Η Χρυσή άνοιξε τα μάτια της και αντίκρισε το μελαγχολικό πρόσωπο του Παύλου, που καθόταν στην καρέκλα δίπλα απ’ το πολυχρησιμοποιημένο κρεβάτι του νοσοκομείου, όπου ήταν ξαπλωμένη. Ο Παύλος πετάχτηκε πάνω γεμάτος χαρά.
Με τη Χρυσή ήταν μαζί μόλις τρεις μήνες, πριν συμβεί το ατύχημα, αλλά ένιωθε πως είχε βρει τη γυναίκα της ζωής του. Γεμάτη ζωντάνια, κέφι και όρεξη, του είχε κυριολεκτικά αλλάξει τη ζωή με την παρουσία της. Παλιότερα, ήταν ένας απλός λογιστής, ο οποίος πνιγόταν καθημερινά στα φορολογικά βιβλία μεγάλων εταιρειών και δεν είχε χρόνο να δει κανέναν, ούτε καν το φίλο του, Μανώλη. Ο Μανώλης, επίμονος τύπος καθώς ήταν, μάταια προσπαθούσε να «κλέψει» λίγο τον Παύλο απ’ τις δουλειές του για να συναντηθούν. Τους τελευταίους μήνες η επικοινωνία τους περιοριζόταν μόνο σε τηλεφωνικές συζητήσεις. Πόσα πράγματα όμως μπορείς να πεις κοιτώντας ένα ακουστικό;
Ο Μανώλης ήξερε για τη σχέση του Παύλου και της Χρυσής, όμως ακόμα δεν είχε καταφέρει να τη γνωρίσει προσωπικά. Η φωνή της απ’ το τηλέφωνο του φανέρωνε μια κοπέλα ευχάριστη, αλλά ταυτόχρονα ήρεμη και ευγενική, χωρίς να αφήνει «δυσάρεστες» εντυπώσεις. Την είχε συμπαθήσει και μόνο που είχε κάνει το φίλο του ευτυχισμένο και είχε αλλάξει την καθημερινότητά του. Στεναχωριόταν, φυσικά, που και πάλι δεν τον έβλεπε, αλλά χαιρόταν που τουλάχιστον ήξερε πως περνούσε καλά μαζί της. Όταν πληροφορήθηκε για το ατύχημα, έτρεξε γρήγορα στο νοσοκομείο να συμπαρασταθεί στον Παύλο. Δυστυχώς, η μέρα που θα γνώριζε από κοντά τη Χρυσή έμελε να έχει μελαγχολικό υπόβαθρο... Πάνε 14 ημέρες από τότε που ο Παύλος πήρε τηλέφωνο το Μανώλη και τον ειδοποίησε. Έτσι, οι δυο φίλοι ήταν κάποιες ώρες μαζί κάθε μέρα, μετά από καιρό. Συζητούσαν στο πλευρό της Χρυσής, μη μπορώντας η ίδια να συμμετάσχει στις κουβέντες τους. Είχαν τόσα πολλά να πουν...
«Ο Μανώλης πότε θα έρθει;» ρώτησε η Χρυσή. Ο Παύλος ξαφνιάστηκε που το πρώτο πράγμα που ήθελε να ρωτήσει ήταν αυτό. « Σε καμιά ωρίτσα θα είναι εδώ» απάντησε. «Αχ, εσείς οι δύο, μου πήρατε τ’ αφτιά 2 βδομάδες τώρα» «Μα πώς...;» «Μωρό μου, μη ρωτάς τώρα, θα σου τα πω όλα με τη σειρά. Ελπίζω να μην αργήσει ο Μανώλης, έχω να του πω κάτι πολύ σημαντικό...»
Με τη Χρυσή ήταν μαζί μόλις τρεις μήνες, πριν συμβεί το ατύχημα, αλλά ένιωθε πως είχε βρει τη γυναίκα της ζωής του. Γεμάτη ζωντάνια, κέφι και όρεξη, του είχε κυριολεκτικά αλλάξει τη ζωή με την παρουσία της. Παλιότερα, ήταν ένας απλός λογιστής, ο οποίος πνιγόταν καθημερινά στα φορολογικά βιβλία μεγάλων εταιρειών και δεν είχε χρόνο να δει κανέναν, ούτε καν το φίλο του, Μανώλη. Ο Μανώλης, επίμονος τύπος καθώς ήταν, μάταια προσπαθούσε να «κλέψει» λίγο τον Παύλο απ’ τις δουλειές του για να συναντηθούν. Τους τελευταίους μήνες η επικοινωνία τους περιοριζόταν μόνο σε τηλεφωνικές συζητήσεις. Πόσα πράγματα όμως μπορείς να πεις κοιτώντας ένα ακουστικό;
Ο Μανώλης ήξερε για τη σχέση του Παύλου και της Χρυσής, όμως ακόμα δεν είχε καταφέρει να τη γνωρίσει προσωπικά. Η φωνή της απ’ το τηλέφωνο του φανέρωνε μια κοπέλα ευχάριστη, αλλά ταυτόχρονα ήρεμη και ευγενική, χωρίς να αφήνει «δυσάρεστες» εντυπώσεις. Την είχε συμπαθήσει και μόνο που είχε κάνει το φίλο του ευτυχισμένο και είχε αλλάξει την καθημερινότητά του. Στεναχωριόταν, φυσικά, που και πάλι δεν τον έβλεπε, αλλά χαιρόταν που τουλάχιστον ήξερε πως περνούσε καλά μαζί της. Όταν πληροφορήθηκε για το ατύχημα, έτρεξε γρήγορα στο νοσοκομείο να συμπαρασταθεί στον Παύλο. Δυστυχώς, η μέρα που θα γνώριζε από κοντά τη Χρυσή έμελε να έχει μελαγχολικό υπόβαθρο... Πάνε 14 ημέρες από τότε που ο Παύλος πήρε τηλέφωνο το Μανώλη και τον ειδοποίησε. Έτσι, οι δυο φίλοι ήταν κάποιες ώρες μαζί κάθε μέρα, μετά από καιρό. Συζητούσαν στο πλευρό της Χρυσής, μη μπορώντας η ίδια να συμμετάσχει στις κουβέντες τους. Είχαν τόσα πολλά να πουν...
«Ο Μανώλης πότε θα έρθει;» ρώτησε η Χρυσή. Ο Παύλος ξαφνιάστηκε που το πρώτο πράγμα που ήθελε να ρωτήσει ήταν αυτό. « Σε καμιά ωρίτσα θα είναι εδώ» απάντησε. «Αχ, εσείς οι δύο, μου πήρατε τ’ αφτιά 2 βδομάδες τώρα» «Μα πώς...;» «Μωρό μου, μη ρωτάς τώρα, θα σου τα πω όλα με τη σειρά. Ελπίζω να μην αργήσει ο Μανώλης, έχω να του πω κάτι πολύ σημαντικό...»