ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/metafysiko.gr/Forum Συζητήσεις
metafysiko.gr·LuX

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ ~ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ I-VIII ~

Δες αυτή τη συζήτηση στα Forums →
[B]Θεόφραστος, ὁ φιλόσοφος, Λέσβιος ἦν τὸ γένος. ἐγένετο δὲ περὶ τὸ ἔτος 371. μαθητὴς ἦν Ἀριστοτέλους. καὶ ἐκείνου εἰς Χαλκίδα ὑποχωρήσαντος Θεόφραστος διεδέξατο τὴν σχολήν (322). γηραιὸς ἐτελεύτησε περὶ τὸ ἔτος 287 πρὸ Χριστοῦ.[/B]

Μετάφραση-Σχόλια: Εμμανουήλ Δαϋίδ

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Καὶ προηγουμένως ἤδη πολλάκις ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου καὶ ἠπόρησα, ἴσως δὲ καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ ἀπορῶ, διατί ἆρά γε, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ αὐτὸ κλῖμα καὶ ἐνῷ ὅλοι οἱ Ἕλληνες λαμβάνουν τὴν ἰδίαν ἀγωγήν, συμβαίνει νὰ μὴ ἔχωμεν ὅλοι τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα. Ἐγὼ λοιπόν, Πολυκλῆ, ἐπειδὴ ἐξήτασα πρὸ πολλοῦ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ ἔχω ζήσει ἐνενῆντα ἐννέα ἔτη, προσέτι δὲ ἔχω συναναστραφῆ πολλὰς καὶ διαφόρους φύσεις ἀνθρώπων καὶ ἔχω παρατηρήσει μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν πολλοὺς καὶ καλοὺς καὶ κακούς, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ περιγράψω τὴν συμπεριφορὰν ποὺ ἔχουν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εἰς τὸν βίον των. Θὰ σοῦ ἐκθέσω δὲ χωριστὰ καὶ ὅσα γένη ἀνήκουν εἰς τοὺς χαρακτῆρας τούτους καὶ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τοὺς ἐφαρμόζουν εἰς τὴν καθημερινὴν ζωήν των. Διότι νομίζω, Πολυκλῆ, ὅτι οἱ υἱοί μας θὰ γίνουν καλύτεροι, ἂν ἀφήσωμεν εἰς αὐτοὺς τοιαύτας ὑποδείξεις, τὰς ὁποίας μεταχειριζόμενοι ὡς παραδείγματα θὰ προτιμοῦν νὰ συναναστρέφωνται τοὺς πάρα πολὺ ἀξιοπρεπεῖς, διὰ νὰ μὴ εἶναι κατώτεροί των. Καὶ τώρα θὰ ἔλθω εἰς τὸ προκείμενον, ἰδικόν σου δέ ἔργον εἶναι καὶ νὰ παρακολουθήσῃς ὀρθῶς καὶ νὰ ἴδῃς ἂν ὀρθῶς λέγω. Πρῶτον μὲν λοιπὸν θὰ ἀναφέρω ἐκείνους ποὺ ἐξασκοῦν μέ ζῆλον τὴν εἰρωνείαν, ἀφοῦ ἀφήσω κατὰ μέρος τὰ προοίμια καὶ τὴν πολυλογίαν περὶ τοῦ ζητήματος· θὰ ἀρχίσω πρῶτον ἀπὸ τὴν εἰρωνείαν καὶ θὰ δώσω εἰς αὐτὴν ὁρισμόν, ἔπειτα κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον θὰ περιγράψω τὸν εἴρωνα, τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι καὶ εἰς ποῖον χαρακτῆρα κατατάσσεται· καὶ τὰ ἄλλα δὲ πάθη (ἐλαττώματα ) θὰ προσπαθήσω νὰ τὰ καταστήσω φανερὰ εἰς κάθε γένος, καθὼς ὑπεσχέθην.

I-ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ
Ἡ εἰρωνεία, διὰ νὰ τὴν ὁρίσωμεν γενικῶς, ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι προσποιητὴ ἐλάττωσις πράξεων καὶ λόγων [1]. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ εἴρων. Πλησιάζει τοὺς ἐχθρούς του καὶ θέλει νά μὴ φανῇ ὅτι τοὺς μισεῖ·— ἐπαινεῖ, ὅταν εἶναι παρόντα, ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ποὺ κρυφὰ τὰ ἔχει προσβάλει·— ἐὰν ἔχουν χάσει δίκην εἰς τὸ δικαστήριον τοὺς συλλυπεῖται·— φαίνεται ὅτι συγχωρεῖ ἐκείνους ποὺ τὸν κακολογοῦν καὶ ὅτι δὲν θυμώνει δι' ὅσα λέγονται ἐναντίον του·—εἰς ἐκείνους που ἔχουν ἀδικηθῆ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἔρχονται νὰ παραπονεθοῦν ὁμιλεῖ μὲ πραότητα· —εἰς τοὺς ἐπιμένοντας νὰ τὸν ἶδουν ἀμέσως λέγει νὰ ἐπιστρέψουν ἀργότερα.—Διὰ τὰς ὑποθέσεις του δὲν φανερώνει τίποτε, ἀλλὰ λέγει ὅτι δὲν ἔλαβε ἀκόμη ἀπόφασιν καὶ προσποιεῖται ὅτι δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς ποὺ ἐπανῆλθε, ὅτι ἔφθασε ἀργά, ὅτι ἦτο ἀσθενής·—εἰς ἐκείνους ποὺ ζητοῦν δανεικὰ χρήματα ἢ ἔρανον [2] ... .— Ὅταν εἰς τὴν ἀγορὰν πωλῇ κάτι, λέγει ὅτι δὲν πωλεῖ· ὅταν δὲ πάλιν δὲν πωλεῖ, λέγει ὅτι πωλεῖ.
— Ἂν ἤκουσε κάτι, προσποιεῖται ὅτι δὲν ἤκουσε, ἂν εἶδεν, ὅτι δὲν εἶδεν, ἂν ἐσυμφώνησε, λέγει ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται.— Ἄλλοτε λέγει ὅτι θὰ σκεφθῇ, ἄλλοτε ὅτι δὲν γνωρίζει, ἄλλοτε ὅτι ἀπορεῖ, ἄλλοτε ὅτι καὶ αὐτός ἔκαμε αὐτὴν τὴν σκέψιν.
—Καὶ ἐν γένει εἶναι ἄνθρωπος ποὺ μεταχειρίζεται μὲ ἰδιαιτέραν τέχνην τὰς φράσεις· “δὲν πιστεύω”, “δὲν νομίζω”, “θαυμάζω”, “φαίνεται κατὰ τὰ λόγια σου ὅτι αὐτὸς ἤλλαξε πολὺ”, “καὶ ὅμως δὲν μοῦ παρέστησε ἔτσι τὸ πρᾶγμα”, “μοῦ φαίνεται παράδοξον”, “εἰς ἄλλον νὰ τὰ πῇς”, “εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν πῶς νὰ μὴ σὲ πιστεύσω ἢ νὰ καταδικάσω ἐκεῖνον”, “πρόσεξε μήπως εἶσαι εὐκολόπιστος”.
Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα καὶ τὰ κλωθογυρίσματα καὶ αἱ ἀντιλογίαι ποὺ εὑρίσκει κανεὶς εἰς τὸν εἴρωνα· ἀπὸ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ὄχι ἁπλοὺς ἀλλὰ πονηροὺς χαρακτῆρας πρέπει νὰ προφυλάττεσαι περισσότερον παρ' ὅσον ἀπὸ τὰς ἐχίδνας [3].

II-ΚΟΛΑΚΕΙΑΣ
Τὴν κολακείαν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς ἐξευτελιστικὴν συναναστροφὴν ποὺ ὠφελεῖ τὸν κόλακα [1]. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι αὐτὁς· ὅταν εὑρίσκεται εἰς περίπατον μὲ ἐκεῖνον ποὺ κολακεύει, τοῦ λέγει “παρατηρεῖς ὅτι ὅλος ὁ κόσμος ἔχει τὰ βλέμματά του ἐπάνω σου; τοῦτο εἰς κανένα ἄλλον ἀπὸ τοὺς πολίτας δὲν γίνεται.— Χθὲς εἰς τὴν (Ποικίλην) στοὰν [2] ἤκουσα νὰ σὲ ἐπαινοῦν· ἐκάθηντο ἐκεῖ περισσότεροι ἀπὸ 30 ἄνθρωποι· ὅταν δὲ συνέπεσε λόγος, ποῖος εἶναι ὁ καλύτερος τῶν πολιτῶν, ὅλοι, ἀφοῦ ἔκαμα ἐγω τὴν ἀρχήν, ἐσυμφώνησαν εἰς τὁ ὄνομά σου”· καὶ ἐνῷ λέγει αὐτά, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ἐπανωφόρι του νημάτιον ἢ συλλέγει ἀπὸ τὸ γένειόν του κανὲν ἄχυρον ποὺ ἐφύσησεν ἐκεῖ ὁ ἀέρας καὶ γελώντας λέγει· “βλέπεις; δυὸ ἡμέρας δὲν σὲ συνήντησα καὶ ἐγέμισαν τὰ γένεια σου ἀπὸ λευκὰς τρίχας, ἂν καὶ σχετικῶς μὲ τὴν ἡλικίαν σου ἔχεις μαῦρα τὰ μαλλιὰ περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον”· —ὅταν ἐκεῖνος (ὁ κολακευόμενος) ὁμιλῇ, ὁ κόλαξ προστάζει ὅλους τοὺς ἄλλους νὰ σιωπήσουν·—ὅταν τραγουδῇ, τὸν ἐπαινεῖ καὶ κάθε φορὰν ποὺ θὰ σταματήσῃ, ἐπικροτεῖ φωνάζων “εὗγε!” — ἂν κάμῃ κανένα ἄνοστο χωρατό, γελᾷ καὶ σπρώχνει τὸ φόρεμα του εἰς τὸ στόμα του, διότι τάχα δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὰ γέλια.— Ὅσους συναντᾷ εἰς τὸν δρόμον προστάζει νὰ σταματήσουν, ἕως ὅτου περάσῃ ὁ κύριος [3].— Ἀφοῦ ἀγοράσῃ μῆλα καὶ ἀπίδια διὰ τὰ τέκνα τοῦ προσώπου ποὺ κολακεύει, τὰ φέρει εἰς τὸ σπίτι, τὰ προσφέρει εἰς αὐτὰ ἐμπρός του καὶ ἀφοῦ τὰ φιλήσῃ λέγει· “πουλάκια ἀπὸ καλὸν πατερα”·—ὅταν ἀγοραζῃ μαζί του ὑποδήματα, λέγει ὅτι τὸ πόδι του εἶναι κανονικώτερον ἀπὸ τὸ ὑπόδημα· — ὅταν ἐκεῖνος (ὁ κολακευόμενος) πηγαίνῃ να ἐπισκεφθῇ φίλον του, ὁ κόλαξ τρέχει πρωτύτερα καὶ λέγει “εἰς τὸ σπίτι σου ἔρχεται”, ἔπειτα ἐπιστρέφει καὶ του λέγει “τὸν εἰδοποίησα”.—Ἐννοεῖται ὅτι ὁ κόλαξ εἶναι ἱκανὸς νὰ μεταφέρῃ καὶ ἐκ τῆς γυναικείας ἀγορᾶς [4] τὰ ἀγορασθέντα χωρὶς νὰ πάρῃ τὴν ἀναπνοήν του·— ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους εἰς εὐωχίαν πρῶτος ἐπαινεῖ τὸ κρασὶ καὶ λέγει εἰς τὸν κολακευόμενον “πόσον ἀνόρεκτα τρώγεις”, ἀφοῦ δὲ πάρῃ κάτι ἀπὸ τα εὑρισκόμενα εἰς τὸ τραπέζι, τὸ προσφέρει εἰς αὐτὸν καὶ λέγει “κοίταξε τὶ λαμπρὸ κομμάτι!”— τὸν ἐρωτᾷ μήπως κρυώνει καὶ ἂν θέλει νὰ τοῦ δώσῃ τὸ ἐπανωφόρι του, λέγοντας δὲ αὐτὰ τὸ παίρνει καὶ τὸ ρίπτει εἰς τοὺς ὤμους του· προσέτι σκύπτει καὶ ψιθυρίζει συχνὰ κάτι εἰς το αὐτί του· -ἔχει πάντοτε τὸ βλέμμα του καρφωμένο ἐπάνω του, ἀκόμα καὶ ὅταν ὁμιλῇ εἰς τοὺς ἄλλους·— εἰς τὸ θέατρον [5] παίρνει ἀπὸ τὸν δοῦλον τὰ προσκέφαλα καὶ τὰ στρώνει ὁ ἴδιος·— διὰ τὸ σπίτι τοῦ ἀνθρώπου ποὺ κολακεύει λέγει ὅτι ἔχει ὡραῖον ἀρχιτεκτονικὸν σχέδιον, διὰ τὸν κῆπον του ὅτι εἶναι ὡραῖα φυτευμένος καὶ διὰ τὴν εἰκόνα του ὅτι τοῦ ὁμοιάζει πάρα πολύ [6].
(Καὶ ἐν γένει ἠμπορεῖ νὰ ἴδῃ κανεὶς ὅτι ὁ κόλαξ λέγει καὶ κάμνει ὅλα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι θὰ γίνῃ εὐχάριστος).

III-ΑΔΟΛΕΣΧΙΑΣ
Ἀδολεσχία εἶναι ἡ μανία νὰ λέγῃ κανεὶς πολλὰ καὶ ἀπερίσκεπτα [1]. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀδολέσχης. Καθίζει κοντὰ εἰς ἄγνωστον πρὁσωπον καὶ ἀρχίζει πρῶτον νὰ ἐγκωμιάζῃ τὴν γυναῖκά του, ἔπειτα τοῦ διηγεῖται τὸ ὄνειρον ποὺ εἶδε τὴν προηγουμένην νύκτα, κατόπιν περιγράφει τὸ δεῖπνόν του καὶ ἀναφέρει ἕνα ἕνα τὰ φαγητὰ ποὺ εἶχεν εἰς τὸ τραπέζι του, ἔπειτα ἀπὸ λόγο σὲ λόγο λέγει ὅτι οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι εἶναι περισσότερον πονηροὶ ἀπὸ τοὺς παλαιούς, ὅτι τὸ σιτάρι εἰς τὴν ἀγοραν εἶναι ἀκριβό, ὅτι πολλοὶ ξένοι εὑρίσκονται εἰς τὴν πόλιν, ὅτι μετὰ τὰ Διονύσια [2] εἶναι πλεύσιμος ἡ θάλασσα [3], ὅτι, ἂν βρέξῃ περισσότερον, θὰ γίνουν τὰ σπαρτὰ καλύτερα, ὅτι τὸν ἐρχόμενον χρόνο θὰ καλλιεργήσῃ τὸν ἀγρόν του, ὅτι ἡ ζωὴ κατήντησε δύσκολος, ὅτι ὁ Δάμιππος κατὰ τὰ μυστήρια [4] ἤναψε μεγίστην λαμπάδα· — προσέτι ἀναφέρει πόσαι εἶναι αἱ στῆλαι τοῦ ᾨδείου [5] καὶ ὅτι τὸν μῆνα Βοηδρομιῶνα τελοῦνται τὰ (Ἐλευσίνια) μυστήρια, τὸν Πυανοψιῶνα τὰ Ἀπατούρια [6], τὸν Ποσιδεῶνα τὰ κατ' ἀγροὺς Διονύσια· καὶ (ἐξακολουθεῖ “χθὲς πῆρα ἐμετικόν” [7], “τί ἡμέρα εἶναι σήμερα;” καὶ ἂν κανεὶς ὑποφέρῃ τὴν φλυαρίαν του εἶναι ἱκανὸς νὰ μὴ ξεκολλήσῃ ἀπὸ κοντά του.
(Πρέπει λοιπὸν νὰ φεύγῃ κανεὶς μὲ τα τέσσαρα [8] μακρυὰ ἀπὸ τοιούτους ἀνθρώπους, ἂν δὲν θέλῃ νὰ πάθῃ πυρετόν διότι δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ ὑποφέρῃ τὴν συναναστροφὴν ἀνθρώπων ποὺ δὲν διακρίνουν πότε ἔχεις ἐργασίαν καὶ πότε καιρὸν διαθέσιμον).

IV-ΑΓΡΟΙΚΙΑΣ
Ἡ ἀγροικία [1] ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι χονδροειδὴς ἄγνοια τῶν καλῶν τρόπων. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀγροῖκος. Πρὶν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ δήμου πίνει κυκεῶνα [2] καὶ <ὅταν οἱ παρακαθήμενοι ἐκεῖ στενοχωροῦνται διὰ τὴν ὀσμήν>, λέγει εἱς αὐτοὺς ὅτι δὲν ὑπάρχει καλύτερο μυρωδικὸ ἀπὸ τὸ θυμάρι· — φορεῖ ὑποδήματα μεγαλύτερα ἀπὸ τὰ πόδια του· — ὁμιλεῖ πολὺ δυνατά· — ἐνῷ δὲν πιστεύει εἰς φίλους καὶ ἰδικούς του, ἀνακοινώνει εἰς δούλους του τὰς σπουδαιοτέρας ὑποθέσεις του·-διηγεῖται εἰς τοὺς μισθωτοὺς ποὺ ἐργάζονται εἰς τὸν ἀγρόν του ὅλα, ὅσα ἤκουσεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ δήμου·— ὅταν κάθεται, σηκώνει τὸ φόρεμά του ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ γόνατα, ὥστε φαίνονται τὰ ἀπόκρυφα μέλη του·— εἰς τὸν δρόμον, ἐνῷ τίποτε δὲν προκαλεῖ τὸν θαυμασμόν του οὔτε τοῦ προξενεῖ ἐντύπωσιν, ὅταν ἴδῃ βόδι ἢ ὄνον ἢ τράγον στέκει καὶ τὰ παρατηρεῖ. — Παίρνει κρυφὰ ἀπὸ τὴν ἀποθήκην τῶν τροφίμων κάτι καὶ τὸ τρώγει <ἐπὶ τόπου>· —πίνει κρασὶ χωρὶς νερό·— ἐρωτοτροπεῖ κρυφὰ μὲ τὴν ἀρτοποιόν, ἔπειτα τὴν βοηθεῖ νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ ἀναγκαῖα τρόφιμα διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ ὅλους τοὺς σπιτικούς·— ἐνῷ προγευματίζει δίδει συγχρόνως χόρτον εἰς τὰ κτήνη του·— ὅταν κτυποῦν τὴν θύραν, ἀνοίγει ὁ ὶδιος, συγχρόνως δὲ ἀφοῦ καλέσῃ τὸν σκύλον κρατεῖ αὐτὸν ἀπὸ τὸ ρύγχος καὶ λέγει “αὐτὸς φυλάττει τὸ σπίτι καὶ τὁ χωράφι μου [3]”. — ὅταν λαμβάνῃ χρήματα ἀπὸ ὀφειλέτην δὲν τὰ δέχεται, διότι, λέγει, εἶναι πάρα πολὺ λεπτά, καὶ ζητεῖ νὰ τὰ ἀλλάξουν— ἂν δανείσῃ εἰς κάποιον τὸ ἄροτρόν του ἢ κοφίνι ἢ δρεπάνι ἢ σάκκον καὶ τὸ ἐνθυμηθῇ τὴν νύκτα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κοιμηθῇ καὶ σηκώνεται διὰ νὰ τὰ ζητήσῃ· ὅταν καταβαίνῃ εἰς τὴν πόλιν ἐρωτᾷ τὸν πρῶτον ποὺ συναντᾷ πόσο κοστίζουν τὰ δέρματα καὶ τὰ παστὰ καὶ ἂν σήμερον ὁ ἄρχων τελῇ τὴν ἑορτὴν τῆς νέας Σελήνης· ἔπειτα προσθέτει ὅτι, ὅταν καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, θὰ κουρευθῇ καὶ ὅτι περνώντας ἀπὸ τὸ παντοπωλεῖον τοῦ Ἀρχίου, ποὺ εἶναι εἰς τὸν δρόμον του, θὰ ἀγοράσῃ τὰ παστά· — μέσα εἰς τό λουτρὸν τραγουδεῖ· — εἰς τὰ ὑποδήματά του ἔχει καρφιά.


Δ.
metafysiko.gr