« Ενοικιάζεται μονοκατοικία, επί της οδού Μακρυγιάννη, με πολύ χαμηλό ενοίκιο, λόγω ανάγκης. Επικοινωνήστε στο 69….». Ο Αχιλλέας είχε κυκλώσει την αγγελία και είχε κανονίσει το ραντεβού με τον ιδιοκτήτη γύρω στις έντεκα το πρωί. Επειδή ήταν νέος στην πόλη και δεν γνώριζε καλά τους δρόμους της, ζήτησε από τον ξενοδόχο να τον ξυπνήσει μία ώρα νωρίτερα αν και, λόγω της δουλειάς του, του ήταν πολύ δύσκολο να ξυπνάει τέτοιες ώρες. Πριν λίγο καιρό είχε τελειώσει το στρατιωτικό του και στην αρχή ήταν δύσκολο να βρει δουλειά, ευτυχώς όμως, ένας συνάδελφός του στο στρατό του είχε προτείνει να δουλέψει ως μπάρμαν στο μαγαζί που του άνηκε και ήταν μια δουλειά που άρεσε στον Αχιλλέα. Το πρόβλημα, όμως, ήταν ότι θα έπρεπε να φύγει από την Αθήνα και να πάει να ζήσει στο Α . Η ανάγκη του όμως να δουλέψει ήταν μεγάλη και τελικά έπεισε τον εαυτό του να πάει να ζήσει στην επαρχία. Θα τα κατάφερνε γιατί ο μισθός ήταν καλός, εξάλλου, όπως του είχαν πει, θα έβγαζε και κάτι παραπάνω από τα φιλοδωρήματα.
Κατέβηκε στη ρεσεψιόν, πήρε οδηγίες για το πως θα φτάσει στην οδό Μακρυγιάννη και όταν έφτασε διαπίστωσε ότι ήταν ένας σχετικά απομονωμένος δρόμος με λίγες μόνο πολυκατοικίες και μάλιστα όχι μακρυά από το κέντρο, που κατέληγε στο τέρμα του στο κάστρο της πόλης, ψηλά στο βουνό. Δεν ήταν δύσκολο να βρει τη μονοκατοικία, ήταν η μόνη που υπήρχε εκεί και στάθηκε να την κοιτάζει έπληκτος. Ήταν ένα διώροφο κτίριο, νεοκλασικού ρυθμού, με μεγάλη αυλή και δύο ψηλούς φοίνικες να στέκουν δεξιά και αριστερά της σκάλας που σε ανέβαζε στην κύρια είσοδο. Φαινόταν πως είχε χρόνια να ανακαινιστεί αλλά σε καμία περίπτωση δεν έδειχνε ετοιμόρροπη. Ήταν ένα υπέροχο σπίτι, έργο τέχνης θα έλεγε κανείς, αφού ακόμα και τα κάγκελα επάνω στο μικρό μαντρότοιχο ήταν δουλεμένα με τέχνη και μεράκι.
Στην εξωτερική είσοδο, ένας κύριος γύρω στα πενήντα, με γκρι σακάκι και γκριζοάσπρα μαλλιά τον περίμενε και πλησιάζοντάς τον του πρότεινε το χέρι σε μια αδύναμη χειραψία.
« Πρέπει να είστε ο κύριος Αχιλλέας, χαίρω πολύ», είπε με σιγανή και σχεδόν κουρασμένη φωνή. «Εγώ είμαι ο Παναγιώτης». Ο Αχιλλέας του έσφιξε ελαφρώς το χέρι. «Κύριε Παναγιώτη χαίρομαι για τη γνωριμία, ωστόσο κοιτάζοντας αυτό το υπέροχο σπίτι καταλαβαίνω πως μάλλον έκανα λάθος. Δεν διευκρινίζετε στην αγγελία ότι είναι τόσο μεγάλο και τόσο…καταπληκτικό…είμαι μόνος μου και αυτό ταιριάζει σε μια οικογένεια αλλά και πάλι μεγάλο θα ήταν, εκτός και αν η οικογένεια είχε και οδηγούς και υπηρέτες και μάγειρες, όπως βλέπουμε στις ταινίες.»
Ο κύριος Παναγιώτης χαμογέλασε. «Κάποτε είχε όλα αυτά που είπατε και ακόμα περισσότερα. Οι καιροί, όμως, άλλαξαν και τώρα αυτό το σπίτι είναι μόνο του. Μη βιάζεστε να απορρίψετε κάτι που δεν έχετε δει ούτε το εσωτερικό του ακόμα. Ελάτε μέσα να πιείτε έναν καφέ και μετά αποφασίζετε.»
Ο Αχιλλέας δεν μπόρεσε να αρνηθεί, αφού ο κύριος ήδη είχε γυρίσει και περπατούσε προς την είσοδο του κτιρίου. Ακολουθώντας τον διαπίστωσε ότι το σπίτι είχε στο πλαϊνό μέρος μεγάλα μπαλκόνια με κίονες δωρικού ρυθμού που στη βόρεια πλευρά τους έβλεπαν στον υπόλοιπο κήπο, στη μέση του οποίου υπήρχε ένα συντριβάνι με ένα αγαλματένιο αγγελάκι που κρατούσε στο στόμα του κάτι σαν τρομπέτα, από όπου προφανώς έβγαινε κάποτε το νερό. Τόσο το συντριβάνι όμως όσο και ο κήπος φαίνονταν να έχουν εγκαταληφθεί από καιρό. Και ήταν κρίμα για ένα τέτοιο σπίτι.
Το εσωτερικό του έδειχνε πάλι την ίδια εγκατάλειψη αλλά τίποτα δεν ήταν κατεστραμμένο. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος φθοράς ή υγρασίας, πράγμα περίεργο αφού οι τοίχοι ήταν επενδυμένοι με ξύλο ενώ ακόμα και η σκάλα ήταν από ξύλο, ακριβής μάλλον ποιότητας αλλά ο Αχιλλέας δεν γνώριζε το είδος του. Μετά το χώρο υποδοχής, όπου υπήρχε ένας καλόγηρος για τα ρούχα κι ένας καθρέφτης με ένα μικρό έπιπλο μπροστά του, στο δεξί μέρος ήταν το σαλόνι, μεγάλο όσο ένα δυάρι διαμέρισμα, με μεγάλα παράθυρα και βαριές πορφυρές κουρτίνες. Στη γωνία υπήρχε ένα τζάκι, αρκετά μεγάλο, με ένα γυναικείο πορτρέτο στην καπνοδόχο. Ολόκληρη η ατμόσφαιρα μύριζε παλιό και έρημο.
Στον επάνω όροφο υπήρχαν τρία μεγάλα υπνοδωμάτια και ένα μεγάλο, άδειο σχεδόν δωμάτιο, με μερικά έπιπλα σκεπασμένα με σεντόνι. Εντύπωση έκανε στον Αχιλλέα ότι, παρόλη την εγκατάλειψη, δεν υπήρχε ίχνος φθοράς ούτε δυσλειτουργίας στην ύδρευση ή στο ρεύμα. Δεν υπήρχε ούτε ένας ξεχασμένος ιστός αράχνης ούτε το παραμικρό ίχνος σκόνης επάνω στα βαριά, κλασικά έπιπλα. « Προφανώς το συντηρούν, ίσως και ο ίδιος ο κύριος Παναγιώτης» σκέφτηκε ακολουθώντας τον οικοδεσπότη του στο σαλόνι, όπου ήδη τον περίμενε έτοιμος ο ζεστός καφές και μερικά γλυκίσματα. Κάθισαν στις αναπαυτικές πολυθρόνες κοντά στο τζάκι και ήπιαν μερικές γουλιές καφέ, αμίλητοι για λίγο. Ο Αχιλλέας ήθελε να πει πως αποκλείεται η τσέπη του να άντεχε το ενοίκιο για ένα τέτοιο σπίτι και έψαχνε τρόπο να το διατυπώσει κομψά.
Κατέβηκε στη ρεσεψιόν, πήρε οδηγίες για το πως θα φτάσει στην οδό Μακρυγιάννη και όταν έφτασε διαπίστωσε ότι ήταν ένας σχετικά απομονωμένος δρόμος με λίγες μόνο πολυκατοικίες και μάλιστα όχι μακρυά από το κέντρο, που κατέληγε στο τέρμα του στο κάστρο της πόλης, ψηλά στο βουνό. Δεν ήταν δύσκολο να βρει τη μονοκατοικία, ήταν η μόνη που υπήρχε εκεί και στάθηκε να την κοιτάζει έπληκτος. Ήταν ένα διώροφο κτίριο, νεοκλασικού ρυθμού, με μεγάλη αυλή και δύο ψηλούς φοίνικες να στέκουν δεξιά και αριστερά της σκάλας που σε ανέβαζε στην κύρια είσοδο. Φαινόταν πως είχε χρόνια να ανακαινιστεί αλλά σε καμία περίπτωση δεν έδειχνε ετοιμόρροπη. Ήταν ένα υπέροχο σπίτι, έργο τέχνης θα έλεγε κανείς, αφού ακόμα και τα κάγκελα επάνω στο μικρό μαντρότοιχο ήταν δουλεμένα με τέχνη και μεράκι.
Στην εξωτερική είσοδο, ένας κύριος γύρω στα πενήντα, με γκρι σακάκι και γκριζοάσπρα μαλλιά τον περίμενε και πλησιάζοντάς τον του πρότεινε το χέρι σε μια αδύναμη χειραψία.
« Πρέπει να είστε ο κύριος Αχιλλέας, χαίρω πολύ», είπε με σιγανή και σχεδόν κουρασμένη φωνή. «Εγώ είμαι ο Παναγιώτης». Ο Αχιλλέας του έσφιξε ελαφρώς το χέρι. «Κύριε Παναγιώτη χαίρομαι για τη γνωριμία, ωστόσο κοιτάζοντας αυτό το υπέροχο σπίτι καταλαβαίνω πως μάλλον έκανα λάθος. Δεν διευκρινίζετε στην αγγελία ότι είναι τόσο μεγάλο και τόσο…καταπληκτικό…είμαι μόνος μου και αυτό ταιριάζει σε μια οικογένεια αλλά και πάλι μεγάλο θα ήταν, εκτός και αν η οικογένεια είχε και οδηγούς και υπηρέτες και μάγειρες, όπως βλέπουμε στις ταινίες.»
Ο κύριος Παναγιώτης χαμογέλασε. «Κάποτε είχε όλα αυτά που είπατε και ακόμα περισσότερα. Οι καιροί, όμως, άλλαξαν και τώρα αυτό το σπίτι είναι μόνο του. Μη βιάζεστε να απορρίψετε κάτι που δεν έχετε δει ούτε το εσωτερικό του ακόμα. Ελάτε μέσα να πιείτε έναν καφέ και μετά αποφασίζετε.»
Ο Αχιλλέας δεν μπόρεσε να αρνηθεί, αφού ο κύριος ήδη είχε γυρίσει και περπατούσε προς την είσοδο του κτιρίου. Ακολουθώντας τον διαπίστωσε ότι το σπίτι είχε στο πλαϊνό μέρος μεγάλα μπαλκόνια με κίονες δωρικού ρυθμού που στη βόρεια πλευρά τους έβλεπαν στον υπόλοιπο κήπο, στη μέση του οποίου υπήρχε ένα συντριβάνι με ένα αγαλματένιο αγγελάκι που κρατούσε στο στόμα του κάτι σαν τρομπέτα, από όπου προφανώς έβγαινε κάποτε το νερό. Τόσο το συντριβάνι όμως όσο και ο κήπος φαίνονταν να έχουν εγκαταληφθεί από καιρό. Και ήταν κρίμα για ένα τέτοιο σπίτι.
Το εσωτερικό του έδειχνε πάλι την ίδια εγκατάλειψη αλλά τίποτα δεν ήταν κατεστραμμένο. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος φθοράς ή υγρασίας, πράγμα περίεργο αφού οι τοίχοι ήταν επενδυμένοι με ξύλο ενώ ακόμα και η σκάλα ήταν από ξύλο, ακριβής μάλλον ποιότητας αλλά ο Αχιλλέας δεν γνώριζε το είδος του. Μετά το χώρο υποδοχής, όπου υπήρχε ένας καλόγηρος για τα ρούχα κι ένας καθρέφτης με ένα μικρό έπιπλο μπροστά του, στο δεξί μέρος ήταν το σαλόνι, μεγάλο όσο ένα δυάρι διαμέρισμα, με μεγάλα παράθυρα και βαριές πορφυρές κουρτίνες. Στη γωνία υπήρχε ένα τζάκι, αρκετά μεγάλο, με ένα γυναικείο πορτρέτο στην καπνοδόχο. Ολόκληρη η ατμόσφαιρα μύριζε παλιό και έρημο.
Στον επάνω όροφο υπήρχαν τρία μεγάλα υπνοδωμάτια και ένα μεγάλο, άδειο σχεδόν δωμάτιο, με μερικά έπιπλα σκεπασμένα με σεντόνι. Εντύπωση έκανε στον Αχιλλέα ότι, παρόλη την εγκατάλειψη, δεν υπήρχε ίχνος φθοράς ούτε δυσλειτουργίας στην ύδρευση ή στο ρεύμα. Δεν υπήρχε ούτε ένας ξεχασμένος ιστός αράχνης ούτε το παραμικρό ίχνος σκόνης επάνω στα βαριά, κλασικά έπιπλα. « Προφανώς το συντηρούν, ίσως και ο ίδιος ο κύριος Παναγιώτης» σκέφτηκε ακολουθώντας τον οικοδεσπότη του στο σαλόνι, όπου ήδη τον περίμενε έτοιμος ο ζεστός καφές και μερικά γλυκίσματα. Κάθισαν στις αναπαυτικές πολυθρόνες κοντά στο τζάκι και ήπιαν μερικές γουλιές καφέ, αμίλητοι για λίγο. Ο Αχιλλέας ήθελε να πει πως αποκλείεται η τσέπη του να άντεχε το ενοίκιο για ένα τέτοιο σπίτι και έψαχνε τρόπο να το διατυπώσει κομψά.