ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

FORUMS/METAFYSIKO.GR/BOARD/Η ιστορία του Κωνσταντίνου

Η ιστορία του Κωνσταντίνου

Μιχάλης6 ΜΗΝΥΜΑΤΑΣΕΛΙΔΑ 1/1
Ευτυχισμένοι αιώνες πέρασαν και όλα τα πνεύματα ζούσαν αρμονικά και αδιάλειπτα υμνούσαν τον Ένα Θεό για την υπέροχη Δημιουργία του, στην οποία δεν υπήρχε κανένα ψεγάδι, όμως ήρθε εποχή που οι Θεοί άρχισαν να κάνουν σκέψεις που δεν τους ταίραζαν. Είδαν τους μόχθους τους στη Δημιουργία αλλά ξέχασαν ο ένας τη συνεισφορά του άλλου, χωρίς την οποία ίσως αυτά που ξέρουμε κι εκείνα που δεν βλέπουμε να μην ήταν όπως τα γνωρίζουμε και, παρακινημένοι από τον Εγωισμό που ξύπνησε μέσα τους, θεώρησε ο καθένας πως είχε προσφέρει περισσότερο από τον άλλο. Και, στα κρυφά, ο καθένας τους πίστευε πως εκείνος ήταν ο πραγματικός Θεός του κόσμου, ο μόνος που είχε κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στη Δημιουργία. Βλάσφημη ήταν η σκέψη τους, γιατί κι εκείνοι ήταν δημιουργήματα του πατέρα τους και χάρη σε αυτόν έγιναν όλα όσα οι άνθρωποι βλέπουν αλλά κι εκείνα που ούτε καν φαντάζονται πως υπάρχουν, που είναι σπουδαιότερα ακόμη από τα ορατά.
Οι σκέψεις τους αυτές οδήγησαν μοιραία στο Μίσος του ενός για τον άλλο και όλες οι άσχημες σκέψεις και πράξεις που ακολούθησαν και που από τότε συντροφεύουν όλα τα πλάσματα είναι δικό τους Έργο και όχι του πατέρα τους. Από τους Θεούς το κληρονόμησαν τα Έλλογα Πλάσματα, ενώ από τον Ένα Θεό όλα έχουν κληρονομήσει μόνο την έμφυτη τάση προς το Καλό αλλά, μπερδεμένα όπως είναι και αυτά, ρίχνουν το φταίξιμο στον Ένα Θεό για όλα τα δεινά και αυτό είναι μεγάλη ασέβεια, την οποία πλήρωσαν ακριβά και θα πληρώσουν ακόμη, δυστυχώς.

Οι δύο θεοί σύντομα έπαψαν να έχουν την παραμικρή επικοινωνία μεταξύ τους και κοιτούσαν ο ένας τον άλλο με περιφρόνηση κάθε φορά που συναντιούνταν, γνωρίζοντας μέσα τους πως ο κόσμος δεν μπορούσε να χωρέσει και τους δυο τους.
Έτσι, όταν ο σπόρος της φιλοδοξίας βλάστησε μέσα τους και έβγαλε ρίζες, παράταξαν τις δυνάμεις τους, έτοιμοι για πόλεμο. Μια τέτοια δύναμη ποτέ δεν είχε δει ο κόσμος και ποτέ δεν πρόκειται να ξαναδεί, γιατί οι στρατοί των πνευμάτων ήταν φοβεροί και τρομεροί στην όψη και για μια στιγμή ο κόσμος σταμάτησε και ολόκληρη η Δημιουργία με τρόμο παρακολουθούσε τις εξελίξεις. Πρώτος ο Κεμ Άναχ έδωσε το σύνθημα για την επίθεση και ο στρατός του κινήθηκε κατά του Αναρατάρ που κι εκείνος δεν περίμενε. Όμως τότε, πριν πέσει το παραμικρό χτύπημα, έγινε κάτι που κανένας θεός και κανένα πνεύμα δεν φανταζόταν. Μια τεράστια εκπομπή Δύναμης εκτοξεύτηκε από το θρόνο του Ενός Θεού και σαν σαρωτικός άνεμος που σκορπίζει τα πάντα στο πέρασμά του, έπεσε πάνω στα πνεύματα και τα πέταξε μακριά από τον Ουρανό. Ο κόσμος στερήθηκε τη Δύναμη και τα θεμέλιά του άρχισαν να κλονίζονται καθώς θεοί και πνεύματα έπεφταν από τον ουρανό. Και τα δύο αδέρφια προσπάθησαν να ανέβουν στον Ουρανό για να δουν τι συνέβη, όμως η Δύναμη που εκπορευόταν από το Θρόνο του, δεν τους άφηνε να ανέβουν.
Και τότε, τα Τρία Δημιουργικά Πνεύματα ενώθηκαν σε ένα Πνεύμα ασύλληπτης δύναμης και μεγαλείου και έβγαλαν φωνή που συντάραξε το στερέωμα. «Ιδού οι θεοί πέφτουν από τη φιλοδοξία τους, γιατί αψήφησαν το θέλημα εκείνου που έφτιαξε τα πάντα. Θέλησαν να φτιάξουν τους θρόνους τους σε έναν κόσμο που δεν τους ανήκει. Όμως, τι θρόνους θα φτιάξουν και τι βασιλείς θα είναι τώρα που ο κόσμος ψυχορραγεί; Γιατί, η Δύναμη του Ενός τώρα δεν στηρίζει τον κόσμο και η Δημιουργία θα χαθεί, αν οι θεοί δεν ενώσουν τις δυνάμεις τους για να τη στηρίξουν από την ανυπαρξία στην οποία θα πέσει!»
Και τότε, για πρώτη και μοναδική φορά, ο Αναρατάρ και ο Κεμ Άναχ συνεργάστηκαν και ένωσαν τις δυνάμεις τους για να συγκρατήσουν τον κόσμο από τη διάλυση και μαζί τους τα Πνεύματα της Ζωής προσέφεραν τη Δύναμή τους και ο κόσμος σώθηκε την τελευταία στιγμή. Όμως, ο ουρανός είχε κλείσει για αυτούς, γιατί η Δύναμη του Ενός τους απωθούσε κάθε φορά που προσπαθούσαν να ανέβουν στο θρόνο του πατέρα τους και έτσι, εξαντλημένοι από την προσπάθεια να συγκρατήσουν τη Δημιουργία, έχασαν ένα μεγάλο μέρος από τη δύναμή τους. Και σιωπή απλώθηκε παντού και παγωνιά κάλυψε τα πάντα, γιατί ο Θεός είχε αποστρέψει το βλέμμα του και όλα έμειναν χωρίς νόημα και χωρίς ελπίδα. Χιλιάδες χρόνια πέρασαν μέχρι να βρει ο κόσμος τον δικό του ρυθμό, τη δική του δόνηση, που όμως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά απόηχος της δόνησης που είχε ο Θεός δώσει στον πρωταρχικό κόσμο και από τότε έτσι λειτουργεί, αν και ήταν προορισμένος να είναι σαν την εικόνα του Θεού. Και λένε οι Σοφοί πως, επειδή ο Κόσμος από τις καλές και τις κακές δυνάμεις συγκρατήθηκε τότε, έχει μέσα του στοιχεία και από τις δύο.
Τα δύο αδέρφια μάζεψαν τις δυνάμεις των πνευμάτων τους και αποξενώθηκαν ο ένας από τον άλλο. Και οι δυο περιπλανήθηκαν πολύ ως τις εσχατιές της Δημιουργίας, όμως πάντοτε έβρισκαν και κάτι καινούριο να φτιάχνεται, μέχρι που είδαν πως δεν υπάρχει τέλος στον κόσμο.
Γεμάτη θλίψη ήταν η ιστορία της Μαρίας και ο Κωνσταντίνος αναστέναξε λυπημένος. Όλα αυτά τα μεγαλεία που βλέπουμε γύρω μας, ο ουρανός με τα αναρίθμητα αστέρια του, η φύση με την ομορφιά της, τα πάντα δεν ήταν όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι αλλά έμειναν επηρεασμένα από τις συνέπειες της Πτώσης των Θεών, που παρέσυρε τα πάντα μαζί της και από τότε ο κόσμος μένει μόνος, χωρίς την Πρόνοια του Ενός Θεού. Όμως η Μαρία διαφώνησε με αυτή τη σκέψη και, όπως πάντα, ήταν περισσότερο αισιόδοξη. Του είπε ότι ο Ένας Θεός δεν έχει πάψει να ενδιαφέρεται και δεν ξέχασε ποτέ τα παιδιά του, δηλαδή τους Θεούς και τα Έλλογα Πλάσματα. Η Φλόγα του υπάρχει μέσα στο οτιδήποτε και αυτό είναι που εξηγεί γιατί στην κορύφωση του κακού μερικές φορές ξυπνάει το καλό, εκεί που κανείς δεν θα το περίμενε. Και αν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πως είναι δυνατό μέσα από μια ζωή θλίψης να οδηγούνται τα πράγματα στην τελείωση, του είπε πως δεν θα έπρεπε να προδικάζει. Γιατί κανείς, ούτε καν οι Θεοί δεν ξέρουν μέχρι που βλέπει ο Ένας και τα σχέδιά του δεν μπορούν να τα κατανοήσουν σε όλο τους το βάθος.
Όλα αυτά τα γνωρίζει σε μεγάλο βαθμό ο Αναρατάρ και για αυτό, από τη στιγμή που έπεσε από το Θρόνο του πατέρα του, συνεχώς το μετανιώνει. Κάθε στιγμή, όλους αυτούς τους αμέτρητους αιώνες, ζούσε μέσα στη θλίψη, σε άγνωστους τόπους και το τάγμα του και ο ίδιος έκλαψαν πικρά για αυτά που έχασαν. Και έβλεπαν τον Κεμ Άναχ και το συφερτό του να έχουν βολευτεί από την κατάσταση και αργά αλλά σταθερά να στήνουν τους ιστούς τις κακίας τους στους κόσμους και για πολλούς αιώνες δεν έκαναν τίποτα. Όμως κάποια στιγμή άναψε μέσα τους η ελπίδα και τότε αποφάσισαν κάτι πολύ σημαντικό. Θα ζούσαν μετανιωμένοι στους αιώνες, προσφέροντας τη μεταμέλειά τους ως θυσία στον πατέρα τους και θα βοηθούσαν όλα τα πλάσματα να ξεφύγουν από τα δόλια σχέδια του Κεμ Άναχ.
Αλλά, επειδή τα Έλλογα Πλάσματα ξύπνησαν μετά από εκείνη τη φοβερή δόνηση που έριξε τους ίδιους από τον ουρανό, η ιεραρχία του Φωτός αποφάσισε να μην εμποδίζει τα σχέδια της σκοτεινής ιεραρχίας με τρόπους κραυγαλέους. Έτσι, εδώ και χρόνια αναρίθμητα, ο πόλεμος συνεχίζεται αλλά αυτή τη φορά με άλλους τρόπους και διαφορετικά μέσα, που θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίζαμε ως πιο πλάγια αν και η αλήθεια είναι πως πολλές φορές, εκεί που χρειάζεται, οι μάχες είναι πραγματικά φοβερές.
Που θα οδηγήσει αυτό, κανείς δεν ξέρει, ούτε καν ο Ιμπν Αρατάρ, ο πρώτος από τα Έλλογα Πλάσματα εκεί στην ρημαγμένη Ικαμπέργκ που συνομιλούσε απευθείας με τα Δημιουργικά Πνεύματα και ο τελευταίος που έμεινε από το Τάγμα των Σοφών της Ανάρ.
Και όλα αυτά δεν είναι παρά η πολύ περιληπτική αφήγηση μιας ιστορίας που κανείς δεν γνωρίζει σε κάθε της λεπτομέρεια και όλες οι πολύπλευρες πτυχές της είναι κρυμμένες ακόμη και από τα μάτια των Σοφών και ίσως και τα Δημιουργικά Πνεύματα, που κατανοούν τον Ένα Θεό περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πνεύμα, να μην την γνωρίζουν σε όλο της το βάθος.
Ο Κωνσταντίνος δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσες ώρες κράτησε αυτή η εκπληκτική διήγηση της Μαρίας αλλά στο τέλος της ένιωσε μέσα του παράξενα συναισθήματα να ξυπνούν. Αποκήρυξε την κοσμοθεωρία του Μάριου και γεννήθηκε μέσα του η επιθυμία να πάρει μέρος σε εκείνον τον άγνωστο πόλεμο γιατί είδε πως δεν ήταν ο μόνος που ένιωθε μια τόσο απόλυτη και απέραντη θλίψη. Η σκέψη πως ακόμα και οι Θεοί ήταν θλιμμένα πλάσματα που κι εκείνα ζητούν απεγνωσμένα τη συγχώρεση, λειτούργησε μέσα του παρηγορητικά για τα δικά του βάσανα και κατάλαβε πως είχε αναλώσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του τρέφοντας ένα μίσος που, άσχετα αν ήταν δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο, δεν οδηγούσε πουθενά.
Είχε δίκιο η Μαρία που αμφέβαλε για το εάν μπορούν να κοπούν οι δεσμοί. Ακόμα και ο Αναρατάρ, πνεύμα ισχυρό της Λευκής Ιεραρχίας και αλλοτινός θεός του κόσμου, αμέτρητα χρόνια τώρα δεν μπορούσε να κόψει το δεσμό του με τον πατέρα του και διαρκώς ζούσε μέσα στην ελπίδα ότι κάποτε θα μπορούσε να συγχωρεθεί και να του επιτραπεί να γυρίσει πίσω, ενώ στην απορία του εάν ο Κεμ Άναχ είχε κατορθώσει να αποκόψει το δεσμό του με τον Ένα Θεό, η Μαρία είχε απαντήσει ότι κανείς δεν μπορούσε να το επιβεβαιώσει αλλά ούτε και να το αποκλείσει, χαρακτηρίζοντας εκείνο τον απαίσιο Δαίμονα ως το πιο θλιμμένο από όλα τα πλάσματα της Δημιουργίας.
Έξαψη γεννήθηκε στην καρδιά του Κωνσταντίνου. Ήθελε τώρα πια όσο τίποτε άλλο να βγει ξανά στον έξω κόσμο, να διορθώσει τα πράγματα και να ζήσει ξανά μακριά από εκείνο το σκοτεινό και υγρό διαμέρισμα. Κοίταξε τη Μαρία στα μάτια κι εκείνη του έγνευσε καταφατικά. Σηκώθηκε αργά, διστακτικά στην αρχή, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή από φόβο και ανυπομονησία και κατευθύνθηκε προς τα παράθυρα. Στάθηκε για λίγο φοβισμένος μπροστά τους. Η σιωπή απόλυτη, τίποτα δεν ακουγόταν έξω από το δωμάτιο αλλά από τις γρίλιες έμπαινε φως και έτσι σκέφτηκε πως έξω ήταν μια ηλιόλουστη ημέρα. Το χέρι του σηκώθηκε τρεμάμενο και η διστακτικότητα τον πτόησε για λίγες στιγμές.
Τότε, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να ανοίξει επιτέλους το για χρόνια κλεισμένο παράθυρο, ένας δυνατός κρότος πυροβολισμού ακούστηκε σαν κεραυνός μέσα στην απόλυτη σιωπή και ο Κωνσταντίνος, πιο φοβισμένος από ποτέ, με τη μία άνοιξε το σφραγισμένο παράθυρο και πετάχτηκε έξω.
Τα μάτια του έτσουξαν, έπειτα από χρόνια που είχαν συνηθίσει στο ημίφως. Ζαλίστηκε και τρέκλισε λίγο πριν σωριαστεί στο έδαφος. Έκρυψε τα μάτια μες στις παλάμες του και ο πόνος έμοιαζε με καρφί που κάποιος στριφογύριζε μες στο μυαλό του. Τα αυτιά του βούιζαν και του ήρθε ναυτία, για αυτό και έμεινε αρκετή ώρα στο έδαφος, ελπίζοντας πως η Μαρία θα ερχόταν να τον βοηθήσει. Όμως δεν ήρθε, για αυτό και με μεγάλο κόπο προσπάθησε να σηκωθεί και να ανοίξει τα μάτια του.
Στην αρχή έβλεπε μόνο ένα ισχυρό φως, λες και κάποιος είχε στρέψει έναν ισχυρό προβολέα προς το μέρος του, σιγά σιγά όμως άρχισε να ξεχωρίζει φιγούρες μέσα στο εκτυφλωτικό φως. Είδε τότε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Ένας σωλήνας έμπαινε στο στόμα του και ήταν συνδεδεμένος με πολλά μηχανήματα. Η αναπνοή του ακουγόταν μηχανική μέσα από εκείνο το απαίσιο μηχάνημα που τον βοηθούσε να αναπνέει, ενώ το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο με έναν μεγάλο επίδεσμο, που σε μερικά σημεία ήταν κοκκινισμένος από το αίμα.
Δίπλα του, σωριασμένη σε μια καρέκλα, σαν υπνωτισμένη καθόταν η μητέρα του που τον κοιτούσε με μάτια λες άδεια. Τσακισμένη από τον πόνο, απελπισμένη, ερείπιο του εαυτού της, φαινόταν ότι δεν είχε πια δάκρυα να χύσει. Παραδίπλα ο πατέρας του περπατούσε νευρικά, στεκόταν λίγο, τον κοίταζε και ξανά περπατούσε μέχρι που κι εκείνος κάθισε σε μια γωνιά, στο πάτωμα και τον κοιτούσε χωρίς να μιλάει.
Ο Κωνσταντίνος πλησίασε τον εαυτό του που ήταν ξαπλωμένος σε εκείνο το κρεβάτι. Δειλά προσπάθησε να τον ακουμπήσει, για να δει ότι δεν μπορούσε. Στάθηκε μπροστά στη μητέρα του αλλά εκείνη δεν τον έβλεπε. Και τότε, την ώρα ακριβώς που ακούστηκε ένα βουητό, πέρασαν από μπροστά του εικόνες χιλιάδες. Είδε τους χωριανούς του να τον βρίσκουν στην ερημιά να κάνει τα έργα της ντροπής, μετά να πηγαίνει σπίτι και ο πατέρας του, έξαλλος να τον κάνει μαύρο στο ξύλο, ενώ η μητέρα του, σαν αλλοπαρμένη, προσπαθούσε να τον συγκρατήσει. Είδε τον πατέρα του να παίρνει τα ρούχα του και να τα πετάει από το μπαλκόνι, μπροστά στα μάτια όλου του χωριού που είχε μαζευτεί για να μη χάσει το θέαμα. Ένιωσε ζωντανά τον πόνο από τη σπρωξιά που του ‘δωσε ο πατέρας του και τον έριξε από τις σκάλες.
Αστραπιαία η σκηνή άλλαξε. Ήταν μόνος στο σιδηροδρομικό σταθμό και περίμενε το τρένο για την Αθήνα. Λυπήθηκε το ίδιο όπως και τότε, όταν είδε τον εαυτό του να ξεσπάει σε λυγμούς μέσα σε εκείνο το βρώμικο βαγόνι και φοβήθηκε όπως είχε φοβηθεί τότε που, μέσα στην μαύρη νύχτα είχε κατέβει στο σταθμό της Αθήνας, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Έζησε ξανά την αγωνία του να βρει σπίτι να μείνει και δουλειά να δουλέψει και βυθίστηκε απότομα σε εκείνη την κατάθλιψη που είχε βυθιστεί και τότε. Είδε τον εαυτό του να κλείνεται στο σπίτι, να μη βγαίνει έξω, να είναι συνέχεια μέσα στο ημίφως, ενώ οι γιορτές των ανθρώπων περνούσαν.
Τα χέρια του έτρεμαν το ίδιο με εκείνη την ημέρα που αγόρασε το όπλο από εκείνο το ρεμάλι στα Εξάρχεια. Ανέβηκε πίσω από τον εαυτό του τα σκαλιά της πολυκατοικίας, έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος πίσω του και αργά βύθισε το σώμα του στο ζεστό νερό της μπανιέρας. Ένιωσε την ίδια απόγνωση όπως τότε, που κράτησε το όπλο προς το κεφάλι του, λίγα εκατοστά επάνω από το αυτί. Η ευτυχία του ήταν ζήτημα δευτερολέπτων. Αρκούσε μόνο μια στιγμή, που θα πατούσε την σκανδάλη και μετά θα ήταν ήρεμος για πάντα. Ονειρεύτηκε ξανά το όνειρο εκείνο της γαλήνης, την ώρα που πάτησε τη σκανδάλη. Και η γαλήνη ήρθε τόσο γρήγορα, όσο το αίμα του έβαψε κόκκινο το νερό της μπανιέρας.

Ο Κωνσταντίνος έβλεπε το σώμα του να είναι ακίνητο μέσα στην κόκκινη μπανιέρα, ενώ φασαρία ακουγόταν από έξω. Ξαφνικά, κάποιοι έσπασαν την πόρτα και μπήκαν αλλόφρονες μέσα στο δωμάτιο. Ένας από αυτούς πήδηξε μέσα στη μπανιέρα και έβαλε το χέρι του στο λαιμό του Κωνσταντίνου.
” Αναπνέει!” φώναξε στους υπόλοιπους. “ Κάλεσα το ασθενοφόρο” ούρλιαξε μια γυναίκα και λίγη ώρα αργότερα βρισκόταν μέσα στο ασθενοφόρο. Παραβρέθηκε στο ιατρείο την ώρα των εξετάσεων και στο χειρουργείο την ώρα της επέμβασης.
” Ευτυχώς, μάλλον φοβόταν και στόχευσε ξώφαλτσα”, έλεγε ένας γιατρός. “ Ναι, αλλά έχει κάνει ζημιά στον εγκέφαλο και είναι κοντά στο κέντρο της ακοής και στο κέντρο του λόγου. Αν ζήσει, θα δούμε τι προβλήματα θα έχει” απάντησε ένας άλλος, περισσότερο απαισιόδοξος.
”Τουλάχιστον ζει και αυτό είναι κάτι” απάντησε μια γυναικεία φωνή. Ο Κωνσταντίνος γύρισε και την κοίταξε. Ήταν η Μαρία, ντυμένη με στολή χειρουργείου, που πήρε τη θέση της δίπλα στους συναδέλφους της και άρχισε κι εκείνη να χειρουργεί.
“ Δεν έχει διαφύγει τον κίνδυνο ακόμα και, ακόμα και αν τον ξεπεράσει, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι βλάβες θα παραμείνουν. Ήταν αυτοκτονία…” την είδε μετά από ώρα να λέει στη μητέρα και τον πατέρα του. “Όμως, έχετε ελπίδα. Όλα εξαρτώνται από το εάν ο γιός σας έχει διάθεση να παλέψει για τη ζωή του”
Οι εικόνες άλλαξαν μετά από αυτό. Ένιωσε μια απερίγραπτη αίσθηση ειρήνης και ευτυχίας να τον διακατέχει, καθώς παντού γύρω του αισθάνθηκε ένα Φως ζωντανό να τον περιβάλει. Μύριζε ζεστό γάλα και μέλι και ένα δροσερό αεράκι τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ήταν τόσο όμορφα μέσα σε εκείνο το φωτεινό σύννεφο. Ενώ δεν έβλεπε κανέναν άλλο, δεν αισθανόταν μόνος του και οι στενοχώριες και οι έγνοιες έμοιαζαν να μην υφίστανται καν, δεν υπήρχαν. Ήταν εκείνο που ζητούσε όλη του τη ζωή, η πλήρης γαλήνη, η τέλεια ευτυχία, η απόλυτη ολοκλήρωση.
Περπατούσε μέσα σε εκείνο το σύννεφο, μέχρι που ένιωσε τα πόδια του να μην πατούν σε στέρεο έδαφος. Πετούσε και ήταν τόσο χαρούμενος. Οι υγροί, δροσεροί υδρατμοί τον άγγιζαν στο πρόσωπο και αυτή η εμπειρία τον έκανε να αισθάνεται όμορφα. Δεν έβλεπε τίποτε μπροστά του αλλά δεν ένιωθε ούτε φόβο ούτε περιέργεια.
Του φάνηκε σαν να ήταν μέσα σε εκείνο το σύννεφο μια ολόκληρη αιωνιότητα αλλά κάποτε, οι υδρατμοί άρχισαν προοδευτικά να αραιώνουν, μέχρι που εξαφανίστηκαν εντελώς και ο Κωνσταντίνος βρέθηκε να αιωρείται ανάμεσα στα αστέρια, ταξιδεύοντας συνεχώς προς ένα Φως που έμοιαζε να βρίσκεται στο κέντρο του Σύμπαντος. Στην αρχή το Φως εκείνο έμοιαζε με ένα πολύ φωτεινό άστρο αλλά σιγά σιγά μεγάλωσε και τότε ο Κωνσταντίνος, σπρωγμένος από μια άγνωστη δύναμη, άρχισε να κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα προς εκείνο το Φως που τότε πια φάνηκε σαν μια απέραντη μάζα φωτιάς, που περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της. Και, λες και ένα πέπλο να σηκώθηκε από τα μάτια του, ολόκληρο το σκηνικό άλλαξε και ο Κωνσταντίνος έβγαλε μια κραυγή τρόμου πρωτόγνωρου, αρχετυπικού, τέτοια που κανείς ζωντανός άνθρωπος δεν έχει βγάλει ποτέ. Και, τρέμοντας, προσπάθησε να αποφύγει τη φοβερή εκείνη ελκτική δύναμη που τον έστρεφε κατευθείαν μέσα στο πύρινο εκείνο χάος, γιατί μέσα στο κέντρο της πυρηνικής σφαίρας είδε κάποιον που δεν του άρεσε καθόλου.