ΕΛΓΙΝΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΑ
Ένας πρόστυχος τίτλος σε ένα μεγαλειώδες μνημείο.
Πώς γίνεται τα μάρμαρα του Παρθενώνα να έχουν αποκτήσει έναν τίτλο που τα προσβάλλει. Είναι ασέβεια στο πρόσωπο του Φειδία που τα φιλοτέχνησε θεόπνευστα, στο πρόσωπο του Περικλή που τα είδε να αναγεννιούνται, στο πρόσωπο του Ελληνισμού που τα φιλοξενούσε τόσους αιώνες στα χώματά του, στο πρόσωπο το δικό μου που μέσα από τα γονίδιά μου είναι σύμβολο του τόπου μου.
Ελγίνεια…τι ντροπή να τα κατονομάζουμε έτσι, στο όνομα ενός τυχάρπαστου παγκόσμιου Αρχαιοκάπηλου, που τα ακρωτηρίασε, τα διαμέλισε και με απίστευτη ξιπασιά τα πήρε σπίτι του.
Κι εμείς συνεχίζουμε να συναινούμε σιωπηλά σε αυτήν την υιοθεσία λέγοντάς τα έτσι. Κι όχι μόνο συνεχίζουμε να τα ορίζουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά εκλιπαρούμε να γυρίσουν πίσω. Παρακαλούμε γι’ αυτά που μας ανήκουν δικαιωματικά, έχουμε γίνει φτωχοσυγγενείς στα κεκτημένα μας.
Αλήθεια, πότε θα έρθει εκείνη η μέρα που θα τα βαφτίσουμε ξανά Ελληνικά; Πότε θα σταματήσει αυτή η τόσο άδικη εξορία; Πότε θα γυρίσουν και θα μπουν στη θέση που τους αναλογεί; Πότε θα αγκαλιάσουν τον Παρθενώνα με λαχτάρα παιδιού που το χωρίσανε από τη μάνα του;
Είμαι σίγουρη ότι κάποια μέρα θα γίνει. Όταν ο Έλληνας πραγματικά ωριμάσει και ενηλικιωθεί. Τίποτα τελικά δε γίνεται τυχαία σε αυτό το σύμπαν και κατ’ επέκταση σε αυτόν τον κόσμο. Και τα χειρότερα πράγματα έχουν έναν καλό λόγο για να γίνονται. Ίσως μέσα στο πέρασμα των αιώνων χάσαμε την ταυτότητά μας, τον πραγματικό μας εαυτό, το στίγμα μας ως λαός. Έπρεπε να ξενιτευτούν για να καταλάβουμε την αξία τους. Τη συμπαντική τους σημασία για το λόγο ύπαρξης τους.
Όταν αυτή η συνείδηση ξυπνήσει, όταν αφυπνιστούν τα γονίδιά μας, όταν κατανοήσουμε βαθιά αυτήν την ενέργεια που μας περιβάλλει και τη μετατρέψουμε σε δόνηση, σε κραυγή, σε φωνή βροντερή και αμείλιχτη, τότε θα έχουν πάρει εισιτήριο επιστροφής, θα στέκουν αγέρωχα στο δυνατό τους σημείο, για να μας θυμίζουν ότι τα έχουμε γιατί μας αξίζουν!
Ένας πρόστυχος τίτλος σε ένα μεγαλειώδες μνημείο.
Πώς γίνεται τα μάρμαρα του Παρθενώνα να έχουν αποκτήσει έναν τίτλο που τα προσβάλλει. Είναι ασέβεια στο πρόσωπο του Φειδία που τα φιλοτέχνησε θεόπνευστα, στο πρόσωπο του Περικλή που τα είδε να αναγεννιούνται, στο πρόσωπο του Ελληνισμού που τα φιλοξενούσε τόσους αιώνες στα χώματά του, στο πρόσωπο το δικό μου που μέσα από τα γονίδιά μου είναι σύμβολο του τόπου μου.
Ελγίνεια…τι ντροπή να τα κατονομάζουμε έτσι, στο όνομα ενός τυχάρπαστου παγκόσμιου Αρχαιοκάπηλου, που τα ακρωτηρίασε, τα διαμέλισε και με απίστευτη ξιπασιά τα πήρε σπίτι του.
Κι εμείς συνεχίζουμε να συναινούμε σιωπηλά σε αυτήν την υιοθεσία λέγοντάς τα έτσι. Κι όχι μόνο συνεχίζουμε να τα ορίζουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά εκλιπαρούμε να γυρίσουν πίσω. Παρακαλούμε γι’ αυτά που μας ανήκουν δικαιωματικά, έχουμε γίνει φτωχοσυγγενείς στα κεκτημένα μας.
Αλήθεια, πότε θα έρθει εκείνη η μέρα που θα τα βαφτίσουμε ξανά Ελληνικά; Πότε θα σταματήσει αυτή η τόσο άδικη εξορία; Πότε θα γυρίσουν και θα μπουν στη θέση που τους αναλογεί; Πότε θα αγκαλιάσουν τον Παρθενώνα με λαχτάρα παιδιού που το χωρίσανε από τη μάνα του;
Είμαι σίγουρη ότι κάποια μέρα θα γίνει. Όταν ο Έλληνας πραγματικά ωριμάσει και ενηλικιωθεί. Τίποτα τελικά δε γίνεται τυχαία σε αυτό το σύμπαν και κατ’ επέκταση σε αυτόν τον κόσμο. Και τα χειρότερα πράγματα έχουν έναν καλό λόγο για να γίνονται. Ίσως μέσα στο πέρασμα των αιώνων χάσαμε την ταυτότητά μας, τον πραγματικό μας εαυτό, το στίγμα μας ως λαός. Έπρεπε να ξενιτευτούν για να καταλάβουμε την αξία τους. Τη συμπαντική τους σημασία για το λόγο ύπαρξης τους.
Όταν αυτή η συνείδηση ξυπνήσει, όταν αφυπνιστούν τα γονίδιά μας, όταν κατανοήσουμε βαθιά αυτήν την ενέργεια που μας περιβάλλει και τη μετατρέψουμε σε δόνηση, σε κραυγή, σε φωνή βροντερή και αμείλιχτη, τότε θα έχουν πάρει εισιτήριο επιστροφής, θα στέκουν αγέρωχα στο δυνατό τους σημείο, για να μας θυμίζουν ότι τα έχουμε γιατί μας αξίζουν!