώδες έδαφος. Οι μοναχοί είχαν φρικιαστικά οράματα στον ύπνο και στον ξύπνιο τους και παρά την πίστη τους, κλονίστηκε η αντοχή τους και έγιναν σκυθρωποί και έδειχναν καταβεβλημένοι από τις καθημερινές τους μάχες με τον πατείν παν’ όφεων και σκορπίων. Το θαύμα που καθημερινά για χρόνια παρακαλούσαν συνέβη, όμως, όταν τα δαιμόνια, πλήρως αποθρασυσμένα , επιχείρησαν να προκαλέσουν φωτιά, καίγοντας ζωντανούς τους μοναχούς, καθώς είχαν φροντίσει νωρίτερα να καταστρέψουν τη γέφυρα που τους συνέδεε με τον υπόλοιπο κόσμο, από μια κατολίσθηση που την παρέσυρε κάτω στο ορμητικό ρεύμα του χειμάρρου. Εκείνη την ώρα, που καμία ελπίδα δεν φαινόταν στον ορίζοντα και κανένα θαύμα δεν έμοιαζε ικανό να τους σώσει από την πυρκαγιά που ήδη κατέτρωγε τη Μονή τους, ένα τάγμα Αγγέλων κατέβηκε από τον ουρανό και έριξε στα τάρταρα τους Δαίμονες που είχαν πάρει υλική μορφή. Η φωτιά έσβησε και ο αρχηγός των Αγγέλων στάθηκε μπροστά στον Ηγούμενο, τον ίδιο δηλαδή που είχε κτίσει τη Μονή και τον διέταξε να την αφιερώσει στους Αγγέλους, τους οποίους του είπε πως πρέπει να τιμούν και να θυμούνται το θαύμα. Ήταν ο ίδιος που έδωσε οδηγίες για το πώς έπρεπε να φτιαχτούν τα αγάλματα μέσα στο Ναό, πως έπρεπε να ζωγραφιστούν οι τοιχογραφίες και, με μεγάλες λεπτομέρειες ζήτησε να κατασκευαστεί το δικό του άγαλμα, που πρόσταξε να τοποθετηθεί μέσα στο Ιερό, λέγοντας πως αν οι οδηγίες του παραβλέπονταν, οι Δαίμονες θα επέστρεφαν.

Οι μοναχοί έκαναν ότι τους είχε προστάξει, εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια. Ο Ηγούμενος, ενώ έβλεπε τη μορφή του Αγγέλου σαν ζωντανό άνθρωπο μπροστά του, δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του. Αργότερα αυτό το απέδωσε στην αναξιότητά του, έτσι φτιάχτηκε μεν το άγαλμα, χωρίς πρόσωπο όμως και αντί για αυτό, τοποθέτησαν ένα λευκό πανί στο κεφάλι του. Ο Ηγούμενος άφησε εντολές σε όλους εμάς τους επόμενους να τηρήσουμε όλες αυτές τις παραδόσεις και έτσι και γίνεται εδώ και αιώνες. Το πανί το αλλάζουμε κάθε φορά που πεθαίνει ένας Ηγούμενος και τον κηδεύουμε μαζί με αυτό, ενώ ο νέος εκλεγμένος Ηγούμενος τοποθετεί μόνος του το καινούριο πανί στο κεφάλι του αγάλματος, μέσα σε πανηγυρική Λειτουργία. Αιώνες τώρα έχουν ακολουθηθεί αυτές οι παραδόσεις και κανένας προκάτοχός μου δεν τόλμησε να τις παραβλέψει, γιατί είναι εντολές που δόθηκαν από τους ίδιους τους Αγγέλους, άρα από το Θεό…»

Ο Δαμασκηνός έπαιξε τα δάκτυλά του επάνω στο τραπέζι.

« Δεν φαντάζομαι να ήταν ο Θεός που ζήτησε από τους Μοναχούς να μην ζωγραφίσουν Παντοκράτορα πάνω στον τρούλο, όμως» είπε με φανερή διάθεση ειρωνείας, η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτελούσε ένα ελάττωμα που ελάχιστες φορές τον είχε χαρακτηρίσει. Ο Ηγούμενος δεν φάνηκε να προσβάλλεται.

« Μετά από μια τέτοια εμπειρία είναι λογικό να θέλησαν να αποτυπώσουν τα οράματά τους στις αγιογραφίες τους. Δεν πιστεύω ότι εξετράπησαν από το Δόγμα, πιστεύω όμως πως σίγουρα κάτι ήθελαν να πουν. Ας μην ξεχνάμε πως εκείνος που έχει οράματα δεν μπορεί πάντα να κατανοήσει το σκοπό που έχουν. Απλά τα αποδίδει με όποιον τρόπο μπορεί και μένει σε εμάς να καταλάβουμε τι εννοούσε.
« Οι μοναχοί συνέχισαν να έχουν οράματα των Αγγέλων που τους έσωσαν τότε και διαρκώς ζωγράφιζαν αυτά που έβλεπαν, εκστατικοί μπροστά στο μεγαλείο της θεότητας που τους περίβαλλε. Ένας από αυτούς, οι φήμες λένε πως ήταν ο μικρότερος και πιο αγνός στην καρδιά, ζωγράφισε τους δύο Αγγέλους στην είσοδο της Μονής, επάνω στους αρχαίους παραστάδες και όταν τους είδαν οι υπόλοιποι μοναχοί ανατρίχιασαν, γιατί διέφεραν από οτιδήποτε είχαν έως τότε δει. Λένε πως ήταν ο ίδιος μοναχός που ζωγράφισε το θρόνο στον τρούλο, καθώς και μια τοιχογραφία πίσω στο Ιερό, που προφανώς δεν είδες λόγω του ελλιπούς φωτισμού και της κακής κατάστασης στην οποία βρίσκεται. Θα σου τη δείξω εγώ, όμως. Είναι ένας Άγγελος που λέγεται ότι είναι η πλέον πιστή απεικόνιση του αρχηγού των Αγγέλων, του οποίου κανείς άλλος δεν είχε καταφέρει να διακρίνει το πρόσωπο, εκτός από τον μικρό εκείνο μοναχό.

Τόσο πολύ τον είχαν σε εκτίμηση δε, που όταν ο πρώτος Ηγούμενος πέθανε, τον εξέλεξαν Ηγούμενο και του έτρεφαν μεγάλο σεβασμό. Ίσως να τον έβλεπαν και ως Άγιο αν και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια. Τα χρόνια περνούσαν, όμως, οι μοναχοί πέθαιναν και οι καινούριοι σιγά σιγά ξεχνούσαν τις παλιές ιστορίες, εκτός από την παράδοση με το πανί στο άγαλμα του Αγγέλου. Οι καιροί άλλαξαν, το ίδιο και οι αντιλήψεις, όμως όλα αυτά έμειναν αποτυπωμένα σε συμβολισμούς μέσα στην Εκκλησία, αυτούς που είδατε και σας σόκαραν πριν από λίγο. Όμως, θεωρώ πως δεν πρέπει να κολλάμε στους τύπους αλλά να μένουμε στην ουσία. Και η ουσία είναι πως οι πρώτοι Μοναχοί που έζησαν εδώ, ήρθαν πολύ κοντά με τον κόσμο που απλώνεται πέρα από αυτή την όχθη της ζωής, τόσο τον καλό κι ευτυχισμένο κόσμο, όσο και με τον κακό και δυστυχισμένο και, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, δικαιούνταν να είχαν κάπως διαφοροποιημένες απόψεις, χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει πως είχαν εκτραπεί από το Δόγμα μας, το οποίο, φυσικά, περιλαμβάνει την απόλυτη αγάπη, που όλα τα συγχωρεί, όπως ξέρετε καλά.»

Πόσο πολύ τον είχε παρεξηγήσει ο Δαμασκηνός τον Ηγούμενο! Καθόταν και τον άκουγε με προσοχή και ήταν λες και ομορφότερα λόγια δεν είχε ακούσει στη ζωή του ποτέ. Ο τόνος της φωνής του ήταν γλυκός και ήρεμος, τόσο μελωδικός, που του θύμιζε μεμιάς όλες τις ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος. Κούνησε το κεφάλι του σαν να προσπαθούσε να ξυπνήσει από ένα όμορφο όνειρο.

«Η αγάπη μπορεί να τα συγχωρεί όλα, όμως αυτό δεν είναι άλλοθι για να εκτρέπεται ο άνθρωπος, Ηγούμενε και πιστεύω πως σε αυτό συμφωνείτε κι εσείς. Θα σκεφτώ, ωστόσο τα πάντα και θα προσευχηθώ για να είμαι κατά το δυνατόν αντικειμενικός. Θα ήθελα τώρα να μου δώσετε την ευλογία σας να επισκεφτώ το κελί του μοναχού Ραφαήλ, εάν δεν έχετε αντίρρηση».

« Δεν έχω απολύτως καμία αντίρρηση. Θα σας παρακαλέσω απλά να ζητήσετε τη δική του άδεια και να κανονίσετε με εκείνον το πότε μπορεί να σας δεχτεί. Όπως σας έχω ήδη ενημερώσει, είναι αρκετά ηλικιωμένος και ασθενής και οι επισκέψεις τον κουράζουν. Όμως, πιστεύω πως σε συνεννόηση μαζί του θα βρείτε κάποιο διαθέσιμο χρόνο» απάντησε μαλακά ο Ηγούμενος. « Να έχετε υπόψην σας, πάντως, ότι ο αδερφός Ραφαήλ πάσχει από γεροντική άνοια και αυτό καθιστά κάπως προβληματική την επικοινωνία μαζί του. Ως αποτέλεσμα του διαταραγμένου του μυαλού, πιστεύει πως βλέπει οράματα, πράγματα που δεν υπάρχουν. Μπερδεύει την αλήθεια με το ψέμα, αλλά φυσικά όχι από πρόθεση».

« Θα μπορούσε, τότε, να ισχυριστεί το ίδιο κανείς και για τους ιδρυτές της Μονής. Πως ήταν ασθενείς στο μυαλό και νόμιζαν πως έβλεπαν όλα εκείνα τα οράματα.» απάντησε ο Δαμασκηνός και για πρώτη φορά είδε μια υποψία οργής στα μάτια του Ηγούμενου, ο οποίος σηκώθηκε όρθιος και ύψωσε ελαφρά τον τόνο της φωνής του.

«Εκείνοι ήταν καθ’ όλα υγιείς, τουλάχιστον πολύ περισσότερο από εσάς ή από εμένα. Μια ματιά στην Αγιογραφία του Αγγέλου, για την οποία σας μιλούσα πριν, θα σας λύσει την απορία για το εάν ένα ταραγμένο μυαλό μπορεί να δημιουργήσει τόση ομορφιά»

«Ίσως μόνο αυτά τα μυαλά, που άστοχα ονομάζουμε διαταραγμένα, να είναι τα μοναδικά ικανά να δημιουργήσουν κάτι όμορφο, Ηγούμενε» απάντησε ο Δαμασκηνός. «Και ίσως να είναι και τα μοναδικά άξια να βλέπουν Αγγέλους».
«Τότε ίσως κι εσείς, Αρχιμανδρίτα, να εκφράζετε μια άποψη που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αιρετική από τους μη έχοντες ανοικτό πνεύμα, γιατί είναι σαν να ισχυρίζεστε πως μόνο όσοι τελούν υπό ένα ελαττωματικό μυαλό, μπορούν να επικοινωνήσουν με το Θεό και να δουν όλα αυτά τα θαυμαστά» αντίτεινε ο Ηγούμενος χαμογελώντας.

«Όπως είπα και παραπάνω, όμως, άστοχα ονομάζουμε διαταραγμένα όλα αυτά τα μυαλά. Εκείνο που ο κόσμος ονομάζει διαταραχή, μπορεί να είναι το απαραίτητο στοιχείο που απαιτείται για την επικοινωνία με το Θείο, η Μανία, που σύμφωνα με το Σωκράτη είναι θεικής προέλευσης και η οποία δεν έχει καμία σχέση με το μορφωτικό επίπεδο ή με οτιδήποτε άλλο ανθρώπινης προέλευσης».

«Και με αυτό που τώρα λέτε, έρχεστε σε αντίθεση με την Επιστήμη».

« Την επιστήμη την τιμώ και, έως ενός σημείου, την εμπιστεύομαι. Όμως δεν την κάνω Θεό μου. Η επιστήμη υποτίθεται πως κάνει ευκολότερη τη ζωή των ανθρώπων, όμως αυτό είναι ουσιαστικά εσφαλμένο, γιατί τουλάχιστον ευτυχία δεν φέρνει. Εσείς εδώ πάνω, δεν αισθάνεστε περισσότερο ευτυχισμένοι, παρότι σας λείπουν πολλά επιστημονικά αγαθά;»

Το πρόσωπο του Ηγούμενου σοβάρεψε και μισοέκλεισε τα μάτια του σαν να έφερνε στο νου του σκηνές από παλιότερες εποχές, αναμνήσεις κλειδωμένες σε συρτάρια του μυαλού.

« Η ευτυχία», είπε με αργό και επίσημο τόνο, «είναι πολύ μεγάλη λέξη για να την πει κάποιος από τους ανθρώπους. Σπάνια τη χρησιμοποιώ, προτιμώ αντί αυτής τη λέξη χαρά, που έχει μέσα της όλη τη σημασία του εφήμερου, του πεπερασμένου που ισχύει όμοια για τους θνητούς και για τα πνεύματα. Γιατί, εκτός από τη μακαριότητα των πνευμάτων του φωτός, υπάρχει και η θλίψη στον κόσμο των πνευμάτων. Μπορεί, ακόμα και εκείνα τα όντα που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε Δαίμονες και που τους έχουμε αποδώσει κάθε κακία, να μην είναι τίποτε άλλο από θλιμμένα πνεύματα, που μέσα στην απόγνωση για εκείνο που έχασαν, αντιδρούν σπασμωδικά, σκορπώντας γύρω τους τη θλίψη που κρύβουν μέσα τους. Είναι τόσα πολλά εκείνα που ο κόσμος δεν γνωρίζει και ίσως να είναι καλύτερα που ζει μέσα στην άγνοια. Καμιά φορά η γνώση φέρνει απόγνωση, φορτίο που είναι υπερβολικά μεγάλο, ακόμα και για τα ισχυρά πνεύματα…»

« Οι Άγγελοι έκαναν από παλιά την επιλογή τους. Υπήρξαν εκείνοι που έπεσαν, οι Εκπεσόντες κι εκείνοι που έμειναν πιστοί στο φοβερό κάλεσμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Όσα πνεύματα ζουν κοντά στο Θεό, δεν μπορεί να είναι θλιμμένα, γιατί στέκονται δίπλα στην πηγή της χαράς και τρέφονται από εκείνη»

«Και αν δεν υπήρξε μόνον ένας Αρχάγγελος Μιχαήλ; Τι θα συνέβαινε αν υπήρχαν δύο, ο ένας το ακριβώς αντίθετο του άλλου; Δεν είναι ανάγκη να απαντήσετε σε αυτό το ερώτημα, Αρχιμανδρίτα. Η συζήτηση μου έφερε μια αφόρητη θλίψη. Δεν γνωρίζω το γιατί αλλά ούτε και θα το ψάξω. Η θλίψη δεν χρειάζεται αιτιολόγηση, η χαρά την έχει απόλυτη ανάγκη» είπε ο Ηγούμενος και σηκώθηκε από το κάθισμά του.

«Μπορείτε να βρείτε το Γέροντα Ραφαήλ. Ίσως εκείνος να έχει να σας πει κάτι παραπάνω από εμένα. Είναι τόσα πολλά χρόνια μοναχός, έχει τόση εμπειρία από τη θλίψη κι εκείνος. Είναι όμως πιο τυχερός από εμένα, γιατί εκείνος δεν έχει λόγο να δώσει στο Θεό για τόσες ψυχές που του εμπιστεύτηκαν τις μοίρες τους…”.

OΔαμασκηνός ένιωσε ξαφνικά συμπόνια για τον Ηγούμενο, γιατί παρόμοιες σκέψεις τον είχαν απασχολήσει κι εκείνον στο παρελθόν, σχετικά με την τύχη του δικό του ποιμνίου και το βαθμό της δικής του ευθύνης σε αυτό. Όλοι τους θα έδιναν λόγο στο Θεό όταν ερχόταν η φοβερή εκείνη ώρα… Σκεφτόταν πως σε μεγάλο βαθμό ο Ηγούμενος είχε δίκιο για τη θλίψη, η οποία είχε καταβάλει και τον ίδιο το Δαμασκηνό στο παρελθόν πολλές φορές και ώρες ώρες αισθανόταν πως αδυνατούσε να εξηγήσει την παρουσία της στον κόσμο που ο Θεός έφτιαξε.
Άφησε μόνο του τον Ηγούμενο και πήγε στο κελί του, πέφτοντας βαρύς επάνω στο κρεβάτι. Η διάθεσή του είχε χαλάσει και μαύρες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Ξαφνικά ένιωσε πως ήθελε να φύγει, να ματαιώσει την αποστολή του και να γυρίσει πίσω στην Εκκλησία του, στο μοναδικό μέρος που ένιωθε ασφαλής. Το μοναστήρι του εξέπεμπε μια αρνητική ενέργεια, είχε δει στην τράπεζα τα μάτια των μοναχών να τον κοιτάζουν επικριτικά, χωρίς αγάπη. Ακόμα και τα γεμάτα θλίψη λόγια του Ηγούμενου του φαίνονταν προσεκτικά διαλεγμένα ώστε να του φορτώσουν τύψεις που είχε δεχτεί να γίνει κριτής μιας ολόκληρης κοινότητας, για την οποία δεν είχε ακούσει τίποτα έως τότε. Με ποιο δικαίωμα θα ασκούσε εκείνος κριτική σε ανθρώπους που άφησαν πίσω τους απολαύσεις μιας κοσμικής ζωής, για να ψάξουν εκεί πάνω, στις κορυφές των απάτητων βουνών, να βρουν το Θεό για να κατοικήσει μέσα τους; Ποιος ήταν εκείνος που θα έκρινε τους παλαιούς μοναχούς για αυτά που ζωγράφισαν, όταν εκείνοι είχαν πολεμήσει με το σκοτάδι και είχαν αξιωθεί την εμφάνιση Αγγέλων του Θεού;

Το καμπανάκι χτύπησε και σιγά σιγά οι μοναχοί επέστρεψαν στις δουλειές τους. Ο Δαμασκηνός άκουγε το ποδοβολητό και τις συνομιλίες τους έξω από το κελί του και όσο και αν ήταν καλή ευκαιρία να συζητήσει με ορισμένους, το απόφυγε. Δεν είχε καμία όρεξη να γευτεί την ψυχρότητά τους. Έβγαλε το ράσο του και έπεσε μέσα από τα σκεπάσματα, παραδομένος σε έναν ύπνο με άσχημα όνειρα. Έβλεπε να ανοίγουν οι ουρανοί και ένας αστραφτερός θρόνος να εμφανίζεται, με χιλιάδες Αγγέλους δίπλα του να υμνούν εκείνον που καθόταν επάνω του, τυλιγμένος σε σύννεφα που έκρυβαν τη μορφή του. Ξαφνικά, ένας ήχος από χιλιάδες τρομπέτες ακούστηκε, τα σύννεφα πύκνωσαν γύρω από το Θρόνο και, λες και μια τεράστια έκρηξη να είχε συμβεί μέσα στο Θρόνο, κύματα εκτοξεύτηκαν, σκορπώντας τους Αγγέλους σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, ρίχνοντάς τους από τον ουρανό. Ολόκληρος ο κόσμος σκίστηκε στα δυο από την τρομερή εκπομπή δύναμης του Θρόνου και η Δημιουργία κλονίστηκε, καθώς οι κόσμοι κατέρρεαν. Πνεύματα εξανεμίστηκαν μπροστά στα μάτια του Δαμασκηνού, ο οποίος έβλεπε και ένιωθε την αγωνία τους, γιατί και η δική του η ύπαρξη είχε γεμίσει αγωνία. Ένιωθε πως η ζωή και το πνεύμα του είχαν απομείνει έρημα, χωρίς το αόρατο στήριγμα που δίνει ζωή και ενέργεια, πέρα από τις χημικές αντιδράσεις των κυττάρων του. Και ήταν τόση η οδύνη στο όνειρό του που έκλαψε πικρά και κανείς δεν υπήρχε να τον παρηγορήσει. Και ήταν μια οδύνη μεγαλύτερη από τη χειρότερη απώλεια, μια αίσθηση εγκατάλειψης πιο απόλυτη και από τη μεγαλύτερη ερημιά. Κοίταζε τη Δημιουργία να έχει γίνει μηχανική, στηριγμένη σε φυσικούς νόμους και κανόνες, αλλά χωρίς ζωή και δημιουργική ισχύ μέσα της. Πλανήτες γύριζαν γύρω από ήλιους χωρίς σκοπό και γαλαξίες γύρω από αόρατα κέντρα χωρίς νόημα και φωνές, σαν από βάθη πηγαδιών έφταναν στα αυτιά του. Εκπεσόν το γένος των ανθρώπων μουρμούριζαν, Άνακτα, Νικητά των αρχαίων, άφες χάνουκιμ, ία ανέα….φράσεις χωρίς συνοχή και νόημα, μόνο πληγωμένες, απογοητευμένες και μόνες τους έδιναν τη θλιβερή μουσική τους στο χάος.

Ο Αρχιμανδρίτης ξύπνησε σε χειρότερη κατάσταση, το όνειρο τον είχε επηρεάσει τόσο, που υποπτεύθηκε δαιμονική επίδραση πίσω από αυτό και πίσω από τη δειλία που είχε ζήσει λίγο πριν κοιμηθεί, τότε που σκεφτόταν να εγκαταλείψει την αποστολή του. «Δεν θα σου περάσει» είπε από μέσα του και έψαλε μουρμουριστά την προσευχή της Θεοτόκου. «Θεοτόκε Παρθένε, Χαίρε Μαρία Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου. Ευλογημένη Συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, ότι Σωτήραν έτεκες των ψυχών ημών». Ήξερε πως αυτή η προσευχή ήταν πολύ ισχυρή, τον είχε βοηθήσει πολλές φορές στο παρελθόν. Έτσι και τώρα, η Θεοτόκος θα έδιωχνε μακριά το Σατανά, τις ενοχές και τις αμφιβολίες από την καρδιά του και θα τον ηρεμούσε, ενώ δεν ήταν και λίγες οι φορές που αμέσως μετά από αυτή την επίκληση, του δινόταν η απάντηση στις αμφιβολίες του, μέσα από ένα Θείο σημάδι.