Μια ταινία με καλά κρυμμένη της φιλοσοφικής της διάσταση (δε θα πω τον τίτλο της για να μη χαλάσω την όλη μαγεία σε όσους δεν την έχουν δει) μου έδωσε το έναυσμα για προβληματισμό.
Σε μια κοινωνία όπου το χρήμα εξουσιάζει, κυβερνά και διαμορφώνει χαρακτήρες, εκεί όπου η εγκληματικότητα είναι μια καθημερινότητα, πόσοι από εμάς δε σκέφτηκαν κάποια στιγμή να τα βροντήξουν όλα και να φύγουν; Όταν μπουχτίζουμε καθημερινά από άσχημες ειδήσεις για δολοφονίες, ληστείες και βιασμούς, πόσοι από εμάς δεν αγανακτούν; Κι όταν αυτές οι πληγές για την ανθρωπότητα και τις συνθήκες διαβίωσής της μας χτυπούν την πόρτα είτε κάνοντας την εμφάνισή τους σε εμάς τους ίδιους είτε στο φιλικό ή συγγενικό μας περιβάλλον, ποιοι είναι εκείνοι που δεν συνθλίβονται και καταρρακώνονται ψυχολογικά;
Οι ευαίσθητοι χάνουν το παιχνίδι και κλείνονται στον εαυτό τους – μανιοκατάθλιψη και αυτοκαταστροφικές τάσεις δίνουν και παίρνουν. Οι παρορμητικοί πολλές φορές παρασύρονται και οδηγούνται στον ίδιο δρόμο που έφτυναν πιο πριν. Τι είναι όμως αυτό που κάνει κάποιους πιο τολμηρούς και δυνατούς να το πολεμήσουν; Δυστυχώς, όταν τα ποσοστά βίας έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και τριγύρω μας πληθαίνουν τα τραγικά φαινόμενα, δύσκολα μπορεί να ανατραπεί η κατηφορική πορεία. Όσο κι αν προσπαθεί ο καθένας μόνους του να αντισταθεί και να αποφύγει αυτή τη Λερναία Ύδρα δεν πρόκειται να τα καταφέρει.
Όλα αυτά τα σκέφτονται οι τελευταίοι και επιλέγουν έναν άλλο τρόπο ζωής, πιο σκληρό στην αρχή αλλά τόσο γόνιμο και εύπορο στο τέλος. Οι πρώτες θυσίες που πρέπει να κάνουν είναι της απομόνωσης και της απάρνησης κάθε είδους (δείγματος) σύγχρονου πολιτισμού. Ξεγράφουν τα χρήματα, το προϊόν που κατέστρεψε της σύγχρονες κοινωνίες και έσπειρε τη διχόνοια μεταξύ των ανθρώπων. Ξεχνούν τα επιτεύγματα της τεχνολογίας και επιλέγουν να ζήσουν από εδώ και στο εξής ανεξάρτητοι και αυτόνομοι. Η κοινωνία αυτή είναι κλειστή και θεσπίζεται από ξεκάθαρους και αυστηρούς κανόνες. Όλα χτίζονται από την αρχή!
Αυτοί οι άνθρωποι που κάνουν αυτό το τολμηρό βήμα είναι μορφωμένοι – γιατροί, δάσκαλοι κ.ά., αλλά και αποφασισμένοι να φτιάξουν έναν κόσμο που θα βασίζεται στην αθωότητα, τη χαμένη τώρα πια αθωότητα, και ορκίζονται πως θα την προστατέψουν με κάθε τίμημα. Το μεγαλύτερο από αυτά είναι αυτό που πρέπει να πληρώσουν για τις συνειδήσεις τους, γιατί στην ανάγκη να περιφρουρήσουν αυτό για το οποίο στερήθηκαν όσα γνώρισαν στον έξω κόσμο, δημιουργούν τέρατα (περιορισμούς). Τέρατα τρομακτικά και κτηνώδη, αλλά ταυτόχρονα δίκαια και συμβιβαζόμενα. «Δεν μπαίνουμε στο χώρο σας, δεν πειράζεται το χωριό μας» - αυτή είναι η συμφωνία.
Έτσι λοιπόν έχουμε μια ζωή καθαρή και αγνή, όπου μόνο τα καλά στοιχεία έχουν φιλτραριστεί και παραμείνει. Παράλληλα όμως, για να φρουρήσουμε το χωρίο μας και να αποτρέψουμε τους κατοίκους του από το να φύγουν και να γνωρίσουν αργά ή γρήγορα το κακό που μαστίζει τον έξω κόσμο, γινόμαστε οι ίδιοι δημιουργοί ενός κακού. Ελεγχόμενου μεν, αλλά κακού. Κι όλα βαίνουν καλώς μέχρι τη στιγμή που ένα άτομο (καθυστερημένο στην ταινία) φέρνει τη βία στο χωριό, κι αυτό γιατί προφανώς δε γνώρισε τις συνέπειες από τις εγκληματικές πράξεις. Και τότε όλα αλλάζουν και ξεκινά μια αλληλουχία καταστάσεων που φέρνει στους γέροντες (τους δημιουργούς αυτής της κοινωνίας) μεγάλα διλήμματα.
Εδώ λοιπόν θέτω το ερώτημα: Είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε στη βία; Και αν όχι, τότε πώς μπορούμε να την περιορίσουμε και να την αποφύγουμε;
Στην ταινία οι γέροντες κρύβουν μεγάλα μυστικά για την προστασία των κατοίκων κι όμως και πάλι ο άνθρωπος, ακόμα κι αν μεγαλώσει στην αθωότητα, κάποια στιγμή θα μπολιαστεί απ’ το μίσος και την οργή και η συνταγή θα χαλάσει.
Θα ήθελα τα σχόλιά σας σε ό,τι απ’ όλα όσα έγραψα σας κέντρισε το ενδιαφέρον.
Σε μια κοινωνία όπου το χρήμα εξουσιάζει, κυβερνά και διαμορφώνει χαρακτήρες, εκεί όπου η εγκληματικότητα είναι μια καθημερινότητα, πόσοι από εμάς δε σκέφτηκαν κάποια στιγμή να τα βροντήξουν όλα και να φύγουν; Όταν μπουχτίζουμε καθημερινά από άσχημες ειδήσεις για δολοφονίες, ληστείες και βιασμούς, πόσοι από εμάς δεν αγανακτούν; Κι όταν αυτές οι πληγές για την ανθρωπότητα και τις συνθήκες διαβίωσής της μας χτυπούν την πόρτα είτε κάνοντας την εμφάνισή τους σε εμάς τους ίδιους είτε στο φιλικό ή συγγενικό μας περιβάλλον, ποιοι είναι εκείνοι που δεν συνθλίβονται και καταρρακώνονται ψυχολογικά;
Οι ευαίσθητοι χάνουν το παιχνίδι και κλείνονται στον εαυτό τους – μανιοκατάθλιψη και αυτοκαταστροφικές τάσεις δίνουν και παίρνουν. Οι παρορμητικοί πολλές φορές παρασύρονται και οδηγούνται στον ίδιο δρόμο που έφτυναν πιο πριν. Τι είναι όμως αυτό που κάνει κάποιους πιο τολμηρούς και δυνατούς να το πολεμήσουν; Δυστυχώς, όταν τα ποσοστά βίας έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και τριγύρω μας πληθαίνουν τα τραγικά φαινόμενα, δύσκολα μπορεί να ανατραπεί η κατηφορική πορεία. Όσο κι αν προσπαθεί ο καθένας μόνους του να αντισταθεί και να αποφύγει αυτή τη Λερναία Ύδρα δεν πρόκειται να τα καταφέρει.
Όλα αυτά τα σκέφτονται οι τελευταίοι και επιλέγουν έναν άλλο τρόπο ζωής, πιο σκληρό στην αρχή αλλά τόσο γόνιμο και εύπορο στο τέλος. Οι πρώτες θυσίες που πρέπει να κάνουν είναι της απομόνωσης και της απάρνησης κάθε είδους (δείγματος) σύγχρονου πολιτισμού. Ξεγράφουν τα χρήματα, το προϊόν που κατέστρεψε της σύγχρονες κοινωνίες και έσπειρε τη διχόνοια μεταξύ των ανθρώπων. Ξεχνούν τα επιτεύγματα της τεχνολογίας και επιλέγουν να ζήσουν από εδώ και στο εξής ανεξάρτητοι και αυτόνομοι. Η κοινωνία αυτή είναι κλειστή και θεσπίζεται από ξεκάθαρους και αυστηρούς κανόνες. Όλα χτίζονται από την αρχή!
Αυτοί οι άνθρωποι που κάνουν αυτό το τολμηρό βήμα είναι μορφωμένοι – γιατροί, δάσκαλοι κ.ά., αλλά και αποφασισμένοι να φτιάξουν έναν κόσμο που θα βασίζεται στην αθωότητα, τη χαμένη τώρα πια αθωότητα, και ορκίζονται πως θα την προστατέψουν με κάθε τίμημα. Το μεγαλύτερο από αυτά είναι αυτό που πρέπει να πληρώσουν για τις συνειδήσεις τους, γιατί στην ανάγκη να περιφρουρήσουν αυτό για το οποίο στερήθηκαν όσα γνώρισαν στον έξω κόσμο, δημιουργούν τέρατα (περιορισμούς). Τέρατα τρομακτικά και κτηνώδη, αλλά ταυτόχρονα δίκαια και συμβιβαζόμενα. «Δεν μπαίνουμε στο χώρο σας, δεν πειράζεται το χωριό μας» - αυτή είναι η συμφωνία.
Έτσι λοιπόν έχουμε μια ζωή καθαρή και αγνή, όπου μόνο τα καλά στοιχεία έχουν φιλτραριστεί και παραμείνει. Παράλληλα όμως, για να φρουρήσουμε το χωρίο μας και να αποτρέψουμε τους κατοίκους του από το να φύγουν και να γνωρίσουν αργά ή γρήγορα το κακό που μαστίζει τον έξω κόσμο, γινόμαστε οι ίδιοι δημιουργοί ενός κακού. Ελεγχόμενου μεν, αλλά κακού. Κι όλα βαίνουν καλώς μέχρι τη στιγμή που ένα άτομο (καθυστερημένο στην ταινία) φέρνει τη βία στο χωριό, κι αυτό γιατί προφανώς δε γνώρισε τις συνέπειες από τις εγκληματικές πράξεις. Και τότε όλα αλλάζουν και ξεκινά μια αλληλουχία καταστάσεων που φέρνει στους γέροντες (τους δημιουργούς αυτής της κοινωνίας) μεγάλα διλήμματα.
Εδώ λοιπόν θέτω το ερώτημα: Είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε στη βία; Και αν όχι, τότε πώς μπορούμε να την περιορίσουμε και να την αποφύγουμε;
Στην ταινία οι γέροντες κρύβουν μεγάλα μυστικά για την προστασία των κατοίκων κι όμως και πάλι ο άνθρωπος, ακόμα κι αν μεγαλώσει στην αθωότητα, κάποια στιγμή θα μπολιαστεί απ’ το μίσος και την οργή και η συνταγή θα χαλάσει.
Θα ήθελα τα σχόλιά σας σε ό,τι απ’ όλα όσα έγραψα σας κέντρισε το ενδιαφέρον.